22.9.26

Το μαγικό βασίλειο - Russell Banks

Russel Banks “Το μαγικό βασίλειο” Μετάφραση: ‘Αννα Μαραγκάκη Εκδόσεις Πόλις Ο Ράσελ Μπανκς υπήρξε ένας συγγραφέας βαθύτατα Αμερικανός, με την έννοια πως πίσω από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του αναζητούσε συχνά τις κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες που τους είχαν διαμορφώσει, τις υποσχέσεις μιας χώρας που στηρίχθηκε όσο λίγες πάνω στην πίστη πως ο άνθρωπος μπορεί να επινοήσει από την αρχή τον εαυτό του, αλλά και τις διαψεύσεις που μια τέτοια πίστη αναπόφευκτα γεννά. Στο *Μαγικό βασίλειο*, ένα από τα τελευταία έργα του, επιστρέφει στις αρχές του 20ού αιώνα και σε μια ελάχιστα γνωστή κοινότητα Σέικερς στη Φλόριντα, για να αφηγηθεί την ιστορία της και, μέσα από αυτήν, να παρακολουθήσει μια πολύ ευρύτερη κοινωνική μεταβολή που φτάνει ως τις μέρες μας. Ο ογδονταενάχρονος Χάρλεϊ Μαν καταγράφει το 1971 σε μαγνητοταινίες τα όσα έζησε όταν, παιδί ακόμη, μετά τον θάνατο του πατέρα του, βρέθηκε με τη μητέρα και τα αδέλφια του στη Νέα Βηθανία, μια κοινότητα οργανωμένη πάνω στην κοινοκτημοσύνη, την εργασία, την ισότητα, τη θρησκευτική πίστη, τη φιλανθρωπία, αλλά και στην απόλυτη άρνηση της σεξουαλικής επιθυμίας. Ο Μπανκς αντιμετωπίζει τους Σέικερς χωρίς να ειρωνεύεται την ουτοπία τους αλλά και χωρίς να αποσιωπά τις αντιφάσεις της. Άλλωστε μια κοινωνία που απαγορεύει τη σεξουαλική επαφή έχει από μόνη της υπογράψει, κατά κάποιον τρόπο, τη μελλοντική εξαφάνισή της. Κι ωστόσο εκείνο που μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο τον συγγραφέα είναι η προσπάθεια αυτών των ανθρώπων να συγκροτήσουν μια συλλογικότητα μέσα στην οποία το ατομικό οικονομικό όφελος δεν αποτελεί προϋπόθεση της συνύπαρξης. Εργάζονται, παράγουν, δημιουργούν πλούτο, αλλά ο πλούτος αυτός ανήκει στην κοινότητα. Κάποτε, πολλά χρόνια αργότερα, στα ίδια περίπου χώματα θα υψωθεί ένα άλλο Magic Kingdom, εκείνο της Disney. Η σύνδεση των δύο «μαγικών βασιλείων» παραμένει υπόγεια, και γι' αυτό άλλωστε αποκτά μεγαλύτερη δύναμη. Γιατί και τα δύο στηρίζονται σε μια υπόσχεση ευτυχίας και απευθύνονται σε ένα σύνολο ανθρώπων, μόνο που η έννοια του συνόλου έχει στο μεταξύ αλλάξει. Η κοινότητα των Σέικερς επιζητούσε την κατάργηση του ατομικού οικονομικού συμφέροντος· το νέο μαγικό βασίλειο συγκεντρώνει πλήθη και τους προσφέρει μια κοινή εμπειρία, αλλά τώρα η συλλογικότητα οργανώνεται ακριβώς πάνω στην προσδοκία του κέρδους. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την αντικατάσταση μιας θρησκευτικής ουτοπίας από μια καταναλωτική πραγμάτωση. Ανάμεσα στα δύο βασίλεια έχει μεσολαβήσει η μεταμόρφωση μιας ολόκληρης κοινωνίας και μαζί της η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το «μαζί». Για να κατασκευάσει, όμως, αυτό το ευρύ ιστορικό και κοινωνικό φόντο, ο Μπανκς χρειάζεται χρόνο — ίσως περισσότερο από όσο αντέχει πάντοτε η ίδια η μυθιστορηματική αφήγηση. Η ιστορία της οικογένειας Μαν, οι πληροφορίες για τους Σέικερς, οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις, η καθημερινότητα και η οργάνωση της κοινότητας καταλαμβάνουν πολλές σελίδες και, όσο κι αν είναι απαραίτητες για να αποκτήσει ο κόσμος της Νέας Βηθανίας τη συγκεκριμένη υλικότητά του, προκαλούν μια βραδύτητα που κατά διαστήματα κουράζει. Θα έλεγα μάλιστα πως ο αναγνώστης χρειάζεται να φτάσει αρκετά βαθιά στο βιβλίο προτού αισθανθεί ότι η γνώση που έως τότε συγκέντρωνε αρχίζει να μετατρέπεται σε μυθιστορηματική εμπειρία. Τότε, όμως, και το βιβλίο αλλάζει. Οι σχέσεις του Χάρλεϊ με τη Σέιντι και τον πρεσβύτερο Τζων περνούν στο προσκήνιο και είναι σαν ένα άλλο μυθιστόρημα να γεννιέται μέσα στο προηγούμενο. Η κοινωνική και ιστορική αφήγηση παραχωρεί τη θέση της στην επιθυμία, στη ζήλια, στην ενοχή, στην προδοσία, στις πολύ προσωπικές εκείνες ανάγκες που καμία ιδεολογία, όσο ολοκληρωμένο σύστημα ζωής κι αν προτείνει, δεν μπορεί να εξαφανίσει. Και το ενδιαφέρον είναι πως το ‘δεύτερο’ αυτό μυθιστόρημα δεν ακυρώνει το πρώτο· το φωτίζει διαφορετικά. Η αποτυχία της κοινότητας δεν εξηγείται πλέον μόνο ιστορικά. Εγγράφεται και πάνω στα σώματα των ανθρώπων που προσπάθησαν να ζήσουν μέσα της. Αλλά ο αφηγητής είναι τώρα ένας γέρος άνθρωπος που θυμάται. Ανάμεσα στον νεαρό Χάρλεϊ που έζησε τα γεγονότα και στον ογδονταενάχρονο Χάρλεϊ που τα καταγράφει έχουν μεσολαβήσει εξήντα χρόνια, αρκετά ώστε η μνήμη να μην είναι πλέον απλή αναπαράσταση αλλά ερμηνεία, ίσως και προσπάθεια δικαιολόγησης. Έτσι το παρελθόν συνομιλεί συνεχώς με το παρόν και η μικρή κοινότητα των Σέικερς παύει να αποτελεί μια ιστορική παραδοξότητα των αρχών του περασμένου αιώνα. Γίνεται το σύμβολο ενός τρόπου κοινωνικής οργάνωσης που εξαφανίστηκε και ενός άλλου που πήρε τη θέση του. Ο Μπανκς δεν μας προτείνει, βέβαια, να επιστρέψουμε στη Νέα Βηθανία. Γνωρίζει πολύ καλά πόσο ασφυκτική μπορούσε να γίνει εκείνη η ουτοπία και πόσο αντίθετη προς βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Μας αναγκάζει όμως να αναρωτηθούμε τι χάθηκε μαζί της. Γιατί ανάμεσα στο Μαγικό Βασίλειο των Σέικερς και στο Μαγικό Βασίλειο της Disney δεν βρίσκεται μόνο ένας αιώνας αμερικανικής ιστορίας. Βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα σε μια κοινωνία που, έστω αφελώς και αποτυχημένα, ονειρεύτηκε πως ο άνθρωπος θα μπορούσε να περιορίσει το ατομικό του συμφέρον για χάρη του συνόλου και σε μια κοινωνία που έμαθε να μετατρέπει ακόμη και το κοινό όνειρο σε προϊόν. Ίσως γι' αυτό το παλιό, αποτυχημένο Μαγικό Βασίλειο, καθώς χάνεται οριστικά μέσα στον χρόνο, να μας αφορά περισσότερο απ' όσο αρχικά υποψιαζόμαστε. Απαιτητική η μετάφραση ενός κειμένου όπου μεταξύ των άλλων ιδιαιτεροτήτων του είναι και ένα πλήθος από τοπωνυμίες και είδη φυτών μιας άλλης ηπείρου. Η Άννα Μαραγκάκη κατάφερε να φέρει όλη την ατμόσφαιρα μιας περασμένης εποχής και ενός εξαφανισμένου τόπου πολύ κοντά στις προσλαμβάνουσες του έλληνα αναγνώστη (855 λέξεις) Literature (21/9/2026)

8.9.26

Βαγγέλης Μανουβέλος «Οι 6 πλευρές του τριγώνου»

Βαγγέλης Μανουβέλος «Οι 6 πλευρές του τριγώνου» Εκδόσεις Επίκεντρο
Συχνά, διαβάζοντας βιβλία νεότερων πεζογράφων, σκέφτομαι πως ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία που φέρνει η γενιά τους στη σύγχρονη λογοτεχνία μας είναι η διαφορετική ματιά με την οποία παρατηρούν τις ανθρώπινες σχέσεις· όχι μόνο τις ερωτικές, αλλά και εκείνες που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και, τελικά, ανάμεσα σε άτομα που δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε σχήματα ζωής ήδη δοκιμασμένα και κοινωνικά αποδεκτά. Σκέψεις σαν κι αυτές μου προκάλεσε το πρώτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Μανουβέλου *Οι έξι πλευρές του τριγώνου*. Έξι πρόσωπα, τρεις σχέσεις που διαρκώς αναδιατάσσονται, οικογενειακοί δεσμοί που άλλοτε προστατεύουν κι άλλοτε πληγώνουν, μνήμες, επιθυμίες, ενοχές, διαφορετικές εκδοχές της σεξουαλικότητας — ένας κόσμος, δηλαδή, όπου οι παλαιότερες βεβαιότητες έχουν υποχωρήσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέους τρόπους να συνυπάρξουν, να αγαπήσουν, αλλά και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον. Κι αν κάτι ιδιαίτερα με έκανε να προσέξω αυτή την πρώτη εμφάνιση, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μανουβέλος χειρίζεται τη γλώσσα. Γιατί δεν χρησιμοποιεί τον λόγο απλώς για να αφηγηθεί τα γεγονότα, αλλά τον αφήνει να αποκαλύψει τα πρόσωπα· οι φωνές διαφοροποιούνται, ο ρυθμός αλλάζει, η σύνταξη προσαρμόζεται στην ψυχική κατάσταση του καθενός, άλλοτε απλώνεται σε μεγαλύτερες περιόδους κι άλλοτε κόβεται, σωπαίνει, υπαινίσσεται. Και ίσως γι’ αυτό οι *Έξι πλευρές του τριγώνου* με ενδιαφέρουν και πέρα από την ίδια τους την ιστορία. Γιατί μέσα τους διακρίνω κάτι από εκείνο που η νεότερη γενιά πεζογράφων επιχειρεί να καταγράψει: έναν κόσμο όπου οι σχέσεις αλλάζουν μορφή και μαζί τους αλλάζει και η γλώσσα που χρειάζεται για να τις αφηγηθούμε.

2.9.26

Θωμάς Κοροβίνης -οι τρεις πλευρές μιας ιδιαιτερότητας

Όταν αποφασίζει κανείς να γράψει για τον Θωμά Κοροβίνη και το έργο του, βρίσκεται από την αρχή μπροστά σε μια μικρή δυσκολία, όχι βέβαια γιατί δεν υπάρχουν αρκετά πράγματα για να σημειώσει γι’ αυτόν, αλλά μάλλον για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή υπάρχουν πολλά και, κυρίως, επειδή αυτά τα πολλά μοιάζουν, με μια πρώτη ματιά τουλάχιστον, να ανήκουν σε διαφορετικές περιοχές, να απαιτούν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και, ίσως, να μας προτρέπουν να μιλήσουμε για τρεις διαφορετικούς δημιουργούς. Γιατί πώς ακριβώς να τον συστήσει κανείς; Ως συγγραφέα, ασφαλώς, με ένα πεζογραφικό έργο που εδώ και χρόνια έχει καταθέσει τη δική του, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φωνή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία· ως τραγουδοποιό και τραγουδιστή, επίσης, έναν άνθρωπο που δεν αγαπά απλώς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι αλλά το γνωρίζει πολύ καλά και από μέσα, το υπηρετεί και το συνεχίζει· ή, τέλος, ως μελετητή εκείνου του ευρύτερου λαϊκού πολιτισμού —ελληνικού, τουρκικού, μικρασιατικού, οθωμανικού— που επί αιώνες γεννούσε τρόπους ζωής, μουσικές, ιστορίες, παροιμίες και λέξεις, συχνά χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα σύνορα που αργότερα κάποιοι θέλησαν να χαράξουν και να διαχωρίσουν ανθρώπους με κοινά βιώματα; Ναι, έτσι είναι. Κι όμως από την άλλη νομίζω πως αν επιχειρήσουμε να χωρίσουμε τον Θωμά Κοροβίνη σε αυτές τις τρεις ιδιότητες, θα έχουμε κάνει ένα λάθος, γιατί στην περίπτωσή του δεν έχουμε τρεις διαφορετικές δραστηριότητες ενός πολύπλευρου ανθρώπου, αλλά μία και μόνη ιδιότητα που διαθέτει τρία πρόσωπα, τρεις διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, τρεις δρόμους που ξεκινούν —ή, ίσως σωστότερα, επιστρέφουν— στο ίδιο πάντα σημείο. Και αυτό το σημείο είναι ο λαϊκός άνθρωπος και τα έργα του -τα τοτινά, τα σημερινά… Ίσως και τα μελλούμενα. Ο λαϊκός άνθρωπος όχι ως αφηρημένη κοινωνιολογική κατηγορία, αλλά ως συγκεκριμένη παρουσία, με τη γλώσσα του και τις χειρονομίες του, με τα τραγούδια και τις προκαταλήψεις του, με τις μικρές του σοφίες και τις μεγάλες του πλάνες, με τους έρωτες, τους καημούς, τις ήττες του, με όλα εκείνα, τέλος πάντων, που δεν καταγράφονται συνήθως στην επίσημη Ιστορία αλλά που, αν λείψουν, η Ιστορία παύει να είναι ιστορία ανθρώπων. Αν διατρέξει κανείς τα ερευνητικά βιβλία του Κοροβίνη —τις *Τουρκικές παροιμίες*, τους *Ασίκηδες*, τους *Ζεϊμπέκους της Μικράς Ασίας*— θα διαπιστώσει πως πίσω από την τεκμηρίωση, πίσω από τη γνώση και την έρευνα, που βεβαίως υπάρχουν και μάλιστα με τη σοβαρότητα του ανθρώπου που ξέρει καλά το αντικείμενό του, υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως περισσότερο προσωπικό και γι’ αυτό περισσότερο ουσιαστικό: μια βαθιά έλξη προς τον άνθρωπο που δεν κατέγραψε ο ίδιος την ιστορία του, που δεν άφησε πίσω του αρχεία και επίσημα τεκμήρια, αλλά άφησε κάτι άλλο, λιγότερο επίσημο και ίσως γι’ αυτό περισσότερο ζωντανό — παροιμίες, τραγούδια, ιστορίες, θρύλους και, πάνω απ’ όλα, λέξεις. Ιδιαίτερη σημασία, από αυτή την άποψη, νομίζω πως έχει η ενασχόλησή του με χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων της Ανατολίας, όπως για παράδειγμα με τους ασίκηδες, αυτούς τους περιπλανώμενους λαϊκούς ποιητές και τραγουδιστές της Ανατολίας, ακριβώς γιατί ο ασίκης δεν γνωρίζει —και ίσως δεν έχει καν λόγο να γνωρίζει— τα σύνορα που εμείς αργότερα θελήσαμε να χαράξουμε ανάμεσα στις τέχνες: είναι μαζί ποιητής και μουσικός, δημιουργός και ερμηνευτής, φορέας μιας παράδοσης αλλά ταυτόχρονα και ανανεωτής της, κάποιος δηλαδή που παραλαμβάνει τη μνήμη των προηγούμενων, την περνά μέσα από τη δική του προσωπικότητα και ύστερα την παραδίδει στους επόμενους έχοντας προσθέσει σε αυτήν τη δική του φωνή. Μα κάτι τέτοιο γίνεται να μη σκεφτώ πως αυτή η λειτουργία του ασίκη υπάρχει και στον ίδιο τον Κοροβίνη; Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι έζησε επί χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, ούτε ότι ασχολήθηκε τόσο συστηματικά με τον ελληνικό και τον τουρκικό λαϊκό πολιτισμό και, κυρίως, με τις σχέσεις τους, γιατί εκείνο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει — ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία της στάσης του— δεν είναι η υποτιθέμενη καθαρότητα μιας παράδοσης, αλλά ακριβώς το αντίθετο: οι συναντήσεις, οι προσμείξεις, οι μετακινήσεις, οι αμοιβαίοι δανεισμοί, εκείνα τα ασαφή σημεία όπου δυσκολεύεσαι πια να αποφασίσεις πού τελειώνει ο ένας πολιτισμός και πού αρχίζει ο άλλος, επειδή ο ένας έχει αφήσει, μέσα στους αιώνες, κάτι από τον εαυτό του μέσα στον άλλον. Και κάπου εδώ συναντώ τον τραγουδιστή, ή μάλλον αντιλαμβάνομαι πως οι δυο ιδιότητες ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά χωρισμένοι. Γιατί ο Κοροβίνης δεν μελετά το λαϊκό τραγούδι σαν ένα αντικείμενο κλεισμένο σε προθήκη μουσείου, κάτι που υπήρξε κάποτε, ολοκλήρωσε τον ιστορικό του κύκλο και τώρα μπορούμε απλώς να το καταγράψουμε και να το ταξινομήσουμε· το τραγουδά ο ίδιος, μπαίνει μέσα του, το αφήνει να περάσει από τη δική του φωνή και, ως συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής —αλλά και ως βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού— το αντιμετωπίζει όχι ως κάτι τελειωμένο αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει, ακριβώς επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πουν μέσα από ένα τραγούδι όσα ο καθημερινός λόγος δεν επαρκεί για να εκφράσει. Και τότε εμφανίζεται το τρίτο πρόσωπο, ο πεζογράφος, μόνο που κι αυτός, αν το σκεφτούμε καλύτερα, δεν κάνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Στα πεζογραφήματά του ο Κοροβίνης στρέφει επίμονα το βλέμμα του προς ανθρώπους που συνήθως βρίσκονται λίγο έξω από το επίσημο κάδρο, ανθρώπους του περιθωρίου, της πιάτσας, της νύχτας, του λαϊκού τραγουδιού, πρόσφυγες και ξεριζωμένους, ταπεινούς και ιδιόρρυθμους, πληγωμένους ή κάποτε και επικίνδυνους, ανθρώπους πάντως που μπορεί να μη διαθέτουν κοινωνικό κύρος, διαθέτουν όμως κάτι που τον Κοροβίνη φαίνεται να τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο: διαθέτουν μια δική τους φωνή και, μαζί με αυτήν, έναν δικό τους τρόπο να υπάρχουν μέσα στον κόσμο. Αλλά, μαζί με αυτούς τους -ας τους πούμε ανώνυμους- ο Κοροβίνης έχει πλησιάσει -θέλοντας να τους κατανοήσει σε πολύ προσωπικές, ιδιωτικές στιγμές- και κάποιους επώνυμους. Τον Καβάφη, για παράδειγμα, τον Ανδρούτσο, μα και τον Παπαδιαμάντη. Αλλά και από αυτούς ζητά να βγάλουν το επίσημο ένδυμα , το προσωπείο με το οποίο μας είναι γνωστοί και τους πείθει να καθίσουν δίπλα του γυμνοί και να του εξομολογηθούν τις μύχιες σκέψεις και συναισθήματά τους -ακριβώς σαν να είναι απλοί άνθρωποι και όχι ογκόλιθοι της Τέχνης και διαμορφωτές της Ιστορίας. Κι έτσι φωτίζεται ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, που είναι βεβαίως η γλώσσα του — μια γλώσσα εξαιρετικά δουλεμένη, κάτι που έχει σημασία να το τονίσουμε, γιατί η έντονη παρουσία του λαϊκού λεξιλογίου, η αμεσότητα και ο προφορικός της ρυθμός μπορούν κάποτε να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση μιας αυθόρμητης γραφής, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Πίσω από αυτή την προφορικότητα υπάρχει μεγάλη επεξεργασία, υπάρχει γνώση της γλώσσας -βαθιά η φιλολογική παιδεία του. Υπάρχει ακόμα η αίσθηση της ιστορίας και της διαδρομής των λέξεων, υπάρχει όμως ταυτόχρονα —και ίσως αυτό είναι κάτι που καμιά φιλολογική κατάρτιση από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει— το αυτί, η ικανότητα δηλαδή να ακούς όχι μόνο τι λένε οι άνθρωποι αλλά και πώς το λένε, ποια λέξη επιλέγουν, πού σταματούν, πώς η κοινωνική τους καταγωγή, η ηλικία, η εμπειρία, κάποτε ακόμη και οι ήττες τους, έχουν εγκατασταθεί μέσα στον τρόπο που μιλούν. Ο Κοροβίνης ξέρει να ακούει τους ανθρώπους και, κυρίως, ξέρει να μεταφέρει αυτή την ομιλία στη λογοτεχνία χωρίς να τη μετατρέπει σε φολκλόρ, κι έτσι η λαϊκή λέξη μπορεί να σταθεί δίπλα στη λόγια, η παροιμία δίπλα στη φιλολογική αναφορά, η αργκό και το ιδίωμα δίπλα στην τουρκική λέξη που πέρασε στα ελληνικά και έζησε μέσα τους για αιώνες, η λέξη της πιάτσας δίπλα στη λέξη του τραγουδιού, όχι επειδή ο συγγραφέας επιθυμεί να επιδείξει τον γλωσσικό του πλούτο αλλά επειδή γνωρίζει πως οι άνθρωποι που τα πάθη τους αφηγείται έχουν ανάγκη από τη δική τους γλώσσα για να υπάρξουν πραγματικά μέσα στο έργο του. Οπότε επιστρέφω σε εκείνο από το οποίο ξεκίνησα: δεν μπορώ να δω χωριστά τον Κοροβίνη που μελετά τους ασίκηδες από τον Κοροβίνη που τραγουδά ένα ρεμπέτικο, όπως δεν μπορώ να δω κανέναν από τους δύο χωριστά από τον Κοροβίνη που γράφει ένα μυθιστόρημα, γιατί και οι τρεις σκύβουν πάνω από την ίδια πηγή, που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή μνήμη. Όχι όμως ως γραφικότητα, ούτε ως μια νοσταλγική επιστροφή σε έναν κόσμο που χάθηκε —άλλωστε προσωπικά και από όσο τον γνωρίζω κάτι τέτοιο δεν το πιστεύει καθόλου— αλλά ως ζωντανή και επίκαιρη λαϊκότητα, ως έναν τρόπο να αναζητήσει κανείς την καταγωγή του σημερινού ανθρώπου και, μέσα από αυτήν, να αναρωτηθεί από πού έρχονται οι λέξεις μας και τα τραγούδια μας, από πού έρχονται οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι προκαταλήψεις μας, οι έρωτες και οι χειρονομίες μας, όλα εκείνα δηλαδή που θεωρούμε τόσο αυτονόητα δικά μας, ενώ συχνά κουβαλούν μέσα τους ζωές ανθρώπων που έζησαν πολύ πριν από εμάς. Που πάσχισαν και μάθανε στον τόπο μας όσο και σε άλλους τόπους. Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το νήμα που ενώνει ολόκληρο το έργο του Θωμά Κοροβίνη: ο μελετητής αναζητά από πού ερχόμαστε, ο τραγουδιστής κρατά ζωντανό κάτι από εκείνο που μας έφερε ως εδώ και ο συγγραφέας αναρωτιέται τι απέγινε εκείνος ο παλιός άνθρωπος μέσα στον σημερινό — τρεις διαφορετικές εκφράσεις μιας ενιαίας στάσης, τρία πρόσωπα που, όσο περισσότερο τα παρατηρείς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πως ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Γιατί ο άνθρωπος για τον οποίο μιλά ο Κοροβίνης δεν είναι ένας γραφικός τύπος του παρελθόντος, ένα έκθεμα που οφείλουμε να διαφυλάξουμε επειδή μας συγκινεί η παλαιότητά του ή το έργο που μας κληροδοτήθηκε, αλλά είναι, σε μεγάλο βαθμό, η καταγωγή μας· και κάτω από τη σημερινή, περισσότερο ομογενοποιημένη γλώσσα μας, κάτω από τις καινούργιες συνήθειες και τους σύγχρονους τρόπους ζωής, εξακολουθούν να υπάρχουν εκείνες οι παλιές λέξεις, οι παλιές μουσικές και οι παλιές αφηγήσεις, εξακολουθεί να υπάρχει ο άνθρωπος που κάποτε τραγούδησε για να πει τον καημό του, που έφτιαξε μια παροιμία για να συμπυκνώσει την πείρα του, που αφηγήθηκε μια ιστορία επειδή αισθάνθηκε —ίσως χωρίς καν να μπορεί να το διατυπώσει— ότι κάτι θα χανόταν αν δεν την αφηγούνταν. Αυτόν τον άνθρωπο ο Θωμάς Κοροβίνης αναζητά χρόνια τώρα, άλλοτε συναντώντας τον μέσα στις παραδόσεις και στα ίχνη που εκείνος άφησε πίσω του, άλλοτε δίνοντάς του ή ξαναδίνοντάς του μια μελωδία και άλλοτε προσφέροντάς του μια θέση μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου· και γι’ αυτό ίσως, τελικά, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής και ο μελετητής δεν κάνουν τρία διαφορετικά πράγματα αλλά ένα και μόνο: διασώζουν μια φωνή πριν αυτή σωπάσει — και, διασώζοντάς την, μας θυμίζουν κάτι από τη δική μας καταγωγή. Fractal 2/9/2026 (1670 λέξεις)