17.6.23

Ποτέ πιο πριν….. Της Κατερίνας Ζαμαρία

 

     


                                                                     Ποτέ πιο πριν…..

Της Κατερίνας Ζαμαρία

 

Ένα βιβλίο γύρω από ένα ιδιαίτερο και διαχρονικά επίκαιρο θέμα είναι το βιβλίο «Ποτέ πιο πριν» του Μάνου Κοντολέων, που απευθύνεται τόσο σε εφήβους όσο και σε ενήλικες. Εμπνευσμένο από την σύγχρονη πραγματικότητα των παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών, έρχεται μέσα από την ιστορία της Ανίκα-αλλά και της Λούρα- να μιλήσει για κάτι που εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο: τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία αλλά και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου-γενικότερα- στην ελεύθερη έκφραση συναισθημάτων και στην  ατομική ελευθερία.

Η Ανίκα ζει με τον πατέρα και τη θεία της πάνω από δεκαπέντε χρόνια σε μια χώρα του Βορρά. Η ίδια, όπως και οι δικοί της, έχει γεννηθεί σε μια μακρινή χώρα της Ανατολής. Ένα τραγικό γεγονός, όμως, τους ανάγκασε να μεταναστεύσουν. «Η ίδια έχει πια κουραστεί να μην υπάρχει ένας σταθερός τόπος, ένα σπιτικό και για τους τρεις τους…συνήθως αλλού τους χειμώνες κι αλλού τα καλοκαίρια…Όπου ο πατέρας έβρισκε την όποια δουλειά». Η Ανίκα, καταπιέζεται από τα αυστηρά ήθη της πατρίδας της τα οποία οι δικοί της θέλουν να της επιβάλουν. Είναι στην εφηβεία, ονειρεύεται, ο έρωτας μπαίνει στη ζωή της…. «Με λένε Γιαν….Τα δάχτυλα των δυο νέων συναντιούνται-εκείνου με την τόλμη των προγόνων του που αψηφούσαν παγόβουνα και θαλασσοταραχές , εκείνης με τη διστακτικότητα μιας φυλής υποταγμένης στην αυθαιρεσία της όποιας εξουσίας».

Στα μυθιστορήματα για νέους η κυρίαρχη θεματολογία περιστρέφεται γύρω από τη μετάβασή τους από τον κόσμο της παιδικής αθωότητας στον κόσμο της ευθύνης και της αυτονόμησης της προσωπικότητας. Η απεικόνιση, στη λογοτεχνία, της μετάβασης αυτής έχει ως ζητούμενο όχι να κατευθύνεται ο έφηβος αλλά να μάθει να πορεύεται με τις δικές του συνειδητοποιημένες επιθυμίες. Στο πρόσωπο του Άλλου ο νεαρός αναγνώστης καθρεφτίζεται, καθώς ο ήρωας είναι, ταυτόχρονα, ίδιος και διαφορετικός. Παράλληλα, μέσω της μυθοπλασίας μεταγγίζονται αξίες και πολιτισμικά κοιτάσματα. Έτσι  διαμορφώνει μια πολυεπίπεδη ταυτότητα.

Στο βιβλίο του Κοντολέων, οι νεαροί αναγνώστες ταυτίζονται με τους συνομήλικους ήρωες, βιώνουν τα συναισθήματά τους αλλά και έρχονται σε επαφή με έναν κόσμο που μπορεί ως εικόνα να τους είναι οικείος (η Ελλάδα είναι πια μια χώρα πολυπολιτισμική) αλλά δεν τον κατανοούν (και ως εκ τούτου συχνά τον λοιδωρούν και τον απαξιώνουν). Εκείνο που, ωστόσο, συχνά ξεχνάμε ή αγνοούμε όταν αναφερόμαστε στον ξένο ως Άλλο είναι η σύγκρουση που και εκείνος βιώνει.

Στη Γαλλία, τη δεκαετία του ΄80 εμφανίζεται η «λογοτεχνία beur», μέσα σε κείμενα όπου οι συγγραφείς της –Γάλλοι και δεύτερης γενιάς αραβικής καταγωγής- διεκδικούν ένα διττό ανήκειν στο μεταίχμιο δύο πολιτισμών. Η ηρωίδα του Κοντολέων βιώνει μια αντίστοιχη πολιτισμική διπολικότητα: από τη μια η οικογενειακή/εθνική κουλτούρα με την οποία έρχεται σε επαφή μέσα στο σπίτι (γλώσσα, έθιμα, αξίες, διατροφή, κανόνες) και από την άλλη εκείνη της κυρίαρχης κοινωνίας στην οποία μετέχει μέσα από ποικίλους θεσμούς (σχολείο, δημόσιοι χώροι, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τέχνη).

«Για μένα ποιο εδώ υπάρχει;» αναρωτιέται η ηρωίδα. Πατώντας πάνω στην ιστορία της Ανίκα ο συγγραφέας θα αναδείξει τις συγκρούσεις που βιώνουν όσοι καλούνται να συγκεράσουν δύο ταυτότητες. Δυσκολίες που συχνά επιτείνονται από την ηλικία, τις μνήμες αλλά και τη διάθεση του καθενός. Έτσι, αντίθετα με την Ανίκα που θα αναζητήσει τον προσωπικό της βηματισμό στη νέα συνθήκη, αντίθετα με τον Αγκίπ που θα αναμετρηθεί με μια ολόκληρη κοσμοθεωρία που απορρέει από την καταγωγή και το φύλο του και θα κάνει την υπέρβαση, η Ντόνα Νεράν θα παραμείνει πιστή/δέσμια στην κουλτούρα και στην ταυτότητα της πατρίδας της. «Το αποφάσισε: Εγώ θα φύγω…Θα επιστρέψω… Ολόγυρά της πρόσωπα άγνωστα, αδιάφορα…Ξανθά μαλλιά, φωτεινά μάτια…Άλλοι άνθρωποι…Ξένοι.»

Στο κείμενο ο Κοντολέων δεν ακολουθεί ούτε γραμμική ούτε μονοφωνική αφήγηση. Με μια εκτενή αναδρομή στο παρελθόν, μέσα από μια δεύτερη ηρωίδα, τη Λούρα,  θα αποκαλύψει όχι μόνο το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε τη μοίρα της οικογένειας αλλά θα αναδείξει και το γεγονός ότι κάποιες συνθήκες στη   ζωή των γυναικών δεν είναι παντού και πάντα δεδομένες. «Ένα σχοινί, ένα σχοινί φέρτε μου, να δέσω το ρεζίλι της φαμίλιας μας! Κι εσύ πώς γίνεται να κάθεσαι δίπλα στην πόρνη αυτή!....Κι όταν πια σε μέρος ερημικό την αφήσανε τη Λούρα και πήρανε αμίλητοι πια, αμίλητοι από την εξάντληση του θυμού και του μίσους, κατεύθυνση επιστροφής…η Μόνα έβγαλε κραυγή και ήταν κραυγή τρόμου, οδύνης, σπαραγμού και απελπισίας».

Στη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες η πορεία προς την ωριμότητα είναι αποτέλεσμα -και-της διαπραγμάτευσης των νέων με την Εξουσία και τους εκφραστές της. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η εξουσία (που, κάποτε, λειτουργεί καταπιεστικά, συνθλίβοντας τα ατομικά χαρακτηριστικά) επενεργεί εντέλει λυτρωτικά. Κι αν για τη Λούρα η σύγκρουση με την πατριαρχική κοινωνία την οδηγεί στο θάνατο, αν κάνει την Νεράν «να αποδεχτεί τη μοίρα κάθε θηλυκού, που είναι να ακολουθεί κατά πόδας τον πιο στενό της αρσενικό συγγενή», για την Ανίκα η σύγκρουση των «θέλω» της με τα «απαγορεύεται», θα ενεργοποιήσει μια διαδικασία εσωτερικής διαμόρφωσης.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, με τις αφηγηματικές φωνές να εναλλάσσονται. Έτσι, το κείμενο, μέσα από τις πολλαπλές οπτικές γωνίες, οπτικές γωνίες που διαμορφώνονται από τους έφηβους αλλά και τους ενήλικες συμπρωταγωνιστές, δεν εξαντλείται σε μια αντιπαραβολή χαρακτήρων ή αξιών αλλά δίνει τη δυνατότητα μιας πιο σύνθετης αναγνωστικής εμπειρίας. Η αφήγηση, σαν ένας φακός που συνεχώς αλλάζει εστίαση, δίνει τη δυνατότητα να συλλάβει ο αναγνώστης την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ζωής, να κατανοήσει πως το βλέμμα προς αυτή διαμορφώνεται μέσα από ένα πλέγμα συνθηκών και πλήθος παραγόντων, απεγλωβίζοντάς τον από την μανιχαϊστική πρόσληψη της πραγματικότητας, που συχνά κυριαρχεί στην εφηβεία. Παράλληλα, η εναλλαγή αφήγησης-διαλόγου αλλά και του πρώτου με το τρίτο πρόσωπο, επιτρέπουν να σκιαγραφηθούν συναισθήματα, κίνητρα, σκέψεις, χαρακτήρας . Αποδίδεται έτσι και η θέαση του ενηλίκου, που ερμηνεύει και οδηγεί τα βήματα της ιστορίας, αλλά και δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τους ήρωες να εξελίσσονται μπροστά στα μάτια του.

Ο Κοντολέων έχει χαρακτηριστεί ως ο «αενάως έφηβος» συγγραφέας βιβλίων για νεαρούς ενήλικες. Ένας συγγραφέας που έχει την ικανότητα να απευθύνεται στους νέους χωρίς να νεανίζει. Δεν τους κλείνει το μάτι με εύκολα τεχνάσματα όπως η, καθ΄υπερβολή, χρήση της εφηβικής αργκό. Αποφεύγει τον οποιοδήποτε διδακτισμό (εξ ορισμού καταδικασμένο να αποτύχει, αφού οι έφηβοι απορρίπτουν και την πιο απλή συμβουλή) και «ενδύεται» την ψυχοσύνθεση του εφήβου, όχι μιμούμενος αλλά διατηρώντας μια εσωτερική-υπαρξιακή σχέση με την εφηβική ηλικία. Ταυτόχρονα, όπως απαιτεί η ποιοτική λογοτεχνία, δημιουργεί πλήρως αναπτυγμένους και ενήλικες χαρακτήρες, διαμορφώνοντας έτσι ένα πλήρες λογοτεχνικό σύμπαν, όπου οι ζωές των ανθρώπων αλληλοσυμληρώνονται, αλληλεπιδρούν και γίνεται σαφές ότι η περιπέτεια της ενηλικίωσης είναι διαρκής και διηλικιακή. «Να τολμάς να γνωρίζεις όχι μόνο αυτό που ξέρεις πως αγαπάς, αλλά και ό,τι μπορεί έστω και για λίγο να σου χαρίσει μια διαφορετική εμπειρία».

Αν και θεματολογικά μοντέρνος, ο Κοντολέων δεν πέφτει θύμα στις κατά καιρούς «μόδες». Κόντρα σε ένα ρεύμα «ροζ» λογοτεχνίας που δεν άφησε ανεπηρέαστη και τη λογοτεχνία για νέους και στην οποία, συχνά, αναπαράγεται η κυρίαρχη ιδεολογία περί φύλου, το βιβλίο δεν είναι ένα «κοριτσίστικο» βιβλίο που αναπαράγει την στερεοτυπική αντίληψη της θηλυκότητας.  Είναι ένα βιβλίο, πέρα από φύλο και ηλικία, που προσεγγίζει ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εφηβείας, τον έρωτα και τη σεξουαλική αφύπνιση, μέσα σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό πλαίσιο, που είναι η πατριαρχία. Στην αφήγηση του συγγραφέα, το σώμα δεν είναι μόνο δίαυλος για ψυχικές και συναισθηματικές διεργασίες αλλά και για κοινωνικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις και ερμηνείες…εντέλει για τη διαμόρφωση της ταυτότητας ως ατομικό χαρακτηριστικό. Καταφέρνει, λοιπόν, να διευρύνει την οπτική του αναγνώστη επιτρέποντάς του να κατανοήσει ότι είναι η κυρίαρχη κουλτούρα αυτή που διαμορφώνει στάσεις και συμπεριφορές, ακόμα και για ζητήματα αυτοδιάθεσης του σώματος.

Ο Μάνος Κοντολέων με το «Ποτέ πιο πριν» παραδίδει ένα βιβλίο όπου, με τη μαεστρία που διαθέτει στη διαχείριση «δύσκολων» θεμάτων, αγγίζει το διαχρονικό πρόβλημα της καταπίεσης των γυναικών. Όχι επιδερμικά αλλά εμβαθύνοντας στο ζήτημα της ισότητας ανδρών και γυναικών, ανεξαρτήτως θρησκείας ή καταγωγής. Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που χτίζεται πάνω στον άξονα των διαρκών αντιθέσεων ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, το τότε και το τώρα, τα θέλω και τα πρέπει, τη φτώχεια του τρίτου κόσμου και τη βιομηχανική ανάπτυξη του βορρά, το πικρό πλην αναγκαίο καθήκον, το «συνηθίζω ή αποδέχομαι;»

Ένα βιβλίο που καταδεικνύει πόσα πολλά βήματα πρέπει να γίνουν ακόμα για να κατακτηθεί η ισότητα, αφού η βία ενάντια σε όσους αμφισβητούν συντηρητικές δοξασίες εξακολουθεί να υφίσταται: είτε με τη μορφή της διαπόμπευσης και του λιθοβολισμού της Λούρα σε μια χώρα της Ανατολής είτε με τη μορφή των γυναικοκτονιών στις χώρες της Δύσης.

Ένα βιβλίο που καλεί τους αναγνώστες, εφήβους και μη, να κατανοήσουν ότι η αυτοδιάθεση συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και γι΄αυτό…. «Το πότε…πριν ή μετά, εσύ να το αποφασίσεις».


Μάνος Κοντολέων: «Ποτέ πιο πριν…» (diastixo.gr)

 

 

Bernhard Schlink «Η εγγονή»

 







Bernhard Schlink

«Η εγγονή»

Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός

Εκδόσεις Κριτική

 

Ο Bernhard Schlink έγινε παγκοσμίως γνωστός όταν ένα από τα μυθιστορήματά του μεταφέρθηκε επιτυχημένα στον κινηματογράφο. Επρόκειτο για το «Διαβάζοντας στη Χάννα», έργο που μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι χαρακτηριστικό λογοτεχνικό δημιούργημα ενός συγγραφέα με πολιτικές όσο και κοινωνικές ανησυχίες, μα και με συναισθηματικές ανιχνεύσεις.

Κι αυτό γιατί στα περισσότερα -αν όχι και σε όλα- τα έργα του Γερμανού αυτού συγγραφέα η πλοκή από τη μια στηρίζεται στις ιδιαίτερες πορείες ζωής των κεντρικών προσώπων και από την άλλη στο ότι αυτές πορείες συνδέονται άρρηκτα με τις πολιτικές συνθήκες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο χαρακτήρισαν τον 20ο κυρίως αιώνα.

Γεννημένος του 1944, ο Schlink βρίσκεται πλέον σε μια ολοκληρωμένη στιγμή αναστοχασμού τόσο της όποιας απώλειας που μπορεί να έχει σημαδέψει τη ζωή ενός ανθρώπου, όσο όμως και των προβληματισμών πάνω στη συνέχεια της ζωής, κυρίως εκείνης που όχι μόνο ό ίδιος ως δυτικο-ευρωπαίος συγγραφέας εκπροσωπεί, αλλά και όλος ο Δυτικός Πολιτισμός.

Αλλά ποιες μπορεί να είναι οι ανησυχίες αυτές για ένα Γερμανό συγγραφέα που γεννήθηκε όταν ξεψυχούσε το Γ’ Ράιχ και άρα, κατά κάποιον τρόπο, κληρονόμησε τις ενοχές των προηγούμενων γενεών;

Με τη συνηθισμένη του τακτική ο Schlink στήνει το μυθιστόρημά του και μέσω αυτού καταγράφει τα αδιέξοδα όσο και τις ελπίδες του για το μέλλον του λαού του, δημιουργώντας μυθιστορηματικές περσόνες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα βιβλιοπώλη του Βερολίνου που έχει περάσει πια τα 70, και μια εικοσάχρονη νεαρή νεοναζί με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Γερμανία.

Το μυθιστορηματικό εύρημα είναι πως τα δυο αυτά πρόσωπα -τα τόσο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά μεταξύ τους- συνδέονται στενά με μια ιδιότυπη ενδοοικογενειακή σχέση και καθώς ο γηραιός βιβλιοπώλης επιχειρεί να βοηθήσει την παραστρατισμένα αμφισβητούσα  νεαρή να γνωρίσει τις αρχές του δυτικού κανόνα σκέψης και καλλιέργειας, ο Schlink από τη μεριά του στήνει ένα πλήρες έργο όπου τα πολιτικά γεγονότα πρωταγωνιστούν μέσα από τις αντιδράσεις απλών καθημερινών ανθρώπων.

Αυτού του είδους τα πολιτικά όσο και ψυχογραφικά μυθιστορήματα βοηθούν τον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο βαθιά γνώση των γεγονότων της Ιστορίας, στην ουσία τον πηγαίνουν μέσα στα σπίτια εκείνων που μπορεί να μην δημιούργησαν την Ιστορία, αλλά βίωσαν ο καθένας τη δική του προσωπική ιστορία.

Όπως και πιο πριν αναφέρθηκε, το μυθιστόρημα στηρίζεται στη σχέση ένας εβδομηντάχρονου δυτικογερμανού με μια εικοσάχρονη ανατολικογερμανίδα. Αλλά στην ουσία η μυθιστορηματική πλοκή είναι περισσότερο σύνθετη και πολύπλευρη.

Για μια πληρέστερη κατανόηση της υπόθεσης του έργου ή τουλάχιστον του εναύσματος που θα πυροδοτήσει την πλοκή, αντιγράφω απ΄ το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

Καλοκαίρι 1964. Μια φοιτήτρια από το ανατολικό τμήμα του Βερολίνου και ένας φοιτητής από το δυτικό ερωτεύονται. Εκείνος τη βοηθάει να αποδράσει από την Ανατολική Γερμανία και ζουν μαζί. Μόνο μετά τον θάνατο της Μπίργκιτ ο εβδομηντάχρονος πλέον Κάσπαρ ανακαλύπτει το μυστικό που η σύζυγος του έκρυβε μια ολόκληρη ζωή: πίσω στη χώρα της είχε αφήσει μια κόρη.

Το μυθιστόρημα στην ουσία αποτελείται από δυο μέρη, καθόλου βέβαια ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά που διαφέρουν ως προς την οπτική γωνία της αφήγησης.

Στο πρώτο, το παρελθόν το αφηγείται η γυναίκα του Κάσπαρ με τη μορφή  πρωτοπρόσωπης ημερολογιακής αφήγησης που θα μπορούσε να αποτελέσει το υλικό για ένα μυθιστόρημα που τελικά ποτέ δεν γράφτηκε. Στο δεύτερο η τριτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθεί πράξεις και σκέψεις του ίδιου του Κάσπαρ.

Με αυτό το εύρημα δομής, ο αναγνώστης μπορεί να μεταφερθεί με άνεση από το δεδομένο χθες στο υπό διαμόρφωση τώρα. Και είναι αυτό το υπό διαμόρφωση τώρα έτσι όπως μορφοποιείται μέσα στη σχέση των δυο πρωταγωνιστών -ένας θετού παππού κατόχου του ήθους του δυτικού πολιτισμού και μιας θετής εγγονής εκπροσώπου μιας νέας γενιάς που αυτομαστιγώνεται παραπλανημένη από εθνικιστικές νοοτροπίες- που δίνει την αξία του στο λογοτεχνικό έργο.

Γιατί η Τέχνη είναι η μόνη που μπορεί και να ερμηνεύσει και να θεραπεύσει. Η μόνη που μπορεί να ενώσει γενιές και να καταπραΰνει τον πόνο των τραυμάτων.

Πάρα πολύ καλός συγγραφέας ο Berhard Schlink. Το τελευταίο του μυθιστόρημα διαθέτει και τη κατασταλαγμένη συγγραφική μα και τη τεκμηριωμένη ιδεολογική του εμπειρία.

Ο Απόστολος Στραγαλινός έχει και στο παρελθόν μεταφράσει τον συγγραφέα αυτόν. Οπότε και λογικό η μεταφραστική σχέση να είναι εμφανής στο τελικό αποτέλεσμα.

(680 λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο Νέων, 17/6/2023

 

14.6.23

«Η Μάσκα του Καπιτάνο» Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου Το σκεπτικό της επιτροπής

 

«Η Μάσκα του Καπιτάνο»

Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

Το σκεπτικό της επιτροπής

Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να διαβαστεί μέσα από πολλές οπτικές, κυρίαρχη όμως είναι αυτή των έμφυλων ταυτοτήτων. Βασικά ερωτήματα ανακύπτουν, όπως: Τι σημαίνει αγόρι και άντρας στην εποχή μας, τι είδους ανδρισμός ή ανδρισμοί προβάλλονται; Προβάλλεται και ο ηγεμονικός ανδρισμός μέσα από τους ενήλικους λογοτεχνικούς χαρακτήρες του βιβλίου καθώς και η μεταβίβαση αυτών των προτύπων στις νεότερες γενιές, αλλά και η αντίδραση των εφήβων που είτε διατηρούν την ευαισθησία τους -στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή- παρά τις προσπάθειες να υιοθετήσουν προσωπεία αρρενωπότητας, είτε επιλέγουν να αποδεχθούν την ομοφυλοφιλία τους. Η ταυτότητα -αυτή που απορρέει ή συνδέεται με το φύλο- διαμορφώνεται σταδιακά και μέσα από κοινωνικές αναπαραστάσεις και στερεοτυπίες, και οι ήρωες του βιβλίου αργούν να την ανακαλύψουν και να κατασταλάξουν σε αυτή. Από λογοτεχνικής πλευράς, βαθμιαία οικοδομούνται τα γεγονότα της πλοκής και οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται σταδιακά. Σε αυτό συμβάλλουν και τα σύμβολα, όπως η μάσκα, αλλά και στοιχεία τεχνικής, όπως η ενσωμάτωση στίχων ποιημάτων και τραγουδιών από την παλαιότερη και νεότερη ποίηση. Μαζί με αυτού του τύπου τις διακειμενικές αναφορές, είναι εμφανής η αυτοαναφορικότητα του συγγραφέα σε παλαιότερα έργα του και ο Κοντολέων αποδεικνύεται, και με το μυθιστόρημά του αυτό, ένας βαθύς γνώστης και προσεκτικός μελετητής της ανθρώπινης ψυχής που αυτά τα ουσιώδη για την ανθρώπινη υπόσταση ερωτήματα τα χειρίζεται με ευαισθησία και σεβασμό.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 

Ο Φιλ –δεκατετράχρονος έφηβος– αναζητά τρόπους να ξεπεράσει την ψυχρότητα με την οποία τον μεγάλωσαν οι γονείς του, αλλά και να μπορέσει κάποια στιγμή να μιλήσει χωρίς να μπλέκονται γράμματα και συλλαβές μέσα στο στόμα του.

 

Η Λάουρα, εκείνη η περίεργη γυναίκα που γνωρίζει όταν πάει να μείνει στο σπίτι του παππού του, θα σταθεί αφορμή να μάθει ο Φιλ για την ύπαρξη του Καπιτάνο.

 

Αλλά τι είναι αυτός ο Καπιτάνο; Σκληρός και άκαρδος ήρωας ενός παλιού κόμικ ή κάποιος που ο Φιλ θα ήθελε να του έμοιαζε;

 

Μια απρόβλεπτη ιστορία μυστηρίου, όπου οι καθημερινοί άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τους υπόγειους φόβους τους και τις κρυμμένες ενοχές τους.

 

Η «Μάσκα του Καπιτάνο» είναι ένα εγγενώς διηλικιακό βιβλίο. Για τους νεαρούς αναγνώστες είναι μια τερπνή πρόσκληση να ανακαλύψουν τη μαγεία της ποίησης, της μουσικής, και όλων των παλιών πραγμάτων που έχουν μεταμορφωθεί μέσα από την αχλή του χρόνου και της νοσταλγικής αναπόλησης. Πρόκειται βεβαίως για αντικείμενα εμβληματικά, που έχουν νοηματοδοτήσει τον κόσμο και τις πραγματικότητες γενεών. Επομένως αξίζει να τα γνωρίσουν οι νεότεροι. Παράλληλα είναι ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που θίγει σύγχρονα και επίκαιρα προβλήματα. Για τους ενήλικες αναγνώστες όμως, το βιβλίο είναι μια πρόσκληση από πλευράς του συγγραφέα να μοιραστούν μαζί του την υποδόρια χαρμολύπη της νοσταλγίας. Να πυκνώσουν στη φαντασία τους τη νοσταλγία μέσα σε μια άλω συνειρμών και δυνητικών στίχων, εικόνων και τραγουδιών.

 

Τζίνα Καλογήρου, Culturebook, 2.4.21

11.6.23

Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

 







Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα

«Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου

Εκδόσεις Καστανιώτη

  

Ο Χοσέ Ραφαέλ Ερνάντες ( 1834 -1886) ήταν Αργεντινός ποιητής, πολιτικός, δημοσιογράφος και στρατιωτικός. Πέρα από τη σημαντική δράση του στην πολιτική ζωή της χώρας του, έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως συγγραφέας του έπους Martín Fierro, του μεγαλύτερου έργου της λογοτεχνίας Γκαούτσο,  δηλαδή των έργων εκείνων που αφορούν τη ζωή των κατοίκων πεδινών περιοχών της Αργεντινής, της Ουρουγουάης, της Παραγουάης, της Βραζιλίας, του Νότου της Χιλής και της Βολιβίας κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου αιώνα έως τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Κεντρικός χαρακτήρας του αφηγηματικού αυτού ποιήματος είναι ένας γκαούτσο, επονομαζόμενος Μάρτιν Φιέρο. Οι πολιτικές και κοινωνικές αδικίες τον οδηγούν στην παρανομία και τον μετατρέπουν σε έναν λαϊκό ήρωα, καθώς αγωνίζεται τόσο για τη κοινωνική δικαιοσύνη όσο και για την ανεξαρτησία του τόπου του.

Το κατά πόσον η προσωπικότητα του ήρωα αυτού στηρίχτηκε σε πραγματικό πρόσωπο παραμένει πάντα προς επιβεβαίωση. Από τα στοιχεία που το ίδιο το έπος αναφέρει, μαθαίνουμε πως ο Φιέρο υπήρξε παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.

Όλο το έπος είναι γραμμένο από την ανδρική σκοπιά. Η σκέψεις, τα συναισθήματα και γενικά τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη γυναίκα του κεντρικού ήρωα απουσιάζουν.

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα με το μυθιστόρημά της «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρόν» επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή αυτής της γυναίκας, αλλά στην ουσία να περιγράψει τη θέση της γυναίκας εκείνα τα χρόνια σε εκείνες τις περιοχές, ενώ από την άλλη προσφέρει στον αναγνώστη της και μια ιδιαιτέρως πλαστική περιγραφή της φύσης των πεδιάδων της Αργεντινής.

Όταν αναχωρήσαμε, το χορτάρι κυμάτιζε και η πάμπα ήταν μια δίχρωμη θάλασσα: όταν οι μίσχοι υπέκυπταν στον άνεμο, γινόταν άσπρη σαν αφροστόλιστη* όταν ορθώνονταν και πάλι, γινόταν πράσινη, αναδεικνύοντας τις αποχρώσεις των χορταριών που έμοιαζαν με τρυφερά βλαστάρια, παρότι η εποχή της βλάστησης είχε προ πολλού περάσει. Ήτνα τώρα καιρός να επιστρέψουν όλα στο χώμα: το χλωροπράσινο πρώτα κιτρίνιζε, έπειτα έπαιρνε το χρώμα του χρυσού, της ώχρας και του καφέ, για να πέσει στη γη. Ανασαίναμε και πάλι σαν να βγήκαμε από σπήλαιο, σαν ο αέρας στην ενστάνσια να ήταν βαρύς και πνιγηρός και μολονότι ήταν ένας αέρας διάφανος όπως παντού, εκεί ήταν σαν να αναπνέεις νερό και οι φυσαλίδες να σου στέκονται στον λαιμό (σελ. 139)

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα (1968) είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος  και ακτιβίστρια σε θέματα ισότητας των φύλων και γυναικείας χειραφέτησης, συγκαταλέγεται στις πιο δυναμικές φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.

Και άλλωστε η επιλογή να αφηγηθεί το έπος του Μάρτιν Φιέρο από τη γυναικεία σκοπιά, αποδεικνύει τους θεματικούς προβληματισμούς της.

Δυο γυναίκες τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Η Τσίνα Αϊρόν, η γυναίκα του Φιέρο, που αποφασίζει να αναζητήσει τον σύντροφό της αφήνοντας πίσω της τα δυο παιδιά της και μια Σκωτσέζα, η Λιζ, που αναζητά κι αυτή τον δικό της σύντροφο.

Δυο γυναίκες, δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο διαφορετικές κουλτούρες που διασχίζουν την ενδοχώρα και ανακαλύπτουν νέες προοπτικές της φυλετικής τους ταυτότητας.

Χαρακτηριστικές οι περιγραφές των ερωτικών στιγμών όπου στην ουσία σκιαγραφούνται οι αντιδράσεις του γυναικείου σώματος όταν μέσω ενός άλλου ισότιμου σώματος ανακαλύπτει την ταυτότητά του.

… το σώμα της λύθηκε με μια λιμνούλα πάνω μου, έχυσε τον εαυτό της πάνω μου, με αγκάλιασε, με άφησε να την φιλήσω, να τη γυρίσω ανάσκελα, να ακουμπήσω την πλάτη της στο στρώμα, να της ανοίξω τα πόδια και να χώσω τα χέρια μου στα απόκρυφά της, ροζ και κόκκινα όπως η ίδια, να γνωρίσω αυτή την υγρή, μαλακή, μυώδη σάρκα, να τη γλείψω, να καθίσω πάνω της, να νιώσω την καινούρια ρυθμική κίνηση πάνω στην καινούρια αυτή θέση, να κοιτάξω το λευκό της πρόσωπο, τα διάφανα μάτια καταμεσής των κόκκινων μαλλιών που απλώνονταν στο μαξιλάρι ώσπου, επιτέλους, λύθηκα κι εγώ. (σελ. 97)

Μυθιστόρημα που λες και έχει ηθελημένα χαθεί σε εδάφη δίχως αρχή και τέλος, όπου όλα επαναλαμβάνονται ενώ πάντα τα ίδια παραμένουν, αλλά που τελικά σε κάτι διαφοροποιούνται. Στην αυτοσυνείδηση, στην πίστη πως είναι το ίδιο σου το σώμα που σε καθορίζει, στην άποψη πως ‘ξεθωριάζουν τα περιγράμματα, σβήνουν τα χρώματα, όλα συγχωνεύονται με το άσπρο σύννεφο. Κι έτσι προχωράμε’.

Από ένα επαναστατικό έπος σε ένα καθαρόαιμο κουήρ μυθιστόρημα -θα έλεγα πως δε με ξάφνιασε το γεγονός πως η αγγλική του μετάφραση διεκδίκησε, από την βραχεία λίστα, το Διεθνές Βραβείο Booker 2020.

Η ελληνική μετάφραση υπηρετεί όλη την πλαστικότητα με την οποία πρέπει να γράφτηκε το πρωτότυπο και η εισαγωγή όπως και τα σχόλια της μεταφράστριας Άννας Βερροιοπούλου ιδιαιτέρως χρήσιμα.


(Βιβλιοδρόμιο, 10/7/2023)

(730 λέξεις)

 

'Ποτέ πιο πριν' -η Ελένη Πριοβόλου στο fractal



Eκείνο που μπορώ να πω για τον Μάνο Κοντολέων, μετά από πολλά χρόνια συνύπαρξης στον λογοτεχνικό τόπο αλλά κυρίως ως αναγνώστρια του, είναι ότι παραμένει νέος, με φρέσκιες κάθε φορά ιδέες, ανατρέπει τις σταθερές του και παρακολουθεί στενά την εποχή του. Εννοώ την κάθε χρονική περίοδο της πορείας του. Διότι εποχή του ήταν και όταν άρχισε να γράφει, εποχή του και το σήμερα από το οποίο κάθε φορά αντλεί την έμπνευσή του. Όμως εκτός από τα σημερινά θέματα που καίνε την κοινωνία, καταπιάνεται και με την ιστορία, κυρίως μυθικές γυναίκες των αρχαίων τραγωδιών, για να ενώσει δομικά τον μύθο με την πραγματικότητα ακόμα και την πρόσφατη, αποδεικνύοντας πόσο αρχαίο είναι το παρόν.

Το βιβλίο «Ποτέ πιο πριν» ανήκει στα cross over μυθιστορήματα στα οποία ο Μάνος Κοντολέων πρωτοπορεί. Με λόγο περιεκτικό και άνετη αφήγηση, μιλάει για βαθειά νοήματα. Γράφει χωρίς να περιγράφει. Δεν κατονομάζει τις χώρες που διαδραματίζεται το έργο, όμως ο αναγνώστης μπορεί να το αντιληφθεί από τις νύξεις.

Η ιστορία έχει ως εξής: Μια οικογένεια ή περίπου οικογένεια-ότι απόμεινε από αυτή- μεταναστεύει από την ζεστή Ανατολή σε μια παγωμένη χώρα του Bορά μετά από μια τραγική οικογενειακή ιστορία. Είναι ο Αγκίπ Ζατάν, η κόρη του Ανίκα και η αδελφή του Ντόνα Νεράν. Η έφηβη Ανίκα θέλει να ενσωματωθεί στο νέο τόπο, ο πατέρας της προσπαθεί, αλλά η θεία της παραμένει εγκλωβισμένη στο εθιμικό δίκαιο της πατρίδας που άφησε πίσω και με το οποίο είναι απολύτως ταυτισμένη και ως εκ τούτου δεν βλέπει με καλό μάτι το «ξεστράτισμα» της ανιψιάς της από την παράδοσή τους. Και εδώ σε αυτή την παράδοση, στο τι κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος φεύγοντας από τον τόπο του και πηγαίνοντας σε έναν άλλο τόπο, συνοψίζεται μέρος της ουσίας του βιβλίου.

«Οι μυρουδιές του τόπου μας το κάρι, ο κουρκουμάς και το  κάρδαμο», η Ντόνα Νεράν δεν έχανε ευκαιρία να φανερώνει στην ανιψιά της τα μυστικά των φαγητών της πατρίδας τους. «Μυρωδιές και γεύσεις που αρέσουν και στον πατέρα σου…. Θα αρέσουν και στον δικό σου άντρα… Όταν… Κάποτε….»

Αρχίζω από τα ονόματα των βασικών ηρώων που θυμίζουν καθώς τα διαβάζεις ένα χορευτικό γαϊτανάκι. Ζατάν, Ανίκα, Ντάφνη, Γιαν, Μόνα, Λούρα, Σιργκούνη, Ντόνα Νεράν.

Συνεχίζω με το περιβάλλον. Οι ήρωες της Ανατολής κουβαλούν την ζέστη της πατρίδας που άφησαν στον παγωμένο Βορά. Η αντίθεση κρύο ζεστό και τανάπαλι είναι εμφανής και σε κάθε βήμα- κυρίως της Ντόνα Νεράν -και επηρεάζει τον αναγνώστη, που αισθάνεται έντονα αυτή την αντίθεση. Και την ευώδη ζέστη της Ανατολής και την άοσμη υγρή παγωνιά του Βορά.

Η Ντόνα Νεράν μισεί την παγωνιά. Εκείνη μεγάλωσε μέσα στην πληρότητα-μα ναι, ακριβώς αυτό! –της ζέστης.

Ένα άλλο θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η έννοια της πατρίδας. Του τόπου που εγγράφεται στα κύτταρα του κάθε ανθρώπου, που τον φέρνει στον οργανισμό του μέσα από οικείες αναμνήσεις και τραύματα, μυρωδιές και χρώματα.

Σκέφτεται η Ανίκα, πάνω στην προσπάθεια να βρει τα πατήματά της στην υγρή και παγωμένη νέα της πατρίδα.

Πατρίδα οφείλει να ονομάζει  τον τόπο από όπου εξορίστηκε. Μα αυτή η λέξη-πατρίδα!-λες και έχει κι αυτή εξοριστεί από τις έτσι κι αλλιώς εξορισμένες εμπειρίες της.

Το ζήτημα της αποδοχής του άλλου –εκατέρωθεν- είναι επίσης ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα. Αποδοχή από την μεριά του «υποδοχέα»  αλλά και του προσερχόμενου στον τόπο υποδοχής.

… Μιας γιορτής που η Ντόνα Νεράν αρνιέται να κατανοήσει. Τα έθιμά της μάλλον την ενοχλούν…. Είναι το χιόνι που την ενοχλεί. Και το δυνατό κρύο…. Μα πως γίνεται να γιορτάζει ένας θεός μέσα σε τόση παγωνιά;

Μα ό,τι κορυφώνει το εξαίρετο τούτο βιβλίο είναι ο έρωτας του Γιαν και της Ανίκας. Καθαρός, νεανικός,  θεσπέσιος, που είναι πάνω από τα στερεότυπα, πάνω από το εθιμικό δίκαιο, πάνω από κάθε σύμβαση και κατασκευασμένη ηθική, αυτή που στην χώρα της Ντόνα Νεράν και του Ζατάν έφτασε μέχρι την καταδίκη μιας γυναίκας σε θάνατο επειδή δεν επέδειξε τους τύπους της παρθενίας της στο λευκό σεντόνι της πρώτης νύχτας του γάμου. Τούτος ο έρωτας λοιπόν φέρνει την κάθαρση, σαν τη λιακάδα μέσα στο καταχείμωνο.

Το «Ποτέ πιο πριν», είναι ένα βιβλίο ψυχής που κερδίζει την καρδιά του κάθε αναγνώστη.

 Ένα βιβλίο ψυχής • Fractal (fractalart.gr)

3.6.23

Πιλάρ Κιντάνα «Η σκύλα»

 


Πιλάρ Κιντάνα

«Η σκύλα»

Μυθιστόρημα

Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου

Εκδόσεις Πατάκη

 

H Πιλάρ Κιντάνα  γεννήθηκε το 1972 στην  Κολοµβία. Το 2007 συγκαταλέχθηκε μεταξύ των 39 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 39 ετών της Λατινικής Αµερικής. Το 2010 ένα της μυθιστόρημα τιμήθηκε µε το ισπανικό Βραβείο La Mar de Letras.

Η «Σκύλα» πρωτοκυκλοφόρησε στην Κολοµβία το 2018 και απέσπασε τη διάκριση Premio Biblioteca de Narrativa Colombiana. Μεταφράζεται σε περισσότερες από 18 γλώσσες, ενώ απέσπασε επίσης το αγγλικό βραβείο PEN και το Βραβείο Literaturpreis 2021 στη Γερµανία.

Ο τόπος όπου τα αφηγούμενα γεγονότα διαδραματίζονται είναι ένα μικρό χωριό του Ειρηνικού όπου η ομορφιά της Φύσης αλλά και τα βίαια ξεσπάσματά της συνυπάρχουν αποδεχόμενα τις αντιθέσεις τους. Όπως και με κάποιον παρόμοιο τρόπο συνυπάρχουν και οι φτωχοί μαύροι ντόπιοι χωρικοί που ζούνε σε παράγκες, με τους λευκούς πρωτευουσιάνους που έχουν εκεί τα εξοχικά τους σπίτια.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ζει η κεντρική ηρωίδα του έργου, η σαραντάχρονη Νταμάρις, μαζί με τον σύντροφό της τον Ροχέλιο. Εκείνος άλλοτε ως ψαράς, άλλοτε με το κυνήγι κερδίζει τα ελάχιστα με τα οποία ζούνε* εκείνη καθαρίζοντας τα σπίτια των παραθεριστών.

Αν και για χρόνια παντρεμένο το ζευγάρι δεν έχει αποκτήσει παιδιά. Γεγονός που αποτελεί κοινωνικό στίγμα για την Νταμάρις εκ μέρους των συγχωριανών της, αλλά και για την ίδια μια βιωμένη αίσθηση αποτυχίας ως γυναίκας.

Καθώς τα χρόνια περνάνε, οι σχέσεις του ζευγαριού παγιώνονται σε μια κατάσταση απλής συγκατοίκησης, αν και εκ μέρους του Ροχέλιο πάντα υπάρχουν σποραδικές εκφράσεις που φανερώνουν κάποιο συναίσθημα.

Έχοντας, λοιπόν,  χάσει κάθε ελπίδα για να αποκτήσει ένα παιδί,  η Νταμάρις ανακαλύπτει μια ψευδαίσθηση μητρότητας όταν της δίνεται η ευκαιρία να υιοθετήσει έναν σκύλο. Αυτή η νέα και έντονη σχέση με το ζώο θα σταθεί η αφορμή να ξεκινήσει η σαραντάχρονη γυναίκα μια πορεία αυτογνωσίας καθώς ένα τραυματικό γεγονός της παιδικής της ηλικίας (η μη επέμβασή της στο να σωθεί ο συνομήλικός της, λευκός και πλούσιος, φίλος της Νικολασίτο) θα φωτιστεί στη μνήμη της μέσα από τη ματιά αυτής της νέας σχέσης.

Αλλά μέσα σε μια κοινωνία όπου η προσπάθεια επιβίωσης καλύπτει κάθε λεπτό της ώρας και κάθε μέρα του χρόνου, ο σχέσεις ανθρώπου και ζώου εκφράζονται με έναν άλλον τρόπο απ΄ ότι τις συναντάμε σε άλλες πολιτιστικές και οικονομικές συνθήκες.

Ο άνθρωπος από τη μια διεκδικεί την συναισθηματική ανεξαρτησία του από το ζώο, ενώ το τελευταίο υπακούει στις προσταγές της ίδιας της φύσης του.

Ένα σκυλί ποτέ δεν μπορεί να αντικαταστήσει ένα παιδί -αυτό είναι που ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος προσπαθεί να πείσει την Νταμάρις, αλλά εκείνη θα αναζητά το ξεγέλασμα ενός υποκατάστατου μητρότητας έως ότου πλέον και το ίδιο το σκυλί θα της  δείξει πως δεν μπορεί να μετατραπεί από μια ανεξάρτητη οντότητα σε μια άλλη εξαρτώμενη από τα συναισθήματα ενός ανθρώπου.

Η σύγκρουση μέσα στη ψυχή της Νταμάρις δεν ελέγχεται πλέον και για δεύτερη φορά στη ζωή της θα αφεθεί στην υποταγή της μη ελεγχόμενης εκδίκησης.

Μετά από αυτή την πράξη της τί πλέον της απομένει;

«Έτσι σκέφτηκε πως ίσως θα  ‘πρεπε να μπει στο δάσος, ξυπόλητη και μόνο με το κοντό κολάν και την ξεβαμμένη μπλούζα με τις τιράντες, και να περπατήσει πέρα από τη Λα Ντεσπλενσα, από το ιχθυοτροφείο και τις εκτάσεις του Ναυτικού, πέρα από τα μέρη όπου είχε πάει με τον Ροχέλιο και από εκείνα που δεν είχαν δει ακόμα, για να χαθεί όπως η σκύλα και το αγόρι απ΄ τις κουρτίνες του Νικολασίτο πέρα μακριά, εκεί που το τροπικό δάσος ήταν πιο τρομακτικό» (σελ. 139)

Μυθιστόρημα λιτό όσο και απλό στην αφήγησή του, που όμως καταφέρνει με τον δικό του τρόπο να περιγράψει ένα ολόκληρο σύμπαν -αυτό στο οποίο δίπλα στην ομορφιά ελλοχεύει ο κίνδυνος, όπου η θάλασσα τρέφει αλλά και σκοτώνει, όπου η βροχή εύκολα μετατρέπεται σε καταιγίδες και όπου τα σπίτια αφήνονται στη φθορά των καιρικών φαινομένων αλλά και της φτώχειας των ανθρώπων.

Μέσα σε αυτό το κλίμα η φιλοζωία αποκτά άλλη διάσταση και η ατομικότητα δεν είναι βέβαιο πως θα μπορεί συνεχώς να επιβεβαιώνει την ύπαρξή της.

Σε κάποια μέρη  η βία εκφράζεται διαφορετικά από τον τρόπο που εμείς τη γνωρίζουμε και ο διαχωρισμός σε καλούς από τη μια και κακούς από την άλλη παύει να ισχύει τουλάχιστον έτσι όπως η Δύση τον εφαρμόζει.

Μυθιστόρημα που απαιτεί ανοιχτή αναγνωστική προσέγγιση και ηθική που δεν εθελοτυφλεί.

Η μεταφραστική εμπειρία της Χριστίνας Θεοδωροπούλου υπηρέτησε με σύνεση την απλότητα, αλλά και το τραγικό της αφήγησης.

 (Βιβλιοδρόμιο , 3/6/2023)

(725 λέξεις)

28.5.23

Η Κατερίνα Δημόκα για το "Μάσκα στο φεγγάρι"

 

Αγαπητέ κε Κοντολέων,

Ελπίζω να είστε πολύ καλά! Σας το είχα υποσχεθεί πως θα σας έγραφα

ολοκληρώνοντας το μυθιστόρημά σας, θυμάστε; Είναι πράγματι μέρες που τελείωσα

τη "ΜΑΣΚΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ", αλλά η αίσθηση που μου προκάλεσε παραμένει νωπή.

Πολύ-επίπεδο έργο, πολύ-φωνικό, πολύ-πρόσωπο, μεγαλοπρεπές όχι μόνο για τα

πολυ- που προανέφερα, αλλά για τον όγκο του υλικού που επεξεργαστήκατε, καθώς

και για την τολμηρή σύμπλεξη των οργανικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι

τρεις βασικοί ήρωες στο αφηγηματικό παρόν. Η αποσυμπίεση του άχθους που

βιώνουν επέρχεται -θαυμαστό!- με τη διέλευση της ίδιας οδού, που αποδεικνύεται

για όλους βασιλική.

Το υλικό σας είναι πλούσιο, με τόσες διακειμενικές αναφορές που θα θαύμαζε

φιλόλογος και θεατρολόγος. Ήρωες απτοί μέσα στις υψηλές και τις αδύναμες στιγμές

τους, ιδωμένοι με σεβασμό και κατανόηση. Σχεδόν ζήλεψα τη σχέση που χτίσατε με

όλους τους! Σας φανταζόμουν να τους σμιλεύετε με πλαστικότητα, να τους δανείζετε

από τα δικά σας αποθέματα και να τους αφήνετε έπειτα με εμπιστοσύνη να βαδίσουν

τις αναπόδραστες δικές τους διαδρομές. Σαν καλοβαλμένος γονιός, θα σκεφτείτε

ίσως. Μα, όπως κάθε γνήσια σχέση, είναι κι αυτή ανταποδοτική· μεγαλώνοντας τους

ήρωες, δε μεγαλύνεται και ο δημιουργός τους;

Πάντως, από την αρχή το κείμενό σας μου καλλιέργησε μια αίσθηση ονειρικού

μετεωρισμού. Σας το δήλωσα κιόλας. Κάτι λανθάνον κυοφορούνταν, που απέρρεε

ίσως από τη συνθήκη ενός προηγούμενου έργου σας, ενώ παράλληλα αυτονομούνταν

στο τρέχον. Ένας υπαρξιακό και αστυνομικό μυστήριο πλανιόταν και συντόνιζε τη

δράση των ηρώων, που αποκτούσαν έτσι δυναμική, πασχίζοντας να το

οριοθετήσουν.

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνομαι ότι ο κύριος λόγος για το σύθαμπο της

ατμόσφαιρας είναι ότι συνυφάνατε τη ζωή με το απείκασμά της, δηλ. το θέατρο, τις

μορφές (πχ Κλειώ) με τις περσόνες (πχ Ιουλιέτα), τα πρόσωπα (Λουκάς Αλεξίου) με

τα προσωπεία (Λεονάρντο, Ρωμαίος κλπ), τις όψεις (συμπλεγματική μητέρα) με τις

αντανακλάσεις τους (υποκριτική ιδιοφυΐα του γιου), το στιγμιαίο της θεατρικής

πράξης με το εξακολουθητικό της ζωής. Έτσι, διαστρωματώσατε αινιγματικά την

αλήθεια με τις ερμηνείες της.

Και προεκτείνω λίγο τη σκέψη, ελπίζω να μη σας κουράζω... Αν ο Λουκάς

Αλεξίου υπήρχε κυρίως μέσω των ρόλων που υποδυόταν, πόσο απέχει το ηδονικό

του μαρτύριο από εκείνο του συγγραφέα που συνυπάρχει με τα πλάσματά του ωσεί

πραγματικά (και ενυπάρχει βέβαια σε αυτά); Του δημιουργού που συνθέτει με τα


διαθέσιμα οικοδομικά του υλικά μια αληθοφανή κοσμογονία, έχοντας συνάμα

επίγνωση της πλασματικής και ουτοπικής της υφής;

Προσωπικά, με άλλα λόγια, μου φαντάζει δυσχερής η αδιατάρακτη χάραξη

των συνόρων, η εναλλαγή μεταξύ του αρχιτέκτονα (συγγραφέα) και των ενοίκων

(ηρώων) ενός ολοκλήρου κόσμου... Πώς γίνεται ο συγγραφέας να ζει επάλληλες ζωές

και να διατηρεί απαρασάλευτη γείωση με τη δική του; Να πλαστουργεί με

αλάνθαστες αναλογίες λογικής και συναισθήματος, τέχνης και τεχνικών, με

συνιστώσες γλώσσας, ιστορίας, ψυχολογίας, μύθου ή όποιων άλλων πηγών; Και

έπειτα να ταχτοποιείται στον δικό του καθημερινό βίο, να γίνεται θνητός από

κοσμοποιός;

Γενικοί οι προβληματισμοί μου, δεν τους απευθύνω ειδικά σε εσάς, κε

Κοντολέων... Πιθανόν η απάντηση να έγκειται απλά στο πολυδύναμο του ταλέντου.

Επανέρχομαι στο αρχικό μας ερέθισμα. Η ΜΑΣΚΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ δεν ομοιάζει

με κανένα από τα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει, πολύ- σε πολλούς τομείς.

Γλώσσα λεπτοδουλεμένη και εξίσου τολμηρή. Για μένα λογοτεχνία που θα διάβαζαν

κάλλιστα ενήλικες. Α, και κάτι που δε σας είπα στη συνάντηση: η αποτύπωση της

νεανικής ιδιοσυστασίας (ο ιδεαλισμός, ο ερωτισμός, η ανένδοτη υπερβολή) μου

θύμισε την κλασική τοποθέτηση περί νεότητας του Αριστοτέλη στη Ρητορική.

Διαχρονικότητα, λοιπόν, που υπογραμμίστηκε και μέσα από την άλκιμη

παρουσία του κλασικού θεάτρου. Και μαζί κοινωνική σπουδή της μέσης ελληνικής

οικογένειας, μα και ένα πλαίσιο θέασης της ελληνικής εκπαίδευσης, που μου

τσίγκλισε έναν κριτικό αναστοχασμό, καθόσον την υπηρετώ...

Σας ευχαριστώ που με φέρατε σε επαφή με το συγκεκριμένο έργο αλλά και με

όλα τα μυθιστορήματα που συνέχουν ως τώρα την ομάδα φιλαναγνωσίας. Σας

εύχομαι καλή συνέχεια σε ό,τι πραγματεύεστε και φυσικά ένα όμορφο καλοκαίρι!

Με εκτίμηση,

Κατερίνα Δημόκα

(Η Κατερίνα Δημόκα είναι συγγραφέας. Βιβλία της: 'Όμηρος στο πέλαγο', 'Δυο στόματα' κ.α )