4.10.25
Patrick Modiano «Η χορεύτρια»
Patrick Modiano
«Η χορεύτρια»
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις
‘Ωστόσο κάποιες λεπτομέρειες παραμένουν ζωντανές. Θα ‘πρεπε να τις καταγράψει κανείς, αν και θα ‘ταν πολύ δύσκολο να τηρηθεί η χρονολογική σειρά. Ο χρόνος που θόλωσε τα πρόσωπα, έσβησε και τα σημάδια αναφοράς. Μένουν κάποια κομμάτια του παζλ που δε θα ενωθούν ποτέ’. (σελ. 7)
Ο Patrick Modiano (Nobel Λογοτεχνίας 2014) για μια ακόμα φορά και με αυτή την τελευταία του νουβέλα αναζητά τη σύνδεση της μνήμης με το παρελθόν, όσο και το παρόν, αλλά και το πως αυτό που θυμάται -όπως και όσο το θυμάται- καθορίζει το μέλλον του.
Πολυγραφότατος πεζογράφος -περίπου 32 είναι τα βιβλία που έχει εκδώσει- είχε τιμηθεί στην πατρίδα του με σημαντικά βραβεία, αλλά στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό έγινε γνωστός μετά την βράβευσή του με το Noble Λογοτεχνίας.
Και είναι γεγονός πως η βράβευση αυτή ξάφνιασε μιας και το έργο του ακολουθεί μια εντελώς δική του πορεία ανίχνευσης της σχέσης ατομικής μνήμης με τον χρόνο, στο χώρο όχι μόνο των προσωπικών βιωμάτων αλλά και των κοινωνικών / πολιτικών συνθηκών.
Οι μνήμες είναι ρευστές, αποσπασματικές -αυτή είναι η γοητεία της ατομικότητας, αλλά και το δράμα της. Το ρευστό δημιουργεί τη μοναδικότητα του ατόμου, αλλά παράλληλα αυτό το άτομο έχει ανάγκη και να στηρίζεται κάπου.
Για τον Modiano στήριγμα είναι ο τόπος* οι δρόμοι, τα πάρκα, τα οικοδομήματα. Σε αυτό, όσο μένουν αναλλοίωτα, πάνω τους μπορεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του- ‘Στο τέλος πείστηκα κι εγώ πως είμαστε εμείς, γιατί οι ίδιες περιστάσεις, τα ίδια βήματα, οι ίδιες κινήσεις επαναλαμβάνονται εσαεί. Και δεν χάνονται, αλλά είναι γραμμένα ανεξίτηλα στα πεζοδρόμια, στους τοίχους και στις εισόδους των σταθμών αυτής της πόλης. Η αιώνια επιστροφή του ίδιου’. (σελ.83)
Μα και αυτό το στήριγμα κινδυνεύει πλέον – ‘Μια πόλη ξένη. Έμοιαζε μ΄ ένα μεγάλο λούνα παρκ ή με το χώρο duty free ενός αεροδρομίου. Πολύ κόσμος στους δρόμους, όπως δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Οι περαστικοί περπατούσαν κατά ομάδες των δέκα, σέρνοντας τροχήλατες βαλίτσες και , οι περισσότεροι, με σακίδιο στην πλάτη. Από πού έρχονταν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες που μας έκαναν ν΄ αναρωτιόμαστε μήπως αυτούς και μόνο θα βλέπαμε πια στους δρόμους του Παρισιού;’.(σελ. 12-13)
Στο ογδόντα του χρόνια, λοιπόν, ο Modiano γράφει ένα ιδιόμορφο κείμενο -μια μείξη ρεαλισμού και ποιητικότητας- και μας ξεναγεί στις ασαφείς, άλλοτε μισοξεχασμένες κι άλλοτε ολοζώντανες αναμνήσεις της εφηβείας του και της πρώτης νεότητάς του -ο αφηγητής χωρίς να δηλώνεται κάλλιστα μπορεί να ταυτιστεί με τον ίδιο τον συγγραφέα. Επιστρέφει σε μια περίοδο όπου στη ζωή του κυριαρχούσε η προσωπικότητα μιας γυναίκας, μιας χορεύτριας που τον μυεί στους τρόπους ανάγνωσης του κόσμου. Η ίδια άλλοτε χορεύει, άλλοτε παίρνει μαθήματα χορού, τον παίρνει μαζί της σε μακρινές βόλτες σε δρόμους του Παρισιού, του ζητά να φροντίζει τον Πιερ, το μικρό γιο της, αλλά ποτέ δεν του αποκαλύπτει ποιος ήταν ο πατέρας του, ενώ παράλληλα του γνωρίζει ανθρώπους με ασαφές παρελθόν, όσο και άλλους με στοχευμένες και συγκεκριμένες προθέσεις.
Κι έπειτα και καθώς τα χρόνια περνάνε όλα αυτά τα πρόσωπα χάνονται, μαζί τους εξαφανίζονται τα στέκια της νεότητας, οι άνθρωποι που τη σφραγίσανε. Κι αυτό γιατί… «Εγώ ζούσα μέρα τη μέρα χωρίς να νοιάζομαι και πολύ να μάθω πώς λέγονταν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμουν. Σαν να΄ μουν ακίνητος στην επιφάνεια του νερού κι όπου με πήγαινε το ρεύμα» (σελ. 53)
Κι αν κάποια στιγμή, ένα ή περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα του παρελθόντος ίσως περνάνε φευγαλέα από τις σκάλες ενός σταθμού, ήταν αληθινά ή ‘ένα όνειρο που είχα δει την παραμονή της συνάντησης και που το άφησα να διαρκέσει όλη τη μέρα, ώστε να ξεχάσω το παρόν;’ (σελ. 1110
Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία του 2023. Και κάπου μέσα στις τελευταίες σελίδες του, εκεί δηλαδή που ο συγγραφέας πλησιάζει στο τέλος της καταγραφής του, ο αναγνώστης θα διαβάσει: ‘Τί είχε απογίνει η χορεύτρια και ο Πιερ και όλοι όσους είχα γνωρίσει εκείνη την εποχή; Να κάτι που αναρωτιόμουν συχνά όλα αυτά τα πενήντα χρόνια και που ‘χε μείνει ως τότε αναπάντητο. Και ξαφνικά στις 8 Ιανουαρίου 2023, αισθάνθηκα ότι όλο αυτό δεν είχε πια καμία σημασία. Η χορεύτρια και ο Πιερ δεν ανήκαν στο παρελθόν, αλλά σε ένα αιώνιο παρόν’(σελ. 111)
Με τον δικό του τρόπο ο Modiano φιλοσοφεί πάνω στον χρόνο και στην σχέση της με τη μνήμη. Σαφέστατα συγγραφέας ιδιόμορφος και με ένα δικό του τρόπο τρυφερός όσο και σκληρός.
Η γραφή του υπηρετεί θαυμαστά τις απόψεις του, ενώ αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να ανασυνθέσει σύμφωνα με τις δικές του προσλαμβάνουσες την πορεία του ατόμου ανάμεσα στον χρόνο και στον χώρο.
Η λογοτεχνική απόδοση αυτής της γραφής στα ελληνικά από τον δόκιμο Αχιλλέα Κυριακίδη είναι απολύτως επιτυχημένη.
Βιβλιοδρόμιο, 4/10/2025
25.9.25
Ο Διονύσης Μαρίνος για το 'Κόντρα ρόλος' στο bookpress
Στη Φαίδρα του Ρακίνα, διακείμενο του Ιππόλυτου που μας άφησε ως μια ακόμη παρακαταθήκη ο Ευριπίδης, το παράνομο πάθος της μητριάς Φαίδρας κινητοποιεί όλες τις δράσεις. Είναι αυτό που την οδηγεί ακόμη και στην αυτοχειρία, καθώς δηλητηριάζει τον εαυτό της. Προηγουμένως, όμως, έχουν εξελιχθεί επί σκηνής διάφορες σύνθετες καταστάσεις ερωτικής φύσεως. Αυτό το έργο χρησιμοποιεί ο Μάνος Κοντολέων ως πρόπλασμα, για να προκαλέσει τις ρωγμές στους ήρωες του πρόσφατου μυθιστορήματός του Κόντρα ρόλος, το οποίο, άλλωστε, είναι διαποτισμένο από το θέατρο.
Ο κεντρικός ήρωας, Λάμπρος Αρνής, υπήρξε επί πολλά χρόνια ένας άκρως επιτυχημένος κριτικός θεάτρου. Ο λόγος του είχε καθοριστική σημασία στα θεατρικά πράγματα, όμως ο χρόνος φαίνεται να βαραίνει πάνω του. Δεν είναι μόνο η σωματική κούραση που τον ωθεί να αποτραβηχτεί, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι οι ιδέες του, πλέον, δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα. Σαν κάτι δραστικό να έχει επισυμβεί που τον αποκόβει από την πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή έχει διαφοροποιηθεί.
Η γυναίκα του, Αντρίνα Λεμονή, είναι κατά πολύ νεότερή του και φιλοδοξεί να κάνει σπουδαία καριέρα στο θέατρο. Δεν είναι μυστικό ότι δίχως τη βοήθεια του Αρνή, ελάχιστα επιτεύγματα θα μπορούσε να είχε καταφέρει στο σανίδι. Η διαφορά ηλικίας παίζει το ρόλο της στη σχέση τους, καθώς ως άλλος Πυγμαλίων, ο Αρνής λειτουργεί ως σύντροφος, μέντορας, αλλά και πατέρας για τη νεότατη Αντρίνα. Το τρίτο πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι μια παλιά αγαπημένη του Αρνή, η κεραμίστρια Σιμπέλ Ομάν, η οποία ζει πλέον στην Κρήτη και διατηρεί ένα παραθαλάσσιο μπαρ. Η εμφάνισή της στη «σκηνή» της ζωής του Αρνή θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα. Το ίδιο θα συμβεί όταν θα εμφανιστεί και ο γιος της, Πασκάλ Ομάν, ένας φωτογράφος με διεθνή φήμη, νέος, γοητευτικός, που προσπαθεί μάταια να καθυποτάξει το εγγενές πάθος του.
Κατά τη διάρκεια του ανεβάσματος της Φαίδρας του Ρακίνα (να πώς εμφανίζεται το συγκεκριμένο έργο), θα συμβούν πράγματα που θα αλλάξουν πολλές σταθερές. Ο Κοντολέων στοχάζεται πάνω στις έννοιες του πάθους και της κατανίκησής του, την επιθυμία που δεν μπορεί να ξεριζωθεί από τον άνθρωπο και το γήρας που επελαύνει και λειτουργεί ως σιγαστήρας της ζωτικότητας.
Το ανομολόγητο πάθος της Φαίδρας δεν είναι απλώς μια θεατρική σύμβαση, μας λέει ο Κοντολέων με το μυθιστόρημά του. Οτιδήποτε συμβαίνει πάνω στη σκηνή είναι μια εμπνευσμένη και δραματοποιημένη προβολή των δεδομένων της ζωής. Από τη μία, η απόσυρση λόγω ηλικίας του Αρνή κι από την άλλη, το ιμερικό πάθος των νέων σαν αυτό της γυναίκας του και του Πασκάλ.
Συμπόνια
Ο Κοντολέων συμπονάει τους ήρωές του. Ούτε τους κρίνει ούτε τους ειδωλοποιεί. Δείχνει τη φθορά, τις εγκοπές του σώματος, τις σιωπές των ανθρώπων του, αλλά και το τερέτισμα του πόθου τους. Οι εσωτερικοί μονόλογοι κυριαρχούν στο βιβλίο (άλλη μια νύξη στη θεατρική πράξη), κάτι που του δίνει και μια ποιητική χροιά, την οποία ομολογουμένως έχει ανάγκη.
Κάπως έτσι παρελαύνουν (πάλι επί της σκηνής) οι Προυστ, Κάφκα, Τσέχοφ, Χειμωνάς, Μανιώτης, Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Τσίρκας, Φασιανός, Μυταράς και κάμποσοι άλλοι, που με έμμεσο τρόπο συνομιλούν με τα τεκταινόμενα στον Κόντρα ρόλο
Επιλέγει, επίσης, να συνομιλήσει και με σημαντικές προσωπικότητες της γραφής και μέσω της διακειμενικότητας, να δώσει περαιτέρω βάρος στο δράμα. Κάπως έτσι παρελαύνουν (πάλι επί της σκηνής) οι Προυστ, Κάφκα, Τσέχοφ, Χειμωνάς, Μανιώτης, Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Τσίρκας, Φασιανός, Μυταράς και κάμποσοι άλλοι, που με έμμεσο τρόπο συνομιλούν με τα τεκταινόμενα στον Κόντρα ρόλο, ενώ παράλληλα τους αποδίδονται και οι προσήκουσες τιμές από τον συγγραφέα. Αν δούμε όμως όλα τα παραθέματα των «μεγάλων», θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως μπήκαν επί σκοπώ: όλα δείχνουν πως η πράξη της δημιουργίας είναι ταυτισμένη με τη ζωή και τη μνήμη.
Συνομιλία με το αρχαίο θέατρο
Τα τελευταία έργα του Μάνου Κοντολέων συνομιλούν ανοιχτά με τους αρχαίους μύθους και το θέατρο. Συνακόλουθα ανασύρουν γυναικείες φιγούρες του αρχαίου θεάτρου, τις οποίες μεταφέρει στο σήμερα. Σε αυτή την περίπτωση επιλέγει έναν άντρα πρωταγωνιστή, εντούτοις ο σκοπός της «συνομιλίας» με το παρελθόν παραμένει ο ίδιος.
Στον Κοντολέων, ο έρωτας λαμβάνει χαρακτήρα κινητήρα που άλλοτε βρίσκεται σε έξαρση κι άλλοτε σε στιγμή κατασίγασης.
Ίσως διότι η έτερη θεματική, την οποία μελετάει με ζέση ο Κοντολέων είναι ο έρωτας όχι μόνο ως ιδέα, αλλά και ως σωματική έλξη. Τούτο το στοιχείο είναι εν πολλοίς σε όλους μας, άντρες και γυναίκες. Μας κινητοποιεί με παραπλήσιο τρόπο, αν και υπάρχει πάντα η διαφοροποίηση των φύλων. Στον Κοντολέων, ο έρωτας λαμβάνει χαρακτήρα κινητήρα που άλλοτε βρίσκεται σε έξαρση κι άλλοτε σε στιγμή κατασίγασης. Πάντα, όμως, θερμαίνει και προκαλεί αναταράξεις στους ήρωές του. Θα έλεγε κανείς πως είναι κυρίαρχο ζήτημα στο θέατρο της ζωής τους. Μήπως και στο δικό μας δεν είναι;
https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/23846-kontra-rolos-tou-manou-kontoleon-kritiki-i-tolmiri-texni-tis-thnitotitas?utm_source=Newsletter&utm_medium=email
20.9.25
Η Ελένη Πριοβόλου για το Κόντρα ρόλος στο Βιβλιοδρόμιο
Τα τελευταία χρόνια ο Μάνος Κοντολέων αντλεί τα θέματά του από τα μεγάλα κλασσικά έργα και τις ηρωίδες τους (Κασσάνδρα, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια και τώρα Φαίδρα) συνδέοντάς τα με το σήμερα και προσαρμόζοντας την θεματική του, με μεγάλη επιτυχία, στα ερωτήματα του καιρού μας αποδεικνύοντας ότι είναι και παντοτινά.
Ενώ, όμως με τα τρία πρώτα περιέγραφε τα πάθη των ηρώων μέσα στην εποχή που είχαν ζήσει, τώρα με το τέταρτο μεταφέρει τα κεντρικά πρόσωπα και τη δράση στο σήμερα.
Το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Κόντρα ρόλος», είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα, μια ανατομία της τρίτης ηλικίας, της απώλειας της ερωτικής ευρωστίας, της έρευνας των κοινωνικών ρόλων, των εξουσιαστικών σχέσεων, της προσωπικής και κοινωνικής απελευθέρωσης και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών.
Ο αναγνώστης του έργου, με την σκηνοθεσία του συγγραφέα, παρακολουθεί την εξέλιξη της ιστορίας πάνω λες σε θεατρική σκηνή και μέσα από την αφήγηση -ήσυχη έως σιωπηλή- βλέπει στον έσω κόσμο των ηρώων σαν σε καλειδοσκόπιο. Στο βιβλίο τίθενται σοβαρά υπαρξιακά θέματα και κυρίως η πορεία προς το αναπόδραστο τέλος.
Με τις γνωστές βραχείες προτάσεις, ενίοτε κοφτές, με το ρήμα στο τέλος της πρότασης, ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει οικονομία λόγου και βάθος έννοιας, καθώς πρόκειται για βιβλίο εσωτερικού μονολόγου και υπαρξιακού δράματος, αφού ο πρωταγωνιστής, Λάμπρος Αρνής, επιτυχημένος κριτικός ` και μαικήνας του θεάτρου, στα 80 του χρόνια βλέπει το σύστημα των νέων τάσεων να τον θέτει στο περιθώριο.
«Δεν είναι μόνο που η ίδια η φύση σπρώχνει το γερασμένο τέκνο της προς το περιθώριο, είναι και το συναίσθημα της αυτοεκτίμησης. Προτού οι άλλοι κραυγάσουν το ‘Άδειασέ μας τη γωνιά’, καλό θα ήταν εσύ να το εφάρμοζες ως αξιοπρεπή επιλογή» (σελ. 21)
Αντιθέτως, η κατά σαράντα χρόνια νεότερη σύντροφός του, η ηθοποιός, Αντρίνα Λεμονή, βρίσκεται στην ωρίμανση της. Γνωρίζει ότι του οφείλει την καριέρα της στο χώρο του θεάτρου, αλλά έχει τον τρόπο της να του ασκεί «την δύναμη της γυναικείας νεότητας πάνω στο αντρικό γήρας»(σελ 59). Όμως και σε αυτή τη νέα γυναίκα έχει εμφιλοχωρήσει η ανασφάλεια, καθώς «…νεαρότερης ηλικίας ερμηνεύτριες αναλαμβάνουν να ξεδιπλώσουν τα πάθη μιας Κλυταιμνήστρας ή Μάνας Κουράγιο. Η εποχή της Παξινού έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Και το κοινό με αδηφάγα διάθεση απαιτεί νέες προτάσεις». (σελ 59)
Ο υπαινιγμός για τον ηλικιακό ρατσισμό στον χώρο του θεάματος είναι σαφής, όπως επίσης και οι ερωτικές σχέσεις ως σχέσεις εξουσίας.
Κρυφά ομολογεί την ανασφάλειά της στον εαυτό της η Αντρίνα Λεμονή, αλλά έντιμα. Ο Λάμπρος Αρνής τής παρέχει ένα εχέγγυο σιγουριάς.
Και οι δυο σύντροφοι, επικεντρώνονται και στην φθορά του σώματος που αποτελεί το εκμαγείο προστασίας του εσωτερικού τους κόσμου. Η Αντρίνα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της πως οι μεγάλοι ρόλοι είναι για ηλικίες άνω των 50 και να αντισταθεί στην πρόκληση της επανορθωτικής ιατρικής που θα την κάνουν να δείχνει νεότερη. Μοιάζει να γυμνάζει τον εαυτό της για «επανεκκίνηση» της ζωής στη μέση ηλικία. Με κέντρο την Αντρίνα τίθενται ερωτήματα, όπως αυτά της εθελουσίας αποχής από τη βίωση της μητρότητας, της έννοιας της ανεξαρτησίας, της καριέρας και των παραχωρήσεων.
Οι αναδρομές στον παρελθόντα χρόνο πραγματοποιούνται σαν σε φωτοσκιάσεις του χρόνου και μέσω της μνήμης το παρελθόν ταυτίζεται με το παρόν και η αίσθηση συγκατοικεί με την βίωση. Είναι σημαντικό πως μέσα σε λίγες μόνο φράσεις ο συγγραφέας δίνει το ιστορικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Αθήνας, της Χαμένης Άνοιξης, της Χαμένης Επταετίας, του Μάη του ’68, της Μεταπολίτευσης. Μέσα στη ροή του λόγου, πάλλεται το τραγούδι Le café des trois Colombes, που τόσο αισθαντικά τραγούδησε ο Τζο Ντασέν, αλλά και στίχοι από τον Ερωτόκριτο με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.
Η κορύφωση έρχεται αργά με την εμφάνιση του Πασχάλ Ομάν, άγνωστου γιού του Αρνή με μητέρα την Σιμπέλ, μια περιστασιακή του σχέση από την εποχή του Παρισιού. Είναι ένας νέος άντρας, κατακτητικός, θρασύς, γεμάτος σιγουριά αλλά και γεμάτος αναπάντητα ερωτήματα για τον λόγο τον οποίο φανερώθηκε στον άγνωρο από πατρικό ένστικτο Αρνή. Βρίσκει τον Αρνή απροετοίμαστο, αλλά τον βγάζει από την ασάφεια της ύπαρξης και του δίνει ρόλο -αυτόν του πατέρα. Βρίσκει και την Αντρίνα σαν έτοιμη από ποτέ να παραδοθεί στο πάθος. «Τον πόθο μου το δέχομαι κι αθώα δεν κοιτώ» (σελ. 213)
Και τότε στις σελίδες του βιβλίου η Φαίδρα του Ρακίνα πραγματώνεται τόσο στη ζωή των ηρώων όσο και στη σκηνή του θεάτρου, όπου η Αντρίνα Λεμονή επιτυγχάνει να παίξει τον κορυφαίο ρόλο της καριέρας της. Όμως ίσως και της ζωής της, αφού περνά από τη σκέψη της να ζητήσει από τον εραστή της να την αποκαλεί με ένα άλλο όνομα: Φαίδρα. Ως Φαίδρα κρατά το παιδί που κυοφορεί από την ένωσή της με τον Πασχάλ.
«Και έτσι, ως Φαίδρα, ανεβαίνει τα τρία σκαλιά του θεάτρου, μιας και η μανία της για διάκριση την κρατά μακριά από τον εαυτό της».
Ο Λάμπρος Αρνής μόνος,
«Μέσα στο ημίφως του χαμηλού φωτισμού μπορεί να ηρεμεί τα αντιμαχόμενα πάθη και να πλησιάζει περισσότερο προς τη λήψη της απόφασης που θα ξορκίσει παραλήψεις του παρελθόντος». (σελ 260)
Με τονικότητα αρχαίου δράματος και χορό τούς ίδιους τους αναγνώστες, ο Μάνος Κοντολέων πετυχαίνει ένα μοντέρνο μυθιστόρημα με κλασσική φόρμα, μια εσωτερική τοιχογραφία για τις εξουσιαστικές σχέσεις, το γήρας, τις υποταγές στα ορμέφυτα, το δράμα του ίδιου του ανθρώπου. Με τις διακειμενικές αναφορές σε μεγάλους κλασσικούς συγγραφείς και ποιητές το έργο γίνεται πρόσφορο και για την φιλολογική και θεατρική έρευνα.
Βιβλιοδρόμιο, 20/9/2025
Ελένη Πριοβόλου
10.9.25
Μάνος Κοντολέων στον ΕΤ: Έντονος στην εποχή μας ο ηλικιακός ρατσισμός
10/09/2025
Στο βιβλίο «Κόντρα ρόλος», εκδόσεις Πατάκη, ο χρόνος δεν συγχωρεί. Η μνήμη πληγώνει και οι επιθυμίες καίνε. Οι ήρωες του Μάνου Κοντολέων στέκονται στο χείλος της ζωής, ανάμεσα στην αγάπη και την απώλεια, στο πάθος που δεν μπορεί να εξευμενιστεί.
Γιούλη Τσακάλου
Η «Φαίδρα» του Ρακίνα γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους, αλλά και της δικής μας: βλέπουμε εκεί τον τρόμο της φθοράς, τη σιωπή που καταπίνει, την αθανασία που κρύβεται στις ανάσες που δεν παίρνουμε πίσω. Σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η θνητότητα συναντώνται, και εμείς, οι αναγνώστες, γινόμαστε μάρτυρες της ευθραυστότητας και της αθανασίας που κρύβεται στις ψυχές μας. Ενα βιβλίο που σε κρατάει, σε αναστατώνει και σε αφήνει να νιώθεις την ίδια την ύπαρξη να παλινωδεί.
Στο τελευταίο μυθιστόρημά σας, «Κόντρα ρόλος», το γήρας παρουσιάζεται όχι μόνο ως σωματική αλλά και ως πολιτισμική περιθωριοποίηση. Πώς βιώνεται αυτή η διπλή φθορά και πώς τη μετατρέψατε σε λογοτεχνία;
Νομίζω πως στην εποχή μας έχει έντονη παρουσία ο ηλικιακός ρατσισμός. Κι αυτό ως αποτέλεσμα μιας θεοποίησης της κατανάλωσης, που πάνω της στηρίζεται ένα μεγάλο μέρος του οικονομικού σχεδιασμού. Αλλά η κατανάλωση απαιτεί -μα και καλλιεργεί- συνθήκες άκρατης όσο και επίπλαστης ατομικής και κοινωνικής ευμάρειας. Το νεανικό σώμα άνετα μπορεί να υπηρετήσει αυτήν την επιφανειακή ευμάρεια, σε αντίθεση με το γήρας, που και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι τέτοιο, αλλά, αντίθετα, με την εικόνα του και μόνο -αλλά και με την εμπειρία του- το απογυμνώνει. Ολα αυτά από μόνα τους αποτελούν πλούσιο υλικό για μια λογοτεχνική σύνθεση.
Ο Λάμπρος Αρνής και η Αντρίνα Λεμονή ζουν την ένταση ανάμεσα στη σοφία της ηλικίας και την αλαζονεία της νεότητας. Ο έρωτας μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ή είναι πάντα μια αέναη πάλη ισχύος και χρόνου;
Ο έρωτας, όταν παρουσιάζεται, μπορεί πολλά να γεφυρώνει και άλλα τόσα να αγνοεί. Αλλά το ερωτικό συναίσθημα δεν είναι κάτι στατικό μέσα στον χρόνο. Από ένα σημείο και μετά το πάθος υποχωρεί και το κάθε μέλος του ερωτικού ζεύγους ακολουθεί τη δική του πορεία, που είναι μια συνύπαρξη πολλών παραμέτρων, και μεταξύ αυτών και του χρόνου και της αντιπαλότητας. Διαφορετικά αισθάνεται ο ένας που από σαράντα χρόνων γίνεται πενήντα και διαφορετικά ο άλλος που από εβδομήντα γίνεται ογδόντα.
Γιατί επιλέξατε τη «Φαίδρα» του Ρακίνα ως άξονα γύρω από τον οποίον κινούνται οι ήρωες; Τι σας συγκινεί σε αυτήν τη μορφή της απαγορευμένης επιθυμίας;
Με τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά μου είχα συγγραφικά «σκύψει» με έναν πολύ προσωπικό τρόπο πάνω σε τρεις γυναίκες των αρχαίων τραγωδιών μας. Στην Κασσάνδρα, στην Κλυταιμνήστρα, στη Μήδεια. Μα τις είχα πλησιάσει μέσα στην εποχή που είχαν ζήσει. Δεν θέλησα να ακολουθήσω την ίδια τεχνική. Κι έτσι, όταν επέλεξα να ασχοληθώ με τη «Φαίδρα», αποφάσισα να τη φέρω στην εποχή μας. Και ακόμα να φωτίσω δίπλα της έναν σημερινό Θησέα. Σε αυτήν μου την προσπάθεια θεώρησα πως ο Ρακίνας με τη «Φαίδρα» του θα μου ήταν περισσότερο πολύτιμος από τον Ευριπίδη και τον «Ιππόλυτό» του.
Το παρελθόν «σπαρταρά» και διεκδικεί τον χώρο του μέσα στο παρόν των ηρώων. Για εσάς η μνήμη είναι παγίδα που μας κρατά δέσμιους ή καταφύγιο που μας σώζει από τη φθορά;
– Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η μνήμη από ένα σημείο και μετά… Πιο σωστά, από μια ηλικία και μετά πρέπει να παίρνει τις διαστάσεις της εμπειρίας. Το μέγα προσόν της προχωρημένης ηλικίας είναι η εμπειρία. Αλλά αυτή η μετατροπή της μνήμης σε εμπειρία δεν είναι δεδομένη. Πρέπει να καλλιεργείται.
Στο μυθιστόρημα η τέχνη δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο· είναι χώρος υπαρξιακής αναμέτρησης. Οι αναφορές σε συγγραφείς, ποιητές και καλλιτέχνες πώς λειτουργούν, ως φόρος τιμής, διάλογος ή αναγκαία ανάσα;
Κυρίως το τελευταίο – ως ανάσα. Με την τέχνη μετατρέπεις τη στιγμιαία καθημερινότητα σε κάτι που διαρκεί και σε βοηθά να παίρνεις βαθιές, ζωογόνες ανάσες.
Μετά από τόσα βιβλία, πώς νιώθετε σήμερα απέναντι στη συγγραφή; Είναι ακόμη μια σκηνή αγωνίας και δοκιμασίας ή ένας χώρος όπου η εσωτερική παρατήρηση, η τρυφερότητα και η σοφία κυριαρχούν;
Και τα δύο. Κάθε νέο έργο είναι ένας νέος αγώνας που δεν ξέρω που θα με οδηγήσει. Αλλά παράλληλα είναι και μια επιβεβαίωση πως εξακολουθώ να υπάρχω. Εχω αληθινά γράψει πολλά και διαφορετικά βιβλία όλα αυτά τα πενήντα περίπου χρόνια που δίνω το συγγραφικό παρόν μου. Μα το καθένα από αυτά μένει μέσα μου ως μια πολύτιμη εμπειρία ζωής. Τα βιβλία μου είναι το αποτύπωμα της ζωής μου.
6.9.25
Η Μαρία Κουλούρη στο OfflinePost
Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Κόντρα ρόλος» του Μάνου Κοντολέοντα
Μαρία Κουλούρη, Αρχισυντάκτρια Ύλης
Offlinepost.gr
31 Αυγούστου, 2025
Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε πώς περνά, χάνοντας το νόημα των στιγμών που δεν επιστρέφουν, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους όταν πλέον είναι αργά. Με πρωταγωνιστές τον χρόνο, το γήρας, τον έρωτα και έναν άντρα «παγιδευμένο» ανάμεσα σε όλα αυτά, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη το βιβλίο Κόντρα ρόλος του Μάνου Κοντολέοντα.
Συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, ο Μάνος Κοντολέων. Είναι γεννημένος στην Αθήνα, ενώ σπούδασε στο τμήμα φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται διηγήματα, μυθιστορήματα και παραμύθια, ενώ παράλληλα είναι και κριτικός λογοτεχνίας. Τέλος, έχει τιμηθεί 3 φορές με το Κρατικό Βραβείο, καθώς και από το ελληνικό τμήμα της ΙΒΒΥ και το αντίστοιχο των ΗΠΑ.
Ας επιστρέψουμε, ωστόσο, στα σχετικά με το βιβλίο. Η υπόθεσή του ξεδιπλώνεται μέσα από 5 μεγάλα μέρη που αποτελούνται από 36 κεφάλαια συνολικά. Πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Λάμπρος Αρνής, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, από εύπορη οικογένεια, η οποία διατηρούσε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο της πόλης. Ο ίδιος φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, ενώ από μικρός είχε ιδιαίτερη αγάπη στην ανάγνωση βιβλίων και στο θέατρο, με το οποίο και επιθυμούσε να ασχοληθεί, όχι, όμως, ως ηθοποιός, αλλά ως κριτικός θεάτρου. Όταν πατέρας του έφυγε από τη ζωή, ο Λάμπρος αποφάσισε να πουλήσει τον εκδοτικό οίκο και να μην ασχοληθεί με τον χώρο αυτό, φεύγοντας έτσι για το Παρίσι, με σκοπό να ασχοληθεί με αυτό που αγαπούσε περισσότερο, το θέατρο.
Στην πόλη του φωτός ο Λάμπρος έγινε ένας σπουδαίος κριτικός θεάτρου και όντας καταξιωμένος, επέστρεψε στην Ελλάδα, ιδρύοντας τον λογοτεχνικό και θεατρικό οργανισμό «Μάσκες», από τον οποίο περνούν πολλοί λόγιοι της εποχής, όπως ποιητές, συγγραφείς, μουσικοί και ηθοποιοί. Στα 66 του χρόνια ερωτεύτηκε μια 35χρονη ανερχόμενη ηθοποιό, την Αντρίνα Λεμονή, την οποία και βοηθά να εδραιωθεί στον χώρο της υποκριτικής, δίνοντάς της ρόλους σε θεατρικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Πλέον, όμως, κοντά στα 80 του χρόνια, κάνει σκέψεις να αποσυρθεί από τον χώρο, γιατί καταλαβαίνει πως μεγαλώνει και η υγεία του έχει αρχίσει να κλονίζεται. Αυτά του τα προβλήματα επηρεάζουν ως έναν βαθμό και τη σχέση του με τη γυναίκα του, η οποία βρίσκεται στην καλύτερη φάση της καριέρας της, πρωταγωνιστώντας στη «Φαίδρα» του Ρακίνα.
«Παγιδευμένος» στα δίχτυα του χρόνου, του γήρατος και του έρωτα, ο Λάμπρος αποτελεί έναν ήρωα στο πρόσωπο του οποίου θα μπορούσαμε όλοι μας να ταυτιστούμε. Ως προς το βιβλίο καθαυτό, οι παραστατικές περιγραφές και το οικείο ύφος του το καθιστούν ένα εύληπτο ανάγνωσμα, ιδανικό για όσους επιθυμούν να διαβάσουν ένα εξαιρετικής λογοτεχνικής ποιότητας μυθιστόρημα.
3.9.25
Ψυχογραφώντας τον τρόμο της ατομικής θνητότητας
«Κόντρα ρόλος» – Ψυχογραφώντας τον τρόμο της ατομικής θνητότητας
ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ / 02-09-2025 /
https://www.culturenow.gr/
Με όχημα τον μύθο της Φαίδρας του Ρακίνα αυτή τη φορά, ο Μάνος Κοντολέων υπογράφει ένα μυθιστόρημα για το γήρας και τις απώλειές του, για τον έρωτα και τη σημασία του, για την τέχνη, για τις σχέσεις με τους γονείς αλλά και για τη συνειδητοποίηση, τους φόβους και τη γοητεία της τρίτης ηλικίας.
Με σχεδόν θεατρική σύλληψη ο Μάνος Κοντολέων σκηνοθετεί τη ζωή τεσσάρων ηρώων που φέρουν το βάρος μιας ήδη διαμορφωμένης πορείας, ενός καθοριστικού παρελθόντος και καλούνται να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους, με την τέχνη και με την ίδια την έννοια του πάθους. Κι όλα αυτά καθώς διαρκούν οι προετοιμασίες για το ανέβασμα της Φαίδρας του Ρακίνα. Το αποτέλεσμα είναι ένα ψυχογράφημα που δεν εστιάζει στην πλοκή αλλά στη λεπταίσθητη παρατήρηση των χαρακτήρων, στα βλέμματα, στις σιωπές και στα πάθη τους.
Κριτικός θεάτρου ο ογδοντάχρονος πλέον Λάμπρος Αρνής είναι ένας άνθρωπος με μεγάλη θητεία στον λόγο και στην τέχνη που τώρα ακροβατεί στο χείλος της απόσυρσης. Άλλωστε, «Η απόσυρση είναι μια πράξη αξιοπρέπειας», μας θυμίζει ο συγγραφέας. Ένα έντονο αίσθημα περιθωριοποίησης τον κατακλύζει, το οποίο δεν είναι μόνο βιολογικό, η σωματική έκπτωση είναι αναμενόμενη, είναι και πολιτισμικό, καθώς οι νέες αντιλήψεις για την τέχνη τον βρίσκουν αποκομμένο από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στο αντίθετο πόλο η κατά πολλά χρόνια νεότερη σύντροφός του, η Αντρίνα Λεμονή, μια γυναίκα νέα και φιλόδοξη. Η σχέση τους οριοθετείται ανάμεσα στη συντροφικότητα και στην εξάρτηση, με έντονα τα πατρικά στοιχεία εκ μέρους του Αρνή αλλά και τη συναίσθηση της νεότητας που φεύγει με τον Μάνο Κοντολέων να γράφει χαρακτηριστικά: «Η υπεροψία της νεότητας! Η βεβαιότητα της δικής της υπεροχής», αφού, «Η νεότητα επιτίθεται, τα γηρατειά συμβιβάζονται».
Το παρελθόν, όμως, «σπαρταρά» μέσα από «τη σιωπή των αναμνήσεων» και έχει πάντα τη δύναμη να επιστρέφει διεκδικώντας τη δικαίωσή του. «Το παρελθόν του […] στιγμιαία σπαρτάρησε και τώρα πλέον είναι έρμαιο επιθανάτιου ρόγχου», γράφει, καθώς η εμφάνιση της Σιμπέλ Ομάν, πρώην ερωμένης του Αρνή, κεραμίστριας και ιδιοκτήτριας ενός παραθαλάσσιου μπαρ στην Κρήτη, θα γίνει η αφορμή για τη μεγάλη και απροσδόκητη ανατροπή. Μαζί της θα εμφανιστεί και ο γιος της, ο Πασκάλ Ομάν, φωτογράφος διεθνούς εμβέλειας, ένας νεαρός, γοητευτικός άντρας, που μάταια θα προσπαθήσει να υποτάξει το πάθος του.
Ανάμεσά τους ο χρόνος και το γύρισμα της μοίρας, ο έρωτας και η συντριβή του αλλά και η Φαίδρα, σε μια δραματουργική αλληγορία, με τους ήρωες του βιβλίου να παλινωδούν ανάμεσα στα μοτίβα του Ρακίνα, την απαγορευμένη επιθυμία, την αδυναμία να ξεφύγεις από τον πόθο, τον ερωτικό ίμερο και την οδύνη του, το ηλικιακό όριο, το σωματικό τέλμα, τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ο Κοντολέων επιδίδεται με μεγάλη δεξιοτεχνία σε μια αφήγηση εσωτερική, βαθιά στοχαστική, που αναζητά να αναδείξει τους ψιθυρισμούς της ανθρώπινης ψυχής μέσα στον χρόνο. Στήνει μια ιστορία για το γήρας, το περιθώριο και την αυταπάτη της ανάμνησης, υπενθυμίζοντας πώς η θνητότητα και η μνήμη μπορούν να γίνουν παγίδα, καθώς ο άνθρωπος παλεύει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του και να αποδεχθεί τη φθορά.
Σε όλο το μυθιστόρημα η συγγραφική ματιά είναι συμπονετική και διαυγής, ενώ η χρήση υπαινικτικών μεταφορών και λεπτών συμβολισμών προσδίδει στο κείμενο έναν ρυθμό ποιητικό που δίνει πνοή στην αναγνωστική διαδικασία, γίνεται το απαραίτητο οξυγόνο για τον συλλογισμό του αναγνώστη πάνω στη φθορά και στη σιωπή της, αφού «Ανεκτίμητο είναι αυτό που σου προσφέρει μια σωστή σιωπή όταν τα πάντα αναταράσσονται, ιδίως τις νύχτες».
Ευφάνταστη είναι η χρήση των εσωτερικών μονολόγων. Η δραματικότητα συναντά τον ρεαλισμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας ατμόσφαιρας «πλανερά νοσταλγικής». Σημαντικές είναι επίσης οι διακειμενικές αναφορές του κειμένου, οι οποίες εντάσσονται λειτουργώντας οργανικά στη σύνθεσή του και εμπλουτίζοντας το νόημα χωρίς να βαραίνουν την αφήγηση. Καρούζος, Προυστ, Χάρντυ, Τσέχωφ, Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Τσάπλιν, Γώγου, Χριστιανόπουλος, Αρλέτα, Φασιανός, Μυταράς, Γκοντάρ, Μπαλζάκ, Φλομπέρ, Σωτηρίου, Μανιώτης, Τσίρκας, είναι μόνο μερικοί από τους πάρα πολλούς δημιουργούς του πνεύματος που αναφέρονται—θα άξιζε κάποιος να συστήσει έναν κατάλογο των αναφορών αυτών—μια και η λογοτεχνία είναι συνομιλία με το παρελθόν και την τέχνη στο σύνολό της και ο Κοντολέων μοιάζει να της αποδίδει τον σεβασμό που της αρμόζει, υφαίνοντας ένα δίκτυο διαλόγων στο κείμενό του, όπου κάθε αναφορά λειτουργεί ως γόνιμη υπενθύμιση ότι καμία δημιουργία δεν στέκεται αποκομμένη αλλά κάθε έργο εδράζεται στη μνήμη της.
Όπως σε όλα του τα έργα ο Κοντολέων επιλέγει κάθε λέξη του με προσοχή, κάθε φράση του κουβαλάει το βάρος μιας προσεκτικής σκέψης, αλλά και τη μουσικότητα του ρυθμού της. Δεν επιδιώκει τον εύκολο εντυπωσιασμό, αλλά τους εσωτερικούς κραδασμούς. Οι σιωπές, τα κενά, οι ανάσες, οι μνήμες, όλα συλλειτουργούν σε ένα αισθητικό θεμελίωμα της εσωτερικότητας των ηρώων του και το τελικό αποτέλεσμα συγκινεί και προβληματίζει ταυτόχρονα με την αφήγηση να αφήνει τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει όλα μόνος του. Να απομυζεί τη λεπτότητα των αισθημάτων ή απλώς να «αποδεχτεί τον μέγιστο τρόμο της ατομικής θνητότητας» και να αγκαλιάσει με αγάπη τον εαυτό του. Και είναι ακριβώς αυτή η λεπτότητα που προσδίδει στο μυθιστόρημα μια ανεξίτηλη εσωτερική ένταση και την ίδια στιγμή συναντά τη βαθιά συγγραφική ωριμότητα του δημιουργού του. Ένα βιβλίο, γραμμένο με τρυφερότητα και ενάργεια που φωτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και παραμένει λαγαρό στη μνήμη για πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή του.
Συνέντευξη με την Γεωργία Χάντρα στο Fractal
02/09/2025, 9:51 ΜΜ
Μάνος Κοντολέων: «Το ρίσκο και η κάθε κόντρα στάση απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα δημιουργεί την Τέχνη»
Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα //
«Ζούμε σε εποχή ηλικιακού ρατσισμού και παράλληλα σε μια εποχή ραγδαίων ανακατατάξεων θέσεων μα και αμφισβήτησης αξιών. Η εποχή μας βιάζεται να «απαλλαγεί» από εκείνους που θεωρεί πως την εμποδίζουν να διαμορφώσει το δικό της δρόμο και με ευκολία ξεχνά όσους πιο πριν αυτόν τον δρόμο είχαν χαράξει»
Στο νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Κόντρα Ρόλος» (εκδόσεις Πατάκη), ο Μάνος Κοντολέων επιστρέφει με ένα πολυεπίπεδο έργο που ακουμπά με τρυφερότητα, τόλμη και βαθιά ενσυναίσθηση τα πιο ανομολόγητα πεδία της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τους ήρωές του —τον ηθοποιό Λάμπρο Αρνή, τη νεαρή Αντρίνα και τον εσωστρεφή Πασκάλ— μας ξεναγεί σε έναν κόσμο όπου οι ρόλοι που νομίζαμε πως κατέχουμε ανατρέπονται, αποκαλύπτοντας μια ουσιαστικότερη, πιο αληθινή εκδοχή του εαυτού. Ο συγγραφέας συνομιλεί με τη «Φαίδρα» του Ρακίνα, θέτει στο επίκεντρο ζητήματα ταμπού όπως ο ηλικιακός ρατσισμός, η ερωτική επιθυμία μετά την παρακμή και η επαναδιαπραγμάτευση των ταυτοτήτων. Σε αυτή τη συνέντευξη, μιλά για το χρέος της λογοτεχνίας να σπάει τη σιωπή, την ευθύνη του συγγραφέα να πηγαίνει «κόντρα» και τη βαθιά, υπαρξιακή ανάγκη να μετατρέπουμε τον απολογισμό σε αυτογνωσία.
-Kύριε Κοντολέων τι σημαίνει ο τίτλος «Κόντρα Ρόλος»; Είναι ένας ρόλος ενάντια στη φύση του ανθρώπου ή μήπως είναι αυτός που αποκαλύπτει την πιο κρυφή, πιο ουσιαστική του αλήθεια;
Σαφέστατα το δεύτερο. Υπάρχουν πολλοί από εμάς που ενώ ζούνε μια συγκεκριμένη μορφή ζωής, ξαφνικά βρίσκονται σε μια θέση που αποδεικνύει πως όλες οι αποφάσεις που κατά τη διάρκεια της ζωής τους επέλεξαν, τους
έχουν τελικά οδηγήσει σε μια κόντρα κατάσταση. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματός μου, αλλά και στα άλλα δύο βασικά πρόσωπα. Και μέσα σε μια μέρα -μέρα κοινή και για τους τρεις τους- ανακαλύπτουν πως είτε ως σύντροφοι είτε ως γονείς ή τέκνα βρίσκονται σε μια κόντρα έκφραση της προσωπικότητάς τους.
-Ο Λάμπρος Αρνής αποφασίζει να αποσυρθεί από τη δημόσια σκηνή του θεάτρου. Πόσο έχει να κάνει αυτή του η απόφαση με τη βιολογική ηλικία και πόσο με την ψυχολογική κόπωση; Τι σημαίνει τελικά η «αποχώρηση» για τον ίδιο;
Ζούμε σε εποχή ηλικιακού ρατσισμού και παράλληλα σε μια εποχή ραγδαίων ανακατατάξεων θέσεων μα και αμφισβήτησης αξιών. Η εποχή μας βιάζεται να «απαλλαγεί» από εκείνους που θεωρεί πως την εμποδίζουν να
διαμορφώσει το δικό της δρόμο και με ευκολία ξεχνά όσους πιο πριν αυτόν τον δρόμο είχαν χαράξει. Ο Λάμπρος Αρνής βιώνει με έναν τέτοιο τρόπο και την ηλικιακή φθορά αλλά και τον κοινωνικό και επαγγελματικό εκτοπισμό. Και επιλέγει την αξιοπρεπή, μα και πικρή απόσυρση-όσο μπορεί κανείς να θεωρήσει ως αυτόβουλη επιλογή μια τέτοια πράξη.
-Ο έρωτας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με μεγάλη διαφορά ηλικίας —όπως αυτός του Λάμπρου με την Αντρίνα—, αποτυπώνεται με τόλμη, αλλά και τρυφερότητα. Πιστεύετε ότι η κοινωνία είναι ακόμη απροετοίμαστη για τέτοιες σχέσεις, όταν πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος άνδρας;
Η σχέση δυο ανθρώπων είναι κάθε φορά μια ξεχωριστή περίπτωση. Και το κάθε μυθιστόρημα πάνω σε μια ξεχωριστή σχέση δυο ή και περισσοτέρων ανθρώπων στηρίζεται. Σαφέστατα τα ήθη κάθε εποχής επεμβαίνουν σε μια κάπως ακραία -όσον αφορά τη διαφορά ηλικίας- σχέση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Κυρίως θα έλεγα είναι το πόσο το κάθε μέλος μιας τέτοιας σχέσης θέλει ή μπορεί να υποστηρίξει τη συνέχειά της… Ή αφήνεται να αποδεχτεί πως τόσα χρόνια βρισκότανε σε έναν κόντρα ρόλο.
-Ο Πασκάλ Ομάν είναι μια σιωπηλή, εσωστρεφής φιγούρα, που παλεύει να τιθασεύσει το ερωτικό πάθος. Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνδρας έχει αλλάξει ως προς τη διαχείριση της επιθυμίας, ή ζει ακόμα με το βάρος παλιών ρόλων;
Ο Πασκάλ Οσμάν -το τρίτο πρόσωπο του έργου- είναι ένας νέος άντρας, φαινομενικά δυναμικός. Και σημειώνω το ότι είναι φαινομενικά δυναμικός μιας και μεγάλωσε μέσα σε μια ημιμάθεια για την καταγωγή του. Η μητέρα του σαφέστατα τον έσπρωχνε σε μια ανεξαρτησία την ίδια στιγμή που δεν άφηνε πίσω της στοιχεία για το παρελθόν τους. Και έτσι όταν θα έρθει η στιγμή της αποκάλυψης, θα βρεθεί απόλυτα απροετοίμαστος, χωρίς να γνωρίζει το τι σημαίνει πατρική σχέση και το πως αυτή μπορεί να κοντραριστεί με την ερωτική επιθυμία. Αλλά κάπως σε παρόμοια κατάσταση θα βρεθούν και τα άλλα δυο πρόσωπα του έργου -ο Λάμπρος και η Αντρίνα. Και πλέον ο κόντρα ρόλος του καθενός θα πάρει συγκεκριμένη πορεία. Πώς μαθαίνει ένας άνδρας να αναγνωρίζει την πατρότητα; Πώς μια γυναίκα μπορεί να ελέγξει το ερωτικό της πάθος ως προς έναν άντρα που μήτε είχε καν υποψιαστεί τη σχέση που τον συνδέει με τον σύντροφό της; Και πάλι οι ανατροπές των παγιωμένων ρόλων… Και πάλι η κυριαρχία των κόντρα ρόλων.
Fractal, 3/9/2025
Subscribe to:
Posts (Atom)






