24.1.24

Άιρις Μέρντοχ «Η καμπάνα»

 


Άιρις Μέρντοχ

«Η καμπάνα»

Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη

Εκδόσεις Διόπτρα

 

Η αγγλο-ιρλανδή συγγραφέας Άιρις Μέρντοχ (1919-1999) είναι μια από τις σημαντικότερες συγγραφικές φωνές της αγγλικής γλώσσας.

Με καλές σπουδές στη Φιλοσοφία (την οποία και δίδαξε στο Κολλέγιο της Αγίας Άννας) έγραψε αρκετά μυθιστορήματα που σφράγισαν την λογοτεχνία της χώρας της.

Το φιλοσοφικό της υπόβαθρο είναι σαφές σε όλα της τα έργα, χωρίς όμως και να απουσιάζουν σε αυτά και τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν το καλό, κλασικό μυθιστόρημα.

Στη χώρα μας έγινε γνωστή από τα χρόνια του ’80 με μεταφράσεις έργων της που έδωσαν στην κυκλοφορία οι Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Μέσα στο 2023 και μετά από αρκετά χρόνια, οι έλληνες εκδότες επανάφεραν στον αναγνωστικό προσκήνιο την αγγλο-ιρλανδή συγγραφέα, δίνοντας στην κυκλοφορία δυο πολυσέλιδα μυθιστορήματά της.

Αναφέρομαι στο «Θάλασσα, θάλασσα» που ο έλληνας αναγνώστης το είχε πρωτογνωρίσει το 1998 και που τώρα οι Εκδόσεις Gutenberg το επανεξέδωσαν σε μια νέα μετάφραση και το «Η καμπάνα», έργο που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά από την Έφη Τσιρώνη και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Το έργο αυτό ήταν το τέταρτο μυθιστόρημά της Μέρντοχ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1958. Σε μια εποχή, δηλαδή, όπου ο δυτικός κόσμος έβγαινε από την δίνη δύο Παγκόσμιων Πολέμων και αναζητούσε από τη μια ένα τρόπο σταθεροποίησης μιας ηθικής τάξης πραγμάτων και από την άλλη την εδραίωση της χαράς της ζωής.

Πιστεύω πως  μέσα σε αυτό το δίπολο η Μέρντοχ σχεδίασε τη δομή αυτού του έργου της. Πρόκειται για μυθιστόρημα φιλοσοφικών αναζητήσεων, όσο και ηθικών ανιχνεύσεων και από την άλλη έργο όπου η αγάπη αναζητά τις διαφοροποιήσεις της από τον έρωτα, την ίδια στιγμή όπου η απελευθερωμένη έκφραση της σεξουαλικότητας διεκδικεί το δικαίωμα της να ακουστεί.

Κάτω από αυτήν την προϋπόθεση ανάγνωσης, «Η καμπάνα» αν και διαθέτει όλα τα στοιχεία ενός κλασικού αγγλικού μυθιστορήματος, είναι και μια διαχρονική τοποθέτηση πάνω στο δίπολο ηθικής και αμαρτίας που ασφαλώς και προβληματίζει τον σημερινό αναγνώστη.

Με λίγα λόγια η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι η εξής:

 

Στο Αγρόκτημα Ίμπερ, κάπου στο Γκλόστερσιρ, έχει εγκατασταθεί μια μικρή ομάδα ανδρών και γυναικών που αναζητούν μέσω της καλλιέργειας της γης να ξεφύγουν από το άγχος της ζωής των πόλεων και παράλληλα να ζούνε με τους όρους μιας κοσμικής θρησκευτικής κοινότητας. Στην ίδια περιοχή υπάρχει και ένα μοναστήρι που ανήκει σε μια κλειστή γυναικεία κοινότητα Βενεδικτίνων μοναχών. Η ομάδα του αγροκτήματος ζει με τους δικούς της ρυθμούς, έχει μια σύνδεση με την μοναστηριακή κοινότητα και ετοιμάζεται να εορτάσει μαζί με το μοναστήρι τη απόκτηση μιας νέας καμπάνας. Η παλιά έχει εξαφανιστεί πριν από πάρα πολλά χρόνια και ο θρύλος λέει πως είναι  στον πάτο της λίμνης που κυριαρχεί στην όλη περιοχή.

Οι σχέσεις των προσώπων που αποτελούν αυτήν την ιδιαίτερη ομάδα είναι και θέμα που δείχνει να απασχολεί την Μέρντοχ.

Ανάμεσά τους υπάρχουν άτομα που ταλανίζονται ανάμεσα στις πνευματικές αναζητήσεις και στην υποδούλωση μιας έντονης σαρκικής επιθυμίας. Η ομοφυλοφιλία αποτελεί ένα από τα ζητήματα του έργου, αλλά το ίδιο καίριο είναι το θέμα της χειραφέτησης των γυναικών.  Η ύπαρξη ή όχι Θεού επίσης. Κι ακόμα η έννοια της αγάπης, όσο και της αμαρτίας* το ‘εγώ’ και ο ‘άλλος’* η επιστημονική γνώση δίπλα στη θεολογική στάση* η οικολογικών προδιαγραφών  ένταξη στην κοινωνία, αλλά και απόσυρση από αυτή μέσω της μοναστικής ζωής.

Όλα αυτά εκφράζονται μέσα στην απόλυτη παρουσία της Φύσης.

«…από κάποιο δέντρο εκεί κοντά, σαν σινιάλο, ακούστηκε ένα υπόκωφο πλατάγιασμα, φτερωτές παλάμες, θαρρείς, που χτυπούσαν μεταξύ τους. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε ένα σιγανό γουργουρητό κι ύστερα κι άλλα πλαταγίσματα* και αίφνης, στο δασικό λυκόφως που πύκνωνε, τα πουλιά ήταν παρόντα. Άρχισαν να πετούν με ταχύτητα μπρος πίσω στα δέντρα, γυρίζοντας και ξαναγυρίζοντας σε ένα επίμονο, κυκλικό χορό, σαν αυτόν της νυχτερίδας. Ήταν αδύνατον να δεις πόσα ήταν, έδιναν όμως την εντύπωση ενός μεγάλου πλήθους έτσι καθώς φτερούγιζαν όλο σιγουριά στο κοκκώδες σκοτάδι, φτιάχνοντας με τα μακριά, αιχμηρά φτερά τους εκείνο το απαλό γουργουρητό. Βαθιά μέσα στο δασάκι το υπόκωφο πλατάγιασμα συνεχιζόταν».

Με το ίδιο υπόκωφο πλατάγιασμα αναζητούν τον δρόμο τους και οι ήρωες του έργου. Κάπως παρόμοια και όλο το έργο συνθέτει την μυθιστορηματική του οντότητα. Κι είναι χαρακτηριστική  φράση της άλλης μεγάλης Αγγλίδας συγγραφέα A. S. Byatt που στην πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή της, μεταξύ των άλλων σημειώνει :’Υπάρχουν πράγματα που τα μυθιστορήματα δεν μπορούν να συμπεριλάβουν, αλλά τα οποία μπορούν να υποδείξουν’ -φράση επιτομή της έννοιας της καλής λογοτεχνίας.

Τέτοιου διαμετρήματος κείμενα απαιτούν μέγιστο κόπο και αφάνταστη ευαισθησία για να μεταφερθούν από τη μητρική τους γλώσσα σε μια άλλη. Η μετάφραση της Έφη Τσιρώνη κάλυψε πλήρως αυτές τις απαιτήσεις.

 

5/1/2024

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/19154-i-kampana-tis-airis-merntox-kritiki-anamesa-stis-pnevmatikes-anazitiseis-kai-stis-sarkikes-epithymies

(744 λέξεις)

16.1.24

Η Ελένη Πριοβόλου για το "Σαν Μήδεια" στο Περί Ου

 

Μια Μήδεια ίδια αλλά και διαφορετική. Μια Μήδεια που βγαίνει από την ακινησία του Μύθου και πάλλεται παρούσα και ως γυναίκα και ως  μύθος -ένα και το αυτό- μέσα στις σελίδες του πρόσφατου μυθιστορήματος «Σαν Μήδεια» του Μάνου Κοντολέων. Ο δυϊσμός της φύσης της, δηλαδή μια γυναίκα ελκτική και συνάμα απωθητική, με το διάβα των καιρών αλλάζει οπτικές όπως οπτικές αλλάζουν και οι ίδιοι οι καιροί.

Από την τραγική περσόνα-παιδοκτόνο- του Ευριπίδη, μέχρι την Μήδεια του Οβίδιου, όπου ο ποιητής τολμά να αφηγηθεί στιγμές από τον βίο της Μήδειας στην Κολχίδα, αλλά και λεπτομέρειες του ταξιδιού της στην Ελλάδα, και από την παμφάρμακη του Πινδάρου μέχρι την επιτομή της ματαιοδοξίας από τον Ανούιγ, ανοίγονται νέα κεφάλαια  με την Μήδεια πάντα αλλιώτικη και με διαφορετικές εκδοχές ανάλογα με την πρόσληψη και τον αποσυμβολισμό ή την ανάγνωση του εκάστοτε δημιουργού που καταπιάνεται με αυτή τη γυναίκα θεριό, μάγισσα και ιέρεια, χειραφετημένη γυναίκα- που αντιτάσσεται στη νόρμα της απόλυτης πατριαρχικής εξουσίας- σύζυγο, ερωμένη και συνάμα απατημένη. Μήδεια, Medea..

Η αφήγηση αρχίζει με την συνάντηση Μήδειας- Κίρκης, και αμέσως τίθεται ένα ζήτημα το οποίο θεωρώ κομβικό. Άλλο άντρας και άλλο αρσενικό, άλλο γυναίκα και άλλο θηλυκό. Λέει μάλιστα κάπου: «Αν και ταραγμένο θηλυκό η ίδια αγνοούσε την πτώση και αντιδρούσε ως γυναίκα». Τίθεται έτσι εξ αρχής το έμφυλο της υπόθεσης, το οποίο επανέρχεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ιστόρησης. Σε ένα σημείο μας λέει πως δεν λογιάζει τον εαυτό της ως γυναίκα αλλά ως διαχρονικό θήλυ.

Η Μήδεια στο βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στην μητρική αγάπη και έναν φόνο  ψυχωτικό. Ο φόνος, όπως και η ίδια η Μήδεια, έχει επεκτάσεις συμβολικές, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές. Διότι η δολοφονία των παιδιών γίνεται προς τιμωρία του άντρα, και εκφράζει την οργή της. Όμως για να επικρατήσει μέχρι και σήμερα ως σύνδρομο της Μήδειας, εκφράζει και την οργή πλήθος γυναικών προς τους συντρόφους τους. Σε τούτη τη Μήδεια του Μάνου Κοντολέων συναντάμε χαρακτηριστικά ψυχανάλυσης καθώς και την εσωτερική πάλη της Μήδειας πάνω  στη σύγκρουση θυμού και επιθυμίας. Η θέση της είναι δεινή απέναντι στην κυριαρχία των ανδρών- αν και πνευματικά ισάξια με αυτούς- και  πέφτει  θύμα της προδοσίας.

«Τα σύμβολα άλλοτε κατευνάζουν και άλλοτε παραπλανούν» -αναφέρεται κάπου μέσα στο έργο. Η Μήδεια δεν εμπιστεύεται συμβολισμούς. Αντίθετα κρατά στενούς δεσμούς απευθείας με τις ιδέες των συμβόλων. Με βάση αυτά αν και ζει στο τότε καθίσταται ολότελα τωρινή, σε μια εποχή πλήρους αποσυμβολισμού.

«Η πεταλούδα ολοκλήρωσε ήδη τον κύκλο της ζωής της και το ανάλαφρο σώμα της μετατράπηκε σε αιωρούμενη λάμψη, σε δυσάρεστη οσμή καμένης σάρκας. Ανατρίχιασε η Μήδεια και ο όφις την κοιτούσε απλώς με βλέμμα απλανές».

Η Μήδεια στο βιβλίο είναι ένα σύμβολο καθολικό μέσα στα πλαίσια της μάχης των δυο φύλων. Η οργή της δεν είναι αποτέλεσμα μιας ψυχωτικής κατάστασης ή και ψυχασθένειας. Δεν μοιάζει καν παθολογικό. Η γυναίκα, ιέρεια και μάγισσα συνάμα, έχει στην ουσία τσαλαπατηθεί με τρόπο άδικο. Ο Ιάσονας αμετανόητος και υπερόπτης, καταπατά κάθε όρκο του και την προδίδει. Για την Μήδεια ο όρκος είναι χρέος. «Χρέος σημαίνει όρκος- μονολογεί. Σχεδόν ψιθυρίζει. Ο Ιάσονας ακουμπά πάνω στην κοιλιά της την δεξιά παλάμη του. ‘Ορκίζομαι…’ Το ίδιο ψιθυριστά δηλώνει. Και τότε εκείνη αποφάσισε. Αποφασίζω. Το μέλλον σου δικό μέλλον. Πάντως- υπόσχεται»

 Επιπλέον στερήθηκε από όλους τους άντρες γύρω της την δικαιοσύνη και βρέθηκε να σέρνεται μόνη σε μια γη αφιλόξενη, στην Κόρινθο του δυνάστη Κρέοντα, ο οποίος επισκέπτεται την Μήδεια στο ναό για να την διατάξει να φύγει από την επικράτειά του. Ο Κρέων αν και βασιλιάς πλούσιας πόλης, δείχνει ασήμαντος άντρας μπροστά στο κύρος ενός πλάσματος που έχει υπηρετήσει και ταχθεί στη θηλυκή θεότητα Με τη στάση του διαπομπεύει την έπαρση της εξουσίας.  Δείχνει τον φόβο κάθε δυνατού μπροστά σε κάτι δυνατότερο το οποίο με την εξουσία προσπαθεί να καθυποτάξει. Η Μήδεια αρνείται να συνθηκολογήσει, η ακρότητα του εγκλήματος στο οποίο καταλήγει αποσκοπεί στην αποκατάσταση της συμπαντικής τάξης.  Η Μήδεια στερήθηκε από τους άνδρες το έλεος και τη δικαιοσύνη. Ως γυναίκα είναι αναγκασμένη, και έτσι αναμένεται από όλους, να μην φέρει αντίρρηση και ας την αδικούνε. Είναι απελπιστικά μόνη και προδομένη, βρίσκεται ξένη σε ένα αφιλόξενο τόπο. Διεκδικεί την επιμέλεια των παιδιών της.

«’Τα τέκνα μου…’ σπαράζει η Μήδεια. ‘Θα μείνουν με τον πατέρας τους στην αυλή μου’ αποφασίζει ο Κρέοντας». Και παρακάτω. «Τα αγόρια ανήκουν στον πατέρα».

Κλείνοντας δεν γίνεται να παραβλέψω το γλωσσικό εργαλείο το οποίο δίδει ευρυθμία και καλλιέπεια στο μυθιστόρημα. Το ρήμα μπαίνει συχνά στο τέλος και αυτό δίνει μια πρωτοτυπία στη γραφή. Επίσης βλέπουμε λέξεις αμιγώς αρχαίζουσες να κεντούν τον καμβά μιας σημερινής γλώσσας.  Ανήρ, θήλυ, άρτος…  Λέξεις- έννοιες που προσθέτουν βαρύτητα και σε ένα κείμενο δυνατό.

Ελένη Πριοβόλου

Συγγραφέας.

www.periou.gr

23/12/2023

 

13.1.24

Πιερ Ασουλίν "Υπερωκεάνιο"

 

Πιερ Ασουλίν

«Το υπερωκεάνιο»

Μετάφραση: Μαριάνθη Πάσχου

Εκδόσεις Πόλις

                                                  

Σημαντικό πρόσωπο των Γαλλικών Γραμμάτων είναι ο Πιερ Ασουλίν.  Μυθιστοριογράφος, βιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, παράλληλα είναι και μέλος της κριτικής επιτροπής του Βραβείου Goncourt.

Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει έξι ακόμα έργα του, γεγονός που αποδεικνύει πως το ελληνικό κοινό έχει εκτιμήσει την ιδιαίτερη γραφή αυτού του συγγραφέα. Μια γραφή όπου τη διακρίνει μια στυλιζαρισμένη σύνταξη και οι συχνές απρόοπτες σκέψεις.

«Όσο κι αν λατρεύουμε τη φυγή -τη μέθη της αναχώρησης, τη συγκίνηση της άφιξης- πρέπει παρ΄ όλα αυτά να επιστρέφουμε» -Από τις πρώτες φράσεις του μυθιστορήματος «Το υπερωκεάνιο» που κυκλοφόρησε το 2022 στη Γαλλία και μετά από ένα χρόνο και στη χώρα μας.

Πρόκειται ένα συνδυασμό μυθιστορηματικής αφήγησης και ιδιότυπου κειμένου βιογραφικών τάσεων. Το υπερωκεάνιο ‘Ζορζ Φιλιππάρ’ υπήρξε και η τραγωδία που το συνοδεύει επίσης είναι ένα ιστορικό γεγονός.

Ο ίδιος ο Ασουλίν έχει δηλώσει: Παρακολουθώ τη συνύπαρξη  ιστορίας και λογοτεχνίας. Αυτές είναι τα δύο πάθη μου. Κι έτσι γράφω μυθιστορήματα που δραματοποιούν την ιστορία.

Ο Ασουλίν, λοιπόν,  περιγράφει μέσα σε 373 σελίδες το παρθενικό και τελευταίο ταξίδι του ‘Ζορζ Φιλιππάρ’, όπως και τη μοίρα όσων επιβατών, αλλά του πληρώματος που μαζί του διέσχιζαν τον ωκεανό κατευθυνόμενοι από την Μασσαλία  στην Ιαπωνία.

Μια πληθώρα προσώπων -κυρίως επιβατών της Α’ θέσης- θα γνωρίσει ο αναγνώστης. Αναμεσά τους και κάποια άτομα που υπήρξαν, όπως για παράδειγμα ο διάσημος εκείνα τα χρόνια Αλμπέρ Λοντρ, η παρουσία του οποίου και θα προσδώσει στο όλο έργο και το ιστορικό στοιχείο. Υπήρχαν φήμες πως ο Λοντρ είχε στην κατοχή του στοιχεία έρευνας που φώτιζαν την επερχόμενη παγκόσμια σύρραξη.

Η χρονιά που το δυστύχημα  συμβαίνει είναι το 1932, η χρονιά δηλαδή που ο Χίτλερ παίρνει τα ηνία της εξουσίας στη Γερμανία.

Οπότε -αν ακολουθήσουμε τον ειρμό της δήλωσής του Ασουλίν- το ‘Ζορζ Φιλιππάρ’ μπορούμε να το αντιστοιχήσουμε με την ίδια την Ευρώπη που εκείνη την ίδια χρονιά ξεκίνησε το δικό της ναυάγιο* τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με λεπτομερείς περιγραφές όλου του πλοίου -τα σαλόνια του, τις καμπίνες του, τους διάφορους χώρους αναψυχής, τα καταστρώματα- ο Ασουλίν ζωντανεύει το σκηνικό εντός του οποίου κυκλοφορεί η αφρόκρεμα της αριστοκρατίας και της ανώτερης αστικής τάξης της εποχής. Πλούσιοι επιχειρηματίες, ανώτεροι εκπρόσωποι αποικιακών κυβερνήσεων, όμορφες γυναίκες. Ένας κόσμος κοσμοπολίτικος, ανέμελος και ανάμεσά τους ο αφηγητής της όλης ιστορίας -στην ουσία είναι τα ημερολόγια του που θα διαβάσουμε- ο Ζακ-Μαρί Μποέρ. Παλαιοβιβλιοπώλης που μεταφέρει σπάνια έκδοση διαλόγων του Πλάτωνα, ιδιαίτερα καλλιεργημένος (συχνά αναφέρεται σε έργα μεγάλων στοχαστών της εποχής του) και που θα χαρίσει -κατά κάποιον τρόπο- στον Ασουλίν  τη δική του ματιά μέσα από την οποία και θα γίνει η επιζητούμενη σύνδεση του μικρόκοσμου ενός πλοίου με μια ολόκληρη Ήπειρο.

Γιατί βέβαια όσες μέρες θα κρατά ο πλους, διάφορες συζητήσεις θα λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στους επιβάτες, ποικίλλων μορφών σχέσεις θα αναπτυχθούν, κρυμμένες φιλοδοξίες και φιλόδοξοι σχεδιασμοί θα φανερώνονται, ενώ παράλληλα η παρουσία κάποιων Γερμανών θα φέρει μέσα στον ξέγνοιαστο κόσμο των σαλονιών και των πλούσιων γευμάτων στις τραπεζαρίες, τον ήχο της μπότας του ναζισμού.

Οι πολιτικές αναταράξεις δίνουν με αυτόν τον τρόπο το παρόν τους στο ταξίδι και μαζί με κάποιο πρώτα προβλήματα στις τεχνικές υποδομές του πλοίου, λες και προειδοποιούν για την επερχόμενη καταστροφή.

Μα κανείς -εντός του πλοίου- δεν θα λάβει σοβαρά υπ΄ όψιν το τρεμούλιασμα κάποιων λαμπτήρων. Κι όταν πλέον το βραχυκύκλωμα θα δημιουργήσει την καταστροφική πυρκαγιά, θα είναι αργά για όλους.

Το πλοίο θα βυθιστεί και από τους εφτακόσιους εξήντα εφτά ανθρώπους που επέβαιναν, μόνο σαράντα από αυτούς θα έχουν χαθεί… Μόνο που, ως απόλυτος αριθμός, το σαράντα είναι πολύ.

Αλλά αν αυτό είναι το αφηγηματικό περιεχόμενο του μυθιστορήματος, στην ουσία ο αναγνώστης έχει πολλά περισσότερα να ανακαλύψει. Κυρίως μια πληθώρα χαρακτηριστικών τύπων της -του τότε, μα και του τώρα- άρχουσας τάξης, που συζητούν, συνυπάρχουν, ζούνε  μέσα σε ένα πλοίο και μακριά από κάθε ακτή. Μια ομάδα ανθρώπων που λες και επέλεξαν τη φυγή  και αγνόησαν τον τρόπο αντίδρασης σε κάτι που θα καθόριζε το μέλλον τους.

Από εκεί και πέρα είναι θέμα αναγνωστικής επιλογής αν θέλει κανείς να ακολουθήσει αυτό που ο ίδιος ο Ασουλίν έχει δηλώσει. Πως δηλαδή τα μυθιστορήματα δραματοποιούν την ιστορία… Και με τον δικό τους τρόπο προειδοποιούν -ας μου επιτραπεί να προσθέσω εγώ.

Θα πρέπει, τέλος, να σταθώ και στη μετάφραση του έργου στη γλώσσα μας. Η γλώσσα του Πιερ Ασουλίν είναι ιδιόμορφη. Αναστοχάζεται όσο περιγράφει* αυτό που δείχνει πως αποδέχεται, ίσως και να το αναιρεί συγχρόνως.  Απαιτεί μια δυναμική αντιμετώπισή της από εκείνον που θα επιχειρήσει να την μεταγράψει σε μιαν άλλη.

«Ίσως έχω φτάσει σ΄ αυτό το μεσοστράτι της ζωής όπου νιώθεις ότι αρχίζεις να μπαίνεις σε κόντρα ρόλο: αφού έχεις ζήσει ό,τι ήταν να ζήσεις, γίνεσαι πια παρατηρητής. Το μόνο που επιδιώκω είναι η σωστή λέξη: αλλά και η σωστή σιωπή, εκεί όπου τα πάντα κοπάζουν. Το τι σου προσφέρει, ιδίως τις νύχτες, είναι ανεκτίμητο»

Αυτό το σύντομα απόσπασμα θεωρώ πως αποδεικνύει την μεταφραστική επιτυχία της Μαριάνθης Πάσχου.

(812 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 13/1/2024)

3.1.24

Η Νάντια Τράτα στο fractal

 

«Ένα ταξίδι στα θεμέλια της γυναικείας ψυχοσύνθεσης»

Γράφει η Νάντια Τράτα //

 

 “J’ai aimé ton monde noir, ton audace, ta révolte, ta connivence avec l’horreur et la mort, ta rage de tout détruire. J’ai cru avec toi qu’il fallait toujours prendre et se battre et que tout était permis.” Jean Anouilh, Médée

 

Στις απαρχές των καιρών, στο γύρισμα του καιρού, στην λάμψη της αστραπής καθώς φωτίζει το πέρασμα από την ανυπαρξία στο φως, εκεί που η ανθρώπινη φύση τανύζεται πασχίζοντας να φθάσει από το μηδέν στο κάπου, μύθοι σκοτεινοί και ψίθυροι ιστοριών έρχονται σαν θρόισμα φύλλων που αποχωρίζονται τα νεκρωμένα από χυμούς κλαδιά και στροβιλίζονται διστακτικά προτού αγγίξουν θλιμμένα το αρχέγονο χώμα. Αιώνες προτού ακόμη ο μύθος μας διηγηθεί το ταξίδι του Οδυσσέα από την ανατολή προς δύση, η Αργοναυτική Εκστρατεία είχε ξεκινήσει με οιωνούς σκοτεινούς που οδήγησαν τον αρχηγό της Ιάσονα, άνδρα γήινο, γεμάτο γοητεία και έπαρση μα αρσενικό κίβδηλο, στη μακρινή Κολχίδα, εκεί όπου με τη βοήθεια της ανυπότακτης, θαρραλέας Μήδειας, ένα θηλυκό απόλυτο, κυρίαρχο και παρορμητικό, ο ίδιος απέκτησε τον προσδιορισμό «ήρωας» ενώ αυτή που του προσέφερε όχι μόνο βοήθεια αλλά και την ύπαρξή της ολόκληρη, παραμένει ως σήμερα κατηγορούμενη για το πλέον απεχθές έγκλημα.

 

Ο Μάνος Κοντολέων με το τελευταίο έργο του Σαν Μήδεια ολοκληρώνει μία τριλογία αφιερωμένη σε γυναικείες μορφές που στάθηκαν με παρρησία στο μεταίχμιο μύθου, θρύλου και πραγματικότητας, ισορροπώντας πάνω στο αόρατο νήμα που έρχεται βαθιά από το μακρινό παρελθόν και αγγίζει το σύγχρονο κόσμο, δίνοντας τη δική του, πάντα ευθύβολη και βαθυστόχαστη ερμηνεία της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, αναδεικνύοντας, φωτίζοντας και μελετώντας θηλυκές υπάρξεις του αρχαίου κόσμου, ηρωίδες πέρα από τα φορμαλιστικά πλαίσια του ηρωικού, παρεξηγημένες κατά πολλές έννοιες, όπως την Κασσάνδρα στο έργο του Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, την Κλυταιμνήστρα στο έργο του Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας και με το τελευταίο, ολότελα μεστό ευρηματικών στοχασμών, έργο του Σαν Μήδεια (όλα από τις εκδόσεις Πατάκη) στο οποίο αφουγκράζεται τον εσωτερικό κοπετό της εξόριστης και περιθωριοποιημένης υπερήφανης και αδάμαστης Μήδειας, άλλοτε κραταιάς ιέρειας και πριγκίπισσας, προτού αυτή φθάσει στην απονενοημένη πράξη της, καθώς προσπαθεί να κατανοήσει και να προσεγγίσει μία εν βρασμώ ψυχή.

 

Όπως στα περισσότερα έργα του για ενήλικες αναγνώστες μα κυρίως στα βιβλία της τριλογίας με κυρίαρχο άξονα τις μυθολογικές ηρωίδες Κασσάνδρα, Κλυταιμνήστρα και Μήδεια, ο συγγραφέας διερευνά συστηματικά και δημιουργεί ασφαλείς χώρους για την άσκηση της ελευθερίας του γυναικείου βλέμματος, προ(σ)καλεί τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη και καλλιεργεί μία προσωπική ερμηνευτική η οποία παραδίδεται ως tabula rasa προκειμένου το έργο του να αποτελέσει ένα λογοτεχνικό επεισόδιο μίας απροσδόκητης αποτύπωσης του γυναικείου ψυχισμού.  Με την άνεση και τη στόφα ενός αυθεντικού grand auteur, οικειοποιείται, ανα-συνθέτει και επαναπροσδιορίζει τα τεκμήρια όπως μας τα παραδίδει ο μύθος, υπολείμματα μίας quasi βιωμένης πραγματικότητας προκειμένου να αποκαλύψει υποκειμενικές δια-συνδέσεις και στήνοντας δεξιοτεχνικά γέφυρες μεταξύ προσωπικού και συλλογικού συν-αισθήματος, θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από την πολλαπλότητα της ηρωίδας, την εικονοποιητική δύναμη του ανθρώπινου νου, τη σχέση αντικειμενικότητας (καλό-κακό) και υποκειμενικότητας (αποδεκτό – μη αποδεκτό) καθώς και τη σημασία της λογοτεχνικής αισθητικής εμπειρίας ως συνειρμικής διαδικασίας (το ξεχωριστό βλέμμα, η ατομική προσέγγιση).

 

Στο τελευταίο του έργο Σαν Μήδεια, βασικοί πυλώνες της έμπνευσής του στάθηκαν, όπως ο ίδιος ομολογεί, πέραν της τραγωδίας Μήδεια του Ευριπίδη (431 π.Χ.), το θεατρικό έργο Médée του Γάλλου δραματουργού Jean Anouilh (1945) και η δανέζικη ταινία Medea (1988) σε σκηνοθεσία  Lars von Trier βασισμένη στην απόδοση της αρχαίας τραγωδίας από τον Carl Theodor Dreyer και ιδιαίτερα η τραγική σκηνή του τέλους. Για άλλη μια φορά, ο εξαιρετικός Μάνος Κοντολέων συνθέτει με υλικά υψηλής αισθητικής (γλωσσική επεξεργασία του κειμένου, συντακτική ανάπτυξη των προτάσεων, χρήση λέξεων παλαιάς κοπής) μία σπουδή πάνω στη μεταφορά του κλασσικού στο σύγχρονο περιβάλλον, όσμωσης μεταξύ μύθου και αλήθειας, προσφέροντας γενναιόδωρα στον αναγνώστη του τη δυνατότητα να αποκτήσει ενεργό ρόλο στην ανάγνωση και να αποκρυσταλλώσει το δικό του βλέμμα, να κατασταλάξει σε μία ερμηνεία προσωπικής επιλογής.

 

Στο εκπληκτικό εξώφυλλο του βιβλίου (έργο της υπέροχης Francesca Woodman – αμερικανίδα φωτογράφος, 1958-1981), η ασπρόμαυρη υποβλητική θολή φωτογραφία μίας γυναικείας φιγούρας που μοιάζει με νύμφη, ξωτικό ή νεράιδα  καθώς φαίνεται πως είναι  ένα με το φυσικό περιβάλλον, δίνει το έναυσμα, συντονιζόμαστε με γεγονότα, αφηγήματα παλαιά όσο και τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας σε τούτη εδώ τη μετέωρη κουκίδα….. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη καθένα από τα οποία αναπτύσσεται αντίστοιχα σε τέσσερα, επτά και έξι σύντομα κεφάλαια, ενώ κάθε μέρος προλογίζεται με σημαίνοντες στίχους από το έργο Μήδεια του Ζαν Ανούιγ, οι οποίοι δίνουν ουσιαστικά μία πρόγευση των όσων θα ακολουθήσουν. Ρυθμός κοφτός μα μελωδικός, η αφήγηση αφουγκράζεται τη δράση, η αναζήτηση του αίτιου σε αντιπαράθεση με το αιτιατό, η αναγνώριση του βαθύτερου τραύματος που θα οδηγήσει στην τέλεση μίας αποτρόπαιης πράξης οργανώνει τη λογοτεχνική αφήγηση καθώς επιχειρείται μία μετακίνηση από τον εξοστρακισμό στην κατανόηση, στην αντίληψη μίας πιθανής αλήθειας.

 

Ποια λοιπόν είναι η Μήδεια που αναλαμβάνει να μας γνωρίσει ο Μάνος Κοντολέων; Ποια η γενιά της, ποιες οι ρίζες της, πώς μεγάλωσε, πού ανατράφηκε, τι σκεπτόταν, ποιον ονειρευόταν; Μία ιδιαίτερη περίπτωση έργου ενηλικίωσης, η αφήγηση αποκαλύπτει πως η Μήδεια, από τη γενιά του Ουρανού και της Γαίας, του Ήλιου και της Εκάτης, ανατράφηκε από την ξακουστή Κίρκη, αδελφή του πατέρα της και βασιλιά της Κολχίδας ως θηλυκό παρά ως γυναίκα. Επόμενο ήταν πως αναζητούσε να κάνει ταίρι της ένα αρσενικό παρά έναν άνδρα…. Ο Ιάσονας, απατηλό αρσενικό και πιότερο άνδρας, τη μαγεύει, του παραδίδει τον εαυτό της ολόκληρο, τον αναδεικνύει και τον εξυψώνει στο επίπεδο του ήρωα παρά τις ατέλειες και τις αδυναμίες του και εκείνος της ανταποδίδει τη λατρεία με προδοσία όταν την εγκαταλείπει για χάρη της πριγκίπισσας της Κορίνθου. Εκείνη, ακόμη και την ύστατη στιγμή, φαίνεται πως υποφέρει βαθιά, πιότερο πονά παρά μισεί….

 

Η Μήδεια του Μάνου Κοντολέων ζητά να εξυψωθεί μέσα από την ένωσή της με ένα αρσενικό ισοδύναμης ισχύος, αντίστοιχης υπεροχής, ισότιμης αξίας ώστε  μία νέα γενιά ανθρώπων να προέλθει μέσα από την ένωσή τους δημιουργώντας τις βάσεις για ένα κόσμο διαφορετικό, σίγουρα καλύτερο, θεωρεί το περήφανο θηλυκό. Πόση άραγε διάψευση ένιωσε και πόση απογοήτευση όταν αντιλαμβάνεται πως, φευ, τελικά ο Ιάσονας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ακόμη άνδρας, άρα και η σπορά του φέρει τα ίδια ελαττώματα, τα ίδια μειονεκτήματα, τα ίδια λάθη θα κάνει, ο κόσμος που ονειρεύτηκε δεν μπορεί να υπάρξει, δεν θα πρέπει να υπάρξει, ίσως λοιπόν θα πρέπει να…..

 

Ένα έργο εκστατικό και ατρόμητο, συναρπαστικής λογοτεχνικής αφήγησης που καταθέτει μία ρηξικέλευθη άποψη μετατρέποντας, για άλλη μια φορά, την ανάγνωση ενός βιβλίου σε μία μυσταγωγία που εκθειάζει με βαθιά πνευματικότητα και σεβασμό στο μύθο, την απελευθερωτική ιδιότητα της γραφής. Το θηλυκό του Μάνου Κοντολέων στο έργο του Σαν Μήδεια, διεκδίκησε μία θέση ισάξια με αυτή του αρσενικού, η πράξη της, αποτρόπαιη σίγουρα, είναι το αποτέλεσμα όχι μίας ερωτικής απογοήτευσης ή η εκδίκηση μίας συζύγου, ερωμένης, μητέρας, πριγκίπισσας, εξόριστης, πρόσφυγα, αποσυνάγωγης, εγκαταλειμμένης γυναικός, είναι ένας θρήνος για έναν κόσμο που δεν θα ανατείλει ποτέ, για μία ξεχωριστή και ανώτερη νέα γενιά που θανατώθηκε ήδη τη στιγμή της σύλληψης των παιδιών της…..

 

Ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας μεγάλος συγγραφέας καθώς με κάθε του έργο, οπωσδήποτε και με το τελευταίο του έργο Σαν Μήδεια, ενεργοποιεί το βλέμμα του αναγνώστη καλλιεργώντας τον ελεύθερο συνειρμό και τον αυθόρμητο μηχανισμό του ανθρώπινου νου να επεξεργάζεται τις λέξεις, τις εικόνες, τους ήχους και τα μυστικά που αποκαλύπτονται σταδιακά μέσα από την επιδέξια γραφή του – δημιουργία εννοιολογική και σχεδόν ποιητική που ανοίγει, πλαταίνει ολοένα προς τον απέραντο ορίζοντα των δυνατοτήτων που μπορεί δυνητικά να ατενίσει το ανθρώπινο πνεύμα.

 

Μελετώντας με το δικό του τρόπο την περίπτωση της Μήδειας, διαχρονικής μυθολογικής θηλυκής μορφής, ο συγγραφέας αναλύει καίρια ακόμη μία πλευρά της γυναικείας ταυτότητας στο βάθος των αιώνων αποφεύγοντας κάθε εύπεπτη αναφορά σε κάθε είδους ιδιαιτερότητες ή παρεκκλίσεις. Με αξιοθαύμαστη συγγραφική ακρίβεια μα και με αύρα ποιητική, μεταφέροντας στο χαρτί ένα υποδειγματικό αφηγηματικό τέμπο και χωρίς καμία διδακτική διάθεση ή την παραμικρή υποψία κατηγορίας, αναλύει καίρια μία βαθιά ανθρώπινη ανάγκη αναζήτησης ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού όχι μόνο μέσω του άλλου αλλά, κυρίως, μαζί με τον άλλο και μίας ισότιμης θεώρησης των φύλων ακτινογραφώντας την μυθολογικά και εννοιολογικά. Σταδιακά και αμετάκλητα η Μήδεια μετατρέπεται σε ένα ταξίδι στα θεμέλια της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, στην ουσία του αβάσταχτου εσωτερικού πόνου, της φοβερής εκείνης διάψευσης που θα οδηγήσει στο αδιανόητα αποτρόπαιο.

 

Άμεση λογοτεχνία, καθαρά μηνύματα και μία καίρια εννοιολογική στόχευση η οποία αντιστέκεται σε κάθε είδους ρατσισμό ή διδακτισμό χάρη στην αξιοθαύμαστη αφοσίωση του εξαιρετικού έλληνα συγγραφέα Μάνου Κοντολέων να μιλήσει για ηρωίδες που μοιάζουν να δραπετεύουν από τα κάδρα μίας politically correct στάσης ζωής. Καθώς πια ο σύγχρονος κόσμος συντάσσεται, ανασυντάσσεται και  δημιουργούνται νέες τάσεις στην παγκόσμια ανθρωπογεωγραφία, ενώ αναδεικνύονται, κατ’ουσίαν, ζητήματα που απασχόλησαν τους αρχαίους δραματουργούς εδώ και εικοσιπέντε περίπου αιώνες, ο Μάνος Κοντολέων καταγράφει εμπνευσμένα και τολμηρά την ανθρώπινη συνθήκη μεταμορφώνοντας με τον δικό του ιδιαίτερο και αφοπλιστικό τρόπο, το ταξίδι της ψυχής, συχνά της γυναικείας ευαισθησίας, από τα βάθη των αιώνων έως σήμερα και προσφέροντάς μας αφειδώλευτα μία σπουδαία συγγραφική αλήθεια.

www.fractal.gr  3/3/2024

(1470 λέξεις)


27.12.23

Η Τέσυ Μπάιλα για το "Σαν Μήδεια" στο culturenow

 


Την Μήδεια κανείς δεν την αγάπησε

Το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που βασίζεται σε ηρωίδες που γνωρίσαμε μέσα από τις αρχαίες τραγωδίες υπογράφει ο Μάνος Κοντολέων με το νέο του βιβλίο, με τίτλο «Σαν Μήδεια», που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδ. Πατάκη, ύστερα από τα «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Aμμο» και «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας».

Τη Μήδεια επέλεξε ο Μάνος Κοντολέων για να ολοκληρώσει τη μυθιστορηματική του τριλογία με κεντρικές ηρωίδες γυναικεία πρόσωπα από τους μύθους της αρχαιότητας και των τραγωδιών, σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό τα γυναικεία πάθη ανά τους αιώνες και να αντλήσει το ενδιαφέρον του για τις γυναίκες εκείνες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους.

Παρουσιάζοντας τις ηρωίδες αυτές μέσα σε ένα νέο πολυπρισματικό πλαίσιο αναδεικνύει τα αίτια και τα αιτιατά των πράξεων αυτών και τα ερμηνεύει. Στην περίπτωση της Μήδειας ωστόσο η παιδοκτονία γίνεται η αφετηριακή πρόκληση για μια βαθιά προσέγγιση των ψυχολογικών διακυμάνσεων της ηρωίδας, γεγονός που διαφαίνεται σε όλο το έργο. Ο συγγραφέας εισχωρεί στη συνείδηση της Μήδειας, αντιμετωπίζει ο ίδιος την σαρωτική φόρτιση του ψυχισμού της και παραδίδει στην δική μας κρίση τις σκέψεις και τα όνειρα αυτής της γυναίκας που το όνομά της ταυτίστηκε παγκοσμίως με την ερωτική εκδίκηση και τη μήνη κατά της παιδοκτονίας.

Παίρνοντας ως βάση τη Μήδεια του Ευριπίδη, γραμμένη το 431 π.Χ αλλά και του Ζαν Ανούιγ το 1946 και αντλώντας πληροφορίες από τα κείμενα αυτά και δοκιμάζοντας να εξορύξει τη δική του εκδοχή και να φωτίσει την προσωπικότητα της Μήδειας από μια νέα οπτική, ο Κοντολέων παρουσιάζει τη γυναικεία ταυτότητα και τις έμφυλες ισορροπίες που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας ισότιμης σχέσης ανάμεσα στα φύλα, μιας σχέσης που θα οδηγεί στη συνοδοιπορία των ανθρώπων και στην ανάγκη ανασύστασης, τελικά, της κοινωνίας, θέμα που πραγματεύεται ουσιαστικά σε όλη του την τριλογία. Οι θεωρίες περί μαγείας και ερωτικής προδοσίας δεν τον καλύπτουν. Εκείνο που καθορίζει τις πράξεις της δικής του Μήδειας, όπως συνέβη και στην Κασσάνδρα και στην Κλυταιμνήστρα του, είναι η ανάγκη του ανθρώπου να διαφεντέψει τη μοίρα του σε έναν κόσμο όπου θριαμβεύει η αλαζονεία της εξουσίας και οι γυναίκες γίνονται βορά στην πατριαρχική δομή μιας κοινωνίας που καθορίζει τις νοοτροπίες δημιουργώντας διακρίσεις.

Όπως η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη έτσι και η Μήδεια του Κοντολέων ακροβατεί ανάμεσα στην ανθρώπινη και στη θεία δίκη αλλά δεν τιμωρείται από αυτή. Στο πρόσωπό της ο Κοντολέων βλέπει την ανάγκη της σύγχρονης κοινωνίας να αποδεχτεί την υπαρκτική ετερότητα και να βαδίσει πλάι της κι έτσι η Μήδεια μετατρέπεται σε ένα σύμβολο κυριαρχίας της ανθρωπιάς σε μια κοινωνία που παρακμάζει και φθίνει. Σε μια κοινωνία που χρειάζεται επειγόντως να κρίνει ορθολογικά τα δεδομένα και να προσαρμοστεί στη διαφορετικότητα, στη συνύπαρξη, στη συνοδοιπορία, στην ισοτιμία των φύλων, των ανθρώπων και των πεπρωμένων, καθώς μόνο με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρει να βαδίσει μπροστά με σθεναρά βήματα. Όταν μέσα στα μάτια του όποιου άλλου μπορεί να δει κατάματα τον εαυτό της και να τον αγκαλιάσει.

Η γλωσσική αισθητική του Κοντολέων, η ρυθμικότητα της αφήγησης, οι στοχασμοί, η τρυφερότητα της γραφής συνδυασμένη με τη χρήση λέξεων που φτάνουν ατόφιες από την αρχαιότητα στις μέρες μας, χωρίς ωστόσο να βαραίνουν το κείμενο, διαχέονται και σε αυτό το έργο του Κοντολέων και κάνουν το κείμενο να ρέει δημιουργώντας ταυτόχρονα εικόνες που αναφερόμενες στο παρελθόν αντανακλούν το σήμερα.

Ο Κοντολέων κοιτά το παρόν μέσα από τη παρελθόν, στηριζόμενος αυτή τη φορά στη Μήδεια και το διερευνά στο πλαίσιο της σύγχρονης οπτικής και αισθητικής. Στις διαχρονικές αξίες των αρχαίων συμβόλων αναζητά τη διαχρονικότητα των κοινωνικών εκτιμήσεων και καυτηριάζει την παρακμή και τη φθορά τους υπογράφοντας ταυτόχρονα ένα ακόμα εξαιρετικό μυθιστόρημα.

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ / 26-12-2023 / 17:27

www.culturenow.gr


20.12.23

Ζωρζ Σαρή "Τα στενά παπούτσια"

 

«Εφηβικός έρωτας σε στενά παπούτσια»

 

Το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή «Τα στενά παπούτσια» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1979. Και ήταν την αμέσως επόμενη  χρονιά που κι εγώ το διάβασα και μάλιστα με τη ματιά ενός νέου άνδρα που ξεκινούσε την δική του καριέρα στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους.

Δεν μπορώ να θυμάμαι με λεπτομέρειες ποιες ήταν οι αντιδράσεις μου από εκείνη την ανάγνωση -κι άλλωστε δεν πρέπει να ήταν και το πρώτο έργο της Σαρή που διάβαζα- σίγουρα πάντως με είχαν εντυπωσιάσει κάποια στοιχεία του, τα οποία τότε δεν τα είχα, ίσως, συγκεκριμενοποιήσει, μα που τώρα μπορώ με βεβαιότητα να ισχυριστώ πως επηρέασαν τη δική μου συγγραφική τεχνική.

Κι αυτό είναι σημαντικό για ένα νέο λογοτέχνη -να έχει την τύχη τα πρώτα βήματα της καριέρας του να του τα ενορχηστρώνουν προηγούμενοι καλοί, πολύ καλοί τεχνίτες. Και η Ζωρζ Σαρή υπήρξε μεγάλος μάστορας της γραφής.

Μα προτού προχωρήσω σε κάποιες σύντομες επισημάνσεις μου πάνω στο έργο «Τα στενά παπούτσια», αξίζει να τονίσω πως με την ευκαιρία της ανακήρυξής, από τις Εκδόσεις Πατάκη, του 2023 ως ‘Έτους Ζωρζ Σαρή’, φάνηκε και το μεγάλο έλλειμα που υπάρχει στον τομέα της έρευνας και της κριτικής σε έργα που ανήκουν στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.

Η Ζωρζ Σαρή, όπως βέβαια και η Άλκη Ζέη, αλλά και κάποιοι ακόμα συγγραφείς -άνδρες και γυναίκες- βιβλίων για παιδιά και νέους, αν και καθόρισαν με τα βιβλία του το σύγχρονο πρόσωπο αυτού τους είδους της λογοτεχνίας, ελάχιστα θεωρητικά κείμενα έχουν γραφτεί γι αυτούς. Κάτι που βέβαια δεν ισχύει  για συγγραφείς της ίδιας περιόδου που έγραψαν λογοτεχνία για ενήλικες.

Η έλλειψη θεωρητικών κειμένων παρεμποδίζει την εδραίωση στη συνείδηση όχι μόνο του κοινού, αλλά και των νέων συγγραφέων πως η ελληνικό παιδική λογοτεχνία έχει μια άξια προσοχής παρουσία με παρελθόν που καθορίζει το παρόν της και ασφαλώς και το μέλλον της.

Η κριτική γραφή μπορεί να είναι δευτερογενής, αλλά παράλληλα εδραιώνει την υγιή εξέλιξη της πρωτογενούς λογοτεχνικής έκφρασης.

Και έτσι, λοιπόν, αποκτά μια σημαντική διάσταση το γεγονός πως το 2023 εορτάσαμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση της Σαρή, όπως βέβαια και της Ζέη. Αν μη τι άλλο οδήγησε στην δημιουργία κειμένων που προσεγγίζουν το έργο των δυο αυτών εμβληματικών συγγραφέων, ενώ παράλληλα -κι αυτό είναι κατά την άποψή μου το ίδιο σημαντικό- δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε και άλλους καλούς συγγραφείς μας που είτε πιο παλιά είτε πιο πρόσφατα έφυγαν από τη ζωή αφού όμως πρώτα είχαν ολοκληρώσει ένα σημαντικό έργο (πρόχειρα αναφέρω τους: Γαλάτεια Σουρέλη, Αγγελική Βαρελά, Βούλα Μάστορη, Παντελή Καλιότσο, Ι.Δ. Ιωαννίση κ.α)

Αλλά ας επανέλθω στα Στενά Παπούτσια και στον τίτλο αυτού του άρθρου – ‘Εφηβικός έρωτας σε στενά παπούτσια’.

Είναι το έκτο νεανικό μυθιστόρημα της Σαρή. Και μπορεί κανείς να πει πως είναι μια συνέχεια του μυθιστορήματος εκείνου με το οποίο έκανε την είσοδο της στο χώρο της λογοτεχνίας –πρόκειται, ασφαλώς, για το «Ο θησαυρός της Βαγίας».

Είναι ακόμα εκείνο το μυθιστόρημα που κυκλώνει περισσότερο τις ιδιωτικές στιγμές μιας από τις κεντρικότερες ηρωίδες της Σαρή -αναφέρομαι στη Ζωή που ασφαλώς και έχουμε κάθε δικαίωμα να αποδεχτούμε πως είναι η μυθιστορηματική περσόνα της ίδιας της συγγραφέα.

Το πρώτο στοιχείο που με κάνει να ξεχωρίζω -όχι ποιοτικά, αλλά μορφολογικά- αυτό το έργο από τα άλλα, είναι το ότι η αφήγηση γίνεται από ένα ώριμο πλέον άνδρα, τον Παναγιώτη Χαλδαίο.

Στα νεανικά μυθιστορήματα συνηθίζεται η αφήγηση να υλοποιείται -πρωτοπρόσωπα ή και τριτοπρόσωπα- από ένα έφηβο. Εδώ η Σαρή πρωτοτυπεί. Και επιλέγει να εμπιστευθεί τις αναμνήσεις ενός ώριμου αρσενικού που πέρασε μαζί με την ηρωίδα της, τη Ζωή -συγγραφικό της alter ego, υπενθυμίζω- δυο καλοκαίρια στο νησί της Αίγινας, κάποια χρόνια λίγο πριν από τον πόλεμο του ’40.

Και η εμπιστοσύνη της την κάνει να τολμά να αμφισβητήσει τα όποια στερεότυπα που ισχυρίζονται πως οι ανήλικοι δεν μπορούν αν κατανοήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ενηλίκων κι έτσι διαβάζουμε: Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι. Θυμάμαι μόνος. Η γυναίκα μου δεν είναι από τη Βαγία. Η μάνα μας πέθανε. Οι αδελφές μου στα σπίτια τους, η καθεμιά στο δικό της, ο Σώζος στο καμαράκι του κοιμάται από νωρίς. Λογαριάζω τα χρόνια που πέρασαν από κείνο το καλοκαίρι του 1935. Σαράντα ολόκληρα χρόνια. Πολύ λίγα για την ιστορία του κόσμου, πάρα πολλά για την ιστορία ενός ανθρώπου.

Με αυτά τα συναισθήματα ο αφηγητής εξιστορεί ένα καλοκαίρι που τον σημάδεψε. Μιας  και σε εκείνο το καλοκαίρι από τη μια του δόθηκε η δυνατότητα να αφήσει το μικρό χωριό του και σπουδάσει στην Αθήνα και από την άλλη να γνωρίσει τον έρωτα.

Αυτό είναι το κεντρικό θέμα στα Στενά Παπούτσια. Ο έρωτας στην πρώιμη εφηβεία. Και μάλιστα μέσα από τις αφηγήσεις ενός αγοριού που ετοιμάζεται να γίνει άνδρας. Κι ακόμα οι αντιδράσεις ή ακόμα και οι αποδοχές αυτού του μη συνειδητού ερωτικού καλέσματος ενός αρσενικού από ένα επίσης έφηβο κορίτσι.

Στο εισαγωγικό σημείωμα, η Ζωρζ Σαρή ευχαριστεί όσους τη συντρόφευσαν εκείνο το καλοκαίρι και όσους με τις αφηγήσεις τους της θύμισαν γεγονότα και ανθρώπους. Δεν φανερώνει αν η ηρωίδα της είναι η ίδια εκείνη -αν με άλλα λόγια ο Παναγιώτης Χαλδαίος υπήρξε ο πρώτος της εφηβικός έρωτας.

Αλλά σημασία αυτό δεν έχει και τόσο. Η ουσία είναι πως μέσα από τη γραφή της καταφέρνει να περιγράψει με καθόλου ανόητη αφέλεια το παιχνίδι αρσενικού – θηλυκού, να σκιτσάρει αποτελεσματικά την αρσενική αθώα παρόρμηση κατάκτησης και την ίδια στιγμή να χρωματίζει με μια πρώιμη  θηλυκότητα τα υπολανθάνοντα ερωτικά τερτίπια της ηρωίδας της.

Μα υπάρχει και κάτι ακόμα που κάνει αυτό το μυθιστόρημα να διαθέτει μια διαχρονική αλήθεια. Οι κοινωνικές διαφορές όχι μόνο δεν αποσιωπώνται, αλλά και τονίζονται, όπως και αφήνεται να υπονοηθεί πως ποτέ δεν ξεπεράστηκαν, όχι για λόγους επιφανειακούς, μα για αιτίες που καθορίσανε το μέλλον εκείνων που ζήσανε και ενηλικιώθηκαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Μια εφηβεία σε στενά παπούτσια, λοιπόν. Όπως και πάντα τελικά είναι τα παπούτσια των εφήβων ασχέτως εποχών και κοινωνικών τάξεων.

Θα πρόσθετα δε ακόμα πως είναι εκείνο το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή που έχει προικιστεί με την εμπειρία της ως ηθοποιού.

Για τον κάθε συγγραφέα είναι σημαντικό να κατέχει εκείνες τις δυνατότητες με τις οποίες και πλάθει -όπως ένας ηθοποιός ερμηνεύει- τις αντιδράσεις των ηρώων του. Και ακόμα είναι το ίδιο καίριο να γνωρίζει τους τρόπους να περιγράφει το σκηνικό μέσα στο οποίο διαδραματίζονται γεγονότα και εκφράζονται σχέσεις.

Αυτά όλα τα συναντάμε μέσα στα Στενά Παπούτσια και δεν έχει κανείς παρά να ανατρέξει στις σελίδες εκείνες όπου καταγράφεται το παιχνίδι του ‘γάμου’ της Ζωής με τον Παναγιώτη, για να πειστεί πως με πεζογραφικό τρόπο η Ζωρζ Σαρή έγραψε ένα σύντομο θεατρικό μονόπρακτο -πρωταγωνιστές, δεύτεροι ρόλοι, σκηνικά, ήχοι, φωτισμοί.

Το βιβλίο «Τα στενά παπούτσια» είναι ένα  έντιμο μυθιστόρημα που προικίστηκε από ολοζώντανους, διαχρονικούς ήρωες να το υποστηρίζουν μέχρι τις μέρες μας και να είναι έτοιμοι να το εντάξουν στα κλασικά μυθιστορήματα για νέους.

 

1117 λέξεις

https://diastixo.gr/epikaira/567-zorz-sari/21590-kontoleon-zorz-sari-18122023

Συνέντευξη για το 'Σαν Μήδεια" στο Fractal


 


Συνέντευξη στη Γεωργία Χαδρά

-Μιλήστε μας για τον τίτλο του νέου σας βιβλίου.  Γιατί επιλέξατε την παρομοίωση «Σαν Μήδεια» για τον τίτλο;

* Ο  αρχικός τίτλος ήταν «Υγρό, σκοτεινό θηλυκό σαν Μήδεια». Η φράση θεωρήθηκε κάπως μεγάλη για να είναι τίτλος, αλλά και ίσως παραπλανητική. Οπότε αποφασίστηκε να κρατηθεί μόνο το «Σαν Μήδεια», που υπονοεί ό,τι το μυθιστόρημα αναφέρεται σε πράξεις οι οποίες καθορίστηκαν από την προσωπικότητα της ίδιας της Μήδειας. Μα αναγνωρίζω πως η απόλυτη κατανόηση αυτού του ‘σαν’ προαπαιτεί και την ανάγνωση του έργου μου, ώστε να μπορέσει κάποιος να καταλάβει την διαφορετική ερμηνεία που επιχειρώ σχετικά με τις αποφάσεις της Μήδειας. Ελπίζω πως στη συνέχεια της συζήτησής μας να μου δοθεί η ευκαιρία να γίνω περισσότερο σαφής.

 

- Είναι το τρίτο βιβλίο και ουσιαστικά ολοκληρώνετε την τριλογία σας με τις κεντρικές ηρωίδες από την Αρχαία Τραγωδία. Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε και την επιλέξατε;

* Και με τα τρία αυτά έργα μου θέλησα να καταθέσω μια προσωπική, ως ένα βαθμό, προσέγγιση κεντρικών ηρωίδων των αρχαίων τραγωδιών. Η Κασσάνδρα του πρώτου μυθιστορήματος για μένα είναι το σύμβολο του συνετού ανθρώπου που ενώ ο ίδιος βλέπει που οδηγεί το τυφλό πάθος των άλλων, δεν καταφέρνει να τους πείσει. Η Κλυταιμνήστρα, του δευτέρου έργου, είναι για μένα το σύμβολο μιας ηγέτιδας που δεν μπόρεσε να εκφράσει το θηλυκό πρόσωπο της εξουσίας. Τώρα, με το τρίτο, προτείνω ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη σχέση άντρα – γυναίκας και σε εκείνη του αρσενικού – θηλυκού. Η πρώτη έχει κοινωνικό πρόσημο, ενώ η δεύτερη αποτελεί την ίδια τη δημιουργία της ζωής.

Σε κάθε περίπτωση θεωρώ πως αν αυτά τα πρόσωπα, αυτές οι γυναίκες έχουν καταφέρει να παραμένουν ‘ζωντανές’ μέχρι τις μέρες μας, είναι γιατί προσφέρονται σε συνεχώς νέες, μικρές ή πιο μεγάλες, επαναγνώσεις. Η δε Μήδεια ίσως περισσότερο στις μέρες μας, όπου εμφανίζεται μια έντονη βία μέσα στις σχέσεις των ανθρώπων και τα έμφυλα πρότυπα ή αναιρούνται ή και επαναπροσδιορίζονται.

 

-Εστιάζετε  στην ψυχολογία της γυναίκας και στην ουσία δημιουργήσατε μια Μήδεια που γίνεται σιγά σιγά αγαπητή στον αναγνώστη ή τουλάχιστον αντιλαμβανόμαστε τους λόγους που την οδήγησαν στην αποτρόπαια πράξη της.  Ήταν αυτός ο σκοπός σας ; Να εξηγήσετε δηλαδή κάτω από ποιες συνθήκες και  συναισθήματα έδρασε;

* Όπως σας είπα θέλησα και στην περίπτωση της Μήδειας να αναζητήσω τους λόγους που οδήγησαν στην πλέον αποτρόπαιη πράξη, αυτή της παιδοκτονίας. Η ερωτική ζήλεια, όπως και η εκδίκηση μιας προδομένης γυναίκας  δεν με έπειθαν. Από την άλλη δεν μπορούσα να αγνοήσω το γεγονός πως στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, η Μήδεια όχι μόνο δεν τιμωρείται, αλλά ο θεός Ήλιος την παίρνει μαζί του. Οπότε ποια μπορεί να ήταν μια άλλη προσέγγιση  των συναισθημάτων της;  Μετά από πολλές μελέτες, αλλά και σύγχρονες εκδοχές ανεβασμάτων της τραγωδίας, μα κυρίως με τον προβληματισμό που μου δημιούργησε η σκηνή του φόνου στην ταινία Medea του Λαρς φον Τρίερ, κατέληξα στη δική μου ερμηνεία και έτσι είδα τη Μήδεια όχι ως γυναίκα μέσα σε μια κοινωνία, αλλά ως τελευταία απόγονο μια θηλυκής θεότητας που επιζητά  την ένωσή της με κάποιον καθαρό απόγονο διαχρονικής αρσενικής ταυτότητας και την δημιουργία μαζί του ενός νέου ανθρώπινου γένους

-Ποια είναι η πιο ξεχωριστή πλευρά της Μήδειας;

* Μα ολόκληρη μια ξεχωριστή οντότητα είναι. Επιζητά τη γονιμοποίησή της. Θέλει τα πλάσματα που θα γεννήσει να έχουν το ήθος που πρέπει να διαθέτουν οι γνήσιοι απόγονοι αρχέγονων θεών όπως ο Ουρανός και η Γαία. Θέλει να συνεργαστεί με τον Ιάσωνα γι αυτόν τον σκοπό. Στο πρόσωπο του εραστή της βλέπει τον ίδιο τον θεό Ήλιο, ενώ εκείνη είναι η Σελήνη. Είναι υγρή και σκιερή και ζητά το φως για να γονιμοποιήσει τα σπλάχνα της.

 

-Το βιβλίο σας έχει πάθος , έρωτα , πόθους ,μάχες, αίμα και θάνατο. Μου άρεσε επίσης που εμφανίζετε την ανθρώπινη πλευρά της. Πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσει κάποιος τα δαιμόνια του εαυτού του και της μοίρας του;

* Πολύ εύστοχα θέτε το θέμα. Γιατί τι άλλο είναι -ή έστω θα έπρεπε να είναι- η ανθρώπινη πλευρά μιας γυναίκας  από την ανάγκη για την ελευθερία έκφρασης του θηλυκού εαυτού της και με αυτόν να σαγηνεύσει εκείνον με τον οποίο θα φέρει στη ζωή τους απογόνους της; Αλλά και πόσο δύσκολο να αντιμετωπίσει τους άλλους που θέλουν να την κρατήσουν μέσα στη μιζέρια μιας προγραμματισμένης μοίρας. Αλλά ας το πω με άλλα λόγια -για μένα η Μήδεια είναι η διαχρονική εκπρόσωπος της θηλυκής αξιοπρέπειας

 

-«Υπέκυψε-η πρώτη φορά τότε ήταν και από τότε κι άλλες ακολούθησαν που υπέκυπτε στη γοητεία εκείνου του επίλεκτου άρρενος. Δηλαδή, αν και ταγμένο θηλυκό η ίδια , αγνοούσε την πτώση και αντιδρούσε σαν γυναίκα;»

Αναρωτήθηκα διαβάζοντας αυτές τις φράσεις πόσο βαθιά καταφέρατε να μπείτε στην ψυχή της ;

*Δεν είμαι εγώ που μπορώ να πως το πόσο βαθιά μπήκα στην ψυχή της. Αυτό είναι κάτι που θα το κρίνει ο αναγνώστης του έργου. Εγώ εκείνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι πως τόσο στην περίπτωση της Μήδειας, όσο και στις περιπτώσεις και προηγουμένων ηρωίδων άλλων έργων μου, προσπάθησα με κάθε τρόπο όχι μόνο να μπω μέσα στις ψυχές τους, αλλά να μετατρέψω τη δική μου ύπαρξη στην ύπαρξη καθεμιάς από αυτές. Αλλά πάντα αυτό είναι και ένα από τα στοιχήματα του συγγραφέα. Την ώρα που πλάθει ένα νέο χαρακτήρα, να λησμονεί -όσο αυτό είναι μπορετό- τον δικό του.

 

-«Και τώρα ξανά το έργο δικό της. Και η απόφασή της βαμμένη στο κόκκινο του αίματος, στο κόκκινο του φόνου. Μπορεί το μέλλον να προαναγγέλλεται από το παρελθόν, αλλά ο χρόνος είναι πάντα το τώρα και ο τόπος θα είναι πάντα το εδώ». Βαθιά φιλοσοφημένες φράσεις. Μπορείτε να μας τις αναλύσετε λίγο περισσότερο;

* Οι πράξεις του παρελθόντος είναι εκείνες που πάνω τους θα στηριχτούν όσες θα ακολουθήσουν, οι του μέλλοντος δηλαδή. Αλλά ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον υπάρχει το παρόν. Μπορεί να είναι στιγμιαίο, αλλά έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την πορεία των γεγονότων. Να το εκφράσω διαφορετικά; «Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου» μας υπενθυμίζει ο Σολωμός. Που σημαίνει πως μπορεί το στιγμιαίο παρόν να αναστρέψει τους σχεδιασμούς του παρελθόντος και να δημιουργήσει ένα νέο μέλλον.

 

-Στο τέλος του βιβλίου ο Ιάσωνας απευθύνεται στη Μήδεια. Της λέει «Σ’ αγάπησα» κι εκείνη του αποκρίνεται με παράπονο «Σαν άντρας». Αυτό άραγε συνδέει την παρομοίωση του τίτλου  με την αγάπη του Ιάσωνα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα αντρικά όρια;

* Να που δίνετε και μια άλλη ερμηνεία στον τίτλο. Σας ευχαριστώ!

 

-Σε κάθε κεφάλαιο έχετε μια φράση από τη Μήδεια του Ζαν Ανουίγ. Σε αυτή στηριχτήκατε περισσότερο;

* Ναι. Αφού βασίστηκα πρώτα στο κείμενο του Ευριπίδη, θέλησα -το είπα και πιο πριν- να αναζητήσω τη Μήδεια και άλλων δημιουργών. Αυτή του Ανούιγ με βοήθησε να πλησιάσω περισσότερο τον ψυχισμό του Ιάσωνα. Γιατί πέρα από τις θεωρίες, ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα πάθους και συγκρούσεων. Έπρεπε, λοιπόν, να στραφώ και προς την πλευρά εκείνου. Ο Ανούιγ με βοήθησε μιας και ο δικός του Ιάσωνας έχει κάτι το γήινο… Το ανθρώπινο. Δεν τον δικαιολογεί, αλλά τον καταλαβαίνει… Μπορούμε να ισχυριστούμε πως ήταν ένας άντρας που χωρίς βαθύτερες σκέψεις αφέθηκε στη γοητεία μιας θηλυκής προσωπικότητας; Αν ναι, τότε έχει και αυτός ένα μερίδιο στην κατανόησή μας; Δεν ξέρω… Αυτό ας το πούνε και πάλι οι αναγνώστες μου. Ο δικός μου ρόλος έχει τελειώσει πλέον.

 

-Πρώτα γράψατε την «Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», στην συνέχεια «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας και τέλος το βιβλίο «Σαν Μήδεια». Σας δυσκόλεψε κάποια από τις τρεις τραγικές ηρωίδες και αν ναι ποια;

* Και οι τρεις, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο. Η Κασσάνδρα γιατί ήταν η πρώτη και μαζί της έμπαινα σε άγνωστα νερά. Μα από την άλλη ήταν και μια προσωπικότητα που την είχα δίπλα μου από τον καιρό της νεότητάς μου. Η Κλυταιμνήστρα, όσο κι αν σας ξαφνιάζει, ήταν πλέον μυθιστορηματική. Πολλά τα γεγονότα της ζωής της που πάνω τους ένα μυθιστόρημα μπορεί να απλωθεί. Απλώς στην δική της περίπτωση χρειάστηκα και τη συνδρομή εκείνου που τη σκότωσε, του γιου της δηλαδή. Άλλη αυτή μορφή δυσκολίας -να μιλήσεις για μητροκτονία. Πάντως σίγουρα η πιο απροσπέλαστη ήταν η Μήδεια. Δεν είναι εύκολο, θα έλεγα πως είναι σπαρακτικό να προσπαθήσεις να αναπτύξεις ένα έργο βασισμένο σε ηρωίδα που σκοτώνει τα παιδιά της. Αλλά ίσως και γι αυτό η  όλη προσπάθεια τελικά με συνεπήρε.

 -Γιατί είναι πάντα επίκαιρα τα πρόσωπα από την Αρχαία Τραγωδία;

*Όλα όσα καθορίζουν τις σχέσεις μας, όλες οι βασικές αρχές και ιδέες του πολιτισμού μας έχουν υπάρξει και έχουν διατυπωθεί στις Αρχαίες Τραγωδίες. Παράλληλα τα πρόσωπα αυτών των έργων έχουν θα έλεγα μια διπλή ταυτότητα -αυτή του ανθρώπινου πάθους και την άλλη του διαχρονικού συμβόλου. Από τον Προμηθέα έως τον Οιδίποδα, από την Εκάβη έως την Κασσάνδρα, από την Ελένη έως την Κλυταιμνήστρα και από τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα έως τον Έκτορα και τον Πρίαμο -όλοι τους είναι και σύμβολα, μα και άνθρωποι της εκάστοτε σύγχρονης καθημερινότητας. Τολμώ να ισχυριστώ πως όλη τη Λογοτεχνία και το Θέατρο από τη μια και όλη η Ψυχολογία και η Φιλοσοφία από την άλλη πάνω στα θέματα και τους χαρακτήρες των Αρχαίων Τραγωδιών έχουν χτιστεί.

-Τι συμβολίζει σήμερα η Μήδεια;

*Το αίτημα της ισότητας των φύλων, μα και το πάθος της ανθρώπινης ψυχής να ολοκληρώσει τον προορισμό της.

 

-Ποιος θα είναι ο επόμενος γυναικείος χαρακτήρας που θα σας απασχολήσει;

* Έχω την εντύπωση πως ο επόμενος χαρακτήρας που θα με απασχολήσει συγγραφικά δεν θα είναι γυναικείος. Ίσως είναι θέμα ατομικής ανάγνωσης της ηλικίας μου… Όσο μεγαλώνει κανείς, λένε πως γίνεται και περισσότερο εγωκεντρικός.

 Σας ευχαριστώ πολύ ,είναι μεγάλη χαρά και τιμή αυτή η συνέντευξη

*Κι εγώ σας ευχαριστώ για τα όσα με κάνατε να βάλω σε μια σειρά σχετικά με το «Σαν Μήδεια». Όταν έχεις ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα, αξίζει να επανέρχεσαι σε αυτό. Είναι, κατά κάποιο τρόπο,  μια πορεία αυτογνωσίας.

20/12/2023

(1600 λέξεις)

https://www.fractalart.gr/manos-kontolewn-interview/