19.5.26
Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία
Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία
Το 1928 εκδίδεται στην Αγγλία το μυθιστόρημα της Radclyffe Hall «The Well of Loneliness» που θέτει με τρόπο ξεκάθαρο τα συναισθηματικά και κοινωνικά τραύματα μιας γυναίκας που αποδέχεται την λεσβιακή της ταυτότητα.
Μετά από ένα ακριβώς χρόνο, το 1929, έχουμε και στην Ελλάδα το πρώτο μυθιστόρημα που στηρίζεται στο ίδιο θέμα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Η ερωμένης της» της Ντόρα Ρωζέττη (ψευδώνυμο που ποτέ δεν έγινε γνωστό ποιο πρόσωπο πίσω από αυτό κρυβότανε).
Αλλά η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία -και μάλιστα στην καρδιά του Μεσοπόλεμου- δυο μυθιστορημάτων με θέμα τον λεσβιακό έρωτα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ελλάδα, ασφαλώς και προκαλεί μια έκπληξη.
Βέβαια το έργο της αγγλίδας συγγραφέα γίνεται σχεδόν αμέσως βιβλίο αναφοράς σε αυτήν την θεματική κατηγορία, μιας διεκδικεί την αναγνώριση της λεσβιακής ταυτότητας και γι αυτό δημιουργεί ένα -και όχι μόνο λογοτεχνικό- σκάνδαλο. Αντίθετα το έργο της Ρωζέττη στέκεται περισσότερο στην επιθυμία κι έτσι η συντηρητική ελληνική κοινωνία της εποχής καταφέρνει να το αγνοήσει.
Από εκεί και πέρα και σε ότι αφορά την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, θα πρέπει να έρθει ο 21ος αιώνας για να δούνε το φως της δημοσιότητας τέσσερα λογοτεχνικά έργα με λεσβιακό θέμα.
Με την σειρά έκδοσής τους, πρόκειται για τα: «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εκδόσεις Εστία, 2009) της Άντζελας Δημητρακάκη, το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (Πατάκης, 2015) —που το υπογράφω εγώ, το «Λεσβία» (Κέδρος, 2016) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και τέλος το «Σωματογραφία» (Αρμός, 2024) της Εύας Στάμου.
(Ίσως να έχει υπάρξει και κάποιο ακόμα, κάποιες παλαιότερες έρευνές μου, κάτι είχαν εντοπίσει, αλλά σήμερα δεν μπόρεσα να τις επιβεβαιώσω).
Σε κάθε περίπτωση από το 1929 έως το 2009 το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, αλλά και τα έργα που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα τόσο λίγα, ώστε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η λεσβιακή ταυτότητα ως βασικός άξονας μυθιστορηματικής στήριξης στη νεοελληνική πεζογραφία, μπορεί να μην είναι απούσα, μα σίγουρα παρουσιάζει μια ιδιαιτέρως δισταχτική παρουσία.
Θα έλεγε κανείς πως δεν έχει συγκροτήσει ένα αναγνωρίσιμο ρεύμα, ενώ και τα ίδια τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία λες και κάνουν κυκλικές κινήσεις -δεν προχωρούν προς τα εμπρός, αλλά επανέρχονται στους ίδιους λίγο πολύ προβληματισμούς.
Παράλληλα, στις προηγμένες λογοτεχνικά και κοινωνικά χώρες του εξωτερικού μπορεί κανείς να επισημάνει κάπως παρόμοιες τάσεις, αλλά και από την άλλη να διαπιστώσει και την ύπαρξη πολλών λαϊκών μυθιστορημάτων με κέντρο τη λεσβιακή επιθυμία. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο η παρουσία της θηλυκής έλξης από το γυναικείο σώμα δίνει το παρόν της.
Αλλά αν ελάχιστα υπήρξαν τα λαϊκά μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν στα ελληνικά ,αντίθετα αρκετά είναι εκείνα που με λογοτεχνική αρτιότητα και γραμμένα από συγγραφείς που στις χώρες τους έχουν αναγνωριστεί ως εκπρόσωποι της (ή και της) λεσβιακής λογοτεχνίας, έχουν βρει θέση στα ράφια των βιβλιοπωλείων μας.
Αναφέρω μερικά ονόματα συγγραφέων: Sarah Waters, Patricia Highsmith, Jeanette Winterson, Pauline Delabroy-Allard, Nina Bouraoui, κ.α.
Η απουσία, πάντως σημαντικής ποσοτικά εκπροσώπησης εκ μέρους ανδρών ξένων συγγραφέων είναι άξια προσοχής και την στιγμή μάλιστα που στη δική μας γλώσσα από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί, τα δυο τα υπογράφουν άνδρες.
Αλλά ας πλησιάσουμε αυτά τα ελληνικά έργα και ας δούμε τις όποιες διαφορές, αλλά ομοιότητές τους.
Στο έργο της Δημητρακάκη, η λεσβιακή επιθυμία εντάσσεται σε ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η αφήγηση συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα ως θέση μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων, ιδεολογιών και ιστορικών συμφραζομένων. Το σώμα δεν είναι μόνο φορέας εμπειρίας, αλλά και φορέας λόγου.
Στο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», η δική μου προσέγγιση κινήθηκε προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Με ενδιέφερε να παραμείνω στο ίδιο το βίωμα, στη σωματικότητα της εμπειρίας πριν από τη διατύπωσή της. Η επιθυμία δεν δηλώνεται, αλλά αναδύεται μέσα από τις κινήσεις, τις αποστάσεις, τις σιωπές. Η ταυτότητα δεν προϋπάρχει ως έννοια· διαμορφώνεται μέσα από την αφή.
Στο «Λεσβία» του Ραπτόπουλου, η επιθυμία τίθεται εξαρχής στο κέντρο της αφήγησης, ήδη από τον τίτλο. Η προσέγγιση μετακινείται προς τη δημόσια σφαίρα, εξετάζοντας όχι μόνο τη σχέση, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται. Οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ρόλοι και οι παρερμηνείες λειτουργούν ως ενεργοί παράγοντες της αφήγησης.
Στο «Σωματογραφία» της Στάμου, η αφήγηση αποκτά εξομολογητικό χαρακτήρα. Το σώμα επανέρχεται ως κεντρικός άξονας, αλλά όχι ως σταθερό σημείο. Η επιθυμία εντάσσεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας που παραμένει ανοιχτή και συχνά αντιφατική. Η ταυτότητα δεν παγιώνεται· μετατοπίζεται.
Αν διαβαστούν αυτά τα έργα μαζί, προκύπτει ένα πεδίο διαφοροποιήσεων χωρίς εμφανή συνέχεια. Η λεσβιακή εμπειρία άλλοτε πολιτικοποιείται, άλλοτε εσωτερικεύεται, άλλοτε εντάσσεται σε κοινωνικά συμφραζόμενα, άλλοτε λειτουργεί ως διεργασία αυτογνωσίας. Η ποικιλία αυτή είναι ουσιαστική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την απουσία ενός διαλόγου που θα επέτρεπε τη συστηματική της ανάπτυξη και εμβάθυνση.
Οι λόγοι αυτής της ασυνέχειας είναι πολλαπλοί. Η κοινωνική αμηχανία απέναντι στη γυναικεία επιθυμία —και ιδιαίτερα όταν αυτή δεν κατευθύνεται προς τον άνδρα— εξακολουθεί να λειτουργεί, συχνά υπόγεια. Παράλληλα, η περιορισμένη παρουσία των συγγραφικών φωνών που θα μπορούσαν να επεξεργαστούν το θέμα δεν επιτρέπει τη δημιουργία μιας ευρύτερης παράδοσης.
Ας προσέξουμε και το φεμινιστικό κίνημα στη χώρα μας, όπου για τους δικούς του λόγους και σε μια προσπάθεια αποδοχής του από την ακόμα φαλλοκρατούμενη κοινωνία μας, δεν δείχνει μια μαχητική -έστω- διάθεση φωτισμού της λεσβιακής ταυτότητας.
Υπάρχει, τέλος, και μια δυσκολία που αφορά την ίδια τη γραφή. Η απόδοση του σώματος και της επιθυμίας χωρίς την προσφυγή σε στερεότυπα ή προκατασκευασμένα σχήματα απαιτεί συνεχή αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων. Τα έργα που αναφέρθηκαν επιχειρούν, το καθένα με τον τρόπο του, να απαντήσουν σε αυτή τη δυσκολία, αλλά δεν συγκρότησαν έναν αφηγηματικό κανόνα.
Βέβαια το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αύξηση των σχετικών έργων, αλλά η δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν σε αυτή την εμπειρία να εκφραστεί με φυσικότητα.
Η ύπαρξη του μυθιστορήματος της Ρωζέττη ήδη από το 1929 υπενθυμίζει ότι η αρχή έχει γίνει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το γεγονός πως από τα τέσσερα ελληνικά μυθιστορήματα τα δύο έχουν γραφτεί από άντρες συγγραφείς (αναλογία που δεν νομίζω πως θα τη συναντήσουμε στα σοβαρά λεσβιακά μυθιστορήματα άλλων χωρών) δείχνει πως υπάρχει στη χώρα μας μια συγγραφική ανησυχία που ξεπερνά φυλετικούς διαχωρισμούς στον τομέα της σεξουαλικής συμπεριφοράς.
Όμως το ερώτημα παραμένει: γιατί αυτή η αρχή δεν απέκτησε ακόμη συνέχεια;
Μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών αντιδράσεων των τελευταίων ετών που με ένταση καταγγέλλουν τη βία απέναντι των γυναικών, αλλά και της αύξησης των γυναικοκτονιών, η μειωμένη συγγραφική παραγωγή λογοτεχνικών έργων με θέμα τις λεσβιακές σχέσεις ίσως μπορεί να φωτίσει τις υποφωτισμένες, μα πάντα ενεργές δυσκαμψίες της ελληνικής κοινωνίας ως προς την αποδοχή της διαφορετικότητας στην σεξουαλική επιθυμία.
Σημείωση
Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή μια πρόσκληση που έλαβα, δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», να διαβάσω απόσπασμα του μυθιστορήματος στο πρώτο Φεστιβάλ Τέχνης και Μνήμης «Δύναμή μας η κοινότητα», στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Αλτάι», στις 25 Απριλίου του 2026.
www.oanagnostis.gr 19/5/2026
(1129 λέξεις)
16.5.26
Annie Ernaux «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου»
Annie Ernaux
«Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου»
Μετάφραση: Ρίτα Κολαϊτη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
=
Η Annie Ernaux (Βραβείο Νόμπελ 2022 ) έχει γίνει γνωστή και έχει εκτιμηθεί για τη γραφή της μέσω της οποίας καταφέρνει να μετατρέψει το ‘εγώ’ σε αφετηρία καταγραφής μιας συλλογικής εμπειρίας. Άλλοτε μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε μνήμη και γνώση μιας ολόκληρης γενιάς και άλλοτε επιχειρεί στο ιδιωτικό περιστατικό (όπως για παράδειγμα μια άμβλωση) να τπροσδώσει πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις.
Κάτω από αυτή τη συγγραφική τεχνική θα έλεγε κανείς και πως το «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» κατορθώνει να απλώσει το προσωπικό κοίταγμα προς τον δημόσιο χώρο.
Ως δημόσιο χώρο η Annie Ernaux έχει επιλέξει το σούπερ μάρκετ και το αντιμετωπίζει ως τον τόπο όπου καταγράφονται οι κοινωνικές δομές. Κι αυτή τη φορά δεν ανατρέχει στις αναμνήσεις, αλλά χρησιμοποιεί τις παρατηρήσεις. Τις χρησιμοποιεί, όμως και τις καταγράφει με ακρίβεια, με μια κάποια απόσταση και σίγουρα χωρίς τη διάθεση να τις μετατρέψει σε μυθοπλασία.
Δεν θα βρούμε αναζήτηση του χρόνου, αλλά λεπτομερή ανίχνευση του χώρου.
Και όπως σε άλλα της έργα επιχειρεί να σκιαγραφήσει και πάλι τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων.
Αυτές που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως είναι συνήθειες χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αλλά υλοποιούνται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο -και μάλιστα χώρο σύμβολο της εποχής μας, όπως είναι ο χώρος μιας υπεραγοράς που εκφράζει και αντιστοιχείται με την υπερκατανάλωση.
Άρα το συγγραφικό εύρημα είναι αυτό που εντάσσει το άτομο μέσα σε συγκεκριμένο χώρο και αναζητά τους τρόπους όπου αυτός ο χώρος διαμορφώνει τις ατομικές συμπεριφορές.
Με άλλα λόγια είναι η αυτή η ίδια η παρατήρηση -πράξεων, κινήσεων, βλεμμάτων που συνήθως κανείς δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία- που διεκδικεί την λογοτεχνική της ενσάρκωση.
Αλλά σε αυτή την πορεία από την παρατήρηση στην καταγραφή, η ίδια η συγγραφέας μάλλον αποσύρει τη δική της φωνή. Δεν αναφέρεται σε εσωτερικές αντιδράσεις της, μα και δεν αποσιωπά την εμπειρία της από την ένταξή της στο πλήθος που παρατηρεί. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχει την πρόθεση να γίνει η συνείδηση των άλλων, του πλήθους, ένα μέρος του. Και ως τέτοιο να επιστρέψει στην ατομική της μοναχικότητα.
Η συγγραφική μαεστρία της Ernaux καταφέρνει να αποδείξει πως η σπηλιά από την οποία ένας λογοτέχνης αντλεί τις εμπνεύσεις του έχει βάθος απύθμενο.
Αξίζει δε κάποιος να σταθεί και στην επιλογή του τίτλου -κατά λέξη μεταφρασμένος ο γαλλικός τίτλος στα ελληνικά: Regarde les lumieres mon amour.
Τα ‘φώτα’ -ο άπλετος φωτισμός του σούπερ μάρκετ- λειτουργούν ως μεταφορά: είναι τα φώτα της κατανάλωσης, της αφθονίας, αλλά και της ψευδαίσθησης. Κάτω από αυτά, τα προϊόντα αποκτούν μια σχεδόν τεχνητή λάμψη, όπως ακριβώς και οι επιθυμίες που τα συνοδεύουν. Αλλά το βλέμμα της συγγραφέως, ωστόσο, δεν μαγεύεται· παραμένει σταθερά κριτικό, χωρίς ποτέ να γίνεται καταγγελτικό. Μάλλον επεξηγεί… Προστατεύει… Προειδοποιεί, πιο σωστά.
«Πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς μια κλωστοϋφαντουργία στο Μπαγκλαντές, 112 νεκροί, κυρίως γυναίκες, οι οποίες δούλευαν για 29,50 ευρώ τον μήνα. Το κτίριο είχε εννιά ορόφους, δεν θα έπρεπε να είχε πάνω από τρεις. Οι εργάτες παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό, χωρίς καμμιά έξοδο διαφυγής.
Το εργοστάσιο, Tazreen λεγόταν, έφτιαχνε μπλουζάκια πόλο, τισέρτ, κ.α, για τις αλυσίδες Auchan, Carrefour, Pimkie, Go Sport, Cora, C&A, H&M.
Ασφαλώς, πέρα από τα κροκοδείλια δάκρυα, εμείς που, ελαφρά τη καρδία, δρέπουμε τα οφέλη αυτής της εξοντωτικής, κακοπληρωμένης εργασίας, δεν θα συμβάλλουμε στην παραμικρή αλλαγή. Η εξέγερση θα έρθει μόνο από τα ίδια τα θύματα της εκμετάλλευσης, από την άλλη άκρη του κόσμου. Ακόμα και οι Γαλλοι άνεργοι, θύματα των μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων, είναι ευτυχείς που μπορούν ν’ αγοράσουν ένα τισέρτ για 7 ευρώ» (σελ. 42)
(Σημ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία του 2014)
Συνετή, ελεγχόμενη και ακριβής η μετάφραση της Ρίτας Κολαϊτη.
Βιβλιοδρόμιο, 16/5/2026
(660 λέξεις)
7.5.26
Ελένη Γκίκα «Sans Voir»
Ελένη Γκίκα
«Sans Voir»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Αρμός
Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα «Sans voir» είναι ένα έργο ερωτικό, μα βαθιά εσωτερικό, που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφική εξομολόγηση και τη μυθοπλαστική επεξεργασία της εμπειρίας.
Χωρίς να ενδιαφέρεται να ορίσει με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο, δημιουργεί ένα αφήγημα όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στα γεγονότα, αλλά στον τρόπο που αυτά βιώνονται και επανερμηνεύονται.
Αυτόν το σκοπό εξυπηρετεί και η δομή του μυθιστορήματος η οποία απομακρύνεται από τη γραμμική αφήγηση. Η ιστορία της σχέσης των δυο εραστών ξετυλίγεται μέσα από επαναλήψεις, επιστροφές και μετατοπίσεις, σαν η μνήμη να λειτουργεί κυκλικά και όχι ευθύγραμμα. Σκηνές καθοριστικές επανέρχονται, κάθε φορά όμως με διαφορετικό συναισθηματικό βάρος ή φωτισμό, αποκαλύπτοντας νέες πτυχές.
Η πρώτη συνάντηση, η ένταση της έλξης, οι στιγμές ρήξης, αλλά και η απώλεια, δεν παρουσιάζονται ως σταθερά σημεία, αλλά ως ζωντανά στοιχεία που μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο της συνείδησης.
Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται μια ερωτική σχέση που ξεπερνά τα όρια της ισορροπίας. Η ηρωίδα και ο σύντροφός της συνδέονται με έναν δεσμό σχεδόν μοιραίο, όπου η επιθυμία συνυπάρχει με την καταστροφή. Η αδυναμία τους να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλο, αλλά και να συνυπάρξουν χωρίς εντάσεις, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που αποκαλύπτει, αλλά ταυτόχρονα φθείρει, ως ανάγκη που δύσκολα διαχωρίζεται από τον εθισμό.
Ο εθισμός, άλλωστε, διατρέχει υπόγεια ολόκληρο το έργο — είτε αφορά το αλκοόλ είτε την ίδια τη σχέση. Δεν λειτουργεί απλώς ως χαρακτηριστικό ενός προσώπου, αλλά ως μηχανισμός που καθορίζει τη δυναμική των δύο ηρώων. Η εξάρτηση από τον άλλον αποκτά σχεδόν υπαρξιακές διαστάσεις, μετατρέποντας τον έρωτα σε πεδίο δοκιμασίας και οριακής εμπειρίας.
Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της μνήμης. Η αφήγηση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει το παρελθόν με ακρίβεια, αλλά να το επεξεργαστεί. Τα γεγονότα μετασχηματίζονται μέσα από την αναδρομή, αποκτώντας νόημα εκ των υστέρων. Έτσι, η κατανόηση εμφανίζεται ως μια καθυστερημένη διαδικασία, που ακολουθεί το βίωμα. Οπότε η μνήμη γίνεται δημιουργική δύναμη, ένα εργαλείο που δεν ανακαλεί απλώς, αλλά ανασυνθέτει.
Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου λειτουργεί ως καταλύτης σε αυτήν τη διαδικασία. Η φυσική απουσία δεν συνεπάγεται εξαφάνιση -αντίθετα, ο απόν άλλος συνεχίζει να υπάρχει μέσα από τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, ακόμη και μέσα από τη γραφή. Η ηρωίδα μοιάζει να συνομιλεί μαζί του σε έναν εσωτερικό χώρο όπου ο χρόνος έχει πάψει να είναι απόλυτος. Έτσι, ο έρωτας μετασχηματίζεται, αλλά δεν σβήνει.
Η Ελένη Γκίκα μας έχει συνηθίσει σε ένα λόγο λιτό, μα και έντονα φορτισμένο. Αυτήν την τεχνική εξιστόρησης έχει και πάλι επιλέξει. Ο λυρισμός συνυπάρχει με μια σχεδόν στοχαστική αποστασιοποίηση, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα εξομολόγησης. Οι φράσεις, αν και συχνά απλές, φέρουν βάθος και πυκνότητα, ενώ η αφήγηση αφήνει σκόπιμα κενά, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά. Η έμφαση δεν δίνεται στην πλοκή, αλλά στην ατμόσφαιρα και στην εσωτερική κίνηση των προσώπων.
Το «Sans voir» μπορεί να διαβαστεί και ως μια προσπάθεια κατανόησης της ίδιας της ανθρώπινης επιλογής: γιατί αγαπάμε αυτούς που αγαπάμε, γιατί επιστρέφουμε σε ό,τι μας πληγώνει, και αν τελικά ο έρωτας είναι επιλογή ή πεπρωμένο. Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντώνται ρητά, μα παραμένουν ανοιχτά, εντείνοντας τη στοχαστική διάσταση του έργου.
Συνολικά, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στην ένταση της εμπειρίας και στη δύναμη της ανασύνθεσης. Η γραφή λειτουργεί ως τρόπος διάσωσης του παρελθόντος, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία σε κάτι ευρύτερα αναγνωρίσιμο. Ένα έργο που δεν επιδιώκει να καθησυχάσει, αλλά να ταράξει διακριτικά, αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι η κατανόηση της ζωής έρχεται πάντα λίγο αργά — αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία.
(594 λέξεις)
Literature.gr 8/5/2026
Subscribe to:
Posts (Atom)


