20.5.18

Νι Πι Ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου


Γιώργος Χατζόπουλος
«Νι Πι, ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου και το Νερό της Ζωής»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
                       

Τα μυθιστορήματα με έντονη δράση και πλούσιες περιπέτειες ήταν πάντα ιδιαιτέρως αγαπητά σε ένα αναγνωστικό κοινό  νεαρής ηλικίας.
Είναι δε χαρακτηριστικό πως τα πρώτα μυθιστορήματα  του 19ου αιώνα που κατά τη διάρκεια του 20ου θεωρήθηκαν πως μπορούν να απευθύνονται σε παιδιά αν και ήταν γραμμένα για ενήλικες, ήταν  τέτοια περιπετειώδη μυθιστορήματα – «Το νησί των θησαυρών» για παράδειγμα ή «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» κ.α.
Στην Ελλάδα παράδοση τέτοιου είδους μυθιστορημάτων δεν έχουμε. Ασφαλώς και δεν ξεχνώ μήτε τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα, μήτε και άλλων νεώτερων συγγραφέων (Τάκης Λάππας, Χάρης Σακελλαρίου κ.α.). Αλλά όλα αυτά,  καθώς στηριζόντουσαν σε ιστορικές στιγμές του πρόσφατου εθνικού παρελθόντος, είχαν γραφτεί με στόχο να μεταφέρουν πρώτιστα τη γνώση της Ιστορίας και δευτερευόντως  την δημιουργία μιας σειράς περιπετειών που θα κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον των παιδιών.
Στην ουσία είχαμε μια λογοτεχνία στρατευμένη στη Διδαχή και ήταν πλέον ζήτημα που είχε να κάνει με το πόσο μεγάλο ή όχι ήταν  το ταλέντο των μυθιστοριογράφων, για να αποφασίσει ο χρόνος αν τα έργα  εκείνα διέθεταν επαρκή λογοτεχνική αξία ή μη.
Στα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα πληθύνανε τα μυθιστορήματα  που στηρίχτηκαν σε ιστορικά γεγονότα. Κι ανάμεσά τους, τα παιδιά εκείνων των χρόνων έτυχε να διαβάσουν,  και έργα καλογραμμένα (ας θυμηθώ εδώ την Ελένη Βαλαβάνη, και την Γαλάτεια Σουρέλη), όπως βέβαια και άλλα μυθιστορήματα που ήταν τα ιστορικά γεγονότα μιας πρόσφατης ιστορίας που τα ενεργοποιούσαν, αλλά που αφήναν στην άκρη την περιπέτεια καθώς αναζητούσαν έναν άλλο στόχο –το πώς το χτες επεμβαίνει στην διαμόρφωση του παρόντος (ας θυμηθώ εδώ συγγραφείς όπως την Άλκη Ζέη, τη Ζωρζ Σαρή, τη Λότη Πέτροβιτς).
Σε κάθε περίπτωση ελληνικό μυθιστόρημα με ιστορικό καμβά και έντονη περιπέτεια δεν νομίζω πως μπορώ να θυμηθώ.
Ασφαλώς εξαιρώ εκείνα τα μυθιστορήματα που κυρίως τα τελευταία χρόνια έχουν δει το φως της δημοσιότητας και αναφέρονται στις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τους,  όπου ανακαλύπτουν το ιστορικό παρελθόν ενός τόπου καθώς άλλοτε βοηθούν στη σύλληψη συμμορίας αρχαιοκάπηλων , άλλοτε στην ανακάλυψη κάποιου αρχαίου αντικειμένου κλπ.  Πρόκειται για έργα που χρησιμοποιούν την περιπέτεια και δεν στηρίζονται σε αυτή.
Όλες αυτές οι σκέψεις μου δημιουργήθηκαν μετά από την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Νι Πι, ο τελευταίος πειρατής το Αιγαίου και το Νερό της Ζωής».
Ο συγγραφέας του – ο Γιώργος Χατζόπουλος- είναι πρωτοεμφανιζόμενος στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ διαθέτει μια εμπειρία στη συγγραφή θεατρικών κειμένων.
Με το μυθιστόρημα του αυτό, λοιπόν, με κάνει να θεωρώ –στο βαθμό που οι όποιες γνώσεις μου με καλύπτουν-  πως μάλλον πρέπει να είναι ο πρώτος έλληνας συγγραφέας (τουλάχιστον της νεώτερης γενιάς) που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μια περίοδο της πρόσφατης ιστορίας του ελληνικού κράτους (συγκεκριμένα το 1828) χωρίς να θέλει να εξηγήσει τις  όποιες πολιτικές – κοινωνικές  συνθήκες επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια. Και ακόμα να έχει την ιδέα να στηρίξει τη δράση του έργου του από τη μια στην ύπαρξη  πειρατών στις ελληνικές θάλασσες και από την άλλη να σμίξει δυο διαφορετικούς τρόπους αφηγηματικών τεχνικών.
Αλλά προτού αναφερθώ σε αυτές τις δυο τεχνικές, θέλω να τονίσω την απόλυτη έλλειψη κάθε διάθεσης εξωραϊσμού των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Χατζόπουλος δε θέλει να ‘διδάξει’ ιστορία, αλλά να γράψει ένα βιβλίο με πειρατές, ναυμαχίες, άγριες μάχες, μεγάλους έρωτες, σκληροτράχηλους ναυτικούς και επίορκους δημόσιους λειτουργούς.
Δείχνει να έχει καλά διαβάσει τα κλασικά έργα του είδους. Και –να η πρώτη τεχνική- χρησιμοποιεί μια γλώσσα πλούσια, χωρίς αυτοπεριορισμούς και αυτολογοκρισία  για να περιγράψει συναισθήματα και καταστάσεις. Οι κεντρικοί ήρωες, όπως και τα δεύτερα πρόσωπα περιγράφονται με ρεαλισμό. Όσα έζησαν φωτίζουν την εποχή χωρίς να την εξωραΐζουν.  Και με τη συνταγή των παλιών μυθιστοριογράφων τολμά να αφήνει συχνά τον κεντρικό άξονα της αφήγησης για να περιγράψει στιγμές παρελθόντος από τις ζωές χαρακτήρων που δεν πρόκειται να επηρεάσουν την συνέχεια των γεγονότων. Αλλά έτσι καταφέρνει να φωτίσει πλουραλιστικά αυτό που λίγο πιο πριν σημείωσα –την εποχή και τους ανθρώπους της.
Παράλληλα όμως με αυτήν την τεχνική, χρησιμοποιεί και μια άλλη –όχι περιγραφές, αλλά κοφτούς διαλόγους. Τις περισσότερες φορές διαλόγους αυτοσαρκαστικούς, συχνά χιουμοριστικούς, φερμένους λες από τη σειρά των ταινιών «Οι πειρατές της Καραϊβικής».
Και η δημιουργική μίμηση αυτής της κινηματογραφικής γλώσσας προχωρά και στον τρόπο που σκιαγραφούνται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος –τα χαρακτηριστικά τους, τα ονόματά τους, οι συμπεριφορές τους. Συχνά και μικρές δόσεις εξωπραγματικών συνθηκών επιστρατεύονται.
Μια λοιπόν συνύπαρξη παραδοσιακής και νεωτερικής αφήγησης, όπως και επίσης η απόλυτη άρνηση να υποκύψει στην παροχή ιστορικής πληροφόρησης με τη μορφή της προγραμματισμένης εξήγησης και της κατανόησης, είναι τα βασικά συστατικά που κάνουν αυτό το μυθιστόρημα αξιοπρόσεχτο. Και πιστεύω αξιοδιάβαστο.
ΥΓ Ιδιαιτέρως χρήσιμο το γλωσσάρι όλων των ναυτικών και άλλων όρων. Σημαντική ακόμα, στα πλαίσια της ενδοκειμενικότητας, η χρήση μικρών προτάσεων από έργα του Καρκαβίτσα και του Παπαδιαμάντη.
Μια μόνο –ας την πούμε- ένσταση. Η απότομη και χωρίς –θεωρώ- λόγο ύπαρξης αποκάλυψη του πότε γίνεται η όλη αφήγηση της ιστορίας εκ μέρους του πρωταγωνιστή. Ξαφνικά η περιπέτεια από το χώρο συγκατοίκησης ρεαλισμού και φαντασίας, μετακομίζει στα δώματα των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Και ο Πι Νι από παράτολμος πειρατής μετατρέπεται σε σεβάσμιο γέροντα και τρυφερό παππού.
Λογική εξέλιξη –εγώ ο ίδιος αντικρούω τον εαυτό μου. Παρόλα αυτά, όμως,  εξακολουθώ να προτιμώ τους πειρατές ως πειρατές και μόνο να τους θυμάμαι.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://diastixo.gr/kritikes/efivika/9892-ni-pi




"στόμαστομαστό" - Ιστορίες - θρίλερ- καθημερινών ανθρώπων



Ροζίτα Σπινάσα
«στόμαστομαστό»
Διηγήματα
Εκδόσεις Κέδρος

        
           

Πρόσφατα έτυχε να διαβάσω  δυο συλλογές διηγημάτων όπου το κεντρικό θέμα όλων των κειμένων ήταν η ενοχή. Και πιο συγκεκριμένα η ατομική ενοχή μέσα σε μια εποχή πολλαπλής και πολυδύναμης κοινωνικής αναταραχής.
Αναφέρομε στο «Ο έτερος εχθρός « της Ελισάβετ Χρονοπούλου  (Πόλις) και στο «Το τέρας στο μετρό» της Βασιλικής Ηλιοπούλου (Πατάκης)
Η Κατοχή στο πρώτο, η σύγχρονη εποχή στο δεύτερο γίνονται η σκηνή όπου ξεδιπλώνονται μη ελεγχόμενες ατομικές παρεκτροπές. Τα άτομα επηρεάζονται από τις συνθήκες  και οδηγούνται σε πράξεις που στο μέλλον θα προτιμήσουν να τις αγνοούν.
Η πρωτοεμφανιζόμενη Ροζίτα Σπινάσα κάποια παρόμοια θεματική έχει χρησιμοποιήσει.
Τα πρόσωπα –ήρωές της είναι επιλεγμένα από ένα πλήθος καθημερινών ατόμων, αλλά η συγγραφέας τα παρακολουθεί  σε στιγμές όπου το καθημερινό μετατρέπεται σε εξαίρεση –συνήθως αρνητική.
Άλλοτε θα είναι ο συλλέκτης δίσκων που το πάθος του θα τον οδηγήσει στην καταπάτηση της φιλίας, άλλοτε θα είναι η ηλικιωμένη άρρωστη όπου η οικονομική ανέχεια θα την μετατρέψει σε άκαρδη δήθεν προστάτιδα περιστεριών, άλλοτε ο αδελφός που προδίδει την ανάπηρη αδελφή για να μην υποστεί τον σχολικό εκφοβισμό, άλλοτε κάποιοι που δε θα διστάσουν μήτε μπροστά σε ένα φόνο αν πρόκειται να κερδίσουν ένα σπίτι, άλλοτε…
Αλλά τελικά δεν είναι οι επιμέρους περιπτώσεις που η Ροζίτα Σπινάσα θα αναζητήσει να τις φωτίσει σε βάθος, όσο ο τρόπος που θα χρησιμοποιεί τον φωτισμό αυτόν.
Η κοινωνική αποξένωση είναι δεδομένη. Και μέσα σε αυτήν  τα άτομα θα οδηγηθούν σε πράξεις πολύ ή λίγο σκληρές ή και αποτρόπαιες ακόμα.
Ενοχές μιας κοινωνίας ή ενοχή κάθε ατόμου;  Το ερώτημα πλανάται, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται.
Και στο σημείο αυτό επεμβαίνει η γραφή.  Ξεγελά με κάποιες τρυφερές περιγραφές, αλλά καθώς φλερτάρει λες με τον εφησυχασμό, ξαφνικά οι λέξεις γίνονται σκληρές, οι φράσεις κοφτερές. Και άλλοτε προσφέρουν τον τρόμο κι άλλοτε αναζητούν τον σαρκασμό.
Ιδιότυπα ατομικά θρίλερ –ένας κάπως αδόκιμος,  ίσως, χαρακτηρισμός αυτών των διηγημάτων. Αλλά θεωρώ πως είναι εύστοχος.
Και εν τέλει αποτελεσματικός. Ο σαρκασμός προς τους άλλους, θα συνυπάρξει  με την εγρήγορση του αναγνώστη.
Με δυο λόγια –αυτό που μου κράτησε αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον ήταν η σχεδόν κινηματογραφική αφήγηση και η ευρηματικότητα των περιπτώσεων.
Ο διπλανός –γείτονας ή τυχαίος περαστικός- μπορεί να κρύβει ένα κάποιο αμαρτωλό μυστικό.
Αυτός… Μπορεί κι εγώ.
Η Ροζίτα Σπινάσα δείχνει πως ξέρει να κυκλοφορεί –ως συγγραφέας- ανάμεσά μας. Και να καταγράφει αυτά που θέλουμε να κρύψουμε.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://www.literature.gr/istories-thriler-kathimerinon-anthropon-grafei-o-manos-kontoleon-stomastomasto-rozita-spinasa/






14.5.18

Στη Μαύρη Άμμο της αναπόδραστης μοίρας




Του Μιχάλη Μακρόπουλου

https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kontoleon-manos-patakis-i-kassandra-sti-mauri-ammo-makropoulos

Στο επίμετρο του μυθιστορήματός του Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, ο Μάνος Κοντολέων λέει πως σκέφτηκε για πρώτη φορά να πλάσει μια ιστορία με πρωταγωνίστρια την τραγική μάντισσα το 1965, όταν παρακολούθησε στο Ηρώδειο μια παράσταση του «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου σκηνοθετημένη από τον Αλέξη Μινωτή, όπου ερμήνευε την Κασσάνδρα η Ελένη Χατζηαργύρη – την «ενσάρκωνε», γράφει ο Κοντολέων, και το ρήμα μοιάζει να μην είναι τυχαίο, γιατί η Κασσάνδρα στο μυθιστόρημά του έχει φύση λιγότερο πνευματική και περισσότερο σαρκική, είναι μάντισσα παρά τη θέλησή της, ενώ παλεύει ενάντια στη μοίρα που της ορίστηκε, ώστε να καταχτήσει τη γυναικεία πληρότητα που άθελά της στερήθηκε.
Η Μαύρη Άμμος του τίτλου είναι σύμβολο αφενός της μαντικής τέχνης της, ο τόπος όπου κατοικούν οι τρομερές εικόνες που βλέπει η Κασσάνδρα δίχως να μπορεί να τις αλλάξει, κι αφετέρου της στειρότητας που της επιβλήθηκε ενώ η ίδια λαχταρούσε τη μητρότητα και τη θνητότητα.
Και τούτη η Μαύρη Άμμος του τίτλου είναι σύμβολο αφενός της μαντικής τέχνης της, ο τόπος όπου κατοικούν οι τρομερές εικόνες που βλέπει η Κασσάνδρα δίχως να μπορεί να τις αλλάξει, κι αφετέρου της στειρότητας που της επιβλήθηκε ενώ η ίδια λαχταρούσε τη μητρότητα και τη θνητότητα, αρνούμενη την πρόταση του θεού να τον ακολουθήσει και τιμωρούμενη γι’ αυτό με το να μη γίνονται πιστευτές οι προρρήσεις της. Είναι η Μαύρη Άμμος ταυτόχρονα μια μεταφορά για το τραγικό πεπρωμένο της Κασσάνδρας και για την ολέθρια μοίρα της πόλης της και του γένους του Πριάμου. Και τούτη η πολυσήμαντη Μαύρη Άμμος εντέλει είναι η μοιραία κατάληξη όσων θέλησαν κατά πρώτον να μάθουν τι τους έμελλε και κατά δεύτερον να πάρουν αυτή τη μοίρα στα χέρια τους και να την ορίσουν οι ίδιοι, αλλάζοντάς την.
«Γεμάτος ο τόπος ολόγυρα από σημεία –τρίστρατα, μικροί τύμβοι, θάμνοι αειθαλών φυτών– όπου κάποτε σκορπίστηκαν οι στάχτες ανώνυμων νεκρών», λέγεται κάπου. «Στα ίδια σημεία και στις γύρω περιοχές, άλλοι περιπατούν, κάποιοι φιλοσοφούν, άλλοι σπέρνουν, ενίοτε και κάποιοι αφοδεύουν, υπάρχουν και εκείνοι που τυχόν αναζητούν πέτρες να χτίσουν τα σπίτια τους.
»Πεθαίνουν –και ο θάνατός τους εγγράφεται στη ζωή που συνεχίζεται– μόνο όσοι επωνύμως επισκέπτονται τόπους όπως η Μαύρη Άμμος μου – οι υπερφίαλοι, οι αλαζόνες, οι ποιητές και… Οι ηγεμόνες».
Η αλαζονεία της επωνυμίας, του ξεχωρίσματος από το ανώνυμο πλήθος, καθρεφτίζεται σαν σε σκοτεινό καθρέφτη στη Μαύρη Άμμο της μάντισσας που δεν ήθελε κανείς ν’ ακούσει, της Κασσάνδρας.

Την ιστορία της την αφηγείται η ίδια, με ένθετα εδώ κι εκεί στο λόγο της μικρά ή μεγαλύτερα αποσπάσματα από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου στις μεταφράσεις του Τάσου Ρούσσου και του Γρυπάρη, από τις Τρωάδες του Ευριπίδη στις μεταφράσεις του Ρούσσου και του Θρασύβουλου Σταύρου, από την Εκάβη του Ευριπίδη, πρωτίστως από την Ιλιάδα στις μεταφράσεις του Μαρωνίτη και του Πολυλά.
Ο Κοντολέων δίνει τον πρωτοπρόσωπο λόγο της με σύντομες ως επί το πλείστον προτάσεις συχνά αντεστραμμένες με το ρήμα στο τέλος, με απουσία των αορίστων άρθρων, με συχνή χρήση αποσιωπητικών, επιδιώκοντας κάπως να μεταφέρει την ποιητική φωνή της τραγωδίας στην πιο πεζή του μυθιστορήματος· κι αλλού ακολουθεί σε γενικές γραμμές τα συμβάντα του μύθου κι αλλού αυθαιρετεί, όπως στο επεισόδιο όπου η Θέτις οδηγεί την Κασσάνδρα στη σκηνή του Αχιλλέα. Παρουσιάζει την Κασσάνδρα διχασμένη και σ’ ένα δίπολο πάντα. «Με κάτι τέτοια τερτίπια εμπόδιζα τους λυγμούς της άλλης, της μισητής μάντισσας», λέει η ίδια για τον εαυτό της, μοιρασμένη ανάμεσα στις δυο φύσεις της: τη μαντική στην υπηρεσία του θεού και τη γυναικεία, και οι θλιβερές της διαπιστώσεις αντανακλούν τούτο το διχασμό. «Εικόνες ή προαισθήματα;» αναρωτιέται. «Δεν τα ταξινομώ… Κι άλλωστε η αιωνιότητα δε συμπίπτει με τον παρόντα χρόνο». Κι αλλού: «…θα προσπαθούσα να κατανοήσω τα κίνητρα –πάει να πει τα μελλούμενα– των ανθρώπων». Η ίδια της η κατάρα, να μη γίνεται πιστευτή, τη διχάζει κάνοντάς την να είναι κάτι που στην ουσία δεν είναι, γιατί το χάρισμά της είναι ανώφελο. «Άλλο να μαντεύεις κι άλλο να πείθεις», λέει και, ακόμα περισσότερο: «Άλλο να μαντεύεις κι άλλο να κατανοείς».
Το δίπολο της ύπαρξής της υπάρχει κατά πρώτον απέναντι στον εαυτό της τον ίδιο, μα σ’ όλες τις σκηνές στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται επίσης ως το ένα σκέλος ενός διπόλου, αντιμέτωπη με τον Έκτορα, που τον ποθεί κρυφά κι ας είναι αδερφός της, με τον άλλο της αδερφό τον Έλενο, μάντη επίσης αλλά ήσσονα, και προδότη της πατρίδας του όπως παρουσιάζεται στη Μαύρη Άμμο, με τη μητέρα της την Εκάβη, που η Κασσάνδρα μοιάζει να τη ζηλεύει γιατί έγινε ό,τι η ίδια δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει.
Η μαντική της τέχνη δεν της χαρίζει καμία ανακουφιστική εξαΰλωση σε αντιστάθμισμα για τη θυσιασμένη γυναικεία της πληρότητα. “Μια πικρή γεύση μούλιασε τη γλώσσα μου κι έφτυσα πάνω στο σανίδι. Σάλιο που μύριζε μούχλα. Σάπια τα σπλάχνα μου”.
«Δεν έχω τους μαστούς της μάνας μου», λέει. «Τα δικά μου στήθη είναι μικρά. Δε φτιάχτηκαν για να θηλάσουν. Και τα λαγόνια μου στενά – αν κάποιος θελήσει να τα αναγκάσει να αποδεχτούν μια κυοφορία, εκείνα θα αδιαφορήσουν. Θα τον περιγελάσουν».
Και στη μοίρα της Κασσάνδρας αποτυπώνονται τα δεινά του πολέμου, γεννημένα από την αυθαιρεσία και τη φενάκη της εξουσίας. «Ο Πρίαμος σφαγιάστηκε, η Εκάβη ξεσχίστηκε από τα αγριόσκυλα, ο μικρός Αστυάναξ ρίχτηκε στον γκρεμό, η Πολυξένη θυσιάστηκε…» λέει η Κασσάνδρα. «Μουλιάσανε στο αίμα οι δρόμοι της Τροίας».
Τούτο το αίμα, μαζί με το σάλιο των πληγωμένων, το σπέρμα του Αγαμέμνονα όταν έχει πάρει παλλακίδα του την Κασσάνδρα, τον ιδρώτα των κορμιών, όλα βαραίνουν εδώ με την υλικότητά τους την Κασσάνδρα και την ιστορία της όπως αυτή την αφηγείται. Η μαντική της τέχνη δεν της χαρίζει καμία ανακουφιστική εξαΰλωση σε αντιστάθμισμα για τη θυσιασμένη γυναικεία της πληρότητα. «Μια πικρή γεύση μούλιασε τη γλώσσα μου κι έφτυσα πάνω στο σανίδι», λέει. «Σάλιο που μύριζε μούχλα. Σάπια τα σπλάχνα μου».
Δεν είναι τυχαίο πως σ’ όλη τη Μαύρη Άμμο επανέρχονται οι λέξεις «υγρός», «υγρό», «υγρασία», εννοώντας πάντα την ακαταπράυντη ύλη που τελικά προοιωνίζεται το θάνατο. Η Κασσάνδρα έχει το «χάρισμα» να προμαντεύει τον δικό της – μόνη αυτή, ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρώπους, που δίνει βάση στις βέβαιες προρρήσεις της.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μεσημέρι πλέον.
Μέρα με ήλιο. Πού πήγανε οι βοριάδες και οι νεροποντές των προηγούμενων ημερών;
Λουσμένη, καθαρή, μυρωμένη εγώ… Με ετοιμάσανε για την τελική θυσία.
Και η γριά σκλάβα ρίχνει σκούρα πανιά στα παράθυρα να κρατήσει έξω την κάψα του μεσημεριού.
Να μην ιδρώσω.
Τελευταία νύχτα αυτή πριν πατήσουμε στις Μυκήνες.
Σίγουρα ο Αγαμέμνων θα με αναζητήσει.
Ως λάφυρο θα με θεωρεί.
Το κτέρισμά του θα είμαι».

13.5.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο - Ημερολόγιο Αρχαίας Τραγωδίας



Γράφει ο Κώστας Δρουγαλάς

Ο Μάνος Κοντολέων δεν χρειάζεται συστάσεις: θαλερός και πολυγραφότατος πεζογράφος (και όχι μόνο), καταθέτει το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο (Πατάκης, 2018). Το μυθιστόρημα αποτελεί μια καταγραφή ημερολογιακού τύπου (ημερολόγιο αρχαίας τραγωδίας;), με τον συγγραφέα να επινοεί –και σε κάποιες περιπτώσεις να «διορθώνει»– το μυθολογικό πρόσωπο της Κασσάνδρας, όπως το γνωρίζουμε από τον Όμηρο, τον Ευριπίδη και τον Αισχύλο. Η Κασσάνδρα λοιπόν είναι η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, κι αυτό από μόνο του αποτελεί μια πρωτοτυπία: η ιέρεια του Απόλλωνα βγαίνει από το φόντο των μυθολογικών και ιστορικών γεγονότων, απεκδύεται τον χαρακτήρα της μάντισσας δυσοίωνων προβλέψεων, και γίνεται ένας κεντρικός ήρωας που μιλάει για την οικογένεια, τον έρωτα, την εξουσία και τον φόβο. Μία γυναίκα που αποφασίζει να ανταμώσει τον γήινο πυρήνα της ύπαρξης, όπου ο άνθρωπος ματώνει από τον πόθο και το μίσος. Ο Κοντολέων φροντίζει από τον πρόλογο του βιβλίου να μας εισάγει με έναν πολύ προσωπικό τρόπο στη «ζωή» της ηρωίδας, όπως την ξέρουμε, για να την ανασκευάσει στη συνέχεια: η Κασσάνδρα, τέκνο του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης, μεγαλώνει στο ιερό του Απόλλωνα μαζί με τον Έλενο, τον δίδυμο αδερφό της, με σκοπό να γίνουν μάντεις. Ερωτευμένη με τον Έκτορα, τον μεγαλύτερο αδερφό της, παρακολουθούμε την ιστορία μιας γυναίκας που σέρνεται ως τρόπαιο του Αγαμέμνονα μετά την πτώση της Τροίας: έτσι αρχίζει κι έτσι τελειώνει η ιστορία μας· η ιστορία της κόρης ενός βασιλιά που θα κατέληγε παλλακίδα ενός άλλου. Η Κασσάνδρα απαρνείται τη θεϊκή συντροφιά του Απόλλωνα και την προσδοκία της αθανασίας για να τη ρουφήξουν στην τρομερή χοάνη οι ηδονές και οι οδύνες της ανθρώπινης κατάστασης: η Κασσάνδρα του Κοντολέων είναι ανθρώπινη, φτιαγμένη από λάσπη και όνειρα· είναι ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει στα ρείθρα της ζωής, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της ανθρωπινότητας, αρνούμενη τα στενά όρια που θα της χάριζε ο Απόλλωνας. Ποια είναι όμως η Μαύρη Άμμος, την οποία ανακαλεί ουκ ολίγες φορές η Κασσάνδρα του μυθιστορήματος; Ίσως είναι η μοίρα, ατομική ή συλλογική· ίσως το μέλλον· ίσως είναι ο πόλεμος: οι αναφορές στην Τροία και στη δεκαετή σύγκρουση Αχαιών και Τρώων είναι πανταχού παρούσες. Θα μπορούσε όμως να είναι και το υποσυνείδητο, αφού οι αναφορές στη Μαύρη Άμμο συνδέονται με τη μνήμη και τα συναισθήματα της πρωταγωνίστριας. Σε κάθε περίπτωση δημιουργείται μία αντίθεση ανάμεσα στο πάλλευκο ιερό του Απόλλωνα και στη Μαύρη Άμμο, τα δύο μέρη που η Κασσάνδρα διάγει τον βίο της: ίσως αυτό από μόνο του συνιστά μία αντίθεση ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εκφραστική, η σύνταξη των προτάσεων παραπέμπει ευθέως στην αρχαία τραγωδία με την αλλαγή του ρήματος μέσα στις προτάσεις, το ύφος είναι καλαίσθητο και η ατμόσφαιρα ιδιαιτέρως υποβλητική –ακριβώς όπως θα ταίριαζε σε ένα μυθιστόρημα που θα «έπαιζε» με την αρχαία τραγωδία. Το μυθιστορηματικό κείμενο είναι διανθισμένο με αποσπάσματα από την Ιλιάδα (είτε στη μετάφραση του Μαρωνίτη είτε σε αυτή των Καζαντζάκη-Κακριδή), καθώς και από τις τραγωδίες Αγαμέμνων του Αισχύλου κι από τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Όπως αναφέραμε και στον πρόλογο αυτού του σημειώματος, ο Μάνος Κοντολέων δεν χρειάζεται συστάσεις, ωστόσο θα ήμασταν άδικοι αν δεν αναφέραμε πως Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, κατά πάσα πιθανότητα, είναι το καλύτερό του έργο –τουλάχιστον μέχρι το επόμενο.   


https://www.literature.gr/i-kassandra-sti-mayri-ammo-manos-kontoleon/

Κ. Π.Καβάφης και εφηβεία


Κι αυτός τους κλείνει το μάτι.               

Ανήκω στη γενιά εκείνη – πιο σωστά σε μια από τις γενιές των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα-  που γνωρίσανε τον Καβάφη μέσα από τα σχολικά βιβλία.
Ότι μας έδινε η σχολική καθημερινότητα με τη μορφή Τέχνης μας φαινότανε κουραστικό  ή αδιάφορο ή γλυκερό ή τέλος πάντων  -αυτό το υποψιαζόμαστε- κάτι που ήθελε να μετατρέψει το ελεύθερο συναίσθημα σε ελεγχόμενη ιδέα.
Γι αυτό αποδεχόμαστε, μεν,  το μέγεθος ενός Σολωμού, ενός Παλαμά,  ενός Σικελιανού, αλλά δεν μπορούσαμε να το κάνουμε δικό μας.
Η εφηβεία μας έμενε ορφανή από την Ποίηση.
Κι όμως κάπου μέσα στις σελίδες των Ανθολόγιων, κάτι αισθανόμαστε να σπαρταρά…
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος
Γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις…
Στίχοι –κι αυτοί;- που μπορούσαν να υπηρετήσουν τις προτροπές του συστήματος.
Τους αποστηθίζαμε, τους αναλύαμε αλλά ενώ είμαστε και έτοιμοι να τους  βάλουμε στην άκρη, κάτι μας έκανε να διστάζουμε. Κάτι ακόμα υπήρχε, υποψιαζόμαστε. Κάτι κρυμμένο… Που όμως εξέπεμπε το σήμα του
… και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής
Όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά
Οι αποκλεισμένοι στίχοι φτάναν ως εμάς ως υποψία.  Υποψία μιας ποιητικής τόνωσης της εφηβικής ανησυχίας μας.
Κ. Π. Καβάφης -αυτός ο ποιητής λες και μας έκλεινε ραντεβού σε  μια ιδιότυπη καφετέρια, σε μια μυστική πλατεία.
Κι έτσι τον αγαπήσαμε. Γιατί  ο Καβάφης αμφισβητεί  κοινωνικές συμβάσεις ενώ δείχνει πως υποτάσσεται σ’  αυτές.
Κι έτσι από τη μια ξεγελά την κεντρική εξουσία της εκπαίδευσης και την κάνει να πιστέψει πως βρήκε στο έργο του ένα σύμμαχο να περάσει τις ιδέες της…
Τιμή σ΄ εκείνους όπου στην ζωή των
Ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες
Και από την άλλη  ο ίδιος πάλι κλείνει το μάτι στους αναγνώστες που το εκπαιδευτικό σύστημα τους αναγκάζει μονόπατα να τον γνωρίσουν και με αυτό το σινιάλο σαλπίζει την υπόγεια αμφισβήτηση του κατεστημένου…
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται ή δεν μπορώ
Να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως να είναι μια νέα τυραννία.
Ναι. Μπορούσαμε να τον εμπιστευθούμε. Να εμπιστευθούμε τις ενοχές και τα όνειρά μας.
Οι πολλά γνωρίζοντες –ενήλικες πάντα- υποστηρίζανε πως ήταν μεγάλος ποιητής γιατί στοχαζότανε πάνω στα παιχνίδια της Ιστορίας.
Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
Κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί…
Αλλά εμείς ξαναμμένοι από του έρωτα τα πάθη –καθόλου δε διαχωρίζαμε αυτά τα πάθη με τους κανόνες μιας κοινωνικής  ηθικής που θέλει να αγνοεί τις απαιτήσεις της σάρκας-  θέλαμε να μοιραστούμε το όνειρο ή την απογοήτευση  από τη στάση της καλής  ή του καλού μας και μουρμουρίζαμε, παρακαλούσαμε…
Διαβάτη αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή
Του βίου μας* τι θέρμη έχει* τι ηδονή υπέρτατη.
                     **************
Ναι, ο Καβάφης ίσως είναι ο πιο κοντινός ποιητής  στη ψυχοσύνθεση των εφήβων –αγοριών και κοριτσιών.
Νομίζουμε –όταν πλέον έχουμε  ενηλικιωθεί-  πως ο αναστοχασμός  πάνω στην ερωτική επιθυμία είναι συνήθεια ενήλικων ατόμων.
Μα τι πλάνη ! Θέλουμε να ξεχάσουμε την αγωνία πριν από το πρώτο ραντεβού, το αβέβαιο μιας πρώτης σεξουαλικής επαφής, το αδιέξοδο μιας απόρριψης…  Και ξεχνάμε αυτό που στ΄ αλήθεια βλέπαμε, αυτό που συναισθανόμαστε καθώς η εικόνα του άλλου που θέλαμε να τον έχουμε δίπλα μας, πολύ δίπλα μας, μόνο με κάτι τέτοιους στίχους μπορούσε  να περιγραφεί-
Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα*
Πάντα έμορφα κι αχτένιστα σαν είναι
Και πέφτουν λίγο επάνω στ΄ άσπρα μέτωπα.
Λοιπόν… Προσωπικά το έχω αποδεχτεί. Και το χαίρομαι.
Ως σύμβολο της εφηβείας από την ποίηση παρμένο, κάποιο ποίημα του Καβάφη θα διάλεγα. Σχεδόν το όποιο ποίημα… Την όποια στροφή…
Γιατί; -αναρωτιέστε! Πώς γίνεται και κάτι τέτοιο  δύναται να ισχύει; Ο γέροντας ο αμαρτωλός να γράφει τον στίχο που θα συντροφεύσει το συναίσθημα ενός εφήβου;
Ναι, λοιπόν! Γιατί όχι. Ας το σκεφτούμε.
Ο γέροντας που τολμά να περιγράφει το νεανικό πάθος που ποτέ δεν έχει ξεχάσει. Και από νοσταλγία το μετατρέπει σε επανάσταση -
Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
Που ηύρα και που κράτησα την ηδονή ως την ήθελα
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
Την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.
Ρουτίνα!
Και ο έφηβος  -το παλικαράκι και η κοπελιά-  αρπάζει τις λέξεις αυτές και τις συμπληρώνει με κάποιες ακόμα-
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
Μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη
Το προσέξατε; Από τον ίδιο ποιητή το πάθος του έρωτα και ο τρόμος της επιβολής της τάξης.
Και οι αναγνώστες – παραλήπτες του μηνύματος;  Ποιοι;… Μα οι έφηβοι και όσοι δεν έχουν πάψει ως έφηβοι να στοχάζονται, να ζουν και να πεθαίνουν.
Αυτοί που ποτέ δεν αποδέχτηκαν ότι-
οι βάρβαροι ήσαν μια κάποια λύσις
Αυτοί –όσοι, έστω- μπορούν να τολμήσουν την υιοθεσία κάποιων στίχων, όπως…
Ήλθε για να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά
δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
και τα παραίτησε. Στον καναπέ
μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία —
αλλ’ είναι είκοσι τριώ ετών, κι είν’ έμορφος πολύ·
και σήμερα το απόγευμα πέρασ’ ο έρως
στην ιδεώδη σάρκα του, στα χείλη.
Στη σάρκα του που είναι όλο καλλονή
η θέρμη πέρασεν η ερωτική·
χωρίς αστείαν αιδώ για την μορφή της απολαύσεως…
Ναι, οι έφηβοι αναγνώστες αναγνωρίζουν  τον εαυτό τους στην περιγραφή που κάνει ένα γέροντας.
Αισθάνονται ως και να τους κλείνει –συνωμοτικά- το μάτι.
Λογικό δεν είναι να τον λατρέψουν;



(ΙΑΝΟΣ, Αφι΄ρωμα στον Καβάφη -10/5/2018)
Πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/i-efiveia-strefetai-pros-ton-kavafi-ki-aytos-tis-kleinei-synomotika-to-mati-grafei-o-manos-kontoleon/

2.5.18

Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια


Πρώτη δημοσίευση:
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9721-elafra-tragoudia


Καθώς ο 20ος αιώνας ολοένα και περισσότερο αποκτά  τις διαστάσεις (συναισθηματικές όσο και ιστορικές)  μιας παρελθούσης εποχής, τα βιώματα όσων  συγγραφέων  αποφασίζουν να μυθιστορηματοποιήσουν περιόδους του αιώνα εκείνου, αναμφίβολα επεμβαίνουν στη διαμόρφωση της θέσης με την οποία θα γίνει η εξιστόρηση.
Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, στην πλειοψηφία της, όταν αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το παρελθόν, στρέφεται κατά κύριο λόγο σε παλαιότερες εποχές – χαρακτηριστικά παραδείγματα  τα έργα των  Πριοβόλου, Ζουργού, Καλπούζου κ.α.
Τα χρόνια από την εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου έως τη μεταπολίτευση –χρόνια που χαρακτηρίζονται από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αστικοποίηση της χώρας- δεν δείχνουν  να ενεργοποιούν πολλές συγγραφικές προσπάθειες. Και από όλα εκείνα τα χρόνια, η δεκαετία του ’50 μοιάζει να είναι εκείνη που λιγότερο έχει απασχολήσει τους συγγραφικούς προβληματισμούς νέων ή και νεότατων συγγραφέων μας.
Από αυτούς,  άλλοι ως παιδιά τη ζήσανε και κάποια στιγμή δημιουργήσανε μυθιστορηματικά πρόσωπα που κατοικούν στις αθηναϊκές συνοικίες  του τότε -πχ. Πόλυ Μηλιώρη «Ο αιώνας του Περικλή και της Λαβίνιας Πλαγιάννου», Μάρω  Κερασιώτη «Η Μπουγάδα»
Άλλοι, πάλι, αν και έχουν γεννηθεί μετά το ΄60, αναζητάνε στην εποχή του ’50 τα σημάδια που κάποια στιγμή διαμόρφωσαν τη δική τους  ταυτότητα  -πχ. Χρήστος Χωμενίδης «Νίκη», Ηλίας Μαγκλίνης «Πρωινή Γαλήνη»- και με τη σειρά τους κι αυτοί πλάθουν  ή ανασυνθέτουν χαρακτήρες που σε εκείνα τα χρόνια  ζήσανε και έδρασαν.
Όμως και στις δυο αυτές περιπτώσεις, το μυθιστορηματικό στοιχείο υπερισχύει των ιστορικών γεγονότων ακόμα κι αν δείχνει να είναι αυτό που προωθεί την όποια δράση.
Η ίδια η δεκαετία δεν φανερώνει το εύρος της, δεν διεκδικεί  το ποσοστό συμμετοχής της στις εξελίξεις των χρόνων που τη διαδέχτηκαν.
Η δεκαετία του ’50, σφηνωμένη ανάμεσα στην αιματοβαμμένη δεκαετία του ’40 και στην διπρόσωπη του ’60, κάπου ξεχνιέται…  Κάποιοι λες και θέλουν να τοποθετηθεί σε ένα περιθώριο, σε σεντούκι παρόμοιο  με αυτό που κλείνονται οι ενοχές μας.
Γιατί αυτή η δεκαετία ήταν  εκείνη που από τη μια ονειρευότανε και από την άλλη πρόδιδε* από τη μια θρηνούσε και από την άλλη ξεφάντωνε. Η δεκαετία των εκτελέσεων και των τραγουδιών που σε ταξιδεύανε σε μαγικά νησιά.
Λοιπόν, αυτές τις ενοχές έρχεται να ξεσκεπάσει ο Αλέξης Πανσέληνος με το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια»
Ο ίδιος πέρασε την παιδική του ηλικία μέσα στην εποχή του ’50, μέσα σε αθηναϊκούς δρόμους και γειτονιές μεγάλωσε και παρακολούθησε με το ένστιχτο ενός παιδιού (γαλουχημένου μάλιστα από γονείς προοδευτικών απόψεων) αυτόν τον πόλεμο των αντιθέσεων: ανάλαφρα τραγούδια - αγωνία για τον επιούσιο της επόμενης μέρας* παπούτσια με πέταλα στα τακούνια – καπέλα από τσόχα ή βελούδο* πολιτικές εκτελέσεις  -  διοργάνωση καλλιστείων.
Μια εποχή όπου όλοι θέλανε να ξεχάσουν το χτες και αναζητούσαν μοντέλα να δημιουργήσουν το αύριο.
Πώς μπορεί ένας συγγραφέας να περιγράψει αυτά τα χρόνια; Πώς θα καταφέρει να σημειώσει τις πιθανές έντονες σχέσεις των όσων συμβαίνανε τότε, με αυτά που σήμερα μας κατατρέχουν;
Ο Πανσέληνος –έτσι κι αλλιώς συγγραφέας των μεγάλων συνθέσεων- αποφάσισε να ορίσει ως κεντρικό πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του… την ίδια την εποχή.  Και από τα πολλά χαρακτηριστικά της, διάλεξε στίχους των ελαφρών τραγουδιών να τοποθετεί στην αρχή κάθε κεφαλαίου.
Και έγραψε ένα έργο που μόνο ως τοιχογραφία μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει, χωρίς να μειώσει το βάθος και το εύρος των στόχων  του, αλλά και του τελικού αποτελέσματός.
Όλη η σύνθεση  αποτελείται από σχετικά σύντομα κεφάλαια, τα περισσότερα των οποίων μπορούν και να διαβαστούν με μια σχετικά αυτονομία καθώς αναφέρονται σε καταστάσεις που  χαρακτηρίζανε την καθημερινότητα από το 1950 έως το 1953 (τα χρονικά όρια της εξιστόρησης).
Άλλα πρόσωπα έχουν από τον ίδιο τον συγγραφέα επινοηθεί, άλλα βασίζονται σε πραγματικούς  χαρακτήρες, κάποια  είναι απολύτως αναγνωρίσιμα. Άλλα προλαβαίνουν να γίνουν γνωστά στον αναγνώστη. Άλλα όχι –έρχονται και φεύγουν και ανασαίνουν λίγες μόνο σελίδες.
Στόχος του Πανσέληνου δεν είναι να παρασύρει τον αναγνώστη του σε μια ταύτιση με ένα ή δυο κεντρικούς χαρακτήρες. Αντίθετα θέλει να φωτίσει τις συνθήκες εκείνες που από τη μια αποτελούσανε κατάλοιπα μιας καθαρά ελληνικής τραγωδίας (Κατοχή, Εμφύλιος, Επεμβάσεις Ξένων Δυνάμεων) και από την άλλη μια υποταγή  στο πρότυπο ενός τρόπου ζωής που ερχότανε από τη Δύση.
Είναι χαρακτηριστικό το τέλος του μυθιστορήματος – η ολοζώντανη περιγραφή των καλλιστείων πρώτα και μετά των παραστάσεων ενός φημισμένου ιταλικού θιάσου μαριονέτας , θα συνυπάρξουν με την υποσημείωση για μια σειρά δολοφονιών προσώπων που άλλα από αυτά είχαν κατηγορηθεί για συνεργασία με τους Γερμανούς και άλλα πως είχαν καταδώσει μέλη της Αντίστασης στους Τσολιάδες.
Έτσι όπως χωρίς κάποιο αυθύπαρκτο σκοπό,  μα μήτε και κέρδος η χώρα συμμετείχε στον αμφιλεγόμενο πόλεμο της Κορέας, με τον ίδιο τρόπο προχωρούσε προς το μέλλον της –δενότανε στο άρμα μιας νέας δύναμης, χωρίς προηγουμένως να τακτοποιήσει τις εσωτερικές ισορροπίες της.
Μυθιστόρημα που ενώ έχει σχεδιαστεί με σαφέστατο εγκεφαλικό τρόπο, έχει γραφτεί με  τρυφερή αναπόληση,  αλλά και μια υποδόρια σάτιρα.
Μα κάπως με ένα τέτοιο τρόπο δεν έχει νόημα να διαβάζουμε την Ιστορία μέσα από τη Λογοτεχνία;

24.4.18

Η Τέσυ Μπάίλα στο www.culturenow.gr




ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ γράφει στο:

https://www.culturenow.gr/h-kassandra-sti-mayri-ammo-kritiki-vivlioy-toy-manoy-kontoleon/


Πού καταφεύγει ένας άνθρωπος μετά την πτώση; Πού οδηγεί τα βήματά του η παρακμή; Είναι η μνήμη το σίγουρο καταφύγιό του, εκεί όπου θα συνειδητοποιήσει την προσωπική του πορεία στον δρόμο της αυτογνωσίας και ενδεχομένως θα αναγνωρίσει τον εαυτό του, τα αίτια και τα αιτιατά των εσωτερικών του παλινδρομήσεων, συγκρούσεων και αντιφάσεων;

Για τον Μάνο Κοντολέων και την Κασσάνδρα του «Η μνήμη δεν είναι καταφύγιο. Χώρος εκτελέσεων είναι». Ένας χώρος στον οποίο καταδικάζονται και εκτελούνται οι βουλές των άλλων, οι οποίες καθόρισαν τη μοίρα μιας γυναίκας και προσδιόρισαν το τέλος της. Ο συγγραφέας με αυτή τη μόνη φράση μάς δίνει το κλειδί, για να ξεκλειδώσουμε τους συμβολισμούς του νέου του βιβλίου και ταυτόχρονα να διαισθανθούμε τη δύναμη της λογοτεχνίας να αγγίζει διαχρονικά τα μεγάλα θέματα.

Ο έρωτας και η απαγορευμένη ενσάρκωσή του, οι θεϊκές δυνάμεις της Κασσάνδρας και ο τραγικός περιορισμός της εξουσίας τους, η εσωτερικότητα της και οι επιθυμίες της σε πλήρη αντίφαση με το «πρέπει» που της όρισαν, οι ανάγκες, τις οποίες έπρεπε να εκπληρώσει, οι έμφυλες διακρίσεις που αντιμετώπισε, οι προσταγές που ακολούθησε, ο ρόλος της ως μάντισσα αλλά κυρίως ως γυναίκα, το πάθος, η Μαύρη Άμμος των πνιγηρών οραμάτων της  και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο θα εισδύσει τον τόπο του δικού της θανάτου, θα φτάσει στο τέλος για να λυτρωθεί, να δικαιωθεί ή απλώς να αντιμετωπίσει τη μοίρα της, ως έναν τρόπο για να κρίνει, εν τέλει, τις δικές της πράξεις μοιάζουν να είναι το θέμα αυτού του βιβλίου.

Ο Κοντολέων δεν καταπιάνεται να ξαναγράψει τη δική του εκδοχή σε ένα γνωστό θέμα. Διόλου τυχαία επιλέγει την Κασσάνδρα και επεμβαίνει επάνω της, όπως και στους υπόλοιπους ήρωες, την Εκάβη, τον Έλενο, την Ελένη, τον Αχιλλέα, ασφαλώς και τον Αγαμέμνονα, ήρωες όλοι αυτοί οι οποίοι κινούνται δορυφορικά γύρω της. Χωρίς να κάνει αυτά τα πρόσωπα να χάσουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά τους, τα κληροδοτημένα σε εμάς από τον Όμηρο– στην περίπτωση της Κασσάνδρας και από τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη —  στρέφει τον αφηγηματικό του προβολέα προς το ήθος αυτών των προσωπικοτήτων. Μιλά απερίφραστα για τα πάθη τους αλλά και  προσπαθεί να τα ερμηνεύσει με μια φρέσκια ματιά. Κυρίως όμως, τονίζει τη μεγαλοσύνη και τη διαχρονικότητα αυτών των ηρώων, οι οποίοι μπορούν ακόμα να εμπνέουν μεγάλους δημιουργούς.

Στην πραγματικότητα όμως ο Μάνος Κοντολέων παίζει κι ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη του. Στήνει ξανά το αρχαίο σκηνικό για να παρουσιάσει τη σύγχρονη πτώση της ελληνικής κοινωνίας. Μας ανασυστήνει την αρχαία Κασσάνδρα και βρίσκει την αφορμή στο πρόσωπο της να δείξει τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει μια κοινωνία, όταν οι οικονομικές και κυριαρχικές τάσεις καθορίζουν τον τρόπο επιβολής μιας επικράτειας και κυρίως τη μοίρα των ανθρώπων.

Ο συγγραφέας δεν υποδηλώνει με υπαινιγμούς τη σχέση ανάμεσα στο ιστορικό παρελθόν και το σύγχρονο συσχετισμό του. Ο Δούρειος Ίππος της πένας του είναι ο ίδιος ο Τρωικός πόλεμος και με αυτόν θα εισβάλει στην ηρεμία μιας φαινομενικά ανήμπορης σύγχρονης κοινωνίας, για να δείξει σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρεαστεί από τον τρόπο με τον οποίο εξαναγκάζεται να αλλάξει τα δεδομένα της. Ο Τρωικός πόλεμος είναι  απλώς το δικό του όχημα, το πρόσχημα για να φτάσει ο συγγραφέας στο επιθυμητό του αποτέλεσμα. Η πτώση της Τροίας έφερε την ανάγκη νέων καταστάσεων και η πτώση των δικών μας αξιακών μέτρων, πολιτισμικών και οικονομικών αναλογιών έχουν μια σαφή παραλληλία, την οποία αξίζει να εντοπίσουμε για να δούμε την εξελικτική μας πορεία ανά τους αιώνες και τον ρόλο μας σ’ αυτή την εξέλιξη.

Ο Κοντολέων δεν ψάχνει τις λέξεις, οι οποίες θα πείσουν, ούτε εκείνες τις παρηγορητικές που θα ηρεμήσουν τον ίδιο και τον αναγνώστη του. Σκύβει μέσα στη γλωσσική φαρέτρα της αρχαιότητας και συναρμολογεί φράσεις ζυμωμένες με την σημερινή χρήση της γλώσσας. Αρπάζει καίριες λέξεις, λέξεις πύρινες και αιχμηρές, κι ενώ τις βουτά στην ηδύτητα της γραφής του, τις εξαπολύει κατεναντίον μας, για να μας εισάγει, χωρίς κανέναν ενδοιασμό στις περιοχές της δικής μας ενδοσκόπησης και να συνδηλώσει παράλληλα τις προσωπικές του ανησυχίες, βλέποντας τον κόσμο να αλλάζει ξανά. Και μέσα από την δεξαμενή των ανεξάντλητων ελληνικών μύθων εκείνος επιλέγει την Κασσάνδρα για να υψώσει τη δική του φωνή απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που βιώνει ο κόσμος σήμερα. Χωρίς θυμό. Μονάχα με τη σύνεση και τη φρόνηση ενός ανθρώπου που η γνώση των επερχόμενων τον συντάραξε.

Ο συγγραφέας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η Μαύρη Άμμος της Κασσάνδρας προείπε και στη δική μας εποχή τα μελλούμενα αλλά κανείς δεν τα άκουσε. Κανείς δεν είδε το μέλλον ούτε όταν οι Κασσάνδρες επέμεναν να καταδεικνύουν τα αποτελέσματα όλων όσων ζούσαμε στην ανεξέλεγκτη ουτοπία μιας επίπλαστης ευμάρειας. Άραγε η Κασσάνδρα δε βρήκε τις κατάλληλες λέξεις ή εμείς εθελοτυφλούσαμε βολεμένοι στις προσωπικές μας διαδρομές και γι’ αυτό τον λόγο την αγνοήσαμε;

Ο συγγραφέας μάς καλεί να κοιτάξουμε, έστω και τώρα, στη Μαύρη άμμο. Μια ανάγκη να γνωρίσουμε τον πραγματικό μας εαυτό και τις δυνατότητές μας είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ και η Κασσάνδρα του Κοντολέων γίνεται η αφορμή. Επειδή, αν υπάρχει μια αξία στην Ιστορία ή στους μύθους που προέπλασαν τον κόσμο είναι η δύναμή να αντιλαμβανόμαστε, μέσα από τις δικές της επιταγές, όλα όσα βιώνουμε στις μέρες μας.

Ο Κοντολέων κρίνει το παρελθόν και την αναγωγή του στο παρόν, στηριζόμενος στο ομηρικό μύθο αλλά μέσα από μια σημερινή ματιά. Βλέπει ό,τι προηγήθηκε και αναλαμβάνοντας ο ίδιος τον ρόλο μιας άλλης  Κασσάνδρας δίνει τους δικούς του πολιτικούς, κοινωνικούς και αισθητικούς προβληματισμούς επειδή το μέλλον διαγράφεται ακόμα. Ή τουλάχιστον μπορεί ακόμα να ελπίζει ότι θα αλλάξει. Ίσως επειδή πιστεύει ότι η ολοκληρωτική πτώση δεν έχει ακόμα συντελεστεί. Το σίγουρο είναι ότι στη δική του μνήμη έχουν ήδη «εκτελεστεί» όλοι όσοι συνέβαλαν σε αυτήν.