29.8.26
Ίαν ΜακΓιούαν «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε»
Ίαν ΜακΓιούαν
«Τι μπορούμε να γνωρίζουμε»
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πατάκη
Το κεντρικό θέμα, ενός μυθιστορήματος, τις περισσότερες φορές, πολύ σύντομα γίνεται εμφανές. Μα άλλοτε πάλι -και σίγουρα σπανιότερα σε κάποια λογοτεχνικά έργα, καθώς προχωρά η ανάγνωση, σου γεννιέται η υποψία πως κάτω από το δήθεν κυρίαρχο ζήτημα, κρύβεται ένα άλλο, ίσως περισσότερο ουσιαστικό.
Στη δεύτερη αυτή κατηγορία τείνω να τοποθετήσω το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε».
Βρισκόμαστε στο 2119. Μια τεράστια οικολογική καταστροφή έχει μεσολαβήσει, η μορφή του κόσμου έχει αλλάξει, μεγάλα τμήματα της Βρετανίας έχουν βυθιστεί κάτω από το νερό. Και ο Τομ Μέτκαλφ, καθηγητής λογοτεχνίας, ερευνά με πάθος την τύχη ενός ποιήματος που ο ποιητής του -σπουδαίος για την εποχή του, εκεί κάπου στις αρχές του21ου αιώνα- Φράνσις Μπλάντι είχε απαγγείλει, το 2014, σε μια μικρή ομάδα φίλων.
Αυτό είναι το εύρημα πάνω στο οποίο ο ΜακΓιούαν οικοδομεί το πρόσφατο μυθιστόρημά του και το οποίο του επιτρέπει να θέσει μια σειρά από ερωτήματα που τον έχουν απασχολήσει και σε προηγούμενα έργα του. Τι μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε για το παρελθόν; Πόσο αξιόπιστη είναι η μνήμη; Τι απομένει από τη ζωή των ανθρώπων μέσα στα αρχεία, στις επιστολές, στα ημερολόγια; Και πόσο κοντά βρίσκεται η ιστορική αλήθεια στην αλήθεια εκείνων που έζησαν τα γεγονότα;
Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί υπάρχουν ασφαλώς στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε». Αναρωτιέμαι, όμως, αν υπάρχει και κάτι άλλο, περισσότερο υπόγειο και ίσως περισσότερο ανορθόδοξα προβληματιζόμενο σε σχέση με τη φύση του ανθρώπου
Τα άτομα της Δύσης -αυτοί είναι τα κεντρικά πρόσωπα του έργου- που έζησαν πριν από την καταστροφή δεν ήταν αμόρφωτοι ούτε αδιάφοροι για τα πνευματικά ζητήματα. Κάθε άλλο. Ήταν ποιητές, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι. Άνθρωποι με γνώσεις και ευαισθησίες, άνθρωποι που συζητούσαν για την τέχνη, που ερωτεύονταν, πρόδιδαν, φιλοδοξούσαν, αναζητούσαν την αναγνώριση. Κι όμως, την ίδια στιγμή, ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούσαν οδηγούνταν προς την καταστροφή.
Δεν την έβλεπαν; Κι αν ναι -όλα τα στοιχεία αυτό έδειχναν- γιατί την αγνοήσανε;
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το πρώτο καίριο ερώτημα που θέτει ο ΜακΓιούαν. Όχι γιατί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται έναν κίνδυνο, αλλά γιατί, ακόμη και όταν τον αντιλαμβάνονται, συνεχίζουν να ζουν σαν να μην υπάρχει. Και μάλιστα όχι οποιοιδήποτε άνθρωποι. Αλλά εκείνοι ακριβώς που, λόγω της μόρφωσης και της πνευματικής τους καλλιέργειας, θα περίμενε κανείς να έχουν περισσότερο ανεπτυγμένη την ικανότητα να διακρίνουν το ουσιώδες από το επουσιώδες και να ηγηθούν μιας εκστρατείας σωτηρίας του πλανήτη και του πολιτισμού του
Κι όμως ένας κόσμος οδηγείται στην καταστροφή και εκείνοι ασχολούνται με ποιήματα, ερωτικές απιστίες, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, προσωπικές ματαιοδοξίες.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως ο ΜακΓιούαν τους αντιμετωπίζει με κάποια ειρωνεία. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο ίδιος πρέπει άλλες διαθέσεις να είχε απέναντι στους ήρωές του.
Κι όχι μόνο σε όσους ζούσανε το 2014, αλλά και σε όσους μας τους συστήνει να ζούνε το 2119
Ένας αιώνας έχει περάσει . Η καταστροφή έχει πλέον συμβεί. Και τι κάνουν οι άνθρωποι που επέζησαν;
Περίπου τα ίδια με τους προγόνους τους.
Ο Τομ Μέτκαλφ ζει μέσα στα ερείπια ενός πολιτισμού. Γνωρίζει τι έχει συμβεί. Κι όμως, αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στην αναζήτηση ενός χαμένου ποιήματος και στην ανασύσταση των ερωτικών και προσωπικών σχέσεων μιας ομάδας ανθρώπων που πέθαναν πριν από εκατόν τόσα χρόνια.
Η καταστροφή άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Δεν φαίνεται, όμως, να άλλαξε ουσιαστικά τον άνθρωπο.
Και, κυρίως, δεν άλλαξε τον διανοούμενο.
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το ενδιαφέρον της θέσης του ΜακΓιόυαν αλλά και η βαθύτερη ειρωνεία του μυθιστορήματος. Γιατί το ερώτημα που θέτει ο τίτλος του ίσως δεν είναι μόνο ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’. Ίσως είναι και κάτι διαφορετικό: ‘Τι επιλέγουμε να γνωρίζουμε;’ Ή και ακόμα: : ‘Τι θεωρούμε άξιο να γνωρίσουμε;΄.
Ο Τομ διαθέτει γνώσεις, ευφυΐα, επιμονή, ερευνητική ικανότητα. Και πού στρέφει όλη αυτή την πνευματική ενέργεια; Σε ένα χαμένο ποίημα, σε μια ερωτική προδοσία, στα μυστικά και στα ψέματα ανθρώπων ενός άλλου αιώνα.
Κάπου εδώ ο αναγνώστης κινδυνεύει να διατυπώσει μια ένσταση. Γιατί ο ΜακΓιούαν, ενώ έχει τοποθετήσει το μυθιστόρημά του μετά από μια τεράστια οικολογική καταστροφή, δεν ασχολείται όσο θα περίμενε κανείς με την ίδια την καταστροφή; Γιατί ο κόσμος του 2119 και η καθημερινότητά του παραμένει συχνά στο περιθώριο της αφήγησης;
Αδυναμία της ίδιας της δομής του έργου ή μήπως η καταστροφή βρίσκεται στο περιθώριο του μυθιστορήματος ακριβώς επειδή βρίσκεται στο περιθώριο της ανθρώπινης συνείδησης;
Αυτό που συνέβαινε πριν από την καταστροφή, αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει και μετά από αυτήν;
Μα, αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο ΜακΓιούαν στήνει μια παγίδα όχι μόνο στους ήρωές του, αλλά και στον ίδιο τον αναγνώστη. Γιατί κι εμείς, καθώς διαβάζουμε, θέλουμε να μάθουμε πού βρίσκεται το χαμένο ποίημα. Θέλουμε να ανακαλύψουμε ποιος πρόδωσε ποιον. Τι έκρυψε η Βίβιεν. Ποια ήταν η αλήθεια για τον Φράνσις. Ποια μυστικά δεν κατάφεραν να διασώσουν τα αρχεία.
Και σχεδόν ξεχνάμε ότι ο κόσμος που ξέρουμε, που ζούμε έχει καταστραφεί.
Μήπως, λοιπόν, γινόμαστε κι εμείς μέρος της πνευματικής αυταρέσκειας που το μυθιστόρημα περιγράφει;
Νομίζω πως αυτή είναι η πιο απροσδόκητη και γι’ αυτό η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’. Ο ΜακΓιούαν δεν μας λέει πως ο πολιτισμός μας στερείται γνώσης. Το αντίθετο. Διαθέτουμε περισσότερη γνώση από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Διαθέτουμε επιστήμη, τέχνη, λογοτεχνία, τεχνολογία, ιστορική συνείδηση.
Κι όμως, όλη αυτή η γνώση δεν φαίνεται να μας εξασφαλίζει την ικανότητα να διακρίνουμε το σημαντικό από το ασήμαντο.
Ίσως, όμως, στο σημείο αυτό να εκφρασθεί μια αντίρρηση -τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος; Να πάψει να γράφει ποιήματα επειδή η καταστροφή πλησιάζει; Να πάψει να ερωτεύεται, να ζηλεύει, να φιλοδοξεί, να ερευνά το παρελθόν; Και ο Τομ, έναν αιώνα αργότερα, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει από το να αναζητά μέσα στα ερείπια τα ίχνη εκείνου του πολιτισμού που χάθηκε;
Ίσως αυτό που ονομάζουμε πνευματική αυταρέσκεια να είναι συγχρόνως και ένας τρόπος επιβίωσης. Ίσως ο άνθρωπος να συνεχίζει να ασχολείται με τα ποιήματά του όχι επειδή αγνοεί την καταστροφή, αλλά επειδή μόνο μέσα από αυτά μπορεί να αντέξει τη γνώση της.
Και κάπου εδώ η κριτική προς τους ήρωες του μυθιστορήματος επιστρέφει στον ίδιο τον δημιουργό τους.
Το ‘Τι μπορούμε να γνωρίζουμε’ είναι ένα μεγάλο σε έκταση μυθιστόρημα. Ο ΜακΓιούαν επιμένει στις λεπτομέρειες, στις παρεκβάσεις, στις πληροφορίες, στις διανοητικές αναζητήσεις των ηρώων του. Η αφήγηση συχνά επιβραδύνεται. Ο αναγνώστης μπορεί να αισθανθεί ότι η σκέψη του συγγραφέα χρειάζεται όλο και περισσότερο χώρο, ενώ η ίδια η μυθιστορηματική ροή υποχωρεί.
Θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει αδυναμία. Και ίσως να είναι.
Αλλά και πάλι δεν είμαι βέβαιος.
Γιατί το ίδιο το μυθιστόρημα μοιάζει τελικά να συμπεριφέρεται όπως οι ήρωές του. Ο κόσμος κινδυνεύει και εκείνο επιμένει να φιλοσοφεί. Οι αναπνοές γίνονται όλο και πιο δύσκολες και εκείνο συνεχίζει να συζητά για την ποίηση, τη μνήμη, τα αρχεία, τις απιστίες, τις λεπτομέρειες μιας ζωής που έχει περάσει.
‘Φιλοσοφώ την ώρα που οι αναπνοές μου ολοένα και εμποδίζονται’
Ίσως αυτή η φράση να μπορούσε να συνοψίσει όχι μόνο τη στάση των ηρώων του ΜακΓιούαν, αλλά και τη στάση του ίδιου του μυθιστορήματος.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο.
Η έκταση του έργου, οι παρεκβάσεις του, η επιμονή του στη λεπτομέρεια αποτελούν τα βαρίδια ενός συγγραφέα που, παραδομένος στη δική του πνευματική αυταρέσκεια, δεν αντιλαμβάνεται ότι η αφήγησή του δυσκολεύεται πλέον να αναπνεύσει;
Ή μήπως ο ΜακΓιούαν κάνει κάτι πολύ πιο τολμηρό; Μήπως αφήνει συνειδητά το ίδιο το μυθιστόρημά του να γίνει αυτό ακριβώς που είναι και το θέμα του;
Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση.
Και ίσως δεν χρειάζεται να υπάρχει.
Γιατί τότε η βαθύτερη ειρωνεία του ‘Τι μπορεί να γνωρίζουμε’ βρίσκεται ακριβώς εδώ: μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα που καταγγέλλει την πνευματική αυταρέσκεια ή ένα μυθιστόρημα που υποκύπτει στην πνευματική αυταρέσκεια. Μπορεί ακόμη —και αυτή μου φαίνεται η περισσότερο ενδιαφέρουσα εκδοχή— να είναι και τα δύο συγχρόνως.
Ένας κόσμος καταστρέφεται.
Ο άνθρωπος το γνωρίζει.
Και συνεχίζει να σκέφτεται, να ερωτεύεται, να ερευνά, να γράφει και να διαβάζει ποιήματα.
Ίσως επειδή δεν έχει καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Ίσως επειδή έχει καταλάβει πολύ καλά.
Και δεν διαθέτει κανέναν άλλο τρόπο για να συνεχίσει να αναπνέει.
Θεωρώ πως η αναγνώριση της επιτυχίας της μετάφρασης της Κατερίνας Σχινά δεν χρειάζεται να τονισθεί. Εκ των προτέρων δεδομένη. Το βρετανικό φλέγμα της γραφής του ΜακΓιούαν έχει με επιτυχία μεταφερθεί στη γλώσσα μας.
(1370 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο Νέων 29/8/2026
Subscribe to:
Posts (Atom)

