9.7.26
Μάνος Κοντολέων: «Η λογοτεχνία δεν δίνει απαντήσεις· μας βοηθά να αναζητήσουμε τα δικά μας ερωτήματα»
Η Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου στο https://shetalks.gr συζήτησε μαζί μου πάνω στα θέματα που αναπτύσσονται στο "Τριποντο και Πιρουέτα" και μεταξύ των άλλων σημειώνει: Ο Μάνος Κοντολέων με τον γνώριμο, βαθιά ανθρώπινο και στοχαστικό του λόγο, μοιράζεται σκέψεις που δεν απευθύνονται μόνο στους νέους αναγνώστες, αλλά σε κάθε άνθρωπο που πιστεύει ότι η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει ουσιαστικά την ανθρώπινη εμπειρία.
Όλη η συνέντευξη:
by Βασιλική Παπαθανασίου 9 Ιουλίου 2026
Ο Μάνος Κοντολέων, ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αγαπητούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, έχει αφιερώσει περισσότερες από πέντε δεκαετίες στη λογοτεχνία, δημιουργώντας έργα που έχουν διαμορφώσει γενιές αναγνωστών. Με βιβλία που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία, τη λογοτεχνική τους αρτιότητα και τον ουσιαστικό διάλογο που ανοίγουν γύρω από κοινωνικά ζητήματα, έχει καθιερωθεί ως μία από τις πιο αξιόπιστες και διαχρονικές φωνές της ελληνικής παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.
Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Τρίποντο και πιρουέτα», ο Μάνος Κοντολέων μιλά για τη συνάντηση δύο κόσμων που μοιάζουν διαφορετικοί αλλά έχουν πολλά κοινά, για τη διαφορετικότητα, τα κοινωνικά στερεότυπα, την αναζήτηση της ταυτότητας, τη δύναμη του έρωτα και την αξία της αποδοχής. Με τον γνώριμο, βαθιά ανθρώπινο και στοχαστικό του λόγο, μοιράζεται σκέψεις που δεν απευθύνονται μόνο στους νέους αναγνώστες, αλλά σε κάθε άνθρωπο που πιστεύει ότι η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει ουσιαστικά την ανθρώπινη εμπειρία.
–Πώς γεννήθηκε η ιδέα να συνδυάσετε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους, το μπάσκετ και τον χορό, στην ίδια ιστορία;
Πάντα με ενδιέφεραν οι αντιθέσεις. Όχι τόσο για τη σύγκρουση που μπορεί να προκαλούν, όσο γιατί πιστεύω πως συχνά πίσω από δύο φαινομενικά αντίθετες καταστάσεις κρύβονται βαθύτερες συγγένειες. Το μπάσκετ και ο χορός μοιάζουν να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Κι όμως, και τα δύο απαιτούν πειθαρχία, αφοσίωση, γνώση και έλεγχο του σώματος, πάθος. Και τα δύο, επίσης, επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκφράσει κάτι βαθύτερο από αυτό που μπορεί να ειπωθεί με λόγια. Έτσι γεννήθηκαν ο Άλεκ και ο Κλείτος. Ο ένας μέσα στο γήπεδο, ο άλλος πάνω στη σκηνή. Δύο διαφορετικές διαδρομές που κάποια στιγμή συναντιούνται και ανακαλύπτουν πως ίσως δεν είναι τόσο διαφορετικές όσο νόμιζαν.
–Οι δύο έφηβοι ήρωες αγαπούν διαφορετικά πράγματα και έχουν διαφορετικά όνειρα. Τι θέλατε να δείξετε μέσα από αυτή την αντίθεση;
Ίσως πως η ουσιαστική σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεν προϋποθέτει την ομοιότητά τους. Το αντίθετο, θα έλεγα. Συχνά είναι η διαφορετικότητα του άλλου που μας βοηθά να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας -ίσως κάπως έτσι και να γεννιέται η έλξη ανάμεσα σε άτομα διαφορετικών φύλων. Πάντως ο Άλεκ και ο Κλείτος δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Χρειάζεται να μάθουν να αναγνωρίζουν, να σέβονται και εν τέλει να αγαπούν το όνειρο του άλλου. Και αυτό θεωρώ πως είναι μια από τις βαθύτερες μορφές αγάπης: να μη ζητάς από τον άλλον να γίνει όμοιός σου, αλλά να τον βοηθάς να γίνει περισσότερο αυτό που ο ίδιος είναι.
–Στο βιβλίο οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με στερεότυπα για το τι «ταιριάζει» στα αγόρια. Πιστεύετε ότι αυτά τα στερεότυπα εξακολουθούν να επηρεάζουν τους νέους σήμερα;
Ασφαλώς. Ίσως έχουν αλλάξει μορφή, ίσως δεν εκφράζονται πάντοτε τόσο απροκάλυπτα όσο παλαιότερα, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν. Εξακολουθούμε να έχουμε συγκεκριμένες προσδοκίες για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα αγόρι, τι πρέπει να αγαπά, πώς πρέπει να εκφράζει τα συναισθήματά του, ακόμη και ποιον επιτρέπεται να ερωτευτεί. Και φοβάμαι πως η κοινωνία μας, ενώ συχνά διακηρύσσει την αποδοχή της διαφορετικότητας, στην καθημερινή ζωή αποδεικνύεται πολύ λιγότερο ανεκτική. Ιδιαίτερα το σχολικό περιβάλλον μπορεί να γίνει εξαιρετικά σκληρό απέναντι σε όποιον αποκλίνει από αυτό που η πλειοψηφία θεωρεί «φυσιολογικό». Αυτό ακριβώς βιώνουν, με διαφορετικό τρόπο, και οι ήρωες του βιβλίου μου.
–Πόσο σημαντικό είναι για έναν έφηβο να ακολουθεί το προσωπικό του όνειρο, ακόμη κι όταν οι άλλοι διαφωνούν ή τον αποδοκιμάζουν;
Θα προτιμούσα στην συγκεκριμένη ερώτηση σας, στη θέση της λέξης ‘όνειρο’ να βάζαμε τη λέξη ‘ταυτότητα’. Αλλά ας παραμείνω στο ’προσωπικό όνειρο. Είναι σημαντικό, αλλά δεν θα ήθελα να δώσω μια εύκολη απάντηση του τύπου «ακολούθησε το όνειρό σου και όλα θα πάνε καλά». Δεν πάνε πάντοτε όλα καλά. Η υπεράσπιση μιας προσωπικής επιλογής έχει συχνά κόστος, ιδιαίτερα στην εφηβεία, όταν η ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα είναι πολύ ισχυρή. Νομίζω, λοιπόν, πως το σημαντικότερο είναι ο νέος άνθρωπος να μάθει να αναγνωρίζει ποια επιθυμία είναι πραγματικά δική του και ποια του έχει επιβληθεί από τους άλλους. Κι έπειτα να βρει τη δύναμη, αλλά και τους ανθρώπους που θα τον στηρίξουν, ώστε να ακολουθήσει τη δική του διαδρομή.
–Ο έρωτας αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορίας. Πώς επηρεάζει τις αποφάσεις και την ωρίμανση των δύο πρωταγωνιστών;
Θα έλεγα πως ο έρωτας δεν αποτελεί απλώς ένα σημαντικό στοιχείο της ιστορίας. Βρίσκεται στον πυρήνα της. Γιατί ο έρωτας αναγκάζει τον Άλεκ και τον Κλείτο να κοιτάξουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Να αναρωτηθούν τι αισθάνονται, τι επιθυμούν, τι φοβούνται και, κυρίως, αν έχουν το δικαίωμα να αποδεχθούν αυτό που τους συμβαίνει. Μέσα από τη σχέση τους ωριμάζουν, γιατί μαθαίνουν κάτι πολύ δύσκολο: πως ο έρωτας δεν είναι μόνο επιθυμία. Είναι ευθύνη, εμπιστοσύνη, σεβασμός, συναίνεση, φροντίδα του άλλου. Και ίσως γι’ αυτό η ερωτική σχέση δύο εφήβων μπορεί να αποτελέσει ένα τόσο σημαντικό βήμα προς την ενηλικίωση.
–Ποια χαρακτηριστικά των δύο ηρώων πιστεύετε ότι μπορούν να αναγνωρίσουν και να αγαπήσουν περισσότερο οι σημερινοί έφηβοι αναγνώστες;
Δεν ξέρω αν μπορώ να προβλέψω τι θα αγαπήσει ένας σημερινός έφηβος. Ελπίζω, όμως, να αναγνωρίσει στους δύο ήρωες τις αντιφάσεις τους. Γιατί ούτε ο Άλεκ ούτε ο Κλείτος είναι κατασκευασμένοι ως πρότυπα. Φοβούνται, θυμώνουν, κάνουν λάθη, υποχωρούν, κάποτε πληγώνουν και πληγώνονται. Προσπαθούν να καταλάβουν τον εαυτό τους την ίδια στιγμή που προσπαθούν να καταλάβουν τον άλλον. Αυτή η αβεβαιότητα, αυτή η συνεχής αναζήτηση του ποιος είμαι και του ποιος θέλω να γίνω, νομίζω πως αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εφηβείας. Και ίσως αυτό είναι που μπορεί να τους κάνει οικείους στους νέους αναγνώστες.
–Υπήρξε κάποια προσωπική εμπειρία ή πραγματικό πρόσωπο που σας ενέπνευσε στη δημιουργία των χαρακτήρων;
Όχι κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Αλλά κανένας συγγραφέας δεν δημιουργεί τους χαρακτήρες του από το τίποτε. Μέσα στον Άλεκ και στον Κλείτο υπάρχουν άνθρωποι που έχω γνωρίσει, άτομα που υπήρξαν συμμαθητές μου, νέοι που έχω συναντήσει στα σχολεία όλα αυτά τα χρόνια, συζητήσεις που έχω κάνει, καταστάσεις που έχω παρατηρήσει. Και ασφαλώς υπάρχει και κάτι από τον έφηβο που κάποτε υπήρξα εγώ ο ίδιος. Όχι ως προς τις συγκεκριμένες εμπειρίες των ηρώων, αλλά ως προς την ανασφάλεια, την ανάγκη αποδοχής, τον φόβο της απόρριψης και την προσπάθεια να ανακαλύψεις ποιος πραγματικά είσαι. Οι συγγραφείς, άλλωστε, νομίζω πως δανείζουμε στους ήρωές μας περισσότερα δικά μας στοιχεία απ’ όσα είμαστε πάντοτε πρόθυμοι να παραδεχτούμε.
–Αν οι δύο πρωταγωνιστές συναντούσαν σήμερα έναν έφηβο που φοβάται να εκφράσει αυτό που πραγματικά αγαπά, τι συμβουλή πιστεύετε ότι θα του έδιναν;
Νομίζω πως δεν θα του έδιναν συμβουλές. Κι αυτό θα ήταν ίσως το πιο σημαντικό. Θα του έλεγαν πως καταλαβαίνουν τον φόβο του. Πως και οι ίδιοι φοβήθηκαν. Πως δεν είναι πάντοτε εύκολο να υπερασπίζεσαι αυτό που είσαι ή αυτό που αγαπάς. Ίσως, όμως, στο τέλος να του έλεγαν κάτι πολύ απλό: «Μη βιαστείς να γίνεις αυτό που οι άλλοι περιμένουν από σένα. Δώσε στον εαυτό σου τον χρόνο να ανακαλύψει ποιος είναι». Και, κυρίως, θα του έλεγαν να αναζητήσει ανθρώπους που μπορούν να τον ακούσουν χωρίς να τον κρίνουν. Γιατί κανένας έφηβος δεν θα έπρεπε να αναγκάζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τον φόβο της διαφορετικότητάς του.
–Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θα θέλατε να κρατήσει ένας νέος άνθρωπος όταν κλείσει το βιβλίο;
Δεν πιστεύω πολύ στα «μηνύματα» της λογοτεχνίας. Ένα μυθιστόρημα δεν γράφεται για να διδάξει στον αναγνώστη τι πρέπει να σκέφτεται. Γράφεται, ίσως, για να τον βοηθήσει να αναρωτηθεί. Αν, λοιπόν, θα ήθελα κάτι να μείνει στον νέο άνθρωπο που θα κλείσει αυτό το βιβλίο, θα ήταν η σκέψη πως έχει δικαίωμα να αναζητήσει ποιος είναι, να αγαπήσει, να επιθυμήσει, να αμφιβάλλει, ακόμη και να κάνει λάθη. Αλλά μαζί με αυτό το δικαίωμα υπάρχει και κάτι άλλο: η υποχρέωση να αναγνωρίζει τα ίδια δικαιώματα και στον άλλον. Ίσως τελικά η ενηλικίωση να αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας χωρίς να αρνούμαστε την ελευθερία του άλλου.
–Αν μπορούσατε να προσθέσετε ένα ακόμη κεφάλαιο στο «Τρίποντο και πιρουέτα», πώς θα φανταζόσασταν το μέλλον των δύο ηρώων λίγα χρόνια αργότερα;
Δεν θα το πρόσθετα. Και δεν το λέω για να αποφύγω την ερώτηση. Όταν ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα, αισθάνομαι πως οι ήρωές του παύουν κατά κάποιον τρόπο να μου ανήκουν. Τους παραδίδω στους αναγνώστες και ο καθένας μπορεί να φανταστεί τη συνέχεια της ζωής τους.
Δεν ξέρω, λοιπόν, αν ο Άλεκ και ο Κλείτος θα εξακολουθούν να είναι μαζί λίγα χρόνια αργότερα. Και ίσως αυτό να μην είναι το σημαντικότερο. Θα ήθελα, όμως, να πιστεύω πως ο Άλεκ θα εξακολουθεί να μπαίνει στο γήπεδο γνωρίζοντας καλύτερα ποιος είναι και πως ο Κλείτος θα εξακολουθεί να χορεύει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να απολογηθεί για την επιλογή του.
Και θα ήθελα να πιστεύω πως, είτε μαζί είτε χωριστά, θα θυμούνται πάντα ότι κάποτε ο ένας βοήθησε τον άλλον να κάνει κάτι πολύ σημαντικό: να γνωρίσει και να αποδεχθεί καλύτερα τον εαυτό του.
Γιατί δεν είναι απαραίτητο όλοι οι μεγάλοι έρωτες να διαρκούν για πάντα. Μερικές φορές η σημασία τους βρίσκεται στο ότι μας αλλάζουν για πάντα.
Subscribe to:
Posts (Atom)
