4.3.18

Φιλαράκια στο ...Litterature




Γράφει ο Κώστας Στοφόρος

Από τους αγαπημένους συγγραφείς ο Μάνος Κοντολέων, με βιβλία που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα της παιδικής, νεανικής και ενήλικης λογοτεχνίας, αν και συχνά αποδεικνύονται αυτοί οι διαχωρισμοί απολύτως ανακριβείς. Γιατί, τι να πεις για ένα βιβλίο όπως τα «Φιλαράκια» που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός με εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά; Όπως γράφεται, απευθύνεται σε αναγνώστες από 7 ετών, αλλά πραγματικά αξίζει να το διαβάσουμε όλοι μας. Είναι ένα μυθιστόρημα σε τρία κεφάλαια, όπου δένονται με αρμονικό τρόπο βιβλία που κυκλοφόρησαν παλιότερα και εστιάζουν στη σχέση παππού και εγγονού. Ο μικρός Μάνος και ο παππούς Μάνος. Και δεν είναι μόνο το όνομα κοινό με τον συγγραφέα. Ο παππούς γράφει ιστορίες που διαβάζει πρώτος ο εγγονός, ο οποίος συχνά διαλέγει και τους τίτλους. Να λοιπόν ένα κόκκινο καραβάκι κι ένα κόκκινο ποδήλατο, όπου με έξοχο τρόπο, με λεπτές παρατηρήσεις, με ευαισθησία μοναδική, ο Μάνος Κοντολέων μιλά για πολλά πράγματα που όλοι τα βρίσκουμε μπροστά μας. Ως παιδιά ή ως γονείς. Η ζήλια, η προσκόλληση μας σε αντικείμενα, η τάση μας να θεωρούμε τα πράγματα «δικά μας». Όμως η προσέγγιση του συγγραφέα διαφοροποιεί το βιβλίο αυτό από άλλα αντίστοιχα, με μια σπάνια ενσυναίσθηση και σε βάθος κατανόηση του κόσμου των παιδιών. Η εικόνα με το μικρό καραβάκι στο δέντρο, που το παιδί κρεμά με θλίψη, είναι από τις πολύ δυνατές στιγμές της λογοτεχνίας μας… Και αν θα αρκούσε αυτή η ιστορία, ο συγγραφέας συνεχίζει να μας ταξιδεύει στον κόσμο των παιδιών, πηγαίνοντάς μας στο νησί της Ροδιάς. Για να περάσουμε ένα ξεχωριστό καλοκαίρι με την παρέα δεκατεσσάρων παιδιών που φιλοξενούνται εκεί. Παιδιά ορφανά, προσφυγόπουλα… Όλα μαζί. Και η ιστορία μιας γυναίκας που αποφάσισε να μείνει στο νησί της, να μεγαλώσει το δικό της παιδί ενώ ο άντρας της είχε χαθεί στον πόλεμο, να αγκαλιάσει και άλλα παιδιά. Να δώσει μάχες. Να φυτεύει μια ροδιά για κάθε παιδί κι εκείνα να γίνουν τα «Σποράκια της Ροδιάς». Και ο μικρός Μάνος, με τη διακριτική καθοδήγηση του παππού του θα ανακύψει όλη αυτή την ομορφιά της προσφοράς. Οι σελίδες είναι γεμάτες καλοκαίρι, θάλασσα και μυρωδιές, άμμο, παιχνίδια, παραμύθια, γεύσεις… Όλα τόσο ζωντανά, που διαβάζεις και θα ‘θελες να είσαι κι εσύ σε αυτή την  παρέα. Τα διδάγματα της ζωής μπορεί να είναι τόσο διασκεδαστικά… «Αχ, τι όμορφη που είναι η ζωή!» λέει το κλαδί που γελάει, σε μια ακόμη από τις γοητευτικές ιστορίες που μιλούν για τον κύκλο της ζωής… Δυστυχώς έρχεται και ο χειμώνας. Και σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο που το διάβαζα με έναν κόμπο στο λαιμό (ο καθένας θυμάται εκείνη την ώρα τις δικές του απώλειες), ο παππούς είναι άρρωστος. Αλλά συνεχίζει να δίνει τα μικρά του μαθήματα στον εγγονό του τον Μάνο. Με τόση τρυφερότητα και διακριτικότητα. Με πραγματική ευγένεια ψυχής. Έχει το νου ακόμη και σε όσα συμβαίνουν στο σχολείο και του γράφει για την «καρδιά ενός μαρουλιού»… Και βεβαίως ακολουθεί το τέλος. Αλλά με μια γαλήνη. Με λουλούδια στο περβάζι κι ένα αστέρι στον ουρανό. Κι ένα παιχνίδι -κρυφτό- που δεν τελειώνει ακόμη κι όταν φεύγει ο παππούς… Πόσα και πόσα συναισθήματα κατάφερε ο Μάνος Κοντολέων να χωρέσει σ’ αυτό το βιβλίο… Θα σας πρότεινα όχι μόνο να το χαρίσετε στα παιδιά σας, όχι μόνο να το διαβάσετε οι ίδιοι, αλλά και να το μοιραστείτε με γιαγιάδες και παππούδες. Είναι ένα δώρο για όλους μας.

https://www.literature.gr/vivlia-monadika-grafei-o-kostas-stoforos/

1.3.18

Φιλαράκια στο Think Free




Η Έλενα Αρτζανίδου στο:


2/2/2018

«Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», σας θυμίζει κάτι; Ή το άλλο, «Στο νησί της ροδιάς» και το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα»!

Σωστά, είναι τίτλοι βιβλίων μόνο, που ο δημιουργός τους, αποφάσισε να τα φέρει κοντά και να φροντίσει να δεθούν με περίτεχνη τεχνική και να συστηθούν ξανά με τον τίτλο, «Φιλαράκια».

Ο Μάνος Κοντολέων, τολμηρός και ευφάνταστος, αποφασίζει με αυτή τη δουλειά του να δώσει σε τρία βιβλία που έχουν καιρό πριν κυκλοφορήσει, διαβαστεί και αγαπηθεί, μια νέα αναγνωστική, λογοτεχνική υπόσταση και το πετυχαίνει.

Κεντρική ιδέα στο μεγάλο κουβάρι που ξετυλίγεται ρυθμικά «Ο νέος και ο παλιός». Οι δυο τους συμβολίζουν την ζωή, την εξέλιξη, τις αξίες και είναι το μέλλον.

Ο νέος, ο εγγονός Μάνος, με τις ανασφάλειες, τις ζήλιες του διεκδικεί τον χώρο του, τα πράγματά του, την ζωή του. Ο μεγάλος, ο Μάνος, που είναι και συγγραφέας στην ιστορία είναι εκεί, με την ηρεμία, την εμπειρία της ζωής να τον οδηγήσει, να τον ακούσει, να του δείξει και να βρει τη δύναμη όταν φτάσει η ώρα να τον αποχαιρετήσει με ένα μοναδικό τρόπο χωρίς ποτέ του να ξεχαστεί.

Μια ιστορία συγκινητική, τρυφερή και λυτρωτική.

Η αφηγηματική  τεχνική, οι διάλογοι, τα τοπία και ο χώρος δράσης  μαζί με την φωνή της αφήγησης προκαλούν τον αναγνώστη να ρουφήξει την ιστορία που γεννά συναισθήματα άλλοτε ζήλιας, άλλοτε χαράς, άλλοτε ντροπής, άλλοτε πίκρας αλλά πάντα με πολλή αγάπη.

Ο μικρός Μάνος είναι αυτός που ζηλεύει το νέο μέλος που πρόκειται να γεννηθεί. Είναι αυτός που δε θέλει να μοιραστεί το κόκκινο καράβι με άλλους, είναι αυτός που δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να περάσει τον χρόνο των διακοπών του δίχως τη μαμά και τον μπαμπά παρέα αλλά με τον παππού και τη γιαγιά και τέλος να ωριμάσει για να αποδεχτεί τον αποχαιρετισμό του πιο αγαπημένου προσώπου , του παππού Μάνου.

Ο παππούς Μάνος, με τη σειρά του είναι αυτός που πιάνει το χέρι του από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον κόσμο και τον οδηγεί αβίαστα. Ο εγγονός κρατά αυτό το έμπειρο χέρι και σιγά σιγά μπορεί να κατανοήσει, μπορεί να αντιληφθεί τη δύναμη και την αξία της μοιρασιάς και τέλος όταν θα φτάνει η ώρα του αποχωρισμού του μεγάλου από τον μικρό Μάνο, ο εγγονός πονά, αλλά είναι προετοιμασμένος και μπορεί να δεχτεί αυτό το αντίο που όμως είναι ένα αντίο όπου οι μυρωδιές, οι λέξεις, οι ιστορίες θα μένουν ριζωμένες γύρω του, μέσα του, παντού.

Πραγματικά τρία βιβλία σε ένα, με μια διαφορετική ανάγνωση που καθηλώνουν και γεννούν ανάμεικτα συναισθήματα, εικόνες και σκηνές που εντάσσουν τον αναγνώστη και τον κάνουν συνοδοιπόρο σε αυτό το ταξίδι ζωής και αξιών του Μάνου, μικρού και μεγάλου. Με τον παφλασμό της θάλασσας και το θρόισμα της ροδιάς να συντροφεύει τον αναγνώστη και τέλος με τη μυρωδιά του κίτρινου τριαντάφυλλου που θα είναι εκεί και θα θυμίζει τον υπέροχο παππού.

Κλείνοντας ο Μάνος Κοντολέων, για μια ακόμη φορά καθηλωτικός και τολμηρός, καθώς αποφασίζει να  αποχαιρετήσει τον εγγονό ευφάνταστα μέσα από μικρές ιστορίες που κρύβουν ζωή, δύναμη εξέλιξη.

…Τέλειωσε την ιστορία του που έλεγε ο μεγάλος Μάνος. Η φωνή του είχε γίνει πια ακόμη πιο σιγανή. Μιλούσε ακόμα πιο αργά. Λέξη τη λέξη. Μα το χαμόγελο εκεί…Στα χείλη του πάνω ζωγραφισμένο. Και η ματιά του πάντα πάνω στο πρόσωπό του μικρού Μάνου.

«Σου άρεσε αγόρι μου, αυτή  τελευταία ιστορία μου;» είπε.

Ο μικρός Μάνος έπιασε μέσα στην παλάμη του τα δάχτυλα του παππού του. «Φιλαράκι…η πιο όμορφη που έχεις γράψει!…Η πιο όμορφη!» είπε και έσκυψε κι αγκάλιασε τον γέροντα και τον φίλησε στο κούτελο…

Δεν είναι μόνο αυτή η ωραιότερη ιστορία του Μάνου Κοντολέων, απλά είναι τόσο δυνατή,  τόσο λυτρωτική τόσο προχωρημένη που, παρόλο που δε συνηθίζεται μέσα από τέτοια στήλη, σου στέλνω Μάνο το δικό μου φιλί, σκουπίζω το δάκρυ και ανοίγω την αγκάλη μου.

Το εξώφυλλο αισιόδοξο από την Μυρτώ Δεληβοριά.

28.2.18

Ο Δον Κιχώτης στο Elniplex




 Γράφει ο Απόστολος Πάππος στο http://www.elniplex.com



Τον έπιασαν πολλοί τεχνίτες στον κόσμο τον Δον Κιχώτη του Μιγκέλ Θερβάντες. Τον σεργιάνισαν σε βιβλιοπωλεία, σε θέατρα και σινεμά, σε στούντιο κινουμένων σχεδίων και ηχογραφήσεις, σε χορούς και όπερες, σε κόμιξ. Οι εικονογραφημένες διασκευές του δε για μικρά παιδιά  πρέπει να συνιστούν παγκόσμιο ρεκόρ. Τον Δον Κιχώτη τον αντάμωσαν όλες οι τέχνες, όχι πάντοτε με προσοχή και σύνεση.

Ο Θερβάντες τον έγραψε λένε οι μελετητές πρωτίστως για να σατιρίσει την ακμάζουσα ιπποσύνη της Ισπανίας του 16ου αιώνα. Βέβαια, ο έχων ελάχιστη αναγνώριση στην εποχή του μάστορας Μιγκέλ, δημιούργησε με την δύναμη των ευφυών διαλόγων του, το σπαρταριστό χιούμορ  και τους αυθεντικούς συμβολισμούς, κάτι πολύ περισσότερο από μια σάτιρα της φορεμένης ιπποσύνης της εποχής.

Έχουμε και στην Ελλάδα τεχνίτες. Ο Μάνος Κοντολέων είναι «πιστοποιημένος» της γλώσσας. Η φροντίδα που χαρίζει στα γραπτά του, η προσοχή με την οποία παλεύει τις λέξεις του, η ζωντάνια με την οποία ντύνει τις εικόνες του, κάνουν την εμφάνισή τους σε όλα του τα γραπτά, σε όποιο ηλικιακό κοινό κι αν απευθύνεται.

Με τον εμβληματικό ιππότη και την αποδεδειγμένη διαχρονικότητά του, ο Κοντολέων δεν πάει να γράψει μια ακόμα διασκευή πάνω σε μια πεπατημένη. Αλλάζοντας ήδη τον τίτλο, σηματοδοτεί ότι ο σκοπός του ήταν –ή έγινε μελετώντας το- να μεταπλάσει το πλούσιο υλικό του Θερβάντες, όχι απλά ανασκευάζοντας τη βασική δομή και τις επιλογές του Ισπανού συγγραφέα, αλλά αναδύοντας εκ του ιπποτικού βυθού μια φρέσκια αντίληψη για τον Δον Κιχώτη. Το δικαιολογώ: ο Δον Κιχώτης του Μ. Κοντολέων είναι ένας Δον Κιχώτης των ιδεών, της εσωτερικότητας, των ψυχολογικών ελατηρίων. Πλάι στον ρομαντισμό, την αγνότητα και τις διαστάσεις της αληθινής ζωής, ο συγγραφέας τοποθετεί και μεταθέτει το κέντρο βάρους από τα γεγονότα και τη δράση στη σκέψη και το κίνητρο.

Το κλασικό, όχι απλά ως επαναπροσδιορισμός των θεμελιωδών αξιών, αφού αυτές ούτως ή άλλως ως διαχρονικές και οικουμενικές δεν αλλάζουν και δεν αποσύρονται, αλλά ως αναζωπύρωσή τους στο σύγχρονο αποψιλωμένο δάσος από τη σπίθα των λέξεων. Με ωραίο ρυθμό, την παραστατική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του σκύλου του Δον Κιχώτη, Τριστάνο, και τις ιδέες του ήρωα αμετάβλητες, ο Μ. Κοντολέων καλεί, με σεβασμό στο πρωτότυπο, κάθε παιδί από 9 ετών να διαβάσει τον Δον Κιχώτη και να ζήσει όπως εκείνος… Μια αυθεντική προτροπή ελευθερίας.

Θέλει αρετή και τόλμη να πιάσεις τους κλασικούς. Ο Μ. Κοντολέων τις έχει.

Η εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη με τα αγαπημένα του κόμικ, ασπρόμαυρα σκίτσα ξεκουράζει το βλέμμα και εμπλουτίζει τις έτσι κι αλλιώς πολλές εικόνες του κειμένου.

«Όποιος πιστεύει στο όνειρο που γίνεται ζωή και όποιος αγαπά τη ζωή που ξέρει να ονειρεύεται, αυτός δεν ξεγελιέται μήτε και ο ίδιος κοροϊδεύει τον εαυτό του».


Πρώτη δημοσίευση: http://www.elniplex.com/%CE%B6%CE%AE%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%BF-%CE%B4%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B9%CF%87%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

25.2.18

Σκέψεις για το βιβλίο «Φιλαράκια»



Σκέψεις για το νέο βιβλίο «Φιλαράκια» του Μάνου Κοντολέων


Τα «φιλαράκια», ένα βιβλίο, μια παρακαταθήκη, ένα «δώρο» στην τρίτη ηλικία. Η σχέση του παιδιού με τον παππού του, μία αξία μοναδική. Ιστορίες που παρουσιάζουν τον κύκλο της ζωής, μιας ζωής με πολλούς ομόκεντρους εντός της.
Μετά την έκδοση του αγαπημένου μου «Μανόλο και Μανολίτο» εκδόθηκε το «Νησί της Ροδιάς». Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να διαβάσω τη συνέχεια του «Μανόλο και Μανολίτο», τότε… μετά την ανάγνωσή του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου κατάλαβα ότι ήταν μία ακόμη ιστορία, μία εκδοχή αυτής της σχέσης, του παππού και του εγγονού.
Τα «φιλαράκια ενέχουν τρία παλαιότερα βιβλία του Μάνου Κοντολέων, τρεις ιστορίες (αν θέλουμε να τις ονομάσουμε έτσι) οι οποίες επανεμφανίζονται πιο ώριμες, διαφορετικές. Κάποια λόγια που ο συγγραφέας θέλει να ξαναπεί στο φιλαράκι του. Μπορεί να είναι και πιο αγαπημένες….
Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συνθέτει όλες μαζί σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μόνο ο Κοντολέων μπορεί να γράψει. Οι ιστορίες ζωντανεύουν μέσα από την εξιστόρηση του παππού στον εγγονό σαν να ξεκινά ένα έργο κλασσικής μουσικής που έχει διάφορα μέρη. Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συντονίζει, δίνει το ρυθμό πότε Crescendo πότε Diminuendo. Το «κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», δεν προδίδει εξαρχής τα επίκαιρα ζητήματα που θίγει, Το «Νησί της ροδιάς» δημιουργεί ένα ντιμινουέντο στη σύνθεση, διακοπές στο νησί μαζί με τον παππού, τι άλλο να αναζητήσει ένα παιδί. Ο Μάνος Κοντολέων έχει το χάρισμα να γράφει λογοτεχνικά έργα που κεντρίζουν την καρδιά του αναγνώστη. Όπως η άρπα ή το βιολοντσέλο είναι αυτά που μαγεύουν τους ακροατές με την ερμηνεία τους στο μουσικό έργο, έτσι και εδώ οι ήρωες του λογοτεχνικού έργου…. τα φιλαράκια, ένας παππούς και ένα παιδί. Οι τελευταίες σελίδες του έργου και η συγγραφή της ιστορίας του παππού από τον εγγονό είναι αυτές που με άγγιξαν περισσότερο. Δεν θα ξεχάσω τα βουρκωμένα μάτια μίας μαθήτριάς μου όταν διάβασα ένα απόσπασμα στην τάξη μου από τα «Φιλαράκια».
Οι ιστορίες που κάποτε εκδόθηκαν υπάρχουν, παραμένουν όπως τις ήξεραν οι αναγνώστες, όπως και τα έργα κλασσικής μουσικής. Αν όμως τα ερμηνεύσει και πάλι μια ορχήστρα δείχνουν την αριστουργηματική τους αξία. Εδώ ο συγγραφέας ξαναπαίρνει στα χέρια του ένα, ένα παλαιότερα «παιδιά» του όπως συνηθίζει να τα ονομάζει και θέλει να τα «ερμηνεύσει» ξανά.
Πρόσφατα ένας μαθητής μου διάβασε το «Μανόλο Μανολίτο και Μανουήλ», όταν τον ρώτησα πως του φάνηκε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε υπέροχο. Τα μάτια του έδειχναν την τέρψη από την ανάγνωση….
Τα «Φιλαράκια» ένα ακόμη βιβλίο, ένα ακόμη ταξίδι. Σας ευχαριστούμε!
Βασιλική Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός
Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών

17.2.18

Ο "Γουργούρης" της Τασούλας Επτακοίλη


Τασούλα Επτακοίλη
«Ο Γουργούρης»
Εικονογράφηση: Τόμεκ Γιοβάνης
Εκδόσεις Πατάκη

   

Όταν –εκεί κάπου στα δεκατέσσερα μου χρόνια- αποφάσιζα πως μεγαλώνοντας θα ήθελα να γίνω συγγραφέας, δεν μπορούσα να φανταστώ πως μετά από δεκαπέντε χρόνια, τα πρώτα μου βιβλία που θα κυκλοφορούσαν θα ανήκαν στο είδος της λογοτεχνίας για παιδιά.
Οι λόγοι που με έφεραν να θελήσω να εκφραστώ  -στις πρώτες μου επίσημες, τρόπον τινά, συγγραφικές εμφανίσεις- με αυτό το είδος του κειμένου, είχαν να κάνουν τόσο με την ένταξή μου στο χώρο των πολιτικοποιημένων ενηλίκων όσο και με την απόκτηση της ιδιότητας του γονιού.
Το να είμαι πολίτης ενεργός στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και παράλληλα πατέρας δυο παιδιών, σήμαινε για μένα μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ανίχνευση των δυνατοτήτων μου, αλλά και μια εξίσου ερεθιστική ανακάλυψη των πυρηνικών συνθηκών που καθόριζαν αυτούς τους δυο ρόλους.
Η λογοτεχνία για παιδιά –ως τρόπος συγγραφικής έκφρασης-  ποτέ δεν μου ζήτησε να διαφοροποιήσω το εφηβικό μου εκείνο όνειρο. Συγγραφέας ήθελα να γίνω και συγγραφέας έγινα. Κι αν τα πρώτα μου βιβλία δεν ήταν μήτε κάποιο μυθιστόρημα, μήτε μια συλλογή διηγημάτων ή ένα θεατρικό έργο, αλλά παραμύθια που μιλούσαν για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, την υπεράσπιση της ατομικής αξιοπρέπειας και στην υποστήριξη των βασικών αρχών μιας οικολογικής συνείδησης, για μένα παρέμεναν  καταθέσεις συγγραφικών οραματισμών και  επιβεβαιώσεις νεανικών ονείρων.
Εκείνα τα χρόνια γινότανε μια προσπάθεια να καθιερωθεί ο όρος «Λογοτεχνία και για παιδιά» -κι αυτό όχι μόνο από εμένα, αλλά και από μια ομάδα συνομήλικων, λίγο – πολύ, συγγραφέων που πολύ γρήγορα θεωρήθηκε πως ανανέωνε τη μορφή και το περιεχόμενο της λογοτεχνίας αυτού του είδους.
Μα στην ουσία δεν ήταν τόσο θέμα ονομασίας, όσο περιεχομένου. Θεωρούσαμε, και με τα έργα μας το υποστηρίζαμε, πως το να χρησιμοποιείς ένα τρόπο για να μιλήσεις σε ένα παιδί  και να του αφηγηθείς την αλήθεια της προσωπικής σου ιστορίας και εφικτός ήταν, αλλά και κυρίως  πρόσφερε τη δυνατότητα το κείμενο που θα έγραφες να έχει μια πλατιά αναγνώριση από αναγνώστες ποικίλων ηλικιών, αλλά –ακόμα πιο ουσιαστικό αυτό- να φτάνει μέχρι την ουσία του κεντρικού θέματος και γι αυτό να την περιγράφει με απλότητα. Ό,τι περισσότερο απλά λέγεται, τόσο και πιο κοντά στην αρχική πρωτογενή του κατάσταση βρίσκεται.
 Αυτό είναι το μάθημα των λαϊκών παραμυθιών και των παλαιών μύθων και αξίζει να το δούμε να ανανεώνεται μέσα στα έργα επώνυμων δημιουργών.
Διατήρησα αυτήν την θέση –όπως και οι περισσότεροι που εκείνη την εποχή την υποστηρίζαμε-  και στα επόμενα κείμενά μου, και σε αυτά που θα τα έβλεπα να εκδίδονται σε εκδοτικές σειρές που θα τις κάλυπτε η ένδειξη «ελληνική λογοτεχνία»
Η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζεις το θέμα –εννοώ την ίδια τη σύλληψή του.  Αυτή τη θέση εννοώ.
Όχι μόνο  -και καθόλου υποχρεωτικά-  η απλότητα στη γλώσσα. Σ΄ αυτή, μάλιστα, μπορείς και να της παραχωρείς  το δικαίωμα να αναζητά ένα πιο πλούσιο, ακόμα και εξεζητημένο λεξιλόγιο, μια σύνταξη κάπως ανατρεπτική. Ουσία και περιεχόμενο όμως δε θα πρέπει να χάνουν την αμεσότητά τους.
Και στη συνέχεια είναι πια ευθύνη του αναγνώστη να μπορεί να αναγνωρίζει την γνησιότητα μιας ουσιαστικής  συγγραφικής κατάθεσης ακόμα και σε ένα –φαινομενικά- απλό παραμύθι, σε μια –εκ πρώτης όψεως- απλή εξιστόρηση.
Κοντεύουν να περάσουν σαράντα χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκα στη  λογοτεχνία του τόπου μου και αυτές τις βασικές θέσεις μου δεν τις έχω εγκαταλείψει.
Ασφαλώς και δέχτηκα –όπως και όσοι τα ίδια μ΄ εμένα συνέχισαν να υποστηρίζουν- τον έπαινο ενός μεγάλου –του μεγαλύτερου, στην ουσία- μέρους του συνειδητοποιημένου αναγνωστικού κοινού.
Ασφαλώς και δέχτηκα – όπως και όσοι τα ίδια μ΄ έμενα συνέχισαν να υποστηρίζουν- την μερική ή ολική σκωπτική ματιά μιας ομάδας αναγνωστών που δεν θέλουν να αναγνωρίσουν την αξία της Παιδικότητας ως στάση ζωής και ερμηνεία της.
Αλλά όταν κάτι το πιστεύεις,  ο πρώτος κριτής είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και επίσης είσαι και ο πρώτος που σπεύδει να χαιρετήσει την παρουσία νέων φωνών στο χώρο  που εσύ κυκλοφόρησες και κυκλοφορείς πάντα.
Με μια τέτοια , λοιπόν, διάθεση διάβασα το βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη «Ο Γουργουρής»
Η Επτακοίλη είναι γνωστή ως δημοσιογράφος. Μόλις πριν από ένα περίπου χρόνο είχε κυκλοφορήσει ένα πεζογράφημα με τον τίτλο «Το άλλο μου ολόκληρο.
Ένα πεζογράφημα  -καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων μετά από μια μεγάλη προσωπική της απώλεια.  H αγάπη δύο ανθρώπων, η κοινή πορεία τους επί δύο και πλέον δεκαετίες, η δυσκολία ενός τόσο επώδυνου αποχωρισμού, ο δύσβατος δρόμος προς την αποδοχή.
Κείμενο σπαραχτικό μέσα στην αμεσότητά του. Δίχως περιττές λογοτεχνικές εξάρσεις. Κατευθείαν στο στόχο κατευθυνότανε η γραφή.
Και μετά από ένα χρόνο, να που η Τασούλα Επτακοίλη επανέρχεται στο ίδιο θέμα, αλλά αυτή τη φορά με δυο διαφορετικής υφής προσεγγίσεις.
Τώρα ο πόνος του αποχωρισμού έχει πάρει τις διαστάσεις που μια ζωή πλέον θα κρατήσει –την αποδοχής της θνητότητας των όντων. Και παράλληλα αυτός ο ίδιος ο πόνος, αποφασίζει να προσφέρει χώρο ύπαρξης και σε μια χαρά. Αναφέρομαι στη χαρά της συνέχειας. Η πιο σωστά στην υποστήριξη της θέσης – Ό,τι κάτι δημιουργήθηκε, πάντα επιστρέφει.
Μια απλά ανθρώπινη, μα και βαθιά φιλοσοφημένη άποψη που η Επτακοίλη  -πόσο σοφή η επιλογή της!- την κάνει μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί και από παιδιά.
Ο γάτος Γουργουρής  στα βαθιά του γεράματα αναπολεί τις όμορφες στιγμές που έζησε μέσα στην τριμελή οικογένεια και έτσι πλήρης ημερών και συναισθημάτων κλείνει τα μάτια σε ύπνο που για πάντα θα διαρκέσει.
Τις ίδιες περίπου μέρες, σε κάποιο χωριό, θα γεννηθεί ένα σκυλάκι που θα έχει ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Τόσο ιδιόμορφα που θα αναγκαστεί να αναζητήσει άλλο χώρο για να επιβιώσει. Και θα είναι μέσα στην οικογένεια του Γουργουρή που θα βρει την ζεστασιά και την φροντίδα.
Το κενό της αγάπης καλύφθηκε. Η ζωή που έφυγε δίνει το δικαίωμα να υπάρξει μια άλλη.
Αυτοί που μάθανε  να προσφέρουν την αγάπη, πάντα θα πέφτουν πάνω σε κάποιο πλάσμα που θα την έχει ανάγκη.
Τόσο ουσιαστικό, το απλά γραμμένο. Τρυφερά.
Δακρύζεις και χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος και μπορείς να αισθάνεσαι το τι σημαίνει δάκρυ.
Χαμογελάς και αναστενάζεις με ανακούφιση γιατί κάποιος σου υπενθύμισε πως μήτε ότι αγάπησες θα ξεχαστεί, μήτε και για ότι σε κάνει να χαίρεσαι πρέπει να αισθάνεσαι ενοχές.
Μια σχεδόν διπλή ιστορία … και για παιδιά.
Μια απόδειξη πως οι τεχνικές αφήγησης που συνθέτουν το είδος της παιδικής  λογοτεχνίας  πάντα μπορούν να ενεργοποιούν εκείνους που θέλουν να μιλήσουν για το διαχρονικά βαθύ με τρόπο διαχρονικής απλότητας.

ΥΓ Να σημειώσω και την εικονογράφηση. Μαυρόασπρη, με χιουμοριστική διάθεση  υποβοηθά το κείμενο να δείξει τον αυθορμητισμό του.

Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/paidika/9152-gourgouris

1.2.18

Οι ιστορίες είναι σαν τους ανθρώπους –καθώς περνούνε τα χρόνια ωριμάζουν.
Αλλάζουν συχνά πορεία, η μια απομακρύνεται από την άλλη, μπορεί να συναντηθούνε ξανά. Πιο ώριμες, ίσως.
Το βιβλίο αυτό μιλά για τη σχέση δύο ανθρώπων –ενός παιδιού που ξεκινά τη ζωή του κι ενός ηλικιωμένου που ολοκληρώνει τη δική του.
Στην ουσία αναφέρεται σε αυτό που η μια γενιά κληροδοτεί στην επομένη της.
Αυτή η κληρονομιά μέσα σε αυτό εδώ το βιβλίο έχει τη μορφή κάποιων ιστοριών και κάποιων παραμυθιών που στόλισαν την καθημερινότητα των δυο ηρώων.
Συμβολικές απεικονίσεις  του κύκλου της ζωής, των ονείρων κάθε ατόμου, της αγάπης που συνδέει.
Οι ιστορίες αυτές είχαν πάρει την πρώτη τους μορφή πριν από κάποια χρόνια.
Είχαν κυκλοφορήσει ξεχωριστά και με άλλο τίτλο η καθεμιά τους.
«Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», «Στο νησί της Ροδιάς», «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα»
Αγαπηθήκανε, εκτιμηθήκανε, μπήκανε σε αναγνωστικά και ανθολογίες..
Τώρα τα τρία αυτά βιβλία συναντιόνται ξανά -όχι ξεχωριστά το ένα από τα άλλα, μα όλα μαζί-  με στόχο να υποστηρίξουν κάποιες βασικές αξίες, κυρίως να βοηθήσουν να διατηρηθεί η σχέση που συνδέει το παλιό με το νέο.
Με άλλα λόγια η μνήμη ή αν προτιμάται η  εμπειρία –αυτό είναι το κουκούτσι τούτου του βιβλίου. 
Δηλαδή ό,τι σημαντικότερο ίσως εννοούμε όταν, καθώς παίζουμε κρυφτό, φωνάζουμε στο φιλαράκι μας:
«Φτου, ξελευτερία, φίλε! Σε βλέπω!»


      *************************************************************
  

Ένας παππούς και ο εγγονός του.
Ο ένας προσφέρει την πείρα της ζωής. Ο άλλος το παιχνίδι της.
Μαζί μαθαίνουν το τι σημαίνει να προσφέρεις βοήθεια και αγάπη σε όσους υποφέρουν.
Συμπαράσταση σε όσους πονάνε.
Μα και ακόμα τη γοητεία των φανταστικών ταξιδιών, τη δύναμη των ονείρων.
Και στο τέλος καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν και την μεγάλη απώλεια –απλώς την καταργούνε. Ίδια όπως όταν παίζει κανείς κρυφτό και βρίσκει αυτόν που έχασε και του φωνάζει: «Φτου ξελευτερία! Σε βλέπω!»

Ένα μυθιστόρημα σε τρία κεφάλαια.
Ένα παιδί που ανακαλύπτει τον κόσμο. Ένας συγγραφέας που τον μαθαίνει γράφοντας τις δικές του ιστορίες.



31.1.18

Επίπονη και υπεύθυνη διαδικασία


Γράφει η Γεωργία Γαλανοπούλου


Η διασκευή των μεγάλων έργων του κλασικού λογοτεχνικού κανόνα για παιδιά είναι επίπονη και υπεύθυνη διαδικασία. Προϋποθέτει όχι μόνον γνώση των έργων, βιβλιογραφική έρευνα και συγγραφική ικανότητα, αλλά και επίγνωση των ευαισθησιών και των δυνατοτήτων του αναγνωστικού κοινού στο οποίο απευθύνεται τώρα. Ακόμα, απαιτεί μεράκι, έμπνευση κι έναν συνδυασμό τόλμης και σεβασμού απέναντι στα πρωτότυπα έργα. Ο Μάνος Κοντολέων, έμπειρος εδώ και χρόνια στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων και της παιδικής λογοτεχνίας, διαθέτει όλα τα παραπάνω. Ο λόγος για δυο ξεχωριστά βιβλία του των εκδόσεων Πατάκη, το Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και το Βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα, ελεύθερες διασκευές των κλασικών έργων του Μιγκέλ ντε Θερβάντες και του Φρανσουά Ραμπελαί αντίστοιχα. Την εντυπωσιακή και καλαίσθητη ασπρόμαυρη εικονογράφηση και των δύο υπογράφει ο σκιτσογράφος, γελοιογράφος και εικονογράφος Βαγγέλης Παυλίδης.

Διασκευές του Δον Κιχώτη υπάρχουν άπειρες, ξενόγλωσσες ως επί το πλείστον, ήδη από τον 19ο αιώνα. Υπάρχουν επίσης για τον Γαργαντούα, το πρώτο μέρος από το ογκώδες ραμπελαισιακό έργο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, αν και λιγότερες σε αριθμό. Όμως οι διασκευές του Κοντολέων είναι διαφορετικές από όσες γνωρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια, χάρη στο σύγχρονο ύφος και τα διακριτά επίπεδα κατανόησης της γραφής του, η οποία καθιστά την ανάγνωση προσιτή, ευχάριστη και ενδιαφέρουσα τόσο σε μικρότερες όσο και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Μπορεί, λοιπόν, οι θαυμάσιες αυτές εκδόσεις να απευθύνονται σε παιδιά 8-15 ετών, παράλληλα όμως είναι ελκυστικές και σε όσους ενήλικες είτε δεν είχαν την υπομονή να διαβάσουν ποτέ τα κλασικά αυτά έργα, είτε τα διάβασαν κάποτε διασκευασμένα και έχουν τη διάθεση να τα ξαναδούν μέσα από τη φρέσκια ματιά ενός καταξιωμένου Έλληνα δημιουργού.

Έργα-ορόσημα και τα δύο –καθένα και ένας ύμνος στην ελευθερία της ανθρώπινης σκέψης μέσα από την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης– εξακολουθούν, για τέσσερις και πλέον αιώνες, να απασχολούν τους μελετητές και να εμπνέουν συγγραφείς. Η παρουσίαση των διασκευών τους, με αναφορές στα πρωτότυπα έργα και την εποχή τους, θα καταλάμβανε περισσότερο χώρο από εκείνον που συνήθως προσφέρεται για κριτικές. Θα επικεντρωθούμε γι’ αυτό τον λόγο μόνο σε ένα, στον ραμπελαισιακό Γαργαντούα, εστιάζοντας, επιδερμικά έστω, στο ίδιο το έργο και στην κατά τον Μάνο Κοντολέων προσέγγισή του.

Γνήσιος άνθρωπος της Αναγέννησης ο Ραμπελαί (1494-1553), μοναχός, γιατρός, συγγραφέας, ποιητής, προπάντων όμως ουμανιστής, είναι για τη Γαλλία ό,τι ο Θερβάντες (1547-1616) για την Ισπανία. Υπερασπίστηκε τον καθημερινό άνθρωπο χρησιμοποιώντας την πένα του ως όπλο απέναντι στην υποκρισία και το στείρο πνεύμα της εποχής του. Το έργο του, γιγάντιο όπως και οι ήρωές του, έθεσε τα θεμέλια για μια πραγματική επανάσταση στη Γαλλία του 16ου αιώνα, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο. Στόχος του η συντριβή των τότε πανίσχυρων αξιωμάτων και για την επίτευξή του δημιούργησε γίγαντες πέρα από κάθε λογική. Σε σύγκριση με τη μικρότητα της σκέψης και της ψυχής του φεουδαρχικού ανθρώπου, ο δικός του αναγεννησιακός άνθρωπος είναι ένας γίγαντας πνεύματος και καλοσύνης, αγνός και ελεύθερος από κάθε προκατάληψη, ικανός να παρασύρει στο διάβα του τίτλους και αξιώματα, να διασπάσει τους παλιούς κανόνες και να ισοπεδώσει την υποκρισία. Ως θεραπεία στον συντηρητισμό, την απαισιοδοξία, τη δυσαρέσκεια και τον ενοχικό ασκητισμό του Μεσαίωνα, ο Ραμπελαί συνταγογράφησε και χορήγησε τη σάτιρα και το γέλιο. Ήταν, άλλωστε, συν τοις άλλοις, γιατρός, και χρησιμοποιώντας αντί για νυστέρι την υπερβολή, τη λαϊκή αθυροστομία, γκροτέσκες περιγραφές του κάτω σώματος και ένα εξωφρενικό χιούμορ τουαλέτας, κατασκεύασε, συνδυάζοντας τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, ένα τεράστιο μυθιστόρημα-μανιφέστο, που μέσω του γέλιου, της υπερβολής και της γελοιοποίησης των πάντων ανακούφιζε και απελευθέρωνε.

Το γέλιο, μας λέει ο Μιχαήλ Μπαχτίν στο περίφημο πόνημά του Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, «απελευθερώνει τον από χιλιετίες καλλιεργημένο εντός του ανθρώπου φόβο ενώπιον των αυταρχικών απαγορεύσεων […] της εξουσίας […] και ανοίγει τα μάτια για το νέο και για το μέλλον». Η υπερβολική σοβαρότητα, χαρακτηριστική της μεσαιωνικής Ευρώπης, «καταπίεζε, παρέλυε […] ψευδόταν και υποκρινόταν, ήταν τσιγκούνα και νηστίσιμη. Στη γιορταστική πλατεία, στο ευωχικό τραπέζι, ο σοβαρός τόνος αποτιναζόταν σαν μάσκα και άρχιζε να ακούγεται μια άλλη αλήθεια με τη μορφή του γέλιου, των βωμολοχιών, των βρισιών, της παρωδίας και διακωμώδησης. Όλοι οι φόβοι και τα ψεύδη διασκορπίζονταν μπροστά στον θρίαμβο της υλικο-σωματικής και γιορταστικής αρχής» [1].

Το έργο του Ραμπελαί γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα την εποχή που δημοσιεύτηκε. Σύντομα όμως λογοκρίθηκε για τις ανορθόδοξες ιδέες του και απαγορεύτηκε. Τον 18ο αιώνα λατρεύτηκε από τους εκπροσώπους της Γαλλικής Επανάστασης. Ωστόσο, δεν εκτιμήθηκε δεόντως από τους Διαφωτιστές. Ο Βολταίρος, ενώ επαίνεσε τον αντικληρικαλισμό του, το χαρακτήρισε ακατανόητο, αλλόκοτο, μια γυμνή και ευθεία σάτιρα και όλο το υπόλοιπο ένα περιττό βάρος [2]. Την ίδια εποχή γίνονται οι πρώτες συντομεύσεις του και οι λεγόμενες αποκαθάρσεις του από τις αθυροστομίες και το ακραίο για την αισθητική του 18ου αιώνα χιούμορ. Μερικά μόλις χρόνια αργότερα, οι συντομευμένες αυτές εκδοχές αποτέλεσαν τη βάση για τις πρώτες, αλλά και τις μετέπειτα, διασκευές του Γαργαντούα για παιδιά και νέους, απαλλαγμένες από «ακατάλληλες» λέξεις στο όνομα της ευπρέπειας.

Βεβαίως, και ο κατά τον Μάνο Κοντολέων Γαργαντούας προσφέρεται αποκαθαρμένος. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: Δεν διασκεδάζουν τα παιδιά σήμερα με το χιούμορ τουαλέτας; Με δεδομένο ότι αυτό δεν λογοκρίνεται σήμερα όπως παλαιότερα, θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς –έστω και μερικώς αποκαθαρμένα– τα «κατορθώματα» του Γαργαντούα, από τα οποία άλλωστε εκπορεύεται το ραμπελαισιακό γέλιο. Να δει τις λέξεις –κάποιες έστω– να εκφέρονται με το πραγματικό όνομά τους, χωρίς περιστροφές, λέξεις που χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα τα παιδιά στην καθημερινότητά τους για να γελάσουν. Ο Κοντολέων, ωστόσο, αν και τολμηρός συγγραφέας σε θέματα ταμπού για την εποχή μας, συνειδητά δεν το επιχειρεί. Γιατί μπορεί να τολμά προκαλώντας συχνά με τις θεματικές του, αλλά τον συγγραφικό του λόγο τον εκφέρει με κοσμιότητα, πολλώ δε μάλλον όταν απευθύνεται στις μικρές ηλικίες.

Εδώ, λοιπόν, η προσέγγιση του Γαργαντούα επιτυγχάνεται αφαιρώντας, απλοποιώντας, προσθέτοντας και αναδημιουργώντας. Οι κουραστικές λεπτομέρειες, οι ακατανόητες και περιττές κατά τον Βολταίρο, απαλείφονται. Το ίδιο και οι γκροτέσκες περιγραφές, οι επεισοδιακές αφοδεύσεις και άλλες σχετικές εκκρίσεις εν είδει ορμητικών ποταμών. Ακόμη και το φαλλικό κέρατο που κοσμεί τα οπίσθια της παροιμιώδους φοράδας του μεταφέρεται και τοποθετείται στο μέτωπό της μετατρέποντάς τη σ’ έναν μονόκερο, τόσο γιγάντιο και μεγαλοπρεπή όσο και ο αναβάτης του. Αυτά που μένουν είναι τα απολύτως απαραίτητα για τη ροή της ιστορίας και την ανάδειξη του τελικού ζητούμενου: την ήττα της υποκρισίας και τη νίκη του απελευθερωμένου ανθρώπου απέναντι στην καταπίεση, τον φόβο, τον συντηρητισμό και την ταπείνωση.

Όλα αυτά όμως επιτυγχάνονται με τη σάτιρα, και σάτιρα μη αθυρόστομη είναι σαν άρμα μάχης παροπλισμένο. Αυτό το γνωρίζει καλά ο Κοντολέων και έτσι επινοεί έναν θαυμάσιο χαρακτήρα ο οποίος κατέχει, μαζί με τον κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι ο υπηρέτης του Γαργαντούα, ο άνθρωπος που βρίσκεται δίπλα του από τη στιγμή της γέννησής του, γνωρίζει κάθε του πράξη, τον νοιάζεται σαν να ήταν ο πραγματικός του πατέρας και, γέρος πια τώρα, γράφει την ιστορία του κυρίου του. Μέσα από τη δική του εικονοπλαστική φωνή, τρυφερή κι ευγενική όπως αρμόζει σ’ έναν ευπρεπή γέροντα της εποχής μας, η σάτιρα βρίσκει τον δρόμο της χωρίς να ασχημονεί αλλά υπαινισσόμενη, χωρίς να υβρίζει αλλά κρατώντας την ύβρη στην άκρη της γλώσσας να την παρεμφαίνει. Αυτή την κόσμια πατρική φωνή εμείς την απολαύσαμε. Όπως απολαύσαμε και τη ζηλευτή εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη. Καιρός να εισπράξουν πολλοί ακόμη αυτή την απόλαυση.

Σημειώσεις
[1] Μιχαήλ Μπαχτίν, Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017, μτφρ. Γιώργος Πινακούλας
[2] Voltaire, Lettres Philosophiques, Flammarion, Paris 1976


Πρώτη ανάρτηση: