16.2.12

Για τις "Ερωτικές Ιστορίες" στο www.artmag.gr

Ερωτικές Ιστορίες Μιας Παιδικής Ηλικίας
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη
Τετάρτη, 15 Φεβρουάριος 2012 14:22
Πριν από μερικούς μήνες ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Δήγμα» η συλλογή διηγημάτων του Μάνου Κοντολέων με τίτλο «Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας», βιβλίο το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1992. Η παραπάνω συλλογή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάνος Κοντολέων στο επιλογικό σημείωμα, εκφράζει το συγγραφικό του στίγμα। Ο Κοντολέων στην έως τώρα λογοτεχνική του διαδρομή αντλεί πρωτογενές υλικό για το έργο του από το χώρο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, δύο δεξαμενών που, σύμφωνα με τον ίδιο, παρέχουν οδούς «(επ)ανάγνωσης της ζωής από τον κάθε ενήλικο».Το ερωτικό συναίσθημα είναι στενά συνδεδεμένο με την εφηβική περίοδο της ζωής, μια περίοδο σεξουαλικής αφύπνισης και αναζητήσεων που σχετίζονται με την ανάπτυξη των πρώτων ερωτικών σχέσεων. Στη ζωή, όπως και στη λογοτεχνία, από την προεφηβική λανθάνουσα σεξουαλικότητα έως τη μετέπειτα εφηβική σεξουαλική έκρηξη, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με την αγωνία και τα έντονα συναισθήματα που τα συνοδεύουν χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη των ανθρώπων. Αν λάβουμε δε υπόψη μας την άποψη του Freud ότι η libido (σεξουαλική ενόρμηση) συνιστά πρωτογενές αίτιο και κίνητρο κάθε ανθρώπινης ενέργειας, είναι σαφές ότι η λειτουργία της επενεργεί καταλυτικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.Στους εφήβους, των οποίων η προσωπικότητα είναι υπό διαμόρφωση και η εμπειρία ζωής δεν είναι επαρκής, οι πρώτοι νεανικοί έρωτες, ως εμπειρίες ζωής, επηρεάζουν σ' ένα μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους, προσδιορίζοντας δυνάμει τις μετέπειτα επιλογές της ζωής τους. Οι έφηβοι των διηγημάτων της εν λόγω συλλογής, μέσα από την αφύπνιση της libido, η πηγή της οποίας βρίσκεται στη αναπτυσσόμενη σωματική τους δομή, αρχίζουν να ανακαλύπτουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, διανύοντας μια περίοδο πόθου και ερωτικών φαντασιώσεων που ζητούν επιτακτικά αντικείμενο.Οι έφηβοι ήρωες ειδικότερα αυτονομούνται από τις αξιώσεις του γονεϊκού περιβάλλοντος, στην προσπάθειά τους να αποκρυσταλλώσουν τις δικές τους ηθικές και αισθητικές τους αξίες (χαρακτηριστική είναι η απελπισία των τριών μανάδων στο διήγημα «Γάτες»). Μέσα από το ερωτικό βίωμα αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα δια της μετάβασής τους από τον κόσμο της αθωότητας σ' αυτόν της ωρίμανσης. Η διαδικασία ωρίμανσής τους πραγματοποιείται στο βιβλίο μέσα από διττές διπολικές σχέσεις: αφενός του έρωτα και της γνώσης, όταν οι έφηβοι αναζητούν την πληρότητα έξω από τον εαυτό τους, στη σχέση που αναπτύσσουν με τον άλλο (ως μέτοχοι στο διήγημα «Αίμα για αργότερα», είτε ως παρατηρητές στο διήγημα «Κυπαρίσσι» λόγου χάριν). Αφετέρου του έρωτα και του θανάτου, είτε ο τελευταίος βιώνεται ως το βιολογικό αμετάκλητο τέλος (στα διηγήματα «Αφρικάνικο βιολί» και «Πάντα Αύγουστος είναι»), είτε ως μια εξόχως οδυνηρή ανικανοποίητη ερωτική φαντασίωση (στο διήγημα «Το Κυπαρίσσι»).Κεντρικά μοτίβα που διατρέχουν τα διηγήματα της συλλογής, η σεξουαλική έκρηξη, το παιχνίδι των ρόλων και των υπονοούμενων, ο ανικανοποίητος έρωτας, η αγωνία της σεξουαλικής αυτοπραγμάτωσης, οι απρόβλεπτες καταστάσεις και οι κίνδυνοι που επιφέρει η ανατρεπτική δύναμη του έρωτα. Η διαχείριση του στοιχείου της έκπληξης και της ανατροπής της όποιας προσδοκίας και τάξης πραγμάτων καθαίρει τον αναγνώστη που βιώνει την άνευ όρων εθελούσια καθυποταγή των ηρώων στο σκοτεινό τις πιο πολλές φορές κάλεσμα του έρωτα.Ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, η εικονοποιητική δύναμη της γλώσσας, η γλαφυρότητα των περιγραφών, μέσω των οποίων ο χώρος αισθηματοποιείται και ο ταχύτατος ρυθμός της πλοκής συνθέτουν ορισμένα μόνο από τα εμφανή υφολογικά στοιχεία του βιβλίου. Σε ό,τι αφορά την αφήγηση, οι αφηγητές- ήρωες που πρωταγωνιστούν, αφηγούνται την ιστορία μέσα από τη δική τους οπτική γωνία (γεγονός που δεν αποκλείει την ύπαρξη και δεύτερου αφηγητή, όπως για παράδειγμα ο Άλκινος στο διήγημα «Αφρικάνικο βιολί»), ενώ ενυπάρχουν στο κείμενο μορφές ανισοχρονίας (εγκιβωτισμένες ιστορίες, προσημάνσεις). Η μυθοπλασία προσδιορίζεται από το φυσικό σχεδόν μεταφυσικό περιβάλλον της ελληνικής υπαίθρου με τις ενδιαφέρουσες δοξασίες των ανθρώπων της. Οι συναισθηματικές αποχρώσεις της ερωτικής συνάντησης με τον άλλο και γενικότερα οι έντονες ψυχικές διεργασίες των ηρώων διαγράφονται με ενάργεια μέσα από τις εξωτερικευμένες σκέψεις, τους εσωτερικούς μονολόγους, τους κοφτούς διαλόγους που διαμοίβονται μεταξύ των ηρώων. Η γενική αίσθηση παραπέμπει στο όνειρο, την ανάμνηση, τον ερωτισμό μέσα από χρώματα, ήχους αρώματα και υφές.Στα διηγήματα εντοπίζονται περιστασιακά ορισμένα από τα βασικά μορφικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά του λαϊκού και δη του μαγικού παραμυθιού. Ορισμένοι ήρωες διαθέτουν χαρακτηριστικά σχεδόν υπερφυσικά, ο προσδιορισμός του χωροχρόνου να είναι αλληγορική. Ο συγγραφέας επιχειρεί τη μίξη του πραγματικού με το φανταστικό μέσα και από την τεχνική των συμβολισμών, καθώς επιχειρεί να συμβολοποιήσει την πραγματικότητα της αφήγησης που αναπαρίσταται μέσα από το φίλτρο της νεανικής ματιάς.Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε τις βασικές λειτουργίες που προσδιορίζουν τη σχέση του κειμένου με την πραγματικότητα και τον συγγραφέα, θα καταλήγαμε στις τρεις ακόλουθες: τη μνήμη (οι ήρωες αποτυπώνουν όσα θυμούνται ή όσα έχουν ακούσει από το παρελθόν), την παρατήρηση (της φύσης, των ανθρώπων, των κοινωνικών – ηθικών προβλημάτων και στάσεων) και κυρίως τη φαντασία που τελικά υπερβαίνει το χρόνο, τον χώρο και την ίδια την πραγματικότητα.Αντί επιλόγου, παραθέτουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα της ατμόσφαιρας των κειμένων από το διήγημα του Μάνου Κοντολέων με τίτλο «Γάτες» (σελ. 66):«Μα πάντα οι νύχτες έχουν μια σκοτεινιά που σου θυμίζει τα μυστικά ενός κορμιού, και πάντα τα μεσημέρια έχουν τη λάμψη των μαλλιών της αγαπημένης γυναίκας, και πάντα τα πρωινά έχουν εκείνη τη δροσιά που κρύβουν τα κόκκινα χείλη, κι έτσι ο Κλώδιος, ο Χάρμης κι ο Αλέπας δεν έβρισκαν μια στιγμή να ξαποστάσουν το κορμί τους από την έξαψη του πάθους, δεν έβρισκαν μια στιγμή να ξεκουράσουν την καρδιά τους από τους παλμούς του έρωτα. Κι ο ιδρώτας έκανε τα μάγουλά τους να φέγγουνε σαν τα φύλλα μετά τη βροχή και το σαράκι των λαγονιών έκανε το βλέμμα τους να έχει τη θολούρα του καινούριου κρασιού».


http://www.artmag.gr/art-articles/provlimatismoi/3426-erotic-story-of-a-childhood

22.1.12

Συνέντευξη στο Τaλκ -18.01.'12

Μάνος Κοντολέων: Ονειρεύομαι μιαν επανάσταση





της Δώρας Αμαραντίδου






Στο ξεκίνημα της συζήτησής μας θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι η εικόνα της ψυχικής και σωματικής υγείας των ανήλικων πολιτών στην Ελλάδα εν τω μέσω μεγάλης οικονομικής κρίσης.
Κατά πόσο έχει ταράξει τη ψυχολογία των παιδιών η απότομη μετάβαση από την υπερκατανάλωση στην μέγιστη μείωση καταναλωτικών προϊόντων στην οποία βρίσκεται σήμερα η μέση ελληνική οικογένεια και ποιους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος προτείνετε;
Με κάθε ειλικρίνεια σας απαντώ… Δεν ξέρω! Όχι πως δεν έχω τι να πω, όχι πως δεν θα ήθελα κάτι να είχα να πω και να προτείνω, όχι πως δεν αναγνωρίζω την ύπαρξη του προβλήματος και το πόσο πιεστική αυτή η ύπαρξη είναι, αλλά… Αλλά δεν ξέρω τι να πω. Ξέρω όμως τι φοβάμαι και τι εύχομαι… Φοβάμαι τη βία που θα ακολουθήσει –ίσως και να έχει πλέον φτάσει- την κάθε μορφή πίεσης και στέρησης. Και εύχομαι… Ελπίζω σε μια Επανάσταση. Αλλά την ίδια τη στιγμή που εύχομαι κάτι τέτοιο, την ίδια στιγμή και το φοβάμαι.
Τώρα μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας, οι έφηβοί μας; Τι να πω;… Σκέφτομαι πάντως πως τα τελευταία μου μυθιστορήματα σε τέτοιες κοινωνικές αναταραχές στηρίζονται. Άρα κάποιο λόγο προσπαθώ κι εγώ να αρθρώσω… Αδύναμος ο λόγος της Λογοτεχνίας; Μπορεί, αλλά είναι ο μόνος που εγώ ξέρω. Και ο μόνος τρόπος για να κάνω εγώ την επανάστασή μου.


Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των παιδιών και των νέων σε παγκόσμιο επίπεδο στις μέρες μας;
Πως οι μόνες αξίες που προβάλλονται είναι όσες έχουν να κάνουν με το χρήμα.


Θα ήθελε να μου μιλήσετε από τη θέση του αντιπροέδρου του ελληνικού τμήματος της UNICEF, για τις τρέχουσες προτεραιότητες στις δραστηριότητες της UNICEF και για την ανταπόκριση ή μη των Ελλήνων στο κάλεσμα σας;
Η Unicef έχει το πιο μεγάλο μέρος των προσπαθειών της στραμμένο στα παιδιά χωρών που έχουν προβλήματα επισιτισμού, υγιεινής διατροφής, μητρικής μέριμνας… Εμείς στην Ευρώπη, εμείς στην υπό πτώχευση Ελλάδα, όσο κι αν ζούμε το δικό μας δράμα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε και θα είμαστε σε πολύ καλύτερη μοίρα σε τέτοια θέματα. Είναι λοιπόν και ένδειξη αντίστασης σε μια νοοτροπία που όλα τα μετρά με οικονομικούς όρους, να εκφράζουμε την ανθρωπιά μας και την συμπαράστασή μας σε συνανθρώπους μας που δεν τους απασχολεί στην ουσία το επιτόκιο δανεισμού, αλλά η ύπαρξη καθαρού νερού και εμβολιασμών. Με ρωτάτε αν ανταποκρίνονται οι Έλληνες. Απαντώ με ένα ξεκάθαρο ναι… Και το χαίρομαι αυτό το Ναι, ίσως γιατί σημαίνει πως ως λαός αντιστεκόμαστε.


Ποια πρέπει να είναι τα κριτήρια επιλογής ενός λογοτεχνικού βιβλίου για τα παιδιά και τους εφήβους ώστε να μάθουν να αγαπούν το βιβλίο και στην μετέπειτα ενήλικη ζωή τους;
Για να μάθει ένας νέος άνθρωπος να αγαπά το βιβλίο, θα πρέπει κατά τη διάρκεια όλης της μέρας του να μπορεί να το ανακαλύπτει δίπλα του. Δεν έχει πάντα σημασία το να διαβάζουμε ένα βιβλίο. Αξίζει να σκεφτούμε πως έχει αξία να το έχουμε έστω και δίπλα μας, κάπου μέσα στο σπίτι μας, μέσα στην τάξη του σχολείου μας. Έτσι εξοικειώνεται ο νέος άνθρωπος και μπορεί μόνος του να κάνει τις επιλογές του. Αλλά όλα αυτά αποκτούν μια άλλη διάσταση , καθώς η καθημερινότητά μας αλλάζει. Η διασκέδαση περιορίζεται και οι ώρες μέσα στο σπίτι θα είναι πολλές. Μόνο με τηλεόραση και με σερφάρισμα θα τις περνάει ο νέος; Η συνήθεια της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων, γίνεται πλέον αναγκαία. Αξίζει να τη μάθουμε στα παιδιά μας… Αλλά θα πρέπει πρώτα εμείς να την εξασκήσουμε.


Ποιο θέμα πραγματεύεται το μυθιστόρημά σας για νέους ‘’Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε’’ και ποια η πηγή έμπνευσή σας για αυτό το βιβλίο;
Θέμα του η σεξουαλική εκμετάλλευση των εφήβων σε κοινωνίες όπου η δημοκρατικές αρχές έχουν καταπατηθεί ή και απλώς υποχωρήσει. Με άλλα λόγια σε κοινωνίες που δεν είναι κατ΄ ανάγκη και μόνο καταπιεσμένες από δικτατορικά καθεστώτα. Μέσα από τις ιστορίες ενός κοριτσιού κι ενός αγοριού, προσπάθησα να αναφερθώ σε κάτι που συμβαίνει δίπλα μας.
Πηγή έμπνευσής μου η πολυετής ενασχόλησή μου με τους στόχους της Unicef, αλλά και η επίσης πολυετής παρακολούθηση του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Νέους, που διοργανώνεται στον Πύργο και όπου η Ελληνική Επιτροπή Unicef δίνει το δικό της βραβείο σε μια ταινία που στηρίζεται και υποστηρίζει τους στόχους της.
Μέσα από αυτές τις δυο μεγάλες εμπειρίες μου –εμπειρίες ζωής θα τις έλεγα- η συγγραφικές μου εμπνεύσεις έχουν σπάσει το κλειστό περιβάλλον της δικής μου και μόνο κοινωνίας και αναζητούν τρόπου επικοινωνίας με τους ανθρώπους -μικρούς και μεγάλους- όλου του κόσμου. Για μένα, ξέρετε, παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο τα spreads, αλλά και ο ανθρώπινος πόνο, όπως και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στο όνειρο.


Μιλήστε μου και για τα παραμύθια σας ‘’Πολύτιμα δώρα’’। Μέσα από αυτά ποια πορτούλα της παιδικής ψυχής ανοίγετε;


Μα και σε αυτά για τα ίδια θέματα μιλώ, για τα ίδια θέματα τα έχω γράψει. Την ανθρωπιά, την συμπαράσταση, την ειρήνη, τη δημιουργία, το δικαίωμα στον έρωτα. Προσπάθησα να τα γράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να επικοινωνούνε και με μικρής ηλικίας αναγνώστες και με μεγαλύτερης. Χρησιμοποίησα μια γλώσσα λυρική για να κάνω πιο έντονη τη σκληράδα των περιγραφών. Χρησιμοποίησα σύμβολα για να δείξω πιο έντονα τα μεγάλα τα διαχρονικά πάθη και όνειρα. Ανοίγω, άραγε, πορτούλες και παραθύρια; Δεν είμαι εγώ αυτός που θα το πει αυτό. Εκείνο που μπορώ πάντως να δηλώσω είναι πως και τα «Πολύτιμα Δώρα» μου ευαγγελίζονται εκείνη την επανάσταση που πιο πριν σας περιέγραψα.
















20.1.12

Μάριος Χάκκας























Στην Εταιρεία Συγγραφέων ξεκινήσαμε μια Λέσχη Ανάγνωσης.
Έχουμε προγραμματίσει να διαβάσουμε βιβλία σύγχρονων μεν ελλήνων συγγραφέων (και λέγοντας σύγχρονων εννοούμε εκείνους που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους βιβλίο μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο), αλλά που το έργο τους, λόγω θανάτου, είναι πλέον ολοκληρωμένο.
Στην Λέσχη αυτή συμμετέχουν και τα μέλη της ομάδας πεζογραφίας της Ε. Σ., αλλά και άλλα άτομα –αναγνώστες που ενδιαφέρονται να προσεγγίσουν και να συζητήσουν λογοτεχνικά κείμενα ελλήνων δημιουργών.
Η πρώτη συνάντηση ήταν στην ουσία μια συνάντηση γνωριμίας των μελών αναμεταξύ τους, αλλά βρέθηκε και ο χρόνος να συζητήσουμε και για το έργο που κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, πρόλαβε να καταθέσει ο Μάριος Χάκκας.
Ο Μάριος Χάκκας είχε γεννηθεί το 1931 και πέθανε το 1972.
Μετά από μια ποιητική συλλογή, κυκλοφορεί το 1966 τη συλλογή διηγημάτων «Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού», το 1971 την επόμενη (που και τον καθιερώνει) «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» και μια μέρα ακριβώς μετά την ταφή του, βλέπει το φως της δημοσιότητας η συλλογή «Το κοινόβιο».
Μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, η ματιά του Χάκκα (κυρίως αυτή του ‘Μπιντέ’) δημιουργεί αίσθηση και στο λογοτεχνικό συνάφι, όσο και σ΄ ένα πλατύτερο κοινό. Όλοι ανακαλύπτουν στο διηγηματογράφο στοιχεία μιας νέας αριστερής ματιάς και μιας ιδιότυπης κριτικής αποτίμησης κοινωνικών αλλαγών.
Σαφώς το έργο του δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο. Μα υπάρχουν στοιχεία σε αυτό που μας κάνουν να πιστεύουμε πως αν ο Μάριος Χάκκας είχε μια καλύτερη τύχη στη ζωή του και ζούσε περισσότερα χρόνια, θα είχε γράψει κείμενα που με εκείνη την απρόβλεπτη ματιά που συχνά ενεργοποιούσε την έμπνευσή του, θα ήταν από τα πλέον σημαντικά λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Αλλά –αξίζει ίσως να το επισημάνει κανείς- αυτά τα σύντομα αφηγήματα του Χάκκα (πχ Ο φωτογράφος) ήταν εκείνα που λιγότερα είχαν συνεισφέρει στην φήμη που τότε ο συγγραφέας τους είχε αποκτήσει.
Το τότε αναγνωστικό κοινό (και η κριτική σε πιο μεγάλο της μέρος) είχε περισσότερο εντυπωσιασθεί από τα αφηγήματα με κοινωνικό και ελεύθερα αριστερό περιεχόμενο. Κάθε εποχή έχει τις απαιτήσεις της, αλλά το ταλέντο του δημιουργού είναι εκείνο που τελικά θα διακρίνει από αυτές ποιες είναι επίκαιρες και ποιες διαχρονικές.
Ο Χάκκας μετά από την πρώτη του συλλογή όπου ψάχνει το προσωπικό του ύφος και προτού φτάσει στην τρίτη όπου ο επικείμενος θάνατος ενεργοποιεί την έμπνευσή του, προσφέρει (μέσα στη δεύτερη) τη δυνατότητα στην ελληνική πεζογραφία να δηλώσει παρούσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κινήματα της δεκαετίας του ’60.


19.1.12

Για τη Ρεγγίνα και τον Άλεχ

Η Μαρίζα Ντεκάστρο γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΑΖΩ (Ιαν.२०१२) για το:








Ακουσα μια εκπαιδευτικό να λέει σε ένα σεμινάριο για τη λογοτεχνία στο σχολείο:
«Στην τάξη μου, B' Γυμνασίου, με ρώτησαν γιατί όλα τα βιβλία που προτείνω είναι
τόσο θλιβερά. Δεν βρήκα όμως κάτιπειστικό να τους απαντήσω!»
Ας διαβάσουμε τι προτείνουν οι δημιουργοί, εάν απαντούν και πώς στο ερώτημα.
Ο κοινωνικά ευαίσθητος Μάνος Κοντολέων απαντά γράφοντας ανθρώπινα για
τα δύσκολα της ζωής -θυμηθείτε το Μια ιστορία του Φιοντόρ για τους οικονομικούς
μετανάστες। Στο Δε με λένε Ρεγγίνα... Αλεχ με λένε γράφει για τη σεξουαλική
εκμετάλλευση των νέων σε μια κοινωνία που αξίες και δικαιώματα έχουν
διαρραγεί από τον πόλεμο και οδηγεί σε κανιβαλισμό για την επιβίωση και ευθύνες
ασήκωτες για τους ώμους τους। Δύο παράλληλες ιστορίες, από την πλευρά του
κοριτσιού και του αγοριού, καθρέφτης ο ένας του άλλου, που μπαίνουν στο κύκλωμα
της πορνείας για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στα νέα δεδομένα που
ορίζουν τη ζωή τους σε συνθήκες που τα ξεπερνούν. Η πορεία τους προς την εξαθλίωση
κοινή, κορυφώνεται μέσω της επανάληψης των ίδιων λόγων, βλεμμάτων
και κινήσεων που παγιδεύουν τα θύματα.
Ακραίες καταστάσεις, οπωσδήποτε υπαρκτές και το παιχνίδι χαμένο! Αρκεί μια
βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, πολύ κοντά μας. Ο Κοντολέων είναι από τους
συγγραφείς που σπάνια έχουν ψυχογραφήσει με τόση ευαισθησία και αποχρώσεις
τους χαρακτήρες των ηρώων

27.12.11

Η ξεριζωμένη καρδιά

...Ίσως ό,τι πιο επικαίρο γι αυτές τις τελευταίες μέρες του '11 και τις πρώτες του '12


Κάποτε, εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου, συνάντησε έξω από τη Χεβρώνα ένα μεγάλο καραβάνι με άντρες και γυναικόπαιδα που 'χαν σταματήσει σε μια πηγή με λιγοστό νερό। Τα μωρά έκλαιγαν, καθώς τα στήθη των μανάδων τους είχανε ξεραθεί, τα παιδιά ήταν σκελετωμένα, τα μάτια των αντρών είχαν αδειάσει απ' την απόγνωση. Κι όταν ο γιος του ανθρώπου πήγε να πιει λίγο νερό περνώντας απ' ανάμεσά τους, ούτε ένας δεν του 'δωσε σημασία, μήτε καν έστρεψε κανείς το βλέμμα προς το μέρος του· τότε εκείνος ρώτησε κάποιον γέρο που ξαπόσταινε κοντά στην πηγή, γιατί ξενιτεύτηκαν απ' τον τόπο τους. Ο γέρος άρχισε να του μιλά αργά και κομπιάζοντας: «Αν είχες νιώσει, ξένε, εκείνο το φριχτό μούδιασμα που φέρνει στη ραχοκοκαλιά η πείνα, δεν θα ρωτούσες... Δυο χρονιές τώρα ο Θεός μάς στέρησε το νερό του ουρανού, τα χωράφια μας ξεράθηκαν, τα ζώα μας ψόφησαν από ανεξήγητους πυρετούς, κι όσα άντεξαν τα σφάξαμε, για να χορτάσουμε για λίγο την πείνα μας. Κάποτε άρχισαν να αρρωσταίνουν τα παιδιά κι οι γεροντότεροι σαν και του λόγου μου· κι όποιος αρρώσταινε, σε έναν μήνα το πολύ πέθαινε. Δεν περνούσε μέρα που να μην κλείνουμε κι από έναν τάφο. Έτσι, όσοι απομείναμε πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το χωριό μας μήπως και βρούμε άλλον τόπο να ζήσουμε· βαδίζουμε δέκα μέρες μες την έρημο και τρώμε σαύρες της άμμου. Ήδη στο δρόμο χάσαμε εννιά ψυχές· μα κι οι υπόλοιποι πόσο θ' αντέξουμε ακόμη; – ίσαμε να γεμίσει το μισό φεγγάρι θα 'μαστε όλοι μας τροφή για τα κοράκια...» Όταν ο γέρος απόσωσε τη διήγησή του και αδιάφορος για απάντηση, έγειρε εξαντλημένος στο πλάι, προσπαθώντας να ξεγελάσει τον ύπνο, ο γιος του ανθρώπου είπε κοιτώντας στο κενό: «Όσοι πεινάσατε ώς τούτη την ώρα, αύριο θα είστε χορτασμένοι...». Στο άκουσμα αυτών των λόγων ένα παλικαράκι που ξάπλωνε λίγο πιο πέρα, θα 'ταν δεν θα 'ταν δεκαοχτώ χρονών, μισοσηκώθηκε στους αγκώνες του και, ρίχνοντάς του μια απερίγραπτα περιφρονητική ματιά, έφτυσε στο χώμα και του είπε με θυμό: «Λες ψέματα...» Τότε ο γιος του ανθρώπου σηκώθηκε όρθιος και με σταθερή φωνή ζήτησε ένα μαχαίρι και έναν τσίγκινο δίσκο, κι ήτανε τόσο υποβλητικά γαλήνια η μορφή του, ωστόσο σχεδόν αμέσως κάποιος άντρας, που τον κρατούσαν ακόμη κάπως τα πόδια του, πήγε ώς την καρότσα με τα λιγοστά σκεύη και του 'φερε ό,τι ζήτησε. Εκείνος γύμνωσε το στήθος του κι ευθύς έμπηξε δυο μαχαιριές στην ίδια του τη σάρκα σε σχήμα Χι κι έπειτα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πεινασμένων έβαλε το δεξί του χέρι βαθιά μες στην πληγή και, τραβώντας το απότομα, ξερίζωσε την καρδιά του. Κι αφού απόθεσε και την καρδιά και το μαχαίρι στον τσίγκινο δίσκο, πήγε ώς την πηγή και έπλυνε τα χέρια του απ' το αίμα. Οι πεινασμένοι πάλι, βλέποντας ένα κομμάτι σπλάχνου μες στο δίσκο, συγκέντρωσαν και την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους, κι έχοντας στα μάτια τους μία λάμψη που δεν θύμιζε τίποτε το ανθρώπινο, όρμησαν στα μουγγά να το φάνε· κι ο καθένας έκοβε ένα κομμάτι της καρδιάς με το μαχαίρι και το έτρωγε ωμό, μα η καρδιά δεν λιγόστευε, έμενε πάντοτε η ίδια, όσα κομμάτια κι αν κόβονταν. Κι έτσι χόρτασε όλο το καραβάνι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, την πείνα τόσων ημερών και η καρδιά ήταν ολόκληρη στον τσίγκινο δίσκο. Τότε αυτοί που πριν από λίγο ήταν πεινασμένοι, με πρόσωπα που 'χαν πάρει και πάλι ανθρώπινη έκφραση, πλησίασαν με βήμα διστακτικό προς εκείνον που καθόταν πλάι στην πηγή, και το παλικάρι, που λίγο πριν τον είχε βρίσει για ψεύτη, προχώρησε και γονάτισε μπροστά του και του είπε με λυγμούς: «Συγχώρεσέ με, κύριε· εσύ είσαι στ' αλήθεια αυτός που είσαι...» Και εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου πάλεψε να σηκώσει όρθιο το παλικάρι, άγγιξε με το δάχτυλό του τα χείλη του, το μάγουλό του που ξάναψε από το άγγιγμα. Τότε ένας ψίθυρος γέμισε τον αέρα – κάτι σαν «γκάβλα, γκάβλα, γκάβλα»· το αγόρι δεν ήταν βέβαιο αν μίλησε εκείνος που είχε βγάλει την καρδιά του ή ήταν ένα φτερούγημα του νου, μια ανάσα του ανέμου. Κατόπιν ο ξένος σηκώθηκε όρθιος, πήρε απ' το χώμα ένα μικρό κομμάτι ξεραμένου ξύλου, που ποιος ξέρει πώς είχε βρεθεί εκεί πέρα, και με το δεξί του χέρι το έμπηξε μες στην πληγή του, στη θέση της ξεριζωμένης του καρδιάς. Κι έπειτα έφυγε δίχως να κοιτάξει πίσω...

(Απόσπασμα από "Τα Μελένια Λεμόνια" - Εκδόσεις Τυπωθήτω- του Θανάση Τριαρίδη)

Ο χορός της νύφης
















Τηλέμαχος Κώτσιας

«Ο χορός της νύφης»
Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2011

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας με το τελευταίο του μυθιστόρημα επιχειρεί να αποδείξει πως το γεγονός που κάποτε γέννησε έναν θρύλο, μπορεί και σήμερα να επαναληφθεί μόνο που πια δεν θα πρόκειται για κάτι που θα αφορά μια κοινωνική ομάδα, αλλά δυο, το πολύ τρία άτομα. Στην ουσία το μυθιστόρημα στηρίζει λογοτεχνικά τη μετατροπή του συλλογικού σε ατομικό και κατ΄ επέκταση σχολιάζει τις διαφοροποιήσεις που έχουν συντελεστεί στον τρόπο που οι άνθρωποι βιώνουν τη σχέση του ατόμου με τους άλλους.
Ο παλιός θρύλος, που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί, μιλά για μια νέα γυναίκα που τη μέρα του γάμου της πεθαίνει πάνω στο γαμήλιο γλέντι και θα είναι ένα κλαρίνο που θα παίξει δίπλα στο αυτί της τον θρήνο του, αυτό που και τελικά θα την αναστήσει.
Όπως κάθε θρύλος έχει την εξήγησή του, που η λαϊκή διάθεση αποφάσισε να καλύψει πίσω από μια ερμηνεία υπερβατική.
Η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Βίκυ, όταν θα φτάσει στο μέρος που είχε συμβεί το γεγονός το οποίο μετατράπηκε σε θρύλο, θα μπορέσει να δώσει μια λογική εξήγηση. Αλλά προτού οδηγηθεί σε αυτήν, θα έχει βιώσει η ίδια την προσωπική της υπέρβαση.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος εξελίσσεται εκεί γύρω στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90.
Η Βίκυ από την εφηβεία της είχε δείξει τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της που και θα καθόριζαν την μετέπειτα ζωή της. Ο έντονος ερωτισμός της αποκτά τις διαστάσεις σύνθεσης της ίδιας της ζωής της. Μέσα από την σεξουαλική έλξη που άλλοτε προκαλεί κι άλλοτε η ίδια υφίσταται, αναζητά επιβεβαίωση για το ποια μπορεί να είναι και ακόμα για το τι ίσως θέλει από τους άλλους.
Με ένα τολμηρό τρόπο πρωτογνωρίζει την ερωτική πράξη, με σαφή προκλητικότητα ερευνά το τι οι άντρες αισθάνονται όταν την βλέπουν και σχεδόν φοιτήτρια ακόμα, θα μπλεχτεί με ένα νερό συμφοιτητή της, θα τον παντρευτεί και θα τον ακολουθήσει σε απόμερο νησί όπου αυτός διορίζεται.
Αλλά για τη Βίκυ η σεξουαλικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που δυο σώματα συνομιλούν. Έχει, κυρίως, να κάνει με το πως εκείνη η ίδια θα τοποθετήσει τον εαυτό της μπροστά στους άλλους άντρες, αλλά και στις άλλες γυναίκες.
Λογικό είναι πως κάτω από μια τέτοια πίεση, ο όποιος γάμος θα οδηγείτο σε διάλυση και έτσι η Βίκυ θα επιστρέψει στο πατρικό τη σπίτι αποφασισμένη να βρει κάποια στιγμή τον δρόμο της.
Και ο δρόμος της αυτός θα την φέρει σε επαφή με το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, τον Θανάση, ελληνικής καταγωγής βαλκάνιο καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Από το σημείο αυτό και μετά, ο Τηλέμαχος Κώτσιας, με ακρίβεια χειρούργου καταγράφει το ερωτικό – σεξουαλικό παιχνίδι ανάμεσα σε μια γυναίκα και σε έναν άντρα. Από τη μια έχουμε το θηλυκό που σχεδόν αγνοεί τη γυναικεία κοινωνική της υπόσταση και με απόλυτη συνειδητοποίηση αναζητά τον κυνηγό του και που όταν τον βρει τον προκαλεί και από την άλλη το αρσενικό που ενώ θέλει να κυνηγήσει, την ίδια ώρα δε ξεχνά πως από αρσενικό της φύσης έχει μετατραπεί σε άντρα της κοινωνίας.
Πίσω από αυτή την διαφορετική τοποθέτηση των δυο κεντρικών προσώπων του έργου, νομίζω πως ο συγγραφέας θέλει να τονίσει το πόσο εν τέλει η νέα κατάσταση πραγμάτων που διέπει τις σχέσεις των δύο φύλων έχει προκαλέσει ανατροπές παραδοσιακών συμπεριφορών και έχει δημιουργήσει περιπλοκές που μπορεί να οδηγήσουν στην αποξένωση και στην αλληλοεξόντωση.
Αλλά η νύφη εκείνου του θρύλου λες και καραδοκεί. Και έλκει με το μυστήριο μιας πράξης της τη γυναίκα του σήμερα που θέλει να διαλευκάνει συνθήκες και συναισθήματα.
Από την απόλυτη σεξουαλική ελευθερία του καλοκαιριού σε κάποιο μικρό νησί του Αιγαίου, στην απόλυτη ένωση δυο σωμάτων κάπου στα απομακρυσμένα χωριά της Ηπείρου.
Ο Θανάσης μπορεί να μην καταφέρνει να ερμηνεύσει το ρόλο του πρωτόγονου κυνηγού, αλλά η παιδεία του νέου άντρα θα αναζητήσει βοήθεια από την παράδοση. Και έτσι θα φέρει το αντικείμενο του πόθου του στο μέρος όπου πριν από εκατό και βάλε χρόνια μια άλλη γυναίκα είχε φτάσει στο θάνατο και από εκεί στη ανάσταση μέσω της απόρριψής και στη συνέχεια της αποδοχής του έρωτα.
Αλλά το παιχνίδι είναι χαμένο.
Γιατί ότι κάποτε συνέβηκε, δεν μπορεί πανομοιότυπα να συμβεί και πάλι.
Η Βίκυ θα επαναλάβει ότι ο θρύλος περιγράφει, αλλά αυτό που θα κερδίσει δεν θα είναι η ελευθερία να επιλέξει το σύντροφο που της ταιριάζει, αλλά η μοναξιά μιας γυναίκας που ξόδεψε την επανάστασή της.
Ο ίδιος ο Θανάσης, πάλι, δεν θα σταθεί ικανός σαν γίνει ήρωας ενός νέου θρύλου. Εγκλωβισμένος στις κοινωνικές συνθήκες, θα προτιμήσει την αξιοπρέπεια της διακοπής του δεσμού.
Μέσα σε αυτόν τον καμβά γεγονότων και τοποθετήσεων, ο Τηλέμαχος Κώτσιας κινείται με αξιοθαύμαστη ευχέρεια. Και μάλιστα αυτήν του την άνεση αφήγησης θα την εξασκήσει σε δυο διαφορετικά συγγραφικά πεδία απαιτήσεων.
Οι σεξουαλικές περιγραφές θα ήταν άδικο να χαρακτηριστούν μόνο με αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι –τολμηρές. Είναι σαφώς κάτι παραπάνω. Είναι η ανάγκη ενός σύγχρονου ανθρώπου να κρατηθεί από ότι αληθινό του έχει απομείνει μέσα σε συνθήκες ζωής που ολοένα και περισσότερο τον απομακρύνουν από τη φυσική του κατάσταση.
Η μέχρι τα όρια της μονομανίας σεξουαλική διάθεση της Βίκυ, εκφράζει μια κραυγή -την κραυγή αγωνίας μιας γυναίκας που δεν ξέρει ποια μπορεί να είναι η φυλετική της ταυτότητα.
Και η ντροπή του Θανάση να εκφράσει δημόσια το πάθος του για μια σεξουαλική και μόνο πράξη, περιγράφει στην ουσία τον ευνουχισμό του αρσενικού μέσα σε μια κοινωνική συνθήκη που παραποιεί τη δική του φυλετική ταυτότητα.
Αυτά όσον αφορά τη μια απαίτηση περιγραφών.
Με την άλλη, ο Κώτσιας αποδεικνύει πως η καταγωγή του δεν είναι μόνο εγγεγραμμένη σε κάποια μητρώα, αλλά στα ίδια του τα κύτταρα.
Η χρήση στοίχων δημοτικών τραγουδιών της Ηπείρου, οι περιγραφές της μουσικής των ηπειρώτικων τραγουδιών , μα και τελικά η ανάθεση σε αυτά να οδηγήσουν στην εξήγηση του θρύλου και να κάνουν την γυναίκα του σήμερα να βιώσει, έστω και πρόσκαιρα, ότι είχε βιώσει η γυναίκα του παρελθόντος, γίνονται με αψεγάδιαστη συγγραφική τεχνική και γνήσιο πάθος.
Κι όλα αυτά με μια γλώσσα λιτή, με φράσεις κοφτές και με περιγραφές που πέφτουν κατευθείαν σε αυτό που θέλουν να περιγράψουν.

20.12.11

Η σιωπή του ξερόχορτου



Σωτήρης Δημητρίου


"η σιωπή του ξερόχορτου"
Νουβέλα


Εκδόσεις Πατάκη



Μπορεί ένα συγγραφέα να τον χαρακτηρίσεις έξυπνο -και τον Σωτήρη Δημητρίου, καθώς διαβάζει κανείς αυτό το τελευταίο του βιβλίο, άνετα τον θεωρεί ως έξυπνο συγγραφέα। Μιας και σε εποχή κρίσης και πτώσης αξιών κοινωνικών, αυτός προτείνει ένα σύστημα λύσης της κρίσης και επαναφοράς των χαμένων αξιών।

Αλλά αν έτσι τον χαρακτηρίσει ο αναγνώστης, θα το έχει κάνει προτού φτάσει στις τελευταίες σελίδες।

Θα μπορούσε ακόμα, ένας άλλος αναγνώστης, να ισχυριστεί πως διάβασε το έργο ενός συγγραφέα που αερολογεί, από την άποψη πως γράφει δίχως καμιά δέσμευση απέναντι σε κάθε είδους λογοτεχνική σύμβαση। Και τούτος εδώ ο αναγνώστης ίσως και να έχει δίκιο... Αλλά γιατί θα πρέπει ένα λογοτεχνικό κείμενο να υπακούει σε φόρμες - διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα;

Ως ένας αναγνώστης διάβασα κι εγώ τούτο το κείμενο του Δημητρίου। Εκτιμώ τον Σωτήρη, χωρίς να κρύψω όμως πως ποτέ δεν τον θεώρησα ως έναν από τους αγαπημένους μου συγγραφείς και πως υπήρξαν φορές που σκέφτηκα ότι αν τον κρίνει κανείς σύμφωνα με τα έργα του, είναι ίσως ένας πεζογράφος που ακολουθεί τεθλασμένη πορεία।

Αλλά όταν έφτασα (δυο ώρες έκανα να το τελειώσω) στο τέλος της αφήγησης, σκέφτηκα... Ή μάλλον προσπάθησα να φέρω στη μνήμη μου τον Σωτήρη Δημητρίου που τόσα χρόνια ξέρω και μαζί του άλλοτε ελάχιστες, άλλοτε λίγες -ποτέ πάντως πολλές - φράσεις ανταλλάσουμε। Και ξαφνικά κατάλαβα τι ήταν αυτό που κάθε φορά με μαγνήτιζε στην παρουσία του। Ήταν γιατί κι αυτός όπως ένα από τα πρόσωπα αυτού του έργου του, κατοικεί στη χώρα του μέσα και ζει "...όπως τα φέρνει ο καιρός" . Κι ακόμα... "με τη ψυχή του να' χει παγώσει γλυκά στις απαρχές του κόσμου"।

Τελικά ο Σωτήρης Δημητρίου αυτό μας κερνά με τις κατά καιρούς σε τεθλασμένη πορεία συγγραφικές προτάσεις του -ένα πάγωμα γλυκό στις απαρχές του κόσμου।

Να θυμηθώ -όταν σε λίγες μέρες θα τον συναντήσω- να τον ευχαριστήσω γι αυτό το κέρασμα।