13.6.07

Μαργαριτάρια…



Τους ήχους που κάνανε τα φύλλα όταν αναπνέανε και τα λουλούδια όταν ανασαίναν, τους είχε ακούσει από τότε που ήταν παιδί και περπατούσε στους κήπους. Αλλά δεν το είπε ,μήτε στους δικούς του, μήτε και στους φίλους του. Το κράτησε μέσα του –πολύτιμο μυστικό που το μοιραζότανε μόνο με τον εαυτό του.
Μετά –όταν πια μεγάλωσε- μαζί με αυτούς τους ήχους, άκουγε και τα ψιθυρίσματα της πέτρας που πλενότανε από τη βροχή και τους αναστεναγμούς του χώματος καθώς από την κάψα του ήλιου πέρναγε στη δροσιά του φεγγαρόφωτου.
Και μια μέρα, όλοι αυτοί οι ήχοι ενωθήκανε και γίνανε τραγούδι, τραγούδια, μελωδίες. Και δίχως να μπορεί πια ο ίδιος να κρυφτεί από τους δικούς του και τους φίλους του –δίχως να μπορεί, μα δίχως και να το θέλει- άρχισε να μουρμουρίζει το ρυθμό, τους ρυθμούς, τις μελωδίες.
Έτσι το πρόσεξαν και οι άλλοι. Και τον ρωτήσανε από πού ακούει τα τραγούδια αυτά και δεν τον πιστέψανε όταν τους είπε πως του τα μαθαίνουνε τα φύλλα, τα λουλούδια, η πέτρα και το χώμα. «Γιατί», τον ρωτούσανε, «μόνο εσύ τα ακούς όλα αυτά; Κι εμείς τα βλέπουμε, τα μυρίζουμε, κι εμείς τα αγγίζουμε… Γιατί, λοιπόν, κι εμείς να μην τα ακούμε;»
Αυτός ανασήκωνε τους ώμους του. «Δεν ξέρω!» τους απαντούσε. Και στ΄ αλήθεια δεν το ήξερε. «Αλλά τι σας νοιάζει αν δεν τα ακούτε. Τα τραγουδώ εγώ για σας! Δεν σας φτάνει;», τους απάντησε. Όχι, δεν τους έφτανε. Αυτά που ακούγανε να βγαίνουν από το στόμα του, ήταν όμορφα, αλλά πιο όμορφη, πιο μαγική ήταν η έκφραση που ζωγραφιζότανε στο πρόσωπό του. Αυτό που ο ίδιος άκουγε θάταν κάτι το θεϊκό –έτσι σκεφτόντουσαν οι άλλοι. Και θέλανε το ίδιο άκουσμα να χαϊδέψει και τα δικά τους τα αυτιά. Κι αφού κάτι τέτοιο δε γινότανε, αποφάσισαν να τον αγνοήσουν.
Έφυγε, λοιπόν, αυτός και πήγε στα δάση, στις λίμνες και στα βουνά. Με τρυφερά κοτσάνια καστανιάς, με υγρά πέταλα λευκού νούφαρου, με στρογγυλεμένες από τα νεροβρόχια πέτρες –με τέτοια κι άλλα παρόμοια υλικά έφτιαξε ένα Όργανο. Και το άφησε μια νύχτα και μια μέρα κάτω από τη σκιά ενός βράχου. Και έτσι μέσα στο Όργανο πήγαν και χωθήκαν πυγολαμπίδες και το στολίσανε. Και την επόμενη νύχτα και την μέρα την επόμενη το ακούμπησε σε μια λακκούβα στολισμένη με ανεμώνες του βουνού και χαμομήλια του κάμπου. Κι έτσι μέσα στο Όργανο μπήκανε πεταλουδίτσες και το χρωματίσανε.
Και την τρίτη νύχτα αυτός το πήρε και το έκανε προσκεφάλι του και ήταν εκείνη τη νύχτα που μέσα στο Όργανο πήγαν και κρύφτηκαν τα πιο όμορφα όνειρά του -το φιλί που σαν παιδάκι πήρε, το χάδι που λαχτάραγε, μεγάλος πια, να δώσει. Κι όταν ξημέρωσε, μέσα στην αγκαλιά του το κράτησε και διάλεξε βρύα από τη λίμνη και έτσι υγρά όπως ήταν τα άπλωσε, τα λέπτυνε, τα έκανε χορδές που τις στερέωσε πάνω στο Όργανο και τις κούρδισε ακούγοντας τους κτύπους της καρδιά του.
Λοιπόν, με το Όργανο στα χέρια του, πήγε και βρήκε όσους θέλανε να ακούσουν τη μελωδία που μόνο αυτός άκουγε. Και τους είπε «Να, τώρα δε σας τραγουδά το στόμα μου, αλλά το Όργανο που φτιάχτηκε από αυτά που λένε σε μένα τη μουσική τους». Μαζεύτηκαν γύρω του πολλοί και άκουσαν, αλλά και πάλι δεν πιστέψανε πως το τραγούδι δεν ήταν από τον ίδιο παιγμένο. «Δώσε και σε μας το Όργανο και θα δεις πως κι εμείς την ίδια μουσική θα παίξουμε». Κι αυτός τους έδωσε το Όργανο, αλλά στα χέρια των άλλων παρέμενε βουβό.
Και τότε όλοι θυμώσανε μαζί του. Και του είπαν πως κάτι άλλο συμβαίνει που τους το κρατά κρυφό. Και έτσι τον αφήσανε μοναχό κι αγνόησαν και πάλι τους ρυθμούς που αυτός τους χάριζε για να συντροφεύουν τις μέρες τους. Μα όταν οι άνθρωποι φύγανε, τον πλησιάσανε τα ζώα. Αυτά δεν του ζητούσαν να τους μάθει το μυστικό που δεν υπήρχε. Καθόντουσαν γύρω του και δεχόντουσαν το δώρο που τους χάιδευε τα αυτιά και έφτανε μέχρι βαθιά μέσα στα σπλάχνα τους.
Ναι, με τη συντροφιά των ζώων, πια, έμεινε. Με αυτά τριγύριζε και για αυτά και μόνο λες κι είχε φτιάξει το Όργανό του. Αλλά όσο κι αν γλυκά τον έγλυφε η γλώσσα της αρκούδας, όσο κι αν απαλά τον δρόσιζε η φτερούγα του χελιδονιού, όσο κι αν ευχάριστα τον ανατρίχιαζε το τρίψιμο στο πόδι του της γάτας, αυτός έμενε μελαγχολικός. Γιατί ήταν άνθρωπος και ήθελε ότι πιο πολύτιμο δικό του να το μοιραστεί με άλλους ανθρώπους.
Όταν, λοιπόν, μελαγχολούσε, μελαγχολική γινότανε κι η μουσική του και μελαγχολικά σύννεφα καλύπτανε τον ουρανό και μελαγχολική βροχούλα δρόσιζε τους κήπους και μέσα στα σπίτια οι άνθρωποι μαζευόντουσαν και χαίρονταν τις φλόγες στο τζάκι και ψήνανε κάστανα και μετά κάτω από τα σεντόνια τους βρισκόντουσαν και ο ήχος της βροχής στις στέγες τους νανούριζε γλυκά. Μα δεν ξέρανε, δεν φανταζόντουσαν πως αυτός και το όργανό του ήταν που τους χάριζαν τον γλυκό τους ύπνο.
Αλλά δεν ήταν πάντα ο ίδιος έτσι θλιμμένος. Ήταν φορές που τα παιχνίδια των ζώων και τα πεταρίσματα των πουλιών και τα ζουζουνίσματα των εντόμων, τον κάνανε να χαίρεται και τότε μέσα από το Όργανο έβγαιναν χαρούμενες νότες και τότε ο ήλιος ταξίδευε ολόχρυσος από την ανατολή στη δύση και οι άνθρωποι τέτοιες λιόλουστες μέρες, βγαίνανε από τα σπίτια τους και τρέχανε στις παραλίες και στα πάρκα και χορεύανε και παίζανε και μετά κουρασμένοι, καθώς νύχτωνε, γυρνούσαν στα σπίτια τους και κοιμόντουσαν και βλέπανε όνειρα πολύχρωμα σαν τα λουλούδια που είχαν μαζέψει. Μα δεν ξέρανε, δεν φανταζόντουσαν πως αυτός και το όργανό του ήταν που τους χάριζαν τον πολύχρωμο ύπνο τους.
Αλλά, αυτός πάντα μόνος. Και ήρθε η ώρα που η μοναξιά τον πλήγωσε βαθιά. Σε μια ακρογιαλιά είχε βρεθεί κι εκεί στα βότσαλα είχε καθίσει και μπροστά του η θάλασσα, πίσω του τα δέντρα, πιο πίσω τα βουνά. Και βράδιασε και τα ζώα που τον συντροφεύανε βρήκαν φωλιές και κούρνιασαν κι αυτός μόνος πάνω στα βότσαλα και στα πόδια του να σβήνει το κύμα. Και ήταν τόση η πίκρα του που πήρε το όργανό του κι άρχισε να παίζει τη μουσική που τούτη τη φορά δεν έβγαινε από τα δέντρα, τα νερά, τις πέτρες και το χώμα, αλλά από την ίδια του την καρδιά και μόνο. Και από τα μάτια του στάξανε δάκρυα που πέσαν δίπλα στα βότσαλα και γίνανε αμέσως μικρές, λευκές, ολοστρόγγυλες πετρούλες. Κι ήταν ότι κάλυψε τη φύση όλη, όχι μόνο η πιο θλιμμένη μουσική που είχε ακουστεί, αλλά και η πιο μαγική. Τόσο μαγική που μπροστά του συνέβηκε το θαύμα…
Το φεγγάρι έγινε τόσο φωτεινό όσο ο ήλιος. Η θάλασσα τόσο τρυφερή όσο το νερό μιας πηγής. Τα βότσαλα τόσο λεία που θύμισαν χάδι… Και μετά το φεγγάρι πήρε τη μορφή μιας γυναίκας και του χαμογέλασε και του άπλωσε τα διάφανα χέρια της και «Έλα, μαζί μου!» τον προσκάλεσε κι αυτός άφησε πάνω στα βότσαλα το Όργανο και τα δικά του χέρια μπλεχτήκανε με τα δικά της και καθώς αυτή τον τράβαγε προς τα ουράνια, «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε και χάρηκε που άκουσε σα μουσική και σαν τραγουδάκι εκείνη να το προφέρει το όνομά της –«Σελήνη!... Σελήνη!... Σελήνη!»
Περάσαν μέρες. Μέρες δίχως γλυκές βροχές και δίχως τρυφερές λιακάδες. Κι άνθρωποι δεν κοιμόντουσαν πια με συντροφιά όνειρα γλυκά και πολύχρωμα. Και πιάσανε να λένε τι τάχα να είχε συμβεί και κάποιος είπε, σκέφτηκε πως ίσως κάτι όλα αυτά να είχανε να κάνουν με εκείνον που έπαιζε τη μουσική που αυτοί δεν μπορούσαν να παίξουν. Και τότε ξεκίνησαν να τον βρούνε.

Στην παραλία τους οδήγησαν τα ζώα και τα πουλιά. Κι όταν φτάσανε είδαν το Όργανο να το χαϊδεύει το κύμα και να το μουλιάζει. Άχρηστο για όλους πια. Μα δίπλα του, όσοι σκύψανε, είδαν κάτι πετρούλες λευκές, ολοστρόγγυλες που μόλις τις αγγίξανε αισθάνθηκαν κάτι από όσα αισθάνονταν όταν βλέπανε τα όνειρά τους τα χαμένα. Και τις κράτησαν τις πετρούλες μέσα στις παλάμες τους, τις χώσανε στις τσέπες του, τις κρέμασαν στο λαιμό τους, στολίσανε μ΄ αυτές τα δάχτυλά τους . Και τις είπανε μαργαριτάρια.

(προδημοσίευση)

8.6.07

Ανάπηρη μνήμη



Βρέθηκα -απογευματάκι ήταν- σε εργαστήρι μοδιστρικής. Περίμενα να με εξυπηρετήσουν. Κι όπως έτσι αφηρημένα η ματιά μου κυκλοφορούσε ανάμεσα σε κομμάτια υφάσματος και ψαλίδια, βελόνες, κλωστές, ξαφνικά έπεσε πάνω σε ένα γαρύφαλλο. Ψεύτικο, χάρτινο. Κόκκινο. Έπεσε πάνω του η ματιά μου κι εκεί στάθηκε. Μαγνητίστηκε. Και ξαφνικά μέσα μου κάτι δημιουργήθηκε, κάτι σαν λίγωμα ευχάριστο, πολύ ευχάριστο.

Και η μνήμη μου μπόρεσε να ανακαλέσει την εικόνα ένος άλλου γαρύφαλλου, κόκκινου και χάρτινου -κόκκινο γκοφρέ χαρτί για τα πέταλα και πράσινο τυλισμένο άτσαλα σε λεπτή συρματόβεργα για να θυμίζει κοτσάνι.

Μια εικόνα. Χαμένη στο παρελθόν. Αδύνατον να την τοποθετήσω χρονικά. Αδύνατον να τη συνδυάσω με τόπο, ανθρώπους, γεγονότα. Αλλά το συναίσθημα είχε επανέλθει. Κ αι με λίγωνε.

Έφυγα. Περάσαν δυο μέρες. Το λίγωμα πάντα κυρίαρχο. Αλλά μόνο αυτό. Η μνήμη μου αυτό μόνο μπορεί να ανακαλέσει.

Μνήμη αδύναμη. Ανίκανη να με βοηθήσει να θυμηθώ όλη μου τη ζωή. Ανάπηρη μνήμη.

5.6.07

Η άλλη φωνή






Άννα Γκέρτσου – Σαρρή
<<Η άλλη φωνή>>
εφηβικό μυθιστόρημα
Κέδρος, 2005
Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου


Η Άννα Γκέρτσου – Σαρρή αν και είναι μια χαμηλών τόνων παρουσία στο χώρο της λογοτεχνίας τόσο της παιδικής / εφηβικής όσο και της ενήλικης, εντούτοις το έργο της διαθέτει μια θεματική ποικιλία, μια σοβαρή ποιότητα και μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή αφηγηματικού ύφους.
Αρκετά από τα έργα της έχουν βραβευτεί –ανάμεσα στις διακρίσεις ας σημειώσουμε ένα Κρατικό Βραβείο το 1992 (κι άλλο ένα πλέον*) ένα κι ένα βραβείο ΙΠΕΚΤΣΙ.
Άλλοτε με διακριτικό χιούμορ, άλλοτε με κριτική ματιά, άλλοτε με σεβασμό στις ιστορικές πηγές, η συγγραφέας συνθέτει μυθιστορήματα και ανασυνθέτει μύθους.
Το τελευταίο της αυτό έργο ανήκει στο είδος του εφηβικού μυθιστορήματος, καθώς περιγράφει την καθημερινότητα μια μαθήτριας της Γ’ Λυκείου.
Απλή κοπελίτσα η Μαρίνα, σε απλή οικογένεια ζει και τα όσα της συμβαίνουν κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας σχολικής χρονιάς δεν ξεφεύγουν και πολύ από τα όσα μπορεί να τύχουν στο όποιο άλλο έφηβο.
Μα η συγγραφέας –με απλότητα όσο και ψυχολογική δεινότητα- καταφέρνει να καταγράψει από τη μια την πορεία της εφηβείας προς τη νεότητα και από την άλλη να καταθέσει την σημαντική παρουσία που αξίζει να έχουν στη ζωή αξίες διαχρονικές.
Η Μαρίνα θα κερδίσει τη δυνατότητα ν΄ ακούσει την άλλη φωνή που υπάρχει μέσα στον κάθε έφηβο και που είναι εκείνη που εκφράζει την ταυτότητα του.
Μια δυνατότητα που προέρχεται από το σπάσιμο του εγωκεντρισμού και την κατανόηση της ιδιαιτερότητας του άλλου.
Η ροή της αφήγησης δεν διακρίνεται από εκκεντρικές διαθέσεις προσέλκυσης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Ακόμα και την ώρα που βάζει μέσα στην ιστορία το θέμα της δωρεάς οργάνων το κάνει τόσο διακριτικά, ώστε να μην το ευτελίζει αλλά να το διατηρεί σαν ένα συμβάν ανάμεσα στα άλλα που μπορεί να συμβούν στη ζωή ενός απλού ανθρώπου.
Πάντως διαθέτει κι ένα στ΄ αλήθεια ιδιότυπο εύρημα.
Εκείνες τις μικρές φράσεις που έχουν σπαρθεί ανάμεσα στα κυρίως κεφάλαια και που είναι βγαλμένες από το στόμα του μικρού αδελφού της Μαρίνας. Φράσεις του ύφους που μιλά ένα σημερινό αγόρι και που με το υπόγειο σαρκαστικό τους ύφος, όχι μόνο χαρίζούν κεφάτες νότες στη συχνά βαρετή καθημερινότητα των άλλων, αλλά παράλληλα φωτίζουν και με μια άλλη απόχρωση τα όσα προσωπικά ή μη μπορεί να απασχολούν μια έφηβη. Και βέβαια δείχνουν πως ένα αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας μπορεί με το πιο ευτελές να δημιουργήσει την ποιοτική έκπληξη.
*Σημ. : Η 'Αλλη Φωνή" τιμήθηκε (μαζί με την "Δωριλένια" της Βούλας Μάστορη) με το Κρατικό Βραβείο Π. Β. για βιβλία που εκδόθηκαν το 2005

3.6.07

Η νύχτα που έβλεπε τη μέρα


Τζεμίλ Τουράν¨
"Η νύχτα που έβλεπε τη μέρα"
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006

Ο Τζεμίλ Τουράν είναι Κούρδος. Έχει όμως ελληνική υπηκοότητα, μετά από αίτηση που έκανε για πολιτικό άσυλο. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και μέχρι τώρα έχει κυκλοφορήσει τρία μυθιστορήματα , γραμμένα όλα απευθείας στα ελληνικά.
Μια ιδιότυπη, λοιπόν, περίπτωση συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας.
Τα θέματα και των τριών βιβλίων του έχουν να κάνουν με τη ζωή και τους αγώνες των Κούρδων.
Αν στα δυο πρώτα όμως, ταξίδευε τον αναγνώστη του στην καρδιά της πατρίδας του, τώρα τον φέρνει στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης. Και πλέον ο αγώνας του κουρδικού λαού παρουσιάζεται μέσα στον ευρύτερο χώρο καταπίεσής του.
Μια ομάδα νεαρών Κούρδων και Τούρκων, που τους συνδέει από τη μια η αγάπη τους για το θέατρο και από την άλλη η αντίθεσή τους στο απολυταρχικό καθεστώς της Τουρκίας της δεκαετίας του 80, θα βρεθούν να ζούνε μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και αγώνα για να κρατήσουν ανοιχτό το όραμα όχι μόνο της εθνικής ελευθερίας, αλλά και της ατομικής αξιοπρέπειας όπως και αυτό της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο Τουράν δεν κρύβει τις αριστερές ιδέες του. Δεν κρύβει –κυρίως- τον ιδεαλισμό του. Οι ήρωές του είναι αγνοί όσο και ανθρώπινοι, απόλυτοι μέσα στο πάθος της ιδεολογίας τους, αλλά και συνεπείς με αυτήν μέσα από τις πράξεις τους.
Ο Τουράν επιδιώκει να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του με τρόπο απλό και άμεσο. Απλή γραφή, δίχως λογοτεχνικά παιχνιδίσματα. Δίχως εξάρσεις. Προτιμά να αφηγείται μέσα από καθημερινούς διαλόγους και να περιγράφει τόσο τις ερωτικές στιγμές, όσο και τις πράξεις βίας με τρόπο αφτιασίδωτο.
Ομολογώ –ας μου επιτραπεί αυτή η εξομολόγηση- πως είχα χρόνια πολλά να διαβάσω μυθιστόρημα τόσο απλό (αλλά καθόλου απλοϊκό), τόσο δοσμένο σε μια σοσιαλιστική άποψη για τα πολιτικά γεγονότα, τόσο εύστοχο στις περιγραφές των συναισθημάτων.
Χαρακτηριστικό του πόσο αυτή η τεχνική μπορεί να έχει μια κυκλική και πλουραλιστική παρουσίαση χαρακτήρων και πράξεων είναι και το ότι τα δυο κεντρικά πρόσωπα του έργου –ο καλλιτεχνικών διαθέσεων Πολάτ και ο πολιτικών εφαρμογών Κασίμ- όχι μόνο συναντιόνται και αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά και ο καθένας του δικαιωματικά κερδίζει το σεβασμό του αναγνώστη. Κι οι δυο πιστεύουν πως τέχνη και πολιτική, κοινωνία και οικογένεια, άτομο και ομάδα δεν μπορούν παρά να προσβλέπουν σε ένα μέλλον όπου η σοσιαλιστική αλληλεγγύη θα είναι η πρακτική με την οποία τα προβλήματα θα αντιμετωπίζονται.
Σε μια εποχή καταναλωτικής παγκοσμιοποίησης, ο Τουράν μας θυμίζει την προδομένη ιδεολογία της ισότητας.

28.5.07

Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ... μόνο


Λάκης Κουρετζής
«Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο»
Εκδόσεις Ταξιδευτής

Ο Λάκης Κουρετζής είναι μια Εποχή.
Όχι, δεν εννοώ πως εκφράζει το παρελθόν. Εννοώ πως σηματοδοτεί μια στάση καλλιτεχνική που μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή δημιουργήθηκε και από τότε παραμένει ένα σημείο αναφοράς σε ότι έχει να κάνει με την ποιότητα, τη συνέπεια, το ήθος.
Ο Λάκης Κουρετζής γίνεται γνωστός κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’70. Τότε που η Ομάδα Πάροδος –ψυχή και νους της ο Λάκης- έφερνε την Τέχνη σε μικρούς και μεγάλους με πρωτοποριακά προγράμματα και εκρηκτικές ιδέες.
Η Πάροδος –δηλαδή, για εκείνα τα χρόνια, ο Λάκης Κουρετζής- ήταν ένα φυτώριο ανάπτυξης νέων ταλέντων στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στη μουσική, στα εικαστικά.
Μια εποχή και μια ομάδα ανθρώπων που την ιδεολογία τους δεν τη ξεχώριζαν από την πρακτική τους, που το όραμά τους ήταν και προσωπικό και ομαδικό.
Στην ουσία μια επανάσταση συνέβαινε κι όπως όλες οι επαναστάσεις κάποια στιγμή ή γίνονται κατεστημένο ή μετατρέπονται σε εστίες συνεχούς αντίστασης.
Νομίζω πως το δεύτερο έχει συμβεί, αλλά το σημείωμα αυτό δεν γράφεται μήτε για την Ομάδα Πάροδο, μήτε, βέβαια και για την γενικότερη πορεία του Λάκη Κουρετζή.
Απλά και μόνο παρουσιάζει το πιο πρόσφατο βιβλίο του .
Αλλά αν έκανα μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν, ήταν γιατί αυτό το παρελθόν, με τη συλλογή κειμένων «Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο», δείχνει πως μπορεί και παρόν να είναι και μέλλον να διαθέτει.
Με άλλα λόγια, ο Λάκης Κουρετζής παραμένει πάντα εκείνος ο οραματιστής, ο ανθρωπιστής και ο επαναστάτης που στα τέλη του ’70 ήταν.
«Τα τζιτζίκια δεν τραγουδούν. Κάνουν κάτι σπουδαιότερο* κραυγάζουν» -έτσι έχει γράψει σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου.
Και νομίζω πως κι ο ίδιος δεν τραγουδά με τις λέξεις, αλλά κραυγάζει.
Κραυγάζει άλλοτε διαμαρτυρόμενος και άλλοτε προπαγανδίζοντας. Κραυγάζει θυμωμένος, φοβισμένος, μα και πάντα ατρόμητος.
Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς τα κείμενα αυτού του βιβλίου σε ένα λογοτεχνικό είδος. Όχι διηγήματα, όχι ποιήματα. Όχι χρονογραφήματα. Τότε τι;
Γιατί όχι, λοιπόν, κραυγές. Όπως και λυγμοί, αλλά και χαμόγελα και σαρκασμοί.
«Όσο πληθαίνουν τα μουσεία, μου φαίνεται πως χάνεται η ζωή» -μια κραυγή
Και μια άλλη : «Ανοίχτε τα πάντα… αφήστε τη φαντασία να περάσει» -ίσως να συμπληρώνει την πρώτη.
Κι ένας λυγμός :»Οι μεγάλες ιστορίες δεν τελειώνουν. Αλλάζουν μορφή. Καμιά φορά γίνονται σιωπή»
Η σιωπή λοιπόν είναι στάση ζωής; Ίσως στις μέρες που ζούμε να είναι στάση ζωής και άμυνα. Αλλά υπάρχουν και στιγμές που σαλπίζει κανείς την επίθεση
«Ένα πουλί πετάει πάνω από τον Δούναβη. Σε λίγες μέρες μπορεί να βρίσκεται επάνω από τον Πηνειό. Χωρίς διαβατήριο. Παραποτάμιοι πολιτισμοί»
Και με το χαμόγελο καμιά φορά μπορείς να πεις πολλά . Να για παράδειγμα:
«Γιατί όμως οι άνθρωποι, θέλοντας να μιλήσουν αρνητικά για κάποιον λένε : «Άστον αυτόν. Μην του έχεις εμπιστοσύνη. Πάει όπου φυσάει ο άνεμος΄ Αφού, καμιά φορά , ο άνεμος σε πάει εκεί που πρέπει»
Και βέβαια ο σαρκασμός – «Η σιδερένια καρέκλα φοβήθηκε να πλησιάσει περισσότερο τη φωτιά, μήπως τη λιώσει. Και σηκώθηκε όρθια. Γι αυτό μια σιδερένια καρέκλα είναι πάντα κρύα»

Τα κείμενα είναι 48. Ανά δύο ξεκινούν από το ίδιο γράμμα. Το δυαδικό στοιχείο είναι άποψη για τον Κουρετζή. Ο κόσμος –μάλλον αυτό θέλει να μας πει- ερμηνεύεται και βιώνεται όταν ο ένας συναντά τον άλλον. Κι αυτός ο άλλος μπορεί να είναι απέναντί σου, αλλά μπορεί να είναι και εντός σου. Όπως όλα τα γράμματα του αλφαβήτου που το καθένα είναι ουδέτερο, αλλά που όταν ενωθούν τότε φτιάχνουν λέξεις –αρσενικές ή θηλυκές, πάντως με φύλο, δηλαδή με ταυτότητα.
48 κείμενα γραμμένα σε διάφορους τόπους. Εντός και εκτός Ελλάδας. Γιατί η σκέψη μπορεί να γίνει συναίσθημα την κάθε στιγμή και ώρα.
Κι έχει σημασία να προσέξει κανείς και τη μορφή του βιβλίου. Σαν παλιό τετράδιο, με προσεγμένα γράμματα γεμάτο. Στην εποχή της τεχνολογίας, ας κρατήσουμε τη δυναμική μιας αισθητικής που βγαίνει από το χέρι ενός παιδιού.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ταξιδευτής. Σπάνια έχω συναντήσει βιβλίο που το νόημα του να ταιριάζει τόσο με το όνομα του εκδότη που το έβγαλε στην αγορά

23.5.07

Καλά μόνο να βρεις


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
«Καλά μόνο να βρεις»
Εκδόσεις Κέδρος


Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ανήκει στη νέα γενιά των πεζογράφων μας.
Αν και γεννημένος το 1970, μόλις το 2005 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο.
Δηλαδή, στα 35 του χρόνια. Θα έλεγα πως η πρώτη του εμφάνιση, για τα δεδομένα της εποχής μας όπου όλα γίνονται κάτω από την πίεση του χρόνου και της ταχύτητας, είναι μάλλον καθυστερημένη.
Αλλά ο αναγνώστης εκείνης της συλλογής διηγημάτων –«Τρεις μνήμες και δύο ζωές» (εκδ. Μεταίχμιο)- μπορεί εύκολα να κατανοήσει το γιατί ο συγγραφέας της κάνει με αυτή την καθυστέρηση την εμφάνισή του.
Θέματα από την ιστορία, αλλά και από την καθημερινότητα. Τα πρώτα απαιτούν μια βιωματική γνώση των γεγονότων του χτες, τα δεύτερα ζητούν μια ώριμη κατανόηση των συνθηκών του σήμερα. Και βέβαια είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα πυκνή, έντονα δουλεμένη. Λέξεις που αισθάνεσαι πως διόλου τυχαία δεν επελέγησαν. Φράσεις που υποψιάζεσαι τον κόπο που χρειάστηκε για να δημιουργηθούνε.
Θεματική και γλώσσα, λοιπόν, που δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται και τόσο ούτε για την γρήγορη ανάγνωση, μήτε και για την πλατιά αναγνώριση.
Παρόλα αυτά, ο τροχός της συγγραφής είχε ξεκινήσει –ή πιο σωστά, για να στηρίζομαι σε ότι έχω διαβάσει- το μεράκι της έκδοσης έχει πια ενεργοποιηθεί.
Κι έτσι, δυο χρόνια αργότερα, βλέπει το φως στις βιτρίνες και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων το δεύτερο βιβλίο –«Καλά μόνο να βρεις»
Ο συγγραφέας του με συνέπεια ως προς τον αναγνώστη του και ήθος ως προς τη λογοτεχνική δομή, το ονομάζει νουβέλα –αλλά, αλήθεια, ποιος διαβάζει νουβέλες στις μέρες μας, μέρες των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων;
Άρα ο νέος συγγραφέας εξακολουθεί να υποστηρίζει πως μήτε την εύκολη ανάγνωση επιζητεί, μήτε την πλατιά αναγνώριση.
Νουβέλα, πράγματι είναι. Αλλά παράλληλα κρατά και τις πρακτικές γραφής και σύνθεσης του διηγήματος.
Επτά τα κεφάλαια, τρία τα κεντρικά πρόσωπα.
Από τα τρία, αν πρέπει να θεωρήσουμε ένα το κεντρικό πρόσωπο, νομίζω πως θα πρέπει να επιλέξουμε εκείνο που δίνει τελικά και το στίγμα του όλου έργου.
Το στίγμα είναι οι ενοχές. Οι ενοχές ενός σύγχρονου νέου άντρα που δίχως να το καταλάβει –ανεπαισθήτως όλως- συμβιβάζεται και ξεχνά τα όνειρα της πρώτης νεότητάς του. Αυτός ο νέος άντρας και το κεντρικό πρόσωπο. Δικηγόρος το επάγγελμα. Αφημένος μέσα στο ισοπεδωτικό μποτιλιάρισμα μιας πόλης, αφημένος μέσα στην ψυχική νάρκη μιας πιθανής επαγγελματικής επιτυχίας.
Αυτό το κεντρικό πρόσωπο του έργου, μόνο μι αφορά θα συναντήσει το δεύτερο πρόσωπο της νουβέλας και καμιά το τρίτο.
Το δεύτερο πρόσωπο, άντρας κι αυτός. Κούρδος οικονομικός πρόσφυγας. Η στιγμή που θα συναντηθεί με τον νεαρό δικηγόρο θα είναι και η απόλυτα καθοριστική για τη ζωή του.
Το τρίτο πρόσωπο, μια γυναίκα. Από τη Ρωσία αυτή, κι αυτή θύμα της οικονομικής ανάπτυξης, σαπίζει σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων.
Ο Κούρδος κι η Ρωσίδα θα συναντηθούνε –ο αναγνώστης κάτι απλώς μαθαίνει για τις συναντήσεις, κάποιους μονολόγους τους ακούει. Αλλά περισσότερο ως ωτακουστής, ως παρατηρητής στιγμών της προηγούμενης ζωής τους και κάποιων σκέψεων που ο ένας απευθύνει στην άλλη.
Ο αναγνώστης τον νεαρό δικηγόρο βασικά παρακολουθεί, με αυτόν θέλει ο συγγραφέας να ταυτιστεί, με τις δικές του ενοχές να ενεργοποιηθεί. Γιατί το έργο όλο είναι μια κραυγή κι έχει δύο θύματα και ένα θύτη-θύμα.
Μια ιστορία που ξετυλίγεται άλλοτε προς τα μπροστά κι άλλοτε προς τα πίσω. Που άλλοτε υλοποιείται με μονολόγους κι άλλοτε με διάλογους. Με τριτοπρόσωπες αναφορές. Και σκληρές αφηγήσεις συμβάντων.
Ένα κείμενο -νουβέλα , πολύ σωστά- που θέλει να μιλήσει για τη μοίρα αυτών που κυνηγούνε το λάθος όνειρο –το κυνηγούνε είτε σπρωγμένοι από την ανάγκη, είτε από την παραπλάνηση. Αλλά κάποιοι οφείλουν τη μοίρα να την παίρνουν στα χέρια τους. Κάποιοι; Ή μήπως όλοι;
Ο Π. Χ. αποφάσισε να γράψει ένα πολιτικό λογοτεχνικό κείμενο. Και ακριβώς επειδή είναι γνήσια πολιτικό, είναι και γνήσια ανθρώπινο.
Διαβάζεις και μυρίζεις τον ιδρώτα, το αίμα, το σπέρμα.
Διαβάζεις και συγκινείσαι, θυμώνεις, επαναστατείς.
Διαβάζεις και αυτοενοχοποιείσαι.
Σαφέστατα οι χαρακτήρες και τα συμβάντα, θα μπορούσαν μέσα σε μια άλλη φόρμα γραφής και σύνθεσης να είχαν γίνει ένα πλούσιο -σε σελίδες, εννοώ- μυθιστόρημα.
Αν δεχτούμε πως ο συγγραφέας επέλεξε αυτή τη ελλειπτική μορφή γιατί αισθάνθηκε πως δεν είναι ακόμα έτοιμος για να προχωρήσει στις τοιχογραφίες των μυθιστορηματικών συνθέσεων, θα πρέπει να τον συγχαρούμε για το ήθος με το οποίο αντιμετωπίζει το αναμφισβήτητο ταλέντο του.
Αν δεχτούμε, πάλι, πως η επιλογή αυτής της μορφής έγινε γιατί ίσως έτσι η αφηγούμενη ιστορία αποκτά μια κινηματογραφική αφηγηματικότητα, που ίσως αρμόζει και στο κλίμα της εποχής μας, τότε θα πρέπει να τον συγχαρούμε γιατί κατάφερε να τιθασεύσει το πάθος του.
Με άλλα λόγια πέτυχε. Το στόχο του.
Για μένα ο στόχος αυτός –ως προς την απόλυτα λογοτεχνική του υπόσταση- είναι να πει κάτι καθημερινό με τρόπο εντελώς προσωπικό.

22.5.07


Ποια είναι μεγάλη λογοτεχνία;
Απαντήσεις πολλές, ίσως όλες ασαφείς. Αλλά για μένα το βιβλίο εκείνο που θα μου προσφέρει μαζί με την αισθητική ικανοποίηση και ένα άλλο κοίταγμα του γνωστού κόσμου, αυτό -ναι!- είναι, ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνια.
"Τα μελένια λεμόνια" του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα περίεργο κείμενο, δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά είναι καθαρή και μεγάλη λογοτεχνική σύνθεση. Γιατί δεν μένει μόνο στο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως στο πως το λέει.
Αιρετικά ηθικό, αχαλίνωτα ερωτικό, τρυφερά αγωνιστικό. Υπαρξιακά πολιτικό.
Μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις έως και πάθη, μπορεί και κανείς να μην το προσέξει.
Μου είναι αδιάφορο. Σημασία έχει πως γράφτηκε και κυκλοφορεί -υπάρχει.
Υπάρχει, την ίδια ώρα που σεμνά αναρωτιέται:
"Τι του απέμενε, λοιπόν;
Μπροστά στο τρομερό το πεπρωμένο που τον κύκλωνε,
μέσα στη μεγάλη νύχτα των δολοφόνων αστών
ο Ρέμπραντ Βαν Ρέιν στάθηκε απέναντι από την αγαπημένη γυναίκα
και προσπάθησε να ζωγραφίσει αυτό που ζούσε και συνάμα αυτό που έχανε*
τον αγώνα για ένα χαμόγελο, το τρέμουλο του χείλους,
το δισταγμό του χεριού, τη μυρωδιά του κόκκινου γαρύφαλλου-
κυρίως εκείνη την ασθενική τη μυρωδιά"
... Ασθενική μυρωδιά. Ναι, κάπως έτσι κυκλοφορεί ανάμεσά μας η λογοτεχνία που είναι προορισμένη να ζήσει.