29.8.26
Ίαν ΜακΓιούαν «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε»
Ίαν ΜακΓιούαν
«Τι μπορούμε να γνωρίζουμε»
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πατάκη
Το κεντρικό θέμα, ενός μυθιστορήματος, τις περισσότερες φορές, πολύ σύντομα γίνεται εμφανές. Μα άλλοτε πάλι -και σίγουρα σπανιότερα σε κάποια λογοτεχνικά έργα, καθώς προχωρά η ανάγνωση, σου γεννιέται η υποψία πως κάτω από το δήθεν κυρίαρχο ζήτημα, κρύβεται ένα άλλο, ίσως περισσότερο ουσιαστικό.
Στη δεύτερη αυτή κατηγορία τείνω να τοποθετήσω το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε».
Βρισκόμαστε στο 2119. Μια τεράστια οικολογική καταστροφή έχει μεσολαβήσει, η μορφή του κόσμου έχει αλλάξει, μεγάλα τμήματα της Βρετανίας έχουν βυθιστεί κάτω από το νερό. Και ο Τομ Μέτκαλφ, καθηγητής λογοτεχνίας, ερευνά με πάθος την τύχη ενός ποιήματος που ο ποιητής του -σπουδαίος για την εποχή του, εκεί κάπου στις αρχές του21ου αιώνα- Φράνσις Μπλάντι είχε απαγγείλει, το 2014, σε μια μικρή ομάδα φίλων.
Αυτό είναι το εύρημα πάνω στο οποίο ο ΜακΓιούαν οικοδομεί το πρόσφατο μυθιστόρημά του και το οποίο του επιτρέπει να θέσει μια σειρά από ερωτήματα που τον έχουν απασχολήσει και σε προηγούμενα έργα του. Τι μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε για το παρελθόν; Πόσο αξιόπιστη είναι η μνήμη; Τι απομένει από τη ζωή των ανθρώπων μέσα στα αρχεία, στις επιστολές, στα ημερολόγια; Και πόσο κοντά βρίσκεται η ιστορική αλήθεια στην αλήθεια εκείνων που έζησαν τα γεγονότα;
Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί υπάρχουν ασφαλώς στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε». Αναρωτιέμαι, όμως, αν υπάρχει και κάτι άλλο, περισσότερο υπόγειο και ίσως περισσότερο ανορθόδοξα προβληματιζόμενο σε σχέση με τη φύση του ανθρώπου
Τα άτομα της Δύσης -αυτοί είναι τα κεντρικά πρόσωπα του έργου- που έζησαν πριν από την καταστροφή δεν ήταν αμόρφωτοι ούτε αδιάφοροι για τα πνευματικά ζητήματα. Κάθε άλλο. Ήταν ποιητές, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι. Άνθρωποι με γνώσεις και ευαισθησίες, άνθρωποι που συζητούσαν για την τέχνη, που ερωτεύονταν, πρόδιδαν, φιλοδοξούσαν, αναζητούσαν την αναγνώριση. Κι όμως, την ίδια στιγμή, ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούσαν οδηγούνταν προς την καταστροφή.
Δεν την έβλεπαν; Κι αν ναι -όλα τα στοιχεία αυτό έδειχναν- γιατί την αγνοήσανε;
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το πρώτο καίριο ερώτημα που θέτει ο ΜακΓιούαν. Όχι γιατί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται έναν κίνδυνο, αλλά γιατί, ακόμη και όταν τον αντιλαμβάνονται, συνεχίζουν να ζουν σαν να μην υπάρχει. Και μάλιστα όχι οποιοιδήποτε άνθρωποι. Αλλά εκείνοι ακριβώς που, λόγω της μόρφωσης και της πνευματικής τους καλλιέργειας, θα περίμενε κανείς να έχουν περισσότερο ανεπτυγμένη την ικανότητα να διακρίνουν το ουσιώδες από το επουσιώδες και να ηγηθούν μιας εκστρατείας σωτηρίας του πλανήτη και του πολιτισμού του
Κι όμως ένας κόσμος οδηγείται στην καταστροφή και εκείνοι ασχολούνται με ποιήματα, ερωτικές απιστίες, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, προσωπικές ματαιοδοξίες.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως ο ΜακΓιούαν τους αντιμετωπίζει με κάποια ειρωνεία. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο ίδιος πρέπει άλλες διαθέσεις να είχε απέναντι στους ήρωές του.
Κι όχι μόνο σε όσους ζούσανε το 2014, αλλά και σε όσους μας τους συστήνει να ζούνε το 2119
Ένας αιώνας έχει περάσει . Η καταστροφή έχει πλέον συμβεί. Και τι κάνουν οι άνθρωποι που επέζησαν;
Περίπου τα ίδια με τους προγόνους τους.
Ο Τομ Μέτκαλφ ζει μέσα στα ερείπια ενός πολιτισμού. Γνωρίζει τι έχει συμβεί. Κι όμως, αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στην αναζήτηση ενός χαμένου ποιήματος και στην ανασύσταση των ερωτικών και προσωπικών σχέσεων μιας ομάδας ανθρώπων που πέθαναν πριν από εκατόν τόσα χρόνια.
Η καταστροφή άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Δεν φαίνεται, όμως, να άλλαξε ουσιαστικά τον άνθρωπο.
Και, κυρίως, δεν άλλαξε τον διανοούμενο.
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το ενδιαφέρον της θέσης του ΜακΓιόυαν αλλά και η βαθύτερη ειρωνεία του μυθιστορήματος. Γιατί το ερώτημα που θέτει ο τίτλος του ίσως δεν είναι μόνο ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’. Ίσως είναι και κάτι διαφορετικό: ‘Τι επιλέγουμε να γνωρίζουμε;’ Ή και ακόμα: : ‘Τι θεωρούμε άξιο να γνωρίσουμε;΄.
Ο Τομ διαθέτει γνώσεις, ευφυΐα, επιμονή, ερευνητική ικανότητα. Και πού στρέφει όλη αυτή την πνευματική ενέργεια; Σε ένα χαμένο ποίημα, σε μια ερωτική προδοσία, στα μυστικά και στα ψέματα ανθρώπων ενός άλλου αιώνα.
Κάπου εδώ ο αναγνώστης κινδυνεύει να διατυπώσει μια ένσταση. Γιατί ο ΜακΓιούαν, ενώ έχει τοποθετήσει το μυθιστόρημά του μετά από μια τεράστια οικολογική καταστροφή, δεν ασχολείται όσο θα περίμενε κανείς με την ίδια την καταστροφή; Γιατί ο κόσμος του 2119 και η καθημερινότητά του παραμένει συχνά στο περιθώριο της αφήγησης;
Αδυναμία της ίδιας της δομής του έργου ή μήπως η καταστροφή βρίσκεται στο περιθώριο του μυθιστορήματος ακριβώς επειδή βρίσκεται στο περιθώριο της ανθρώπινης συνείδησης;
Αυτό που συνέβαινε πριν από την καταστροφή, αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει και μετά από αυτήν;
Μα, αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο ΜακΓιούαν στήνει μια παγίδα όχι μόνο στους ήρωές του, αλλά και στον ίδιο τον αναγνώστη. Γιατί κι εμείς, καθώς διαβάζουμε, θέλουμε να μάθουμε πού βρίσκεται το χαμένο ποίημα. Θέλουμε να ανακαλύψουμε ποιος πρόδωσε ποιον. Τι έκρυψε η Βίβιεν. Ποια ήταν η αλήθεια για τον Φράνσις. Ποια μυστικά δεν κατάφεραν να διασώσουν τα αρχεία.
Και σχεδόν ξεχνάμε ότι ο κόσμος που ξέρουμε, που ζούμε έχει καταστραφεί.
Μήπως, λοιπόν, γινόμαστε κι εμείς μέρος της πνευματικής αυταρέσκειας που το μυθιστόρημα περιγράφει;
Νομίζω πως αυτή είναι η πιο απροσδόκητη και γι’ αυτό η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’. Ο ΜακΓιούαν δεν μας λέει πως ο πολιτισμός μας στερείται γνώσης. Το αντίθετο. Διαθέτουμε περισσότερη γνώση από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Διαθέτουμε επιστήμη, τέχνη, λογοτεχνία, τεχνολογία, ιστορική συνείδηση.
Κι όμως, όλη αυτή η γνώση δεν φαίνεται να μας εξασφαλίζει την ικανότητα να διακρίνουμε το σημαντικό από το ασήμαντο.
Ίσως, όμως, στο σημείο αυτό να εκφρασθεί μια αντίρρηση -τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος; Να πάψει να γράφει ποιήματα επειδή η καταστροφή πλησιάζει; Να πάψει να ερωτεύεται, να ζηλεύει, να φιλοδοξεί, να ερευνά το παρελθόν; Και ο Τομ, έναν αιώνα αργότερα, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει από το να αναζητά μέσα στα ερείπια τα ίχνη εκείνου του πολιτισμού που χάθηκε;
Ίσως αυτό που ονομάζουμε πνευματική αυταρέσκεια να είναι συγχρόνως και ένας τρόπος επιβίωσης. Ίσως ο άνθρωπος να συνεχίζει να ασχολείται με τα ποιήματά του όχι επειδή αγνοεί την καταστροφή, αλλά επειδή μόνο μέσα από αυτά μπορεί να αντέξει τη γνώση της.
Και κάπου εδώ η κριτική προς τους ήρωες του μυθιστορήματος επιστρέφει στον ίδιο τον δημιουργό τους.
Το ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’ είναι ένα μεγάλο σε έκταση μυθιστόρημα. Ο ΜακΓιούαν επιμένει στις λεπτομέρειες, στις παρεκβάσεις, στις πληροφορίες, στις διανοητικές αναζητήσεις των ηρώων του. Η αφήγηση συχνά επιβραδύνεται. Ο αναγνώστης μπορεί να αισθανθεί ότι η σκέψη του συγγραφέα χρειάζεται όλο και περισσότερο χώρο, ενώ η ίδια η μυθιστορηματική ροή υποχωρεί.
Θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει αδυναμία. Και ίσως να είναι.
Αλλά και πάλι δεν είμαι βέβαιος.
Γιατί το ίδιο το μυθιστόρημα μοιάζει τελικά να συμπεριφέρεται όπως οι ήρωές του. Ο κόσμος κινδυνεύει και εκείνο επιμένει να φιλοσοφεί. Οι αναπνοές γίνονται όλο και πιο δύσκολες και εκείνο συνεχίζει να συζητά για την ποίηση, τη μνήμη, τα αρχεία, τις απιστίες, τις λεπτομέρειες μιας ζωής που έχει περάσει.
‘Φιλοσοφώ την ώρα που οι αναπνοές μου ολοένα και εμποδίζονται’
Ίσως αυτή η φράση να μπορούσε να συνοψίσει όχι μόνο τη στάση των ηρώων του ΜακΓιούαν, αλλά και τη στάση του ίδιου του μυθιστορήματος.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο.
Η έκταση του έργου, οι παρεκβάσεις του, η επιμονή του στη λεπτομέρεια αποτελούν τα βαρίδια ενός συγγραφέα που, παραδομένος στη δική του πνευματική αυταρέσκεια, δεν αντιλαμβάνεται ότι η αφήγησή του δυσκολεύεται πλέον να αναπνεύσει;
Ή μήπως ο ΜακΓιούαν κάνει κάτι πολύ πιο τολμηρό; Μήπως αφήνει συνειδητά το ίδιο το μυθιστόρημά του να γίνει αυτό ακριβώς που είναι και το θέμα του;
Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση.
Και ίσως δεν χρειάζεται να υπάρχει.
Γιατί τότε η βαθύτερη ειρωνεία του ‘Τι μπορεί να γνωρίζουμε’ βρίσκεται ακριβώς εδώ: μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα που καταγγέλλει την πνευματική αυταρέσκεια ή ένα μυθιστόρημα που υποκύπτει στην πνευματική αυταρέσκεια. Μπορεί ακόμη —και αυτή μου φαίνεται η περισσότερο ενδιαφέρουσα εκδοχή— να είναι και τα δύο συγχρόνως.
Ένας κόσμος καταστρέφεται.
Ο άνθρωπος το γνωρίζει.
Και συνεχίζει να σκέφτεται, να ερωτεύεται, να ερευνά, να γράφει και να διαβάζει ποιήματα.
Ίσως επειδή δεν έχει καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Ίσως επειδή έχει καταλάβει πολύ καλά.
Και δεν διαθέτει κανέναν άλλο τρόπο για να συνεχίσει να αναπνέει.
Θεωρώ πως η αναγνώριση της επιτυχίας της μετάφρασης της Κατερίνας Σχινά δεν χρειάζεται να τονισθεί. Εκ των προτέρων δεδομένη. Το βρετανικό φλέγμα της γραφής του ΜακΓιούαν έχει με επιτυχία μεταφερθεί στη γλώσσα μας.
(1370 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο Νέων 29/8/2026
24.8.26
Ένθετο 'Τέχνες και Γράμματα ' Καθημερινής' (23/8/2026) -Βιβλία που ανά ηλικία αξίζει κανείς να διαβάσει.
Έως 10
Μάγια Αγγέλου
«Η ζωή δε με τρομάζει»
Ζωγραφική: Ζαν – Μισέλ Μπασκιά
Μετάφραση: Άγγελος Αγγελίδης και Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Πουά
Ποιήτρια, πεζογράφος, τραγουδίστρια, ακτιβίστρια -η Μάγια Αγγέλου (1928-2014) υπήρξε μια εμβληματική παρουσία στην καλλιτεχνική, μα και πολιτική ζωή των ΗΠΑ.
Ως λογοτέχνης η Αγγέλου έχει καταθέσει -πέρα από συλλογές ποιημάτων και δοκιμίων και κάποια εικονογραφημένα για παιδιά- επτά αυτοβιογραφικά βιβλία, που είναι και εκείνα τα οποία την έχουν τοποθετήσει σε μια κεντρική θέση στην λογοτεχνική ιστορία των ΗΠΑ (μόνο δύο έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά). Μέσα από τα βιβλία αυτά μπορεί κανείς να γνωρίσει όχι μόνο την ατομική πορεία ενός ανθρώπου που έχει πάρει στα δικά του χέρια την ίδια του τη ζωή, αλλά και τα ποικίλα κοινωνικά ζητήματα που χαρακτήρισαν τον αμερικάνικο λαό τον 20ο αιώνα.
Το σε ποιητική φόρμα "Η ζωή δε με φοβίζει' αποτελεί ένα σύντομο και εύστοχο κείμενο , με τη μορφή ελευθέρου στίχου που μιλά για το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να καθορίζει ο ίδιος τη μοίρα του και να αντιμετωπίζει το ατομικούς του φόβους, αλλά και τα εμπόδια που οι άλλοι μπορεί να στήνουν μπροστά του. Στην ουσία πρόκειται για μια στάση ζωής -αυτή που ακολούθησε και η ίδια η Αγγέλου- δοσμένη με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να συνομιλεί με αναγνώστες κάθε ηλικίας.
Η συγκεκριμένη έκδοση πέρα από τον τόσο δυνατό κείμενο, έχει και πολύ δυνατές -και απόλυτα ταυτισμένες με το συγγραφικό ύφος- εικόνες του ζωγράφου Ζαν-Μισέλ Μπασκιά.
Παιδί των τελευταίων δεκαετιών του 20ου, ο με καταγωγή από την Αϊτή και το Πουέρτο Ρίκο, Μπασκιά (1960-1998) ζωγράφιζε με μια θυμωμένη αντίδραση απέναντι στο όποιο κατεστημένο.
Θα έλεγα κανείς πως απέναντι στη μαχητική θέση της Αγγέλου, εκείνος εκφράστηκε με μια επιθετική αντίδραση.
Μια υπέροχη εικονογραφημένη έκδοση
Έως 20:
Νάταλι Μπάμπιτ
«Η μαγική πηγή»
Μετάφραση: Άννα Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός
Ανάμεσα στα διάφορα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, υπάρχουν κάποια που διαβάζονται ως περιπέτεια* άλλα πάλι μπορεί να θεωρηθούν ως μυθιστορήματα ενηλικίωσης και κάποια άλλα που φωτίζουν κοινωνικά ζητήματα
Πολύ λίγα έχει τύχει να συναντήσω πως ενώ έχουν εκδοθεί ως βιβλία για παιδιά ή για νεαρούς αναγνώστες, τελικά μιλούν με τρόπο απροσδόκητα βαθυστόχαστο για τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Το «Tuck Everlasting» της Natalie Babbitt (που στα ελληνικά έγινε γνωστό με τον τίτλο «Η μαγική πηγή») , ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την τελευταία κατηγορία.
Είναι ένα βιβλίο όπου η αγωνία δεν είναι αν ο ήρωας θα σωθεί, αλλά αν θα αποδεχθεί ότι κάποτε θα πεθάνει.
Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη δύναμη του μυθιστορήματος -η αθανασία δεν παρουσιάζεται ως θαύμα αλλά ως παγίδα.
Η Babbitt απογυμνώνει ένα από τα αρχαιότερα ανθρώπινα όνειρα και το μετατρέπει σε μια υπαρξιακή τραγωδία. Οι Τακ δεν είναι δυστυχισμένοι επειδή υποφέρουν. Είναι δυστυχισμένοι επειδή τίποτα πια δεν μεταβάλλεται. Δεν υπάρχει αναμονή, δεν υπάρχει προσδοκία, δεν υπάρχει κύκλος -ο χρόνος γι αυτούς έχει σταματήσει.
Οπότε η μυθιστορηματική πλοκή εισχωρεί σε μια περιοχή που εγώ προσωπικά πάντοτε θεωρούσα γόνιμη για τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους: είναι πέρασμα από τη λεπτή εκείνη γραμμή όπου η παιδική αφήγηση παύει να προστατεύει και αρχίζει να μυεί. Η ενηλικίωση δεν είναι η κατάκτηση μιας ελευθερίας· είναι η αποδοχή ενός ορίου. Και η ζωή -αποδεικνύει η Babbitt- αποκτά αξία ακριβώς επειδή δεν είναι άπειρη.
‘Έως 30:
Larry Tremblay «Ο Πορτοκαλεώνας»
Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Αρμός
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται ο Αμέντ και ο Αζίζ, δύο δίδυμα εννιάχρονα αγόρια που μεγαλώνουν σε μια απροσδιόριστη εμπόλεμη ζώνη της Μέσης Ανατολής. Όταν μια βόμβα σκοτώνει τους παππούδες τους μέσα στον οικογενειακό πορτοκαλεώνα, ο πατέρας τους καλείται να πάρει μια απάνθρωπη απόφαση: να επιλέξει ποιο από τα δύο παιδιά του θα θυσιαστεί ως βομβιστής αυτοκτονίας. Και κάπως έτσι ξεκινά η ανατομία του φανατισμού. Το βιβλίο δεν εστιάζει στην πολιτική, αλλά στην ψυχολογική και ηθική κατάρρευση. Αναλύει πώς ο πόλεμος εισβάλλει στην παιδική ηλικία και πώς η ιδεολογία μπορεί να διαστρέψει ακόμα και την πατρική αγάπη.
Αλλά από εκεί και πέρα υπάρχει και το τραύμα της επιβίωσης: Το δεύτερο μέρος του βιβλίου παρακολουθεί το παιδί που επέζησε. Χρόνια μετά, έχοντας καταφύγει στην Αμερική, προσπαθεί μέσω της τέχνης και του θεάτρου να διαχειριστεί το αβάσταχτο συλλογικό και προσωπικό τραύμα.
Ο Tremblay, με μια γλώσσα σχεδόν ποιητική και χωρίς ίχνος διδακτισμού, θέτει αμείλικτα ερωτήματα: Υπάρχει συγχώρεση για τέτοια εγκλήματα; Πώς θεραπεύεται μια σπαραγμένη ψυχή; Μπορεί η τέχνη να αποδώσει τον ανθρώπινο πόνο;
Έως 40:
Nicole Krauss
«Τι σημαίνει να είσαι άντρας»
Μετάφραση: Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Η συλλογή διηγημάτων «Τι σημαίνει να είσαι άντρας» της Nicole Krauss αποδομεί την έννοια της αρρενωπότητας μέσα από τη σύγχρονη πραγματικότητα.
α.Αμφισβητεί τα στερεοτύπα -Η Krauss δεν ορίζει τον άντρα βιολογικά, αλλά κοινωνικά και συναισθηματικά. β.Εξερευνά την εξουσία καθώς αναλύει πως η ανδρική ισχύς μεταβάλλεται σε ευάλωτη φύση στις προσωπικές σχέσεις. γ. Διαθέτει μια γεωγραφική ποικιλία καθώς οι ήρωες κινούνται μεταξύ Νέας Υόρκης, Τελ Αβίβ και Ευρώπης, κουβαλώντας διαφορετικά πολιτισμικά βάρη. δ. Αναζητά την έννοια του χρόνου καθώς τα διηγήματα δείχνουν πώς οι άνθρωποι γερνούν, αλλάζουν ρόλους και αντιμετωπίζουν τα πάθη τους. και ε. έχει μια συναισθηματική πολυπλοκότητα: Φωτίζει το κενό ανάμεσα σε αυτό που η κοινωνία απαιτεί από έναν άντρα και σε αυτό που ο ίδιος νιώθει.
Παρούσα παράλληλα και η γυναικεία ματιά: Η συγγραφέας παρατηρεί τους άντρες (πατέρες, εραστές, γιους) με βαθιά , καθόλου επικριτική διάθεση.
Οι χαρακτήρες συχνά παλεύουν με το παρελθόν τους, τις απώλειες και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Η βία και η τρυφερότητα εξετάζονται ωε προς τη συνύπαρξη αυτών των δύο αντίθετων στοιχείων στην ανδρική ψυχοσύνθεση.
‘Έως 50:
«Δε θα σιωπήσουμε ποτέ» - Οι Προκηρύξεις του Λευκού Ρόδου (1942- 1943)
Μετάφραση: Θοδωρής Τσομίδης.
Εκδόσεις Πατάκη
Κατά την περίοδο 1942 -143 κυκλοφόρησαν λαθραία στη Ναζιστή Γερμάνια Οι προκυρήξεις του Λευκού Ρόδου.
Η επιχειρηματολογία του «Λευκού Ρόδου» στις προκηρύξεις του ήταν εξαιρετικά ώριμη, βαθιά πολιτική και φιλοσοφική. Δεν ήταν απλώς μια νεανική κραυγή διαμαρτυρίας, αλλά ένα δομημένο κατηγορητήριο βασισμένο σε τρεις κεντρικούς πυλώνες.
1. Ο Ηθικός και Χριστιανικός Πυλώνας (Η Έκκληση στη Συνείδηση)
Τα μέλη της οργάνωσης (επηρεασμένα από τον Καθολικισμό και την Ορθοδοξία) έβλεπαν τον Ναζισμό ως μια «σατανική» δύναμη που διέφθειρε τη γερμανική ψυχή.
Ακόμη αντιμετώπιζαν την την προσωπική ευθύνη: Τόνιζαν ότι η σιωπή και η παθητικότητα των πολιτών ισοδυναμεί με συνενοχή στα εγκλήματα του Χίτλερ.
Πρότειναν την καταδίκη του Ολοκαυτώματος:
Στη 2η προκήρυξη προχώρησαν σε μια συγκλονιστική καταγγελία: μίλησαν ανοιχτά για τη μαζική εξόντωση 300.000 Εβραίων στην Πολωνία, αποκαλώντας την ως το πιο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
2. Ο Φιλοσοφικός και Πνευματικός Πυλώνας
Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν το πνευματικό «οπλοστάσιο» της ευρωπαϊκής ιστορίας για να αποδημήσουν το Τρίτο Ράιχ.
Χρησιμοποίησαν κλασικά κείμενα: Στις προκυρήξεις υπάρχουν εκτενείς αναφορές και αποσπάσματα από τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Αριστοτέλη και τον Λάο Τσε.
Μίλησαν για τη Φύση του Κράτους. Επιχειρηματολογούσαν ότι το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο και την ελευθερία του, ενώ το ναζιστικό κράτος είχε μετατραπεί σε έναν «μηχανισμό βίας» που ζητούσε την τυφλή υποταγή
3. Σχεδίασαν ένα Πολιτικό και Πρακτικό Πυλώνα (Το Όραμα για το Μέλλον)
Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, η επιχειρηματολογία έγινε πιο πρακτική και γεωπολιτική.
Όμως η αναπόφευκτη ήττα ήταν κοντά: Μετά την καταστροφή στο Στάλινγκραντ (6η προκήρυξη), εξήγησαν στους Γερμανούς ότι ο Χίτλερ δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο και απλώς παρατείνει τη σφαγή του γερμανικού λαού.
Στην 5η προκήρυξη είχαν δε προτείνει κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή: τη δημιουργία μιας Ομόσπονδης Ευρώπης μετά τον πόλεμο, βασισμένης στην ελευθερία του λόγου, τη δικαιοσύνη και την αποκέντρωση της εξουσίας, ώστε να εκριζωθεί ο πρωσικός μιλιταρισμός.
4. Η Μέθοδος Δράσης που Πρότειναν
Το κεντρικό τους σύνθημα ήταν το «Σαμποτάζ». Καλούσαν τον κόσμο σε παθητική αντίσταση: σαμποτάζ στα εργοστάσια όπλων, στις κυβερνητικές συγκεντρώσεις, στις εισφορές υπέρ του κόμματος και σε κάθε κρατική δομή, με σκοπό να παραλύσει η ναζιστική πολεμική μηχανή εκ των έσω.
Τελικά συνελήφθησαν και σε σύντομη δίκη -παρωδία οι περισσότεροι από αυτούς οδηγήσαν ::στη λαιμητόμο.
Μένει ιστορική η τελευταία φράση της Σόφι Σολ (μόνη γυναίκα ανάμεσα σε πέντε άντρες): «Ζήτω η Ελευθερία!» (Es lebe die Freiheit!)
Έως 60:
Colm Tóibín «Ο Μάγος»,
μτφρ, Αθηνά Δημητριάδου,
Ίκαρος 2023
Το μυθιστόρημα «Ο Μάγος» του Κολμ Τόιμπιν αποτελεί μια πολυσύνθετη βιογραφία του κορυφαίου Γερμανού δημιουργού Τόμας Μαν. Η αφήγηση παρακολουθεί τη ζωή του από την επαρχιακή Λίμπεκ, τη δημιουργία της δικής του οικογένειας με την Κάτια, έως την επώδυνη εξορία του στην Αμερική λόγω της ανόδου του ναζισμού. Το βιβλίο φωτίζει με τόλμη την έντονη αντίθεση ανάμεσα στη σοβαρή δημόσια εικόνα του ως αστού διανοουμένου και στις κρυφές, απαγορευμένες επιθυμίες της προσωπικής του ζωής. Ο Colm Tóibín προσεγγίζει το έργο Μαν με βαθύ θαυμασμό, και με θαυμαστή ικανότητα να μετατρέπει τα ιστορικά γεγονότα σε υψηλή λογοτεχνία. Ο Ιρλανδός συγγραφέας καταφέρνει να διεισδύσει με ψυχολογική ακρίβεια στις εσωτερικές συγκρούσεις του Μαν. Επιπλέον, είναι σαφές το πως το μυθιστόρημα με τόλμη αναδεικνύει τις περίπλοκες σχέσεις με τα χαρισματικά αλλά αυτοκαταστροφικά παιδιά του Μαν, προσφέροντας τελικά ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο του ανθρώπου πίσω από τον μύθο.
Έως 70:
Αγκουστίνα Μπαστερρίκα
«Εξαίσιο πτώμα»
Μυθιστόρημα
Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
Η ξαφνική εμφάνιση ενός θανατηφόρου ιού που προσβάλλει τα ζώα μεταβάλλει αμετάκλητα τον κόσμο: Από τα θηρία μέχρι τα κατοικίδια πρέπει όλα να θανατωθούν συστηματικά, ενώ το κρέας τους δεν μπορεί να καταναλωθεί. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την κατάσταση με μια δραστική απόφαση: νομιμοποιούν την εκτροφή, την αναπαραγωγή, τη σφαγή και την επεξεργασία ανθρώπινου κρέατος. Ο κανιβαλισμός γίνεται νόμος και η κοινωνία έχει διαιρεθεί σε δύο ομάδες: σ’ αυτούς που τρώνε και σ’ αυτούς που τρώγονται.
Κεντρικός χαρακτήρας ένας άντρας που έχει την ευθύνη μιας μονάδας επεξεργασίας κρέατος κι έτσι σε καθημερινή βάση έρχεται σε επαφή με όλα τα στάδια μετατροπής ανθρώπινων σωμάτων σε κρέας προς πώληση στις αγορές της πόλης. Κι όμως ο κεντρικός ήρωας όσο και αν είναι προβληματισμένος πάνω στις νέες συνθήκες, όσο και αν έχει για λόγους ατομικής επιβίωσης αποδεχτεί ένα συγκεκριμένο ρόλο μέσα στον γενικότερο κρατικό μηχανισμό, όταν θα του δοθεί η ευκαιρία να εκπληρώσει τον ασύνειδο σκοπό κάθε ζωικής ύπαρξης που δεν είναι άλλος παρά η απόκτηση απογόνων, δεν θα διστάσει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει αυτόν τον στόχο κάνοντας χρήση των ευκαιριών που η κομβική θέση του μέσα στο νέο σύστημα του παρέχει.
Και η Αγκουστίνα Μπαστερρίκα θέτει από τη μια το δίλημμα του ποια είναι η προσταγή που επικρατεί — αυτή της πρόσκαιρης επιβίωσης ή η άλλη της διατήρησης της κυτταρικής μας ταυτότητας μέσω απογόνων και από την άλλη τον προβληματισμό για το αν η όποια ηθική στάση είναι ιδιοτελής ή ανιδιοτελής;
Και τελικά θέτει το ερώτημα σχετικά με το αν οι πολιτικές αποφάσεις είναι —ή αν αξίζει να είναι— συμβατές με τον σεβασμό της ζωής κάθε είδους;
‘Έως 80:
Τζόναθαν Κόου «Bournilve»
Μετάφραση: Άλκιστις Τριμπέρη
Πόλις
Ο Τζόναθαν Κόου είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της λογοτεχνίας που γράφεται στο Ενωμένο Βασίλειο. Και τον χαρακτηρίζω ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της σύγχρονης βρετανικής λογοτεχνίας γιατί πολύ συχνά τα έργα του στηρίζονται στη σύγχρονη βρετανική ιστορία, αλλά με τον τρόπο που αυτήν μπορεί κανείς να την πλησιάσει μέσα από τη ματιά εκπροσώπων της μεσαίας αστικής τάξης αυτής της χώρας.
Πέρα από αυτό το χαρακτηριστικό, ένα ακόμα καθαρώς δικό του συγγραφικό στίγμα είναι το τι κάποια από τα μυθιστορήματά του έχουν ως ήρωές τους πρόσωπα που ανήκουν σε δυο ή τρεις οικογένειες -όλα τους μυθιστορηματικές περσόνες- που συνδιαλέγονται με εκπροσώπους του πολιτικού και επιχειρηματικού αληθινού κόσμου και μέσω αυτής της συνδιαλλαγής ο Κόου καταγράφει τις πολλαπλές εκφράσεις της αγγλικής μεσαίας τάξης.
Με κέντρο το Μπόρνβιλ, ένα προάστιο του Μπέρμιγχαμ, και με βάση δυο οικογένειες , αλλά και το εργοστάσιο -σύμβολο του τόπου- σοκολατοποιίας, ο Κόου καταφέρνει να μας παρουσιάσει τα ιστορικά και κοινωνικά και οικονομικά και πολιτικά γεγονότα που συνέβησαν στην Αγγλία, από το 1945 έως σήμερα.
Έως 90:
Julian Barnes
««Αναχωρήσεις»»
Μετάφραση Κατερίνα Σχοινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το μυθιστόρημα «Αναχωρήσεις» από τον ίδιο τον Barnes δηλώνεται ως το τελευταίο βιβλίο της πεζογραφικής του διαδρομής. Δεν μοιάζει όμως με απολογισμό, ούτε έχει στοιχεία μιας τελετουργίας αποχώρησης. Είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα αποδοχής του βιολογικού τέλους. Ο Barnes δεν επιχειρεί να συνοψίσει όσα έκανε, αλλά να σταθεί σε όσα επιμένουν όταν η αφήγηση παύει να έχει τη φιλοδοξία μετατροπής της σε μυθιστορία. Η παρουσία του γήρατος και της ασθένειας διατρέχει το βιβλίο με υπόγεια διαδρομή. Ο καρκίνος αν και κατονομάζεται, στην ουσία αντιμετωπίζεται ως συνθήκη τρόπου ζωής. Όχι με δραματικούς όρους, αλλά ως μετατόπιση της όποιας χρονικής διάρκειας σε μια ασαφή εξέλιξη της καθημερινότητας . Το μέλλον μικραίνει, το παρελθόν επιστρέφει αποσπασματικά και το παρόν μοιάζει περισσότερο χώρος παρατήρησης παρά δράσης. Το «Αναχωρήσεις» δεν μιλά για το σώμα που υποφέρει, αλλά για τη συνείδηση που μαθαίνει να ζει με το τέλος ως δεδομένο.
(2070 λέξεις)
Καθημερινή, 23/8/2026 Τέχνες και Γράμματα
15.8.26
Νάταλι Μπάμπιτ «Η μαγική πηγή»
Νάταλι Μπάμπιτ
«Η μαγική πηγή»
Μετάφραση: Άννα Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός
Ανάμεσα στα διάφορα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, υπάρχουν κάποια που διαβάζονται ως περιπέτεια* άλλα πάλι μπορεί να θεωρηθούν ως μυθιστορήματα ενηλικίωσης και κάποια άλλα που φωτίζουν κοινωνικά ζητήματα
Πολύ λίγα έχει τύχει να συναντήσω πως ενώ έχουν εκδοθεί ως βιβλία για παιδιά ή για νεαρούς αναγνώστες, τελικά μιλούν με τρόπο απροσδόκητα βαθυστόχαστο για τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Το «Tuck Everlasting» της Natalie Babbitt (που στα ελληνικά έγινε γνωστό με τον τίτλο «Η μαγική πηγή») , ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την τελευταία κατηγορία.
Η Natalie Babbitt (1932–2016) γεννήθηκε στο Οχάιο, σπούδασε εικαστικά και αρχικά εργάστηκε ως εικονογράφος. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε και στη συγγραφή. Με το συγγραφικό της έργο κατέχει μια ιδιότυπη θέση μέσα στην αμερικανική παιδική/ εφηβική λογοτεχνία, μιας και ποτέ δεν ακολούθησε τον εύκολο δρόμο της δράσης ή του διδακτισμού. Αντίθετα, έγραψε ιστορίες που εμπιστεύονται τη νοημοσύνη του νεαρού αναγνώστη και τον αντιμετωπίζουν ως άτομο ικανό να συνομιλήσει με φιλοσοφικά ερωτήματα. Κάτι τέτοιο ακριβώς συμβαίνει και με το «Tuck Everlasting» (κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1975) που θεωρείται το κορυφαίο της έργο και σήμερα συγκαταλέγεται στα κλασικά κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας για νέους.
Η θέση του μέσα στην ιστορία αυτής της λογοτεχνίας είναι ενδιαφέρουσα. Γράφεται σε μια εποχή που η αμερικανική παιδική και νεανική λογοτεχνία έχει αρχίσει να εγκαταλείπει τον ασφυχτικό εναγκαλισμό της με τον στενό διδακτισμό και να στρέφεται προς πιο σύνθετες αφηγήσεις. Μετά την πρωτοποριακή ματιά που είχαν ήδη φέρει έργα όπως το «Charlotte's Web»του E. B. White ή λίγο αργότερα το «Bridge to Terabithia» της Katherine Paterson, η Babbitt έρχεται να κάνει κάτι ακόμη πιο τολμηρό: να γράψει ένα βιβλίο όπου η αγωνία δεν είναι αν ο ήρωας θα σωθεί, αλλά αν θα αποδεχθεί ότι κάποτε θα πεθάνει.
Η υπόθεση χρησιμοποιεί μια ρεαλιστική περιγραφή, ενώ βασίζεται σε μια διαχρονική φαντασίωση του ανθρώπου. Η δεκάχρονη Γουίνι Φόστερ ανακαλύπτει μια τετραμελή οικογένεια -τους Τακ- που, πίνοντας νερό από μια πηγή, απέκτησε αθανασία. Οι Τακ δεν γερνούν, δεν πεθαίνουν, δεν αλλάζουν.
Η μικρή ηρωίδα θα δημιουργήσει -μέσα από τη διαδοχή απλών καθημερινών γεγονότων που πυροδοτούνται από τη διάθεσή της να ξεφύγει από την αυστηρότητα της δικής της οικογένειάς- μια έντονη συναισθηματική σχέση με τα μέλη της οικογένειας των Τακ και τελικά θα κληθεί να αποφασίσει αν θα πιει κι εκείνη από την πηγή.
Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη δύναμη του μυθιστορήματος -η αθανασία δεν παρουσιάζεται ως θαύμα αλλά ως παγίδα.
Η Babbitt απογυμνώνει ένα από τα αρχαιότερα ανθρώπινα όνειρα και το μετατρέπει σε μια υπαρξιακή τραγωδία. Οι Τακ δεν είναι δυστυχισμένοι επειδή υποφέρουν. Είναι δυστυχισμένοι επειδή τίποτα πια δεν μεταβάλλεται. Δεν υπάρχει αναμονή, δεν υπάρχει προσδοκία, δεν υπάρχει κύκλος -ο χρόνος γι αυτούς έχει σταματήσει.
Οπότε η μυθιστορηματική πλοκή εισχωρεί σε μια περιοχή που εγώ προσωπικά πάντοτε θεωρούσα γόνιμη για τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους: είναι πέρασμα από τη λεπτή εκείνη γραμμή όπου η παιδική αφήγηση παύει να προστατεύει και αρχίζει να μυεί. Η ενηλικίωση δεν είναι η κατάκτηση μιας ελευθερίας· είναι η αποδοχή ενός ορίου. Και η ζωή -αποδεικνύει η Babbitt- αποκτά αξία ακριβώς επειδή δεν είναι άπειρη.
Η Γουίνι δεν δημιουργείται για να γίνει ηρωίδα. Καλείται να κατανοήσει και να υποστηρίξει το κεντρικό στοιχείο κάθε ανθρώπινης ή μη ύπαρξης -την φθαρτότητά και το πεπερασμένο της.
Και η επιλογή της γίνεται ήρεμα, βαθυστόχαστα, αβίαστα και με εκείνο το διακριτικό λυρικό ύφος που χαρακτηρίζει όλο το έργο της Babbitt.
Κεντρικό ρόλο στην όλη αφηγηματική τεχνική είναι η περιγραφή της Φύσης – το περιβάλλον δεν είναι διάκοσμος, είναι ο Δάσκαλος. Τα δέντρα, οι εποχές, το νερό, η κυκλική κίνηση του κόσμου υπενθυμίζουν διαρκώς ότι το νόημα δεν βρίσκεται στη διάρκεια αλλά στη μεταβολή.
Όπως όλα τα καλά έργα για παιδιά και νέους, έτσι και αυτό το έργο δεν είναι τυχαίο ότι διαβάζεται διαφορετικά σε κάθε ηλικία. Ένα παιδί μπορεί να δει μια ιστορία μυστηρίου. Ένας έφηβος ένα αφήγημα επιλογής. Ένας ενήλικος όμως δύσκολα δεν θα αναγνωρίσει μέσα του ένα βαθιά μελαγχολικό στοχασμό πάνω στον χρόνο και στη μοναξιά της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σε κάθε περίπτωση το δίδυμο ζωή – θάνατος δίνει το παρόν του. Και εκεί είναι που βρίσκεται η διαχρονική δύναμη αυτού του έργου.
Η «Μαγική πηγή» δεν μας λέει ότι πρέπει να δεχτούμε τον θάνατο. Μας υπενθυμίζει κάτι δυσκολότερο: πως η ζωή γίνεται πολύτιμη επειδή ακριβώς κυλά, χάνεται, αλλάζει πρόσωπα και εποχές. Και πως η αληθινή αθανασία, αν υπάρχει, δεν βρίσκεται στην παράταση της ύπαρξης αλλά στο ίχνος που αφήνει η παρουσία μας μέσα στον χρόνο των άλλων.
Προσωπικά -ας μου επιτραπεί αυτός ο τόνος- τούτο το μυθιστόρημα, μαζί με το «Ιστορία Χωρίς Τέλος», του Michael Ende και το «Δίχτυ της Σαρλότας» του E. B. White καθόρισαν απόλυτα τα πρώτα συγγραφικά μου βήματα και μου δημιούργησαν την άποψή πως εν τέλει η καλή λογοτεχνία για παιδιά και νέους δεν έχει ηλικιακά όρια ως προς την σχέση της με τον αναγνώστη.
Το μυθιστόρημα της Νάταλι Μπάμπιτ δεν είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Και τις τρεις φορές που μεταφράστηκε στη γλώσσα μας είχε την τύχη να το αναλάβουν έμπειροι μεταφραστές.
Πρώτη έκδοση από τις Εκδόσεις Καλέντη (1988, μετάφραση Γιάννη Σπανδωνή)* ακολούθησαν οι Εκδόσεις Άγκυρα το 2004 σε μετάφραση της Κώστιας Κοντολέων (στην έκδοση εκείνη ο εκδότης είχε επιλέξει το τίτλοι ‘Οι αθάνατοι’) και τώρα κυκλοφορεί (πάλι ως ‘Η μαγική πηγή’) από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Άννα Κοντολέων.
Και στις τρεις εκδόσεις ο τίτλος του πρωτοτύπου έχει αλλαχτεί.
Εντούτοις καταλαβαίνω γιατί επικράτησε το «Η μαγική πηγή»: στη δεκαετία του ’80 η ελληνική παιδική λογοτεχνική αγορά συνήθιζε τίτλους πιο «παραμυθιακούς» και λιγότερο υπαρξιακούς. Κι όμως, το κείμενοι είναι πολύ πιο βαθύ και φιλοσοφικό από όσο υπόσχεται ο ελληνικός τίτλος.
Προσωπικά θα πρότεινα το: «Οι Τακ — για πάντα»… Αλλά εγώ δεν είμαι εκδότης.
(955 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο 15/8/2026
12.8.26
Howard Fast: 'Σύλβια'
Howard Fast
«Σύλβια»
Μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου
Εκδόσεις Πόλις
Ο Howard Fast (1914-2003) ανήκει στους πλέον αγαπητούς Αμερικανούς πεζογράφους του εικοστού αιώνα. Για το ευρύ αναγνωστικό κοινό το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο κυρίως με τον ιστορικό μυθιστόρημα αντίστασης «Σπάρτακος», όμως η συγγραφική του διαδρομή υπήρξε πολύ ευρύτερη. Έγραψε περισσότερα από ογδόντα βιβλία, κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο ιστορικό, το κοινωνικό και το ψυχολογικό μυθιστόρημα και δεν δίστασε να συγκρουστεί με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της εποχής του. Οι αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις τον οδήγησαν, στα χρόνια του μακαρθισμού, ακόμη και στη φυλακή, ενώ για μεγάλο διάστημα βρέθηκε αποκλεισμένος από τους αμερικανικούς εκδοτικούς κύκλους και αναγκάστηκε να εκδώσει ορισμένα έργα του με ψευδώνυμο -ένα από αυτά και η «Σύλβια», που είναι το έκτο μυθιστόρημά του που μεταφράζεται στη γλώσσα μας.
Με μια, λοιπόν, αριστερής προέλευσης ματιά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ελευθερία του ατόμου διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το έργο του. Κάτι που συμβαίνει και σε αυτό του το μυθιστόρημα.
Ξεκινώντας την ανάγνωσή της «Σύλβια», πίστεψα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα μυστηρίου. Όσο όμως προχωρούσα στις σελίδες του, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα πως ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το εύρημα μιας αναζήτησης μόνο ως πρόσχημα. Αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι να μιλήσει για την ανθρώπινη ταυτότητα, για τις μάσκες που οι άλλοι μάς φορούν και για τη δύσκολη κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας.
Η υπόθεση είναι, φαινομενικά, απλή. Ένας ιδιωτικός ερευνητής αναλαμβάνει να εντοπίσει μια γυναίκα, τη Σύλβια. Η διαδρομή του περνά από ανθρώπους που τη γνώρισαν σε διαφορετικές στιγμές της ζωής της. Καθένας θυμάται μια άλλη Σύλβια, αφηγείται μια διαφορετική ιστορία, διατυπώνει μια διαφορετική ερμηνεία για τον χαρακτήρα και τις επιλογές της. Έτσι, από την πρώτη κιόλας στιγμή γίνεται φανερό ότι η αναζήτηση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο αλλά και την αλήθεια αυτού του προσώπου.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία του Howard Fast. Δεν μας παρουσιάζει ποτέ τη Σύλβια ως έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που αποκαλύπτεται σταδιακά. Αντίθετα, μας αφήνει να τη γνωρίσουμε μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Κάθε άνθρωπος που τη συνάντησε κουβαλά τη δική του εκδοχή της. Και κάθε εκδοχή μοιάζει πειστική, μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη και να την ανατρέψει.
Διαβάζοντας αυτές τις διαδοχικές αφηγήσεις, ένιωθα ολοένα και πιο έντονα ότι ο Fast δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο ερώτημα «ποια είναι η Σύλβια;». Τον απασχολεί περισσότερο το γιατί κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να κατασκευάζει τη δική του Σύλβια. Γιατί τελικά οι περισσότεροι από εμάς δεν βλέπουμε τους άλλους όπως πραγματικά είναι, αλλά τους βλέπουμε έτσι όπως έχουμε ανάγκη να είναι. Τους ερμηνεύουμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, τις προκαταλήψεις μας, τους φόβους και τις εμπειρίες μας. Έτσι, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός, ο Fast μετατρέπει μια ιστορία αναζήτησης σε έναν λεπτό στοχασμό πάνω στη σχετικότητα κάθε ανθρώπινης αλήθειας.
Αυτό όμως που με κέρδισε περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ηρωίδα. Είναι εντυπωσιακό ότι ένα μυθιστόρημα γραμμένο στα μέσα του περασμένου αιώνα διατηρεί τόσο σύγχρονη ματιά απέναντι στη θέση της γυναίκας. Οι άνδρες που εμφανίζονται στο βιβλίο επιχειρούν διαρκώς να ορίσουν τη Σύλβια. Τη βλέπουν ως όμορφη γυναίκα, ως αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, ως θύμα, ως αίνιγμα ή ως ευκαιρία. Όμως όλες αυτές οι εικόνες ανήκουν περισσότερο στους ίδιους παρά στη Σύλβια. Αντίθετα οι δυο γυναίκες που κάποτε η Σύλβια έζησε μαζί τους, την περιγράφουν ως ένα άτομο με απόλυτη αυτοτέλεια και σχεδιασμό υλοποίησης των δικών της ‘θέλω’.
Ο Howard Fast, λοιπόν, αποδομεί την ανδρική οπτική. Χωρίς ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής του, δείχνει ότι μια γυναίκα δεν εξαντλείται στις προβολές των άλλων. Η Σύλβια αρνείται να γίνει αυτό που η κοινωνία περιμένει από εκείνη. Μέχρι το τέλος παραμένει ο άνθρωπος που παίρνει στα δικά του χέρια τη ζωή του, αποφασίζει για τον εαυτό του και αποδέχεται το τίμημα των επιλογών του. Δεν πρόκειται για μια ηρωίδα που ζητά δικαίωση. Πρόκειται για μια γυναίκα που διεκδικεί το αυτονόητο δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ριζοσπαστική διάσταση του μυθιστορήματος.
Μια πορεία εμβάθυνσης της αυτογνωσίας του παρακολουθούμε και στον αφηγητή που είναι και ο άνθρωπος στον οποίο είχε ανατεθεί η αποκάλυψη του παρελθόντος της ηρωίδας. Καθώς ο ίδιος ανακαλύπτει την άγνωστή του , στην αρχή, γυναίκα στα διάφορα στάδια της ζωής της, παράλληλα ανακαλύπτει και τον ίδιο του τον εαυτό.
Κάτι που επίσης θέλω να σημειώσω είναι πως , η «Σύλβια» αποτελεί και μια θαυμάσια τοιχογραφία της αμερικανικής κοινωνίας των μέσων του εικοστού αιώνα. Σχεδόν κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας εισάγει ένα νέο πρόσωπο. Θα περίμενε κανείς οι χαρακτήρες αυτοί να υπάρχουν μόνο για να δώσουν μια πληροφορία σχετικά με τη Σύλβια. Συμβαίνει το αντίθετο. Ο καθένας εμφανίζεται ως ολοκληρωμένη ανθρώπινη παρουσία, με τη δική του γλώσσα, τη δική του κοινωνική θέση, τη δική του ιστορία και, κυρίως, με τη δική του αλήθεια.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πόσο γρήγορα και με πόση οικονομία μέσων ο Fast κατορθώνει να δώσει ζωή σε αυτούς τους ανθρώπους. Μέσα από αυτούς δεν φωτίζεται μόνο η πορεία της Σύλβια. Φωτίζεται ολόκληρη η αμερικανική κοινωνία: οι ταξικές διαφορές, οι οικονομικές φιλοδοξίες, οι ηθικές αντιφάσεις, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων, η δύναμη αλλά και η υποκρισία του αμερικανικού ονείρου. Χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε κοινωνιολογική πραγματεία, το μυθιστόρημα αποκτά μια κοινωνική πυκνότητα.
Και ίσως αυτή η πολυφωνία να αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της σύνθεσής του. Κάθε νέο πρόσωπο αλλάζει όχι μόνο όσα γνωρίζουμε για τη Σύλβια αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσα έχουν ήδη προηγηθεί. Η αφήγηση δεν προχωρά ευθύγραμμα αλλά κυκλικά, εμπλουτίζοντας συνεχώς το νόημά της. Ο αναγνώστης δεν αισθάνεται ότι ακολουθεί έναν ερευνητή. Αισθάνεται ότι περιπλανιέται μέσα σε μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του ιστορία και τη δική του αλήθεια.
Η γλώσσα του Howard Fast υπηρετεί ιδανικά αυτή την αρχιτεκτονική. Είναι καθαρή, απέριττη, ακριβής και η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου ακολουθεί απόλυτα αυτά τα χαρακτηριστικά. Η αφήγηση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με λυρικές εξάρσεις ούτε να επιβάλει στον αναγνώστη κάποια συγκεκριμένη ερμηνεία. Αντίθετα, αφήνει τους χαρακτήρες να μιλήσουν μόνοι τους. Αυτή η αφηγηματική αυτοσυγκράτηση είναι, πιστεύω, ένας από τους λόγους που η «Σύλβια» εξακολουθεί να διαβάζεται σήμερα χωρίς να μοιάζει παρωχημένη.
«Πιστεύετε ότι αν ήταν πόρνη στο Ελ Πάσο θ’ άλλαζε κάτι, κύριες Μάκλιν; Άλλωστε αν το καλοσκεφτούμε, όλοι μας λίγο πολύ δεν εκπορνευόμαστε; Είμαι αρκετά μεγάλος, κύριε Μάκλιν, κι εσείς αρκετά πεπειραμένος ώστε να μην μα ξεγελούν τα κούφια λόγια και η υποκρισία που χαρακτηρίζει αυτές τις καταστάσεις. Όλοι πουλάμε τον εαυτό μας, μόνο που κάποιες φορές δεν είναι ο αγοραστής, αλλά ο πωλητής που καταβάλλει το τίμημα. Σας φαίνονται παράξενα αυτά που λέω; Πασχίζω να καταλάβω τι πραγματικά είναι η αμαρτία, όχι απλώς να την καταδικάσω…» (σελ. 175)
Ίσως γι' αυτό, τελειώνοντας το βιβλίο, δεν έμεινα τόσο με την ιστορία της Σύλβια όσο με το ερώτημα που αυτή γεννά. Πόσο εύκολα αποδεχόμαστε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο; Και πόσο συχνά τον περιορίζουμε μέσα στις δικές μας ανάγκες και προσδοκίες; Ο Howard Fast δεν προσφέρει απαντήσεις. Προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να τις αναζητήσει μόνος του.
Η «Σύλβια» μπορεί να μην είναι το πιο γνωστό μυθιστόρημα του Howard Fast. Είναι όμως, κατά τη γνώμη μου, ένα από απόλυτα ώριμο έργο. Ένα βιβλίο που συνδυάζει τη γοητεία της αφήγησης με έναν βαθύ ανθρωποκεντρικό προβληματισμό. Και, πάνω απ' όλα, ένα βιβλίο που μας θυμίζει πως η μεγαλύτερη κατάκτηση κάθε ανθρώπου –γυναίκας ή άνδρα– είναι να μπορεί να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του και να μη ζει σύμφωνα με τις αφηγήσεις που οι άλλοι έχουν γράψει γι' αυτόν.
Bookpress Αύγουστος 2026
(1140 λέξεις)
Subscribe to:
Posts (Atom)












