17.6.26
Μάνος Κοντολέων: «Το ανθρώπινο σώμα έλκεται από ανθρώπινο σώμα» Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα //fractal
«Το Pride είναι μια έκφραση που θέλει με ένα τρόπο μαζικό και εντυπωσιακό να κάνει γνωστό στους άλλους πως υπάρχει το διαφορετικό και αυτό το διαφορετικό πρέπει να γίνεται αποδεχτό. Η λογοτεχνία από τη φύση της δεν έχει μαζικότητα και απεχθάνεται τον εντυπωσιασμό. Αναζητά υπόγειους δρόμους ανακάλυψης και χρησιμοποιεί διακριτικούς -αν και πολύχρωμους- φωτισμούς για να αφαιρέσει σκοτεινές κηλίδες, μα και να χρωματίσει άλλες με διαφορετικό τρόπο»
Με αφορμή το νέο του εφηβικό μυθιστόρημα «Τρίποντο και Πιρουέτα» (Εκδόσεις Πατάκη), ο Μάνος Κοντολέων μιλά για την αναζήτηση της ταυτότητας, τον πρώτο έρωτα, τον φόβο της αποκάλυψης και τη δύναμη της αποδοχής. Σε μια περίοδο όπου η συζήτηση γύρω από το Pride και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ, ο πολυβραβευμένος συγγραφέας εξηγεί γιατί οι ιστορίες που μιλούν για τη διαφορετικότητα δεν έχουν στόχο να προκαλέσουν, αλλά να φωτίσουν ανθρώπινες εμπειρίες που για χρόνια έμεναν στο περιθώριο. Μέσα από τους ήρωες του βιβλίου του, δύο εφήβους που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον πρώτο τους έρωτα, καταθέτει σκέψεις για την ελευθερία της έκφρασης, τη σημασία της λογοτεχνίας και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να είναι αυτό που πραγματικά είναι.
-Κύριε Κοντολέων, διαβάζοντας το νέο σας βιβλίο «Τρίποντο και πιρουέτα», έχει κανείς την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο βάρος για τους ήρωες δεν είναι ο έρωτας αλλά ο φόβος της αποκάλυψης. Πιστεύετε ότι σήμερα οι νέοι άνθρωποι φοβούνται λιγότερο να είναι ο εαυτός τους σε σχέση με παλαιότερες γενιές;
Νομίζω πως οι σημερινοί νέοι άνθρωποι έχουν από τη μια τη δυνατότητα να εκφράσουν την ιδιαιτερότητά τους, αλλά και από την άλλη πάντα υπάρχει η κυρίαρχη άποψη που όχι απλώς αντιστέκεται, αλλά και συχνά επιτίθεται. Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τη βία μεταξύ των εφήβων. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως αν και πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή της δικιάς μας εφηβείας, πάντα η απόφαση ενός ατόμου να υπερασπιστεί την ιδιαιτερότητά του μέσα στο προσωπικό του κύκλο παραμένει δύσκολη στην πλήρη εφαρμογής της.
Ας πούμε -έτσι για να γίνω πιο σαφής- πόσα πιστεύετε θα είναι τα σχολεία που θα έχουν το θάρρος να προτείνουν αυτό το μυθιστόρημα στους μαθητές τους στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο; Κι όμως μαθητές σαν τους ήρωές μου πολλοί υπάρχουν μέσα στις τάξεις.
Και επίσης, ας μην ξεχνάμε πως αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας δεν είναι παρόμοια με ότι μπορεί να συμβαίνει σε άλλες χώρες και όχι μόνο της Ανατολής, αλλά και της ευρύτερης Ευρώπης.
-Η σχέση των δύο αγοριών παρουσιάζεται ως μέρος της ενηλικίωσής τους και όχι ως «θέμα» που χρειάζεται να εξηγηθεί ή να δικαιολογηθεί. Πόσο σημαντικό θεωρείτε να υπάρχουν στην ελληνική εφηβική λογοτεχνία ιστορίες όπου οι ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρες απλώς ζουν, αγαπούν και μεγαλώνουν όπως όλοι οι άλλοι;
Γιατί θα πρέπει κανείς να εξηγήσει, να υπερασπιστεί κανείς μια σχέση με ερωτική χροιά ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου; Η ίδια η δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου σαν και το «Τρίποντο και πιρουέτα» είναι μια στάση υποστήριξης της άποψης πως ερωτική (συναισθηματική και σεξουαλική) έλξη μπορεί να υπάρξει και μεταξύ δυο αγοριών όπως και μεταξύ δυο κοριτσιών. Το ανθρώπινο σώμα έλκεται από ανθρώπινο σώμα. Οι όποιοι διαχωρισμοί αυτής της έλξης, νομίζω πως είναι κοινωνικά δημιουργήματα. Άρα -για να απαντήσω στην ερώτησή σας -θεωρώ σημαντικό το να γράφονται και να κυκλοφορούν τέτοια έργα όχι γιατί θα κομίσουν κάτι το νέο, αλλά γιατί με τον τρόπο τους θα βοηθήσουν να κατανοήσουμε τον άλλον, τον όποιον άλλον που δεν είναι σαν κι εμάς… Ή που εμείς θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτόν.
–Με αφορμή το γεγονός ότι κάθε χρόνο ανοίγει η συζήτηση γύρω από το Pride και την ορατότητα, πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει τους νέους ανθρώπους να αισθανθούν λιγότερο μόνοι και πιο ελεύθεροι να εκφράσουν αυτό που πραγματικά είναι;
Το Pride είναι μια έκφραση που θέλει με ένα τρόπο μαζικό και εντυπωσιακό να κάνει γνωστό στους άλλους πως υπάρχει το διαφορετικό και αυτό το διαφορετικό πρέπει να γίνεται αποδεχτό. Η λογοτεχνία από τη φύση της δεν έχει μαζικότητα και απεχθάνεται τον εντυπωσιασμό. Αναζητά υπόγειους δρόμους ανακάλυψης και χρησιμοποιεί διακριτικούς -αν και πολύχρωμους- φωτισμούς για να αφαιρέσει σκοτεινές κηλίδες, μα και να χρωματίσει άλλες με διαφορετικό τρόπο.
-Οι πρωταγωνιστές σας, ο Άλεκ και ο Κλείτος, μοιάζουν εκ πρώτης όψεως να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Πότε γεννήθηκαν μέσα σας αυτοί οι δύο ήρωες και τι ήταν αυτό που θέλατε να τους φέρει κοντά;
Θα μπορούσα να σας απαντούσα με μια μόνο φράση: Το δικαίωμα σε μια ταυτότητα. Αλλά θα γίνω πιο αναλυτικός.
Από πολύ νωρίς συνειδητοποίησα και στη συνέχεια εδραίωσα την άποψη πως ένα από τα βασικότερα στοιχεία της ταυτότητας του καθένας μας, είναι η σεξουαλικότητά του. Και αυτό το στοιχείο αναζητούμε -μα και μας καλλιεργείται- από τα παιδικά μας χρόνια. Οπότε ήταν λογικό να το χρησιμοποιήσω και σε ένα από τα πρώτα μου παιδικά βιβλία. Στη συλλογή διηγημάτων «Γάντι σε ξύλινο χέρι» (1986) υπάρχουν δυο διηγήματα που με πολύ διακριτικό τρόπο θέτουν το θέμα της ταυτότητας και από την πλευρά ενός αγοριού και από την πλευρά ενός κοριτσιού. Στη συνέχεια στο cross over μυθιστόρημά μου «Μάσκα στο φεγγάρι» (Κρατικό Βραβείο 1997) ο κεντρικό ήρωας είναι ένας ομοφυλόφιλος ηθοποιός, ενώ η ηρωίδα στο μυθιστόρημα μου «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (2015) έχει λεσβιακές σχέσεις. Και σε άλλα έργα μου υπάρχουν χαρακτήρες με ιδιαίτερη σεξουαλική συμπεριφορά –«Ερωτική αγωγή» (2003), «Αμαρτωλή πόλη» (2016).
Τώρα -και με την πείρα που έχω μετά από κοντά 50 χρόνια συγγραφικής παρουσίας- θέλησα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον πρώτο έρωτα δυο εφήβων. Γιατί περί αυτού πρόκειται -ένα πρώτο ερωτικό και σεξουαλικό ξύπνημα περιγράφω. Απλώς και μόνο αυτό το ξύπνημα αφορά δυο νεαρά αγόρια. Θα το έγραφα πιο πριν;… Αναζητήστε της απάντηση στην πρώτη σας ερώτηση.
-Το μπάσκετ και ο χορός λειτουργούν σχεδόν σαν δύο διαφορετικές γλώσσες στο βιβλίο. Γιατί επιλέξατε αυτές τις δύο μορφές σωματικής έκφρασης για τους ήρωές σας;
Δε θα τις χαρακτήριζα εντελώς διαφορετικές γλώσσες. Και οι δυο, γλώσσες του σώματος είναι. Και με τις δυο αυτές δραστηριότητές, ο καθένας από τους ήρωές μου αναζητά να βρει τη θέση του στον κόσμο και να εκφράσει την δική του προσωπικότητα. Αλλά και γι’ αυτό ερωτεύεται ο ένας τον άλλον -επειδή έχουν κάτι κοινό να στηρίζουν τα όνειρά τους. Το σώμα τους. Και τελικά οι δυνατότητες των σωμάτων τους σχεδόν ταυτίζονται. Για παρατηρείστε ένα μπασκετμπολίστα κι ένα χορευτή… Και οι δυο με τα σώματά τους αμφισβητούν την βαρύτητα.
-Η ιστορία τοποθετείται σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία. Τι σας προσφέρει αφηγηματικά αυτό το περιβάλλον σε σχέση με μια μεγάλη πόλη;
Α, απλώς μου αρέσει το κλίμα που επικρατεί στις μικρές πόλεις. Εκεί η Φύση έχει ένα πιο ουσιαστικό λόγο. Και στο «Τρίποντο και πιρουέτα» η Φύση δίνει έντονα το παρόν της και προσπάθησα να δείξω πως επηρεάζει και τον ψυχισμό των ηρώων μου. Ακόμα η κοινωνία μιας μικρής πόλης καθώς είναι πλέον συγκεκριμένη, μου άφησε χώρο να αναπτύξω τις συναισθηματικές και ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων μου. Σε μια μεγάλη πόλη -στην Αθήνα, ας πούμε- θα κινδύνευαν να χαθούνε μέσα στο πλήθος.
-Ο Κλείτος μεγαλώνει βιώνοντας αρχικά τον αποκλεισμό λόγω της διαφορετικότητάς του και στη συνέχεια λόγω της αγάπης του για τον χορό. Θεωρείτε ότι η κοινωνία συχνά βρίσκει διαφορετικές αφορμές για να στοχοποιεί όποιον ξεφεύγει από την «κανονικότητα»;
Η κοινωνία και κυρίως τα παιδιά και οι νέοι. Από την παιδική και εφηβική ηλικία ξεκινά να εκφράζεται αυτή η επιθετικότητα απέναντι στο κάθε τι που ξεφεύγει ή θέλει να διαφοροποιηθεί από ένα γενικό πλαίσιο. Είναι το άγνωστο που μας κάνει να αισθανόμαστε ανασφαλείς. Στην ουσία όλα είναι εκφράσεις ρατσισμού. Στην περίπτωση του Κλείτου -του έφηβου που ντύνεται με ιδιαίτερα ρούχα, που έχει ιδιαίτερα γούστα- οι συμμαθητές του βλέπουν κάποιον που αμφισβητεί ότι οι ίδιοι προσπαθούν να εντάξουν στην συμπεριφορά τους -το κατεστημένο αντρικό πρότυπο.
-Οι σκηνές με τον Μάνθο είναι ιδιαίτερα σκληρές και δείχνουν πώς το πείραγμα μπορεί να μετατραπεί σε χρόνια ψυχολογική πίεση. Θέλατε να αναδείξετε ότι το bullying δεν αφήνει μόνο στιγμιαία τραύματα αλλά συνοδεύει έναν άνθρωπο για χρόνια;
Μα ασφαλώς. Και όχι μόνο για χρόνια, αλλά και για όλη του τη ζωή, αν δεν μπορέσει να διαπραγματευθεί με τον εαυτό του το ότι έχει υποστεί. Και -ας το θυμόμαστε και αυτό- την ίδια ψυχολογική πίεση θα υφίσταται σε όλη του τη ζωή κι αυτός που εξασκεί τον εκφοβισμό. Μπορεί ο θύτης να είναι ένας, αλλά τα θύματά του είναι δυο.
-Στο βιβλίο υπάρχουν ενήλικες που στηρίζουν τον Κλείτο – οι γονείς του, ο παππούς και η καθηγήτρια μουσικής. Πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η παρουσία ενός ενήλικα που «βλέπει» πραγματικά ένα παιδί;
Ιδιαιτέρως σημαντική. Αλλά στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν θέλησα να μείνω τόσο σε αυτό το σημείο -της υποστήριξης εκ μέρους τρίτων- όσο στο πως οι ίδιοι οι δυο έφηβοι βιώνουν συναισθήματα και έλξεις. Άλλωστε έπρεπε και για λόγους μυθιστορηματικής ισορροπίας να περιγράψω, έστω και περιληπτικά, τη σχέση καθενός από τα δυο αυτά αγόρια με την οικογένειά τους. Και όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης μεγαλύτερο ‘πρόβλημα’ αντιμετωπίζει ο Αλέξανδρος από ότι ο Κλείτος. Γιατί υπάρχουν κοινωνικά στρώματα που δεν είναι μόνο πως δεν αποδέχονται την παρεκτροπή από το αρσενικό πρότυπο, αλλά απαιτούν αυτό το πρότυπο να συμπεριφέρεται με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο.
-Στα πρώτα κεφάλαια η έλξη ανάμεσα στους δύο ήρωες εμφανίζεται διακριτικά, μέσα από βλέμματα και μικρές χειρονομίες. Σας ενδιέφερε περισσότερο να αποδώσετε το συναίσθημα παρά να το ονομάσετε;
Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ξύπνημα της σάρκας… Όλοι -έτσι νομίζω- πως περισσότερο το έχουμε βιώσει ως συναίσθημα και λιγότερο το έχουμε ονοματίσει.
-Ο Κλείτος εκφράζεται μέσα από τον χορό και την αφήγηση ιστοριών, ενώ ο Άλεκ μέσα από τον αθλητισμό. Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της τέχνης και της σωματικής έκφρασης στην ανακάλυψη του εαυτού κατά την εφηβεία;
Και με τα δυο εκφραζόμαστε. Αλλά αυτό που με απασχολεί είναι πως πολύ συχνά μας πιέζουν οι άλλοι -ή μας μαθαίνουν να πιεζόμαστε από μόνοι μας- πως δεν έχει τόση σημασία η ελεύθερη έκφρασή μας, αλλά εκείνη που θα μας οδηγήσει σε μια πρώτη θέση. Στην ουσία καθώς μεγαλώνουμε ξεχνάμε να παίζουμε το όποιας μορφής παιχνίδι και οδηγούμαστε στο να ανταγωνιζόμαστε. Με τον ανταγωνισμό ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας;… Ίσως… Αλλά με κάπως επικίνδυνο τρόπο.
-Μια τελευταία σκέψη: μου άρεσε ιδιαίτερα η φράση «να βρεις το θάρρος να πλησιάσεις εκείνον που σου αποκαλύπτει ποιος είσαι». Τελικά η ενηλικίωση είναι περισσότερο μια συνάντηση με τον άλλον ή με τον ίδιο μας τον εαυτό;
Νομίζω πως είναι ο Ρεμπώ που είχε πει: ‘Εγώ είναι ένας άλλος’, ενώ ο Σατρ ξεκαθάρισε πως ‘Η κόλαση είναι οι άλλοι’. Εγώ, χρησιμοποιώντας περισσότερες λέξεις λέω: ’ο άλλος σου αποκαλύπτει ποιος είσαι’. Και νομίζω με αυτή τη φράση ως οδηγό έγραψα όλο το μυθιστόρημα… Ίσως και όλα τα προηγούμενα έργα μου.
frackalart.gr / 17/6/2026
15.6.26
Τρίποτνο και πιρουετα στο axios.gr
Το «Τρίποντο και Πιρουέτα» του Κοντολέων εξερευνά τη συνείδηση
Πριν ακόμη αποκτήσει όνομα, ο άνθρωπος μαθαίνει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων, αντιλαμβανόμενος τι εγκρίνεται ή αποδοκιμάζεται. Αυτή η αρχέγονη γνώση, ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους, συνιστά την πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων και ορισμένες επιθυμίες αναγκάζονται να ζουν στις παρυφές του κοινού λόγου, γεννιέται η μεγάλη λογοτεχνία. Δεν αναπτύσσεται στο κέντρο, αλλά στο περιθώριο και στις ρωγμές των βεβαιοτήτων.
Ένα τέτοιο λογοτεχνικό έργο, ιδιαίτερης σημασίας κατά τον σχολιαστή, είναι το «Τρίποντο και Πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαντάζει ως μια ιστορία ενηλικίωσης σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη, περιγράφοντας τη σχέση του Κλείτου και του Αλέξανδρου, το βιβλίο αναπτύσσεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Ο συγγραφέας εστιάζει στις αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα, αναδεικνύοντας τη γέννηση της συνείδησης. Δεν αποτελεί, στην ουσία του, μυθιστόρημα αποκλειστικά για τη σεξουαλική ταυτότητα, τον σχολικό εκφοβισμό ή την ομοφοβία, παρότι αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στον ορίζοντά του.
Το έργο εμβαθύνει στην ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι προσπαθούν να κατανοήσουν τι τους συμβαίνει, πριν ακόμη βρουν τις λέξεις να το ονομάσουν. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση που διατρέχει το κείμενο, αισθάνεται και υποφέρει πολύ πριν κατανοήσει ή μπορέσει να εξηγήσει. Η ενηλικίωση δεν είναι ένα βιολογικό γεγονός, αλλά η στιγμή που κάποιος τολμά να αναρωτηθεί «Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν;». Αυτό το ερώτημα δεν περιορίζεται στη σεξουαλική ταυτότητα, αλλά αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης που διαφοροποιείται από τις κοινωνικές προσδοκίες και την παράδοση. Η ελληνική επαρχία στο βιβλίο δεν είναι απλώς τόπος, αλλά ένας ψυχισμός, όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου και η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται με μια ασφυκτική αμηχανία, αποτελώντας μια ύπουλη μορφή αποκλεισμού. Οι κοινωνίες, υπογραμμίζεται, τραυματίζουν όχι μόνο με όσα λένε, αλλά και με όσα αρνούνται να δουν. Τέτοιες θεματικές συνδέονται άμεσα με τις σύγχρονες συζητήσεις περί Lifestyle και κοινωνικής αποδοχής.
Ο Μάνος Κοντολέων, με περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, χαρακτηρίζεται ως συγγραφέας που αρνήθηκε τις ευκολίες, γράφοντας για τις πιο σύνθετες και εύθραυστες πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Θεωρείται πρωτοπόρος, καθώς αναζήτησε την αλήθεια και διαισθάνθηκε κοινωνικές μεταβολές πριν αυτές αποκτήσουν όνομα, στρέφοντας το βλέμμα σε ανθρώπους που παρέμεναν αόρατοι. Το «Τρίποντο και Πιρουέτα» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη μυθιστόρημα της διαδρομής του, αλλά μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας, αλλά για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης, να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα και να χαρίζει φωνή στους ανθρώπους, πέρα από κατηγορίες και στερεότυπα.
Το βιβλίο, τελικά, υπερβαίνει τα όριά του, γίνεται υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης: τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει. Ο Μάνος Κοντολέων, ακούγοντας προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή όταν παύει να κρύβεται, μιλά για τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Το έργο του αποτελεί μια ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση, ανακαλύπτοντας την αξία της αγάπης για τον εαυτό του, χωρίς να τον απαρνηθεί. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι θεμελιώδεις για την κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης και τις επιλογές στον σύγχρονο Lifestyle.
12 Ιουνίου | 2026 | 4:58
https://www.iaxia.gr/lifestyle/to-triponto-kai-piroueta-tou-kontoleon-exerevna-ti-syneidisi/
12.6.26
Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων Της Ελίτας Φώκιαλη
Το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου.
Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων
Της Ελίτας Φώκιαλη
https://www.patakis.gr/news/to-dikaioma-na-eisai-o-eaftos-sou-diavazontas-to-triponto-kai-piroueta-tou-manou-kontoleon/
Η εφηβεία είναι μια ηλικία γεμάτη ερωτήματα. Κάποια αφορούν τους άλλους.
Τα πιο σημαντικά, όμως, αφορούν τον ίδιο μας τον εαυτό.
Το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα με ειλικρίνεια και ευαισθησία. Ρεαλιστικό, σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο, το μυθιστόρημα σκιαγραφεί μια εφηβεία γεμάτη αμφιβολίες, φόβους, προσδοκίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Έχει πολλά να πει για την αναζήτηση, την απόκρυψη και κάποτε την άρνηση της ταυτότητας, έτσι όπως διαθλάται μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Για το πώς προσπαθεί κανείς να χωρέσει, να κρυφτεί, να ομολογήσει ή να μάθει ποιος είναι, απέναντι σε έναν κόσμο-καθρέφτη που άλλοτε αποκαλύπτει ανασφάλειες και εσωτερικές ταλαντεύσεις κι άλλοτε απλώς πληγώνει. Έναν κόσμο όπου η επιθυμία να ανήκεις διαπλέκεται συνεχώς με την ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου.
Τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου στα δεκαπέντε; Οι ήρωες του βιβλίου δε δηλώνουν τι είναι. Το ανακαλύπτουν. Η ταυτότητά τους χτίζεται σιγά σιγά, σε διαδοχικά επίπεδα: το πολιτισμικό, το προσωπικό, το ερωτικό. Και αυτή η αργή, διστακτική διαδικασία αυτογνωσίας είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους που κάνουν την ιστορία τους να μοιάζει τόσο αληθινή.
Ο Άλεκ, ο αθλητής, ο μπερδεμένος έφηβος, έχει μάθει να φοβάται την ευαισθησία (προπαντός τη δική του). Συνεχώς παλεύει ανάμεσα στο ποιος είναι (Άλεκ ή Αλέξανδρος;), στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι και στο πώς θα ήθελε να τον βλέπουν. Η σχέση με τον Κλείτο εντάσσεται οργανικά σε αυτή την αναζήτηση. Δε λειτουργεί ως μια πτυχή της πλοκής που περιμένει το «πότε θα φιληθούν», αλλά ως μέρος της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητάς του.
Ο Κλείτος, ο καλλιτέχνης, ο «διαφορετικός», το παιδί που βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο του μπούλινγκ, στέκεται εξαρχής εκεί που ο Άλεκ φοβάται να πάει. Νιώθει άνετα με την τρυφερότητα, αλλά έχει κι εκείνη τη στωικότητα που τον κρατά όρθιο. Η διχρωμία των ματιών του, ένα χαρακτηριστικό που συχνά προκαλεί την περιέργεια ή ακόμη και την αποστροφή των συμμαθητών του, λειτουργεί σχεδόν συμβολικά για τη θέση που κατέχει μέσα στον κόσμο του βιβλίου. Φανατικός αναγνώστης και αφοσιωμένος στον χορό, θα βρει συμμάχους εκεί όπου ο Άλεκ βρίσκει αντιστάσεις. Η Ντοφασόλ θα αναγνωρίσει το ταλέντο του και θα τον φέρει ένα βήμα πιο κοντά στο όνειρό του.
Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές τροφοδοτεί την ένταση της αφήγησης. Παρά τις διαφορές τους, από την πρώτη τους συνάντηση, ένα απόγευμα στα τέλη Αυγούστου, σε μια παραλία στην άκρη ενός προσφυγικού συνοικισμού, χτίζουν μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης που θα τους οδηγήσει να αναμετρηθούν με όσα φοβούνται περισσότερο. Στην πορεία, ο Κλείτος θα παρακολουθήσει τον δικό του Αλέξανδρο να δίνει τη θέση του στον Άλεκ των άλλων. Και ο Άλεκ θα αποφεύγει τον Κλείτο, αν και κάθε μέρα που περνά θα συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι του είναι απαραίτητος. Το βλέμμα του ενός θα δείχνει ότι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου.
Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής βρίσκονται τα στερεότυπα που επιμένουν, οι ανισότητες που αναπαράγονται, αλλά και οι αόρατοι σεξισμοί που διαπερνούν την καθημερινότητα. Οι οικογένειες των δύο παιδιών, με τις διαφορές τους στο κοινωνικό υπόβαθρο, την κουλτούρα και τους συναισθηματικούς τους κώδικες, διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η σύγκριση ανάμεσά τους αποτελεί ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στο πώς μεγαλώνουν τα αγόρια και πόσο διαφορετικές διαδρομές μπορούν να χαράξουν ανάλογα με το περιβάλλον τους. Τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο και την ομάδα, αναδύονται κοινωνικές συγκρούσεις και ψυχολογικές εντάσεις. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν κυρίως το φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η βαθύτερη σύγκρουση του έργου: η σύγκρουση με τον εαυτό.
Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα σαν ετικέτα της προσωπικότητας, αλλά σαν εξελικτική διαδικασία: ένα μείγμα φόβων, επιθυμιών, σιωπών και στιγμών που σταδιακά διαμορφώνουν την προσωπική γλώσσα της έλξης και της σύνδεσης με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρουσία του κοριτσιού που θέτει σε δοκιμασία την ταυτότητα του Άλεκ, τη στιγμή που το ίδιο το σεξ παραμένει κάτι άγνωστο, μπερδεμένο και αμήχανο.
Όλα αυτά αποδίδονται μέσα από μια γραφή που, όπως και σε όλα τα βιβλία του συγγραφέα, παραμένει ξεχωριστή: ιδιότυπα ποιητική, ελλειπτική και πυκνή ταυτόχρονα. Η αφήγηση εξελίσσεται χωρίς περιττούς διαλόγους και περιγραφές, αξιοποιώντας τεχνικές εσωτερικού μονολόγου που σε οδηγούν κατευθείαν στον πυρήνα των σκέψεων των ηρώων.
Επιλέγοντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας αποφεύγει τις γενικεύσεις γύρω από την εφηβεία και φωτίζει συγκεκριμένα πρόσωπα που τη βιώνουν, το καθένα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τα σχόλια του αφηγητή λειτουργούν ως μικρά παράθυρα που ανοίγουν για λίγο και «αλλάζουν τον αέρα» στην ιστορία. Οι παρεμβολές του δημιουργούν την αίσθηση πως αποκτά υπόσταση ως χαρακτήρας και σου εκμυστηρεύεται όσα σκέφτεται.
Μέσα από αυτές τις αφηγηματικές επιλογές οι ήρωες αποκτούν βάθος και αμεσότητα. Δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς ιδεών ή μηνυμάτων, αλλά ως έφηβοι που αμφιβάλλουν, φοβούνται, κάνουν λάθη και προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι. Γι’ αυτό μοιάζουν τόσο οικείοι και είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς κομμάτια του εαυτού του μέσα τους.
Ένα βιβλίο που προσεγγίζει το θέμα της εξερεύνησης της σεξουαλικότητας με ευαισθησία, σεβασμό και ειλικρίνεια και μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο για τον έφηβο αναγνώστη. Μπορεί να του δείξει πως δεν είναι ο μόνος που έχει φόβους και απορίες, πως δεν είναι υποχρεωτικό να γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό του στα δεκαπέντε του, πως όλες οι μορφές αγάπης πρέπει να είναι ανοιχτές, ελεύθερες και να βιώνονται χωρίς ντροπή. Και, ακόμη, μπορεί να προσφέρει υγιή πρότυπα συναίνεσης, επικοινωνίας και αυτοσεβασμού.
Με άλλα λόγια, όλα όσα χρειάζονται για να χτιστεί μια σχέση αυτογνωσίας και ασφάλειας με τον εαυτό.
Συνομιλία με τη λογοτεχνία των ενηλίκων
Παρακολουθώντας την πορεία δύο νέων ανθρώπων προς τον κόσμο των ενηλίκων, μέσα από τη διαδικασία της εξερεύνησης της σεξουαλικής τους ταυτότητας, το «Τρίποντο και πιρουέτα» συνομιλεί με βασικά χαρακτηριστικά του εφηβικού Bildungsroman χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με αυτό.
Το κείμενο αγγίζει δύσκολα θέματα, τα οποία διαχειρίζεται με λεπτότητα και σεβασμό απέναντι στο συναίσθημα του νεαρού αναγνώστη. Η σεξουαλική αφύπνιση παρουσιάζεται με ευαισθησία και ειλικρίνεια, παραμένοντας μέσα στα όρια της εφηβικής λογοτεχνίας. Η εξερεύνηση της ταυτότητας αποδίδεται με ρεαλισμό και τρυφερότητα, χωρίς περιγραφές και λεπτομέρειες «δύσκολες» για μικρότερες ηλικίες αναγνωστών. Το ίδιο ισχύει και για τη θεματική του μπούλινγκ, η οποία, με τον τρόπο που αποδίδεται, συνδέεται άμεσα με ένα ευαίσθητο κομμάτι της εφηβικής εμπειρίας.
Το μυθιστόρημα προσεγγίζει επίσης την απώλεια, την ενηλικίωση μέσα σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα, τη μονογονεϊκότητα, την παρουσία της τρίτης ηλικίας στην ελληνική κοινωνία, τη φιλία, αλλά και την επιτυχία και την αποτυχία ως επισφαλή μέτρα μιας ζωής που δε χωρά πάντα σε κουτάκια. Το σχολικό και το οικογενειακό περιβάλλον, όπως παρουσιάζονται στην αφήγηση, αποτελούν το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνονται αυτά τα ζητήματα. Εκεί αναδεικνύονται σημαντικές κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις της εφηβείας, με ρεαλισμό αλλά χωρίς ωμότητα ή υπερβολές. Η ένταση της αφήγησης δεν προκύπτει από σκληρές περιγραφές, αλλά από συναισθήματα, παρεξηγήσεις, βλέμματα, αβεβαιότητες και εσωτερικές συγκρούσεις. Αντίθετα με τη λογοτεχνία ενηλίκων, όπου ο συγγραφέας απλώς εκθέτει, χωρίς καμία υποχρέωση προστασίας, εδώ λειτουργεί ως ένας αόρατος ενήλικας που κρατά το πλαίσιο ασφαλές.
Ωστόσο, η αξία του έργου δεν περιορίζεται μόνο στην επιτυχημένη αξιοποίηση αυτών των ειδολογικών χαρακτηριστικών. Η ειλικρίνεια και ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει εμπειρίες που, παρότι εφηβικές, παραμένουν βαθιά ανθρώπινες, προσδίδουν στο μυθιστόρημα μια ποιότητα που συναντάται σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εφηβικής λογοτεχνίας: την ικανότητα να συνομιλεί με αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών.
Η crossover αναγνωσιμότητα αφορά ακριβώς αυτή την εγγενή ικανότητα ορισμένων ιστοριών να απευθύνονται ουσιαστικά σε περισσότερες από μία ηλικιακές ομάδες. Αν και το πιο πιθανό είναι πως ο συγγραφέας είχε κατά νου το εφηβικό κοινό, το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει στοιχεία που το κάνουν να αφορά και ενήλικες αναγνώστες. Ανάμεσα σε αυτά είναι η πολυσημαντικότητα της αφήγησης, η διακειμενικότητα, ο πάντα απολαυστικός διάλογος του συγγραφέα με τραγούδια, μιούζικαλ, μπαλέτο και άλλους πολιτισμικούς κώδικες.
Για να είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα για ενήλικες η ιστορία δύο αγοριών που εξερευνούν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, δε χρειάζεται να γίνει πιο τολμηρή· χρειάζεται πολυπλοκότητα και θεματικό βάθος. Χρειάζεται να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο μια παιδική ανασφάλεια γίνεται φόβος, μια οικογενειακή προσδοκία μετατρέπεται σε βάρος ή μια κοινωνική προκατάληψη διαμορφώνει τις επιλογές ενός ανθρώπου.
Το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει αυτές τις ποιότητες. Μιλά για την εφηβεία, αλλά δε μένει εκεί. Μιλά για την αναζήτηση του εαυτού, για την ανάγκη να ανήκεις και για το θάρρος να είσαι αυτό που είσαι.
Γι’ αυτό αγγίζει τους νέους. Γι’ αυτό αγγίζει και τους ενήλικες.
Και γι’ αυτό είναι καλή λογοτεχνία για νέους – από εκείνη που οι ενήλικες δε θέλουν να χάσουν.
Η Ελίτα Φώκιαλη είναι Δρ. ΕΚΠΑ, με ειδίκευση στη Διαμεσική Αφήγηση
'Τρίποντο και πιρουέτα" - η Νάντια Τράτα στα Νέα
Πριν αποκτήσει όνομα, το παιδί αποκτά βλέμμα.
Πριν μάθει να συλλαβίζει τον εαυτό του, έχει ήδη αρχίσει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων.
Τι εγκρίνουν.
Τι αποδοκιμάζουν.
Τι φοβούνται.
Τι επιτρέπουν.
Πολύ πριν συγκροτηθεί ως προσωπικότητα, έχει ήδη μυηθεί στην πρώτη και αρχαιότερη ανθρώπινη γνώση: ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους.
Αυτή είναι ίσως η πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής.
Ότι ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο με την ανάγκη να αγαπηθεί και μαθαίνει σταδιακά πως η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων. Πως υπάρχουν χειρονομίες που επιβραβεύονται και άλλες που προκαλούν αμηχανία. Υπάρχουν επιθυμίες που χωρούν στον κοινό λόγο και άλλες που υποχρεώνονται να ζουν στις παρυφές του. Υπάρχουν τρόποι να είσαι παιδί, αγόρι, κορίτσι, άντρας, γυναίκα. Και υπάρχουν τρόποι που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικαίωμα ύπαρξης.
Κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω σε αφηγήσεις. Και κάθε αφήγηση γεννά ταυτόχρονα μια σκιά.
Ό,τι μένει απ’ έξω.
Ό,τι περισσεύει.
Ό,τι δεν χωρά.
Η μεγάλη λογοτεχνία γεννιέται ακριβώς εκεί.
Όχι στο κέντρο.
Στο περιθώριο.
Όχι μέσα στις βεβαιότητες.
Μέσα στις ρωγμές της.
∞∞∞
Γι’ αυτό και το Τρίποντο και Πιρουέτα του Μάνου Κοντολέων είναι πολύ σημαντικότερο βιβλίο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Μια σχολική χρονιά σε μια πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο Κλείτος, παιδί μιας οικογένειας όπου η μουσική λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερη γλώσσα, μεγαλώνει με την απουσία ενός πατέρα που χάθηκε νωρίς. Ο Αλεκ —που σταδιακά θα γίνει Αλέξανδρος— κουβαλά μια διαφορετική απώλεια: όχι τον θάνατο αλλά την εγκατάλειψη. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση που αρχικά μοιάζει να κινείται στον χώρο της συντροφικότητας, της φιλίας, της αμοιβαίας περιέργειας, της αναγνώρισης. Καθώς όμως η χρονιά προχωρά, κάτι βαθύτερο αρχίζει να διαμορφώνεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων.
Αυτή είναι η ιστορία.
Αλλά το βιβλίο δεν βρίσκεται εκεί.
Το βιβλίο βρίσκεται κάτω από αυτήν.
Το βιβλίο βρίσκεται στο αόρατο.
Όπως το υπόγειο ρεύμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι.
Όπως το ασυνείδητο βρίσκεται κάτω από τον λόγο.
Όπως ο φόβος βρίσκεται κάτω από την επιθυμία.
Η μεγάλη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα. Τα γεγονότα είναι απλώς η επιφάνεια. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι οι αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα. Και ο Κοντολέων, ύστερα από δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, εξακολουθεί να αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά αυτή τη διάκριση.
Το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν είναι στην ουσία του ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική ταυτότητα. Ούτε για τον σχολικό εκφοβισμό. Ούτε για την ομοφοβία, όσο κι αν όλα αυτά υπάρχουν στον ορίζοντά του.
Είναι ένα μυθιστόρημα για τη γέννηση της συνείδησης.
∞∞∞
Βρίσκεται σε εκείνη τη σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς τους συμβαίνει προτού βρουν τις λέξεις για να το ονομάσουν.
Και αυτό είναι το μεγαλύτερο, διαχρονικά, λογοτεχνικό επίτευγμα του Μάνου Κοντολέων.
Κατανοεί ότι η ανθρώπινη ζωή δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις έννοιες.
Οι έννοιες έρχονται αργότερα.
Πρώτα έρχεται η αίσθηση.
Το σκίρτημα.
Η αμηχανία.
Η έλξη.
Η ανεξήγητη προσκόλληση.
Η σιωπή.
Η απώλεια.
Η ντροπή.
Η ανάγκη.
Ο άνθρωπος αισθάνεται πολύ πριν καταλάβει.
Και υποφέρει πολύ πριν μπορέσει να εξηγήσει γιατί.
Εδώ βρίσκεται και η ψυχαναλυτική καρδιά του βιβλίου.
Γιατί το πραγματικό δράμα δεν αφορά την επιθυμία.
Αφορά την αναγνώρισή της.
Δεν είναι η αγάπη που φοβίζει τους ήρωες.
Είναι η γνώση της.
Είναι η στιγμή κατά την οποία μια εσωτερική αλήθεια ζητά να γίνει συνείδηση.
Η ψυχανάλυση μάς δίδαξε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο συγκροτείται μέσα από το βλέμμα του Άλλου. Μαθαίνουμε ποιοι είμαστε επειδή κάποιος μας κοιτάζει. Επειδή κάποιος μας ονομάζει. Επειδή κάποιος μάς εντάσσει σε μια αφήγηση.
Αλλά υπάρχει μια στιγμή —σπάνια, οδυνηρή, αποφασιστική— κατά την οποία ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η αφήγηση που έχει γραφτεί γι’ αυτόν δεν συμπίπτει πλήρως με αυτό που είναι.
Και τότε αρχίζει η πραγματική ζωή.
∞∞∞
Η ενηλικίωση δεν είναι βιολογικό γεγονός.
Δεν έχει σχέση με την ηλικία.
Είναι η στιγμή που κάποιος στρέφεται προς τον εαυτό του και τολμά να ρωτήσει:
Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν;
Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική ταυτότητα.
Αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης.
Τον καλλιτέχνη μέσα σε μια οικογένεια λογιστών.
Τη γυναίκα που αρνείται τον ρόλο που της ανατέθηκε.
Το παιδί που νιώθει ξένο μέσα στην ίδια του την κοινότητα.
Τον άνθρωπο που επιλέγει να ζήσει διαφορετικά από ό,τι ορίζει η παράδοση.
Η ιστορία αλλάζει μορφές.
Το ερώτημα παραμένει το ίδιο.
Πόσο κοστίζει να είσαι ο εαυτός σου;
Η ελληνική επαρχία του βιβλίου δεν είναι τόπος.
Είναι ψυχισμός.
Είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου.
Εκεί όπου όλοι γνωρίζουν όλους.
Εκεί όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου.
Εκεί όπου η φήμη λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα εξουσίας.
Εκεί όπου η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζεται πάντα με μίσος — κάτι τέτοιο θα ήταν απλούστερο — αλλά με μία αμηχανία που προξενεί μία δυσφορία ασφυκτική.
Και η αμηχανία είναι ίσως η πιο ύπουλη μορφή αποκλεισμού.
Γιατί δεν χρειάζεται να φωνάξει.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσει.
Αρκεί να κοιτάξει αλλού.
Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει ότι οι κοινωνίες δεν τραυματίζουν μόνο με όσα λένε.
Τραυματίζουν και με όσα αρνούνται να δουν.
Γι’ αυτό και το σημαντικότερο αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η πλάγια φωνή που διατρέχει το κείμενο.
Αυτές οι παρεμβολές δεν λειτουργούν ως σχόλιο.
Λειτουργούν ως αποκάλυψη.
Είναι η φωνή του συλλογικού ασυνείδητου.
Η φωνή των βεβαιοτήτων που έχουν εγκατασταθεί τόσο βαθιά μέσα στην κοινωνία ώστε κανείς δεν τις αμφισβητεί πια.
Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει όχι έναν αφηγητή αλλά τον ίδιο τον πολιτισμό να σκέφτεται.
Και ξαφνικά το βιβλίο διευρύνεται.
Παύει να αφορά δύο εφήβους.
Αφορά όλους μας.
Γιατί όλοι έχουμε υπάρξει κάποτε αιχμάλωτοι μιας αφήγησης.
Όλοι έχουμε επιχειρήσει να χωρέσουμε σε μια εικόνα που δεν μας ταίριαζε.
Όλοι έχουμε φοβηθεί μήπως η αλήθεια μας αποδειχθεί λιγότερο αγαπητή από τη μάσκα μας.
Αυτός είναι ο λόγος που το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν διαβάζεται τελικά ως βιβλίο για την εφηβεία.
Διαβάζεται ως βιβλίο για την ανθρώπινη συνθήκη.
Για εκείνη τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά που προηγείται κάθε αυτογνωσίας.
Για εκείνη τη σκοτεινή περιοχή όπου ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ακόμη ποιος είναι, αλλά γνωρίζει ήδη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αυτό που υπήρξε.
Εδώ συναντά κανείς και τη μοναδικότητα του Μάνου Κοντολέων.
Για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες υπηρετεί ένα λογοτεχνικό έργο που αρνήθηκε πεισματικά τις ευκολίες. Σε μια χώρα όπου η λογοτεχνία για νέους συχνά αντιμετωπίστηκε είτε ως διδακτικό εργαλείο είτε ως δευτερεύουσα τέχνη, εκείνος επιμένει να γράφει για τις πιο σύνθετες και πιο εύθραυστες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας.
Υπήρξε πρωτοπόρος όχι επειδή αναζήτησε την πρόκληση.
Αλλά επειδή αναζήτησε την αλήθεια.
Και η αλήθεια συχνά προηγείται της εποχής της.
Οι σημαντικοί συγγραφείς δεν είναι εκείνοι που ακολουθούν τις κοινωνικές μεταβολές.
Είναι εκείνοι που τις διαισθάνονται πριν ακόμη αποκτήσουν όνομα.
Που στρέφουν το βλέμμα τους προς ανθρώπους που παραμένουν αόρατοι.
Που αναγνωρίζουν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα σε εποχές που προτιμούν τις απλουστεύσεις.
Αυτό ακριβώς έκανε ο Μάνος Κοντολέων.
Και αυτό ακριβώς συνεχίζει να κάνει.
Γι’ αυτό το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη cross over μυθιστόρημα στην πλούσια διαδρομή του.
Αποτελεί μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση.
Ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας.
Υπάρχει για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης.
Να προσθέτει πρόσωπα εκεί όπου υπήρχαν μόνο κατηγορίες.
Να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα εκεί όπου κυριαρχούν τα στερεότυπα.
Να χαρίζει φωνή όχι στους αθώους ή στους ενόχους, αλλά στους ανθρώπους.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο, σχεδόν ηθικό, χρέος της λογοτεχνίας.
Να υπενθυμίζει ξανά και ξανά ότι κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται σε μία λέξη.
Σε μία ταυτότητα.
Σε μία επιθυμία.
Σε μία κοινωνική θέση.
Ότι μέσα σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από τα ονόματα που του αποδόθηκαν.
Κλείνοντας το βιβλίο, δεν μένει στη μνήμη μια σκηνή.
Μένει κάτι πολύ πιο σπάνιο.
Μένει η αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε τη γέννηση μιας συνείδησης.
Όχι τη στιγμή που ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ποιον αγαπά.
Αλλά τη στιγμή που αρχίζει να καταλαβαίνει ότι αξίζει να αγαπηθεί χωρίς να απαρνηθεί τον εαυτό του.
Και τότε το μυθιστόρημα υπερβαίνει οριστικά τα όριά του.
Γίνεται κάτι περισσότερο από λογοτεχνία για νέους.
Κάτι περισσότερο από μια ιστορία ενηλικίωσης.
Κάτι περισσότερο ακόμη και από μια ιστορία αγάπης.
Γίνεται μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης.
Τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει.
Και αν υπάρχει ένας λόγος που τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων θα συνεχίσουν να διαβάζονται όταν οι θόρυβοι της εποχής μας θα έχουν προ πολλού σβήσει, είναι ακριβώς αυτός:
Επειδή δεν μίλησαν για τις μόδες της ανθρώπινης εμπειρίας.
Μίλησαν για τον πυρήνα της.
Επειδή ακούει προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή τη στιγμή που παύει να κρύβεται.
Για εκείνη τη σιωπηλή, εύθραυστη και ταυτόχρονα ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση και να πει, έστω μόνο στον εαυτό του:
«Αυτός είμαι. Και δεν θα φύγω.»
Και λίγοι ήχοι στη λογοτεχνία είναι πιο σπαρακτικοί από αυτόν.
∞∞∞
Νάντια Τράτα
Ιούνιος 2026
https://www.tanea.gr/2026/06/12/lifearts/i-logotexnia-ton-rogmon-kai-tou-perithoriou/
2.6.26
Κώστας Παρορίτης: Κοινωνική κριτική χωρίς αφήγημα λύτρωσης
Ο πεζογράφος (στενός συνεργάτης του περιοδικού Νουμάς) και μεταφραστής πολλών αποσπασμάτων έργων των Ζολά, Γκόρκι και Γκαίτε) Κώστας Παρορίτης (1878-1931), με την πρώτη κιόλας συλλογή διηγημάτων ―Οι νεκροί περιμένουν (1907)― προκαλεί το κατεστημένο καθώς οι ήρωές του προέρχονται από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά η γραφή του τους παρουσιάζει στην «εύπλαστον ελληνικήν κοινωνίαν με τρόπον λίαν επικίνδυνον, διότι δημιουργεί αυταπάτας και θίγει τας πατροπαραδότους ελληνικάς συνθήκας και η ελληνική κοινωνία ενδέχεται να παρασυρθεί εις αγώνας οίτινες θα καταλήξωσιν εις συμφοράς» (απόσπασμα από την αιτιολόγηση του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου για την ενός μηνός παύσης του από τα καθήκοντά εκπαιδευτικού).
Στις μέρες μας ο συγκεκριμένος συγγραφέας ―που στην εποχή του υπήρξε ένας από τους πλέον δραστήριους ανθρώπους των Γραμμάτων― είναι σχεδόν ολότελα ξεχασμένος. Αλλά εάν διαβάσει κανείς σήμερα τη συλλογή Οι νεκροί της ζωής, νομίζω πως θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως Κ. Π. ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία συγγραφέων που δεν ξεχάστηκαν επειδή ξεπεράστηκαν, αλλά επειδή δεν υπάκουσαν στις αφηγήσεις που, σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές, ζητήθηκαν από τη λογοτεχνία. Οι Νεκροί της ζωής, ίσως η πιο πυκνή και αποκαλυπτική συλλογή διηγημάτων του, παραμένει έως σήμερα ένα σώμα κειμένων που αντιστέκεται τόσο στην αισιοδοξία της προόδου όσο και στη βεβαιότητα της ιδεολογικής λύτρωσης.
Την εποχή της πρώτης τους κυκλοφορίας, τα διηγήματα του Παρορίτη γνώρισαν απήχηση και προκάλεσαν ενόχληση. Η κοινωνική κριτική τους ήταν σαφής, άμεση, σχεδόν αμείλικτη. Δεν στόχευε σε μεμονωμένες αδικίες ή «κακούς χαρακτήρες», αλλά αποκάλυπτε έναν μηχανισμό κοινωνικού αποκλεισμού που λειτουργούσε αθόρυβα και αποτελεσματικά. Οι ήρωές του δεν είναι τραγικοί με την κλασική έννοια, δεν αγωνίζονται για ανατροπή, ούτε διεκδικούν δικαίωση. Είναι άνθρωποι που έχουν ήδη αποκοπεί από την ίδια τη δυνατότητα μιας πλήρους ζωής, που υπάρχουν στο περιθώριο όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανονικότητα.
Αυτή ακριβώς η στάση εξηγεί γιατί ο Παρορίτης δεν ενσωματώθηκε ποτέ πλήρως ούτε στον μεταγενέστερο λογοτεχνικό κανόνα ούτε, κυρίως, στο οργανωμένο αριστερό κίνημα της εποχής του. Παρότι η θεματολογία του είναι αναμφίβολα κοινωνική και βαθιά κριτική απέναντι στις ανισότητες, η γραφή του δεν προσφέρει εκείνο που η Αριστερά – ιδίως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα – θεωρούσε αναγκαίο: προοπτική, συλλογικότητα, ιστορικό ορίζοντα αλλαγής.
Το οργανωμένο αριστερό κίνημα αναζητούσε στη λογοτεχνία συμμάχους. Έργα που θα προβάλανε την ταξική σύγκρουση, που θα έδιναν φωνή στο υποκείμενο της αλλαγής, που – έστω έμμεσα – θα υποσχόταν μια έξοδο από την αδικία. Ο Παρορίτης δεν προσφέρει τίποτε από αυτά. Οι «νεκροί» του δεν εξεγείρονται, δεν οργανώνονται, δεν μετατρέπονται σε φορείς ιστορικής αναγκαιότητας. Δεν είναι προλετάριοι με την ιδεολογική έννοια· είναι άνθρωποι εξαντλημένοι πριν καν φτάσουν στη δυνατότητα της σύγκρουσης.
Αυτή η απουσία προοπτικής τον καθιστά δύσκολο και για την Αριστερά και για τον μεταγενέστερο νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα. Η κοινωνική του κριτική είναι βαθιά, αλλά αρνείται να μετατραπεί σε πολιτικό μήνυμα. Δεν υπάρχει στον Παρορίτη ούτε καταγγελτικός τόνος ούτε ρητορική ελπίδας. Η αδικία παρουσιάζεται ως συνθήκη ζωής, όχι ως ιστορικό στάδιο που οδεύει προς υπέρβαση. Και αυτό, για ένα κίνημα που πίστευε ―και έπρεπε να πιστεύει― στην αναγκαιότητα της αλλαγής, ήταν σχεδόν αβάσταχτο.
Αν μεταφερθούμε στο σήμερα, αυτή ακριβώς η «έλλειψη» γίνεται το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου του. Σε μια εποχή όπου η κοινωνική λογοτεχνία συχνά επιδιώκει την ορατότητα, τη φωνή, την αφήγηση του τραύματος ως πράξη χειραφέτησης, ο Παρορίτης επιμένει στη σιωπή. Οι ήρωές του δεν αφηγούνται τον εαυτό τους. Δεν ζητούν αναγνώριση. Υπάρχουν ως απόδειξη ενός κόσμου που λειτουργεί χωρίς να τους χρειάζεται.
Γι’ αυτό και ο Παρορίτης δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στον κανόνα. Ο κανόνας ―ακόμη και όταν αυτοχαρακτηρίζεται κριτικός ή προοδευτικός― χρειάζεται συγγραφείς που επιβεβαιώνουν ότι η λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του κόσμου. Ο Παρορίτης δεν το επιβεβαιώνει. Μας υποχρεώνει, αντίθετα, να αναρωτηθούμε αν η βελτίωση αυτή υπήρξε ποτέ για όλους.Και όμως, ακριβώς γι’ αυτό θα μπορούσε σήμερα να διαβαστεί ξανά. Όχι ως πρόδρομος, ούτε ως παραγνωρισμένος κοινωνικός συγγραφέας, αλλά ως συγγραφέας της ματαίωσης κάθε ελπίδας. Η ανάγνωσή του δεν μας καλεί σε δράση ούτε σε συμπόνια. Μας καλεί σε επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε ότι, παρά τις αλλαγές στο λεξιλόγιο και στις ιδεολογίες, οι «νεκροί της ζωής» εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ίσως ο Παρορίτης να μην ανήκει τελικά σε κανένα στρατόπεδο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο τίμια θέση για έναν συγγραφέα που αρνήθηκε να παρηγορήσει τόσο την εξουσία όσο και τους αντιπάλους της. Η λογοτεχνία του δεν υπόσχεται λύση. Υπόσχεται μόνο ότι δεν θα μας αφήσει να ξεχάσουμε.
Περιοδικό Χάρτης – Ιούνιος 2026
(716 λέξεις)
Subscribe to:
Posts (Atom)



