8.6.15

Έθιμα Ταφής



Ισλανδία, 19ος αιώνας.
Μια χώρα  που λες και ζει μέσα στη μόνιμη παγωνιά. Και μια κοινωνία που αναζητά τρόπους να ζεστάνει τις αισθήσεις της.
Μέσα σε μια τέτοια παγωνιά –της Φύσης και των συναισθημάτων- ένα άγριο έγκλημα θα ταράξει την μικρή κοινωνία που ακόμα κινείται σε ρυθμούς παλαιών εποχών.
Έγκλημα πάθους μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων που θεωρούν το πάθος ως μεγίστη αμαρτία. Ίσως γιατί μέσα από τα πάθη συλλαβίζονται οι ανατροπές.
Η πρωταγωνίστρια του εγκλήματος θα θεωρηθεί ένοχη και θα καταδικαστεί σε θάνατο.
Μα ώσπου να εκτελεσθεί η ποινή, θα οδηγηθεί σε μια οικογένεια αγροτών όπου θα βοηθά στις καθημερινές δουλειές.
Δίπλα της ένας ιερέας θα προσπαθεί να την συμφιλιώσει με τον ιδέα του θανάτου.
Μα η ίδια θα πρέπει να αποδεχτεί το αμετάκλητο μιας άδικης ποινής.
Η συμβίωση της μελλοθάνατης  με τα μέλη της οικογένειας θα δημιουργήσει ανατροπές στη σκέψη και στα συναισθήματα.
Και πίσω από τη σκιά μιας βίαιης πράξης θα ζητά να ανθίσει μια αγνή και ανέλπιδη αγάπη.

Μυθιστόρημα έντονων περιγραφών της φύσης. Μας πηγαίνει σε μια χώρα που δεν γνωρίζουμε σχεδόν καθόλου και σε μια εποχή που την έχουμε λησμονήσει. Μα που καταφέρνει –αν και περιγράφει το χτες- να φωτίζει το τώρα. Γιατί το άδικο πάντα –ή ακόμα;- κυριαρχεί και ο άνθρωπος πάντα –μα και για πάντα;- μόνος του αντιμετωπίζει τα μεγάλα μυστήρια ζωής, έρωτα και θανάτου.


Πρώτη δημοσίευση:

Δέκα ζωές σε μία





Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες έλκουν πάντα το αναγνωστικό ενδιαφέρον πολλών φίλων της λογοτεχνίας. Ιδίως αν η βιογραφούμενη μυθιστορηματική προσωπικότητα είναι πρόσωπο του πρόσφατου παρελθόντος και ο βιογράφος – μυθιστοριογράφος του είναι συγγενικό πρόσωπο.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη συγγραφή του βιβλίου «Δέκα ζωές σε μία».
Κεντρικό πρόσωπο ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας και συγγραφέας η κόρη του Τατιάνα Αβέρωφ.
Οι δυο προϋποθέσεις, λοιπόν, να κερδηθεί το ενδιαφέρον πολλών αναγνωστών, υπάρχουν. Αλλά οι αναγνώστες θα ικανοποιηθούν;
Αν αυτός που θα αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο για να πλησιάσει πιο κοντά στον Αβέρωφ που η ελληνική μεταπολεμική κοινωνία είχε γνωρίσει -τον πολιτικό δηλαδή που για χρόνια πρωταγωνίστησε σε καίριες ιστορικές στιγμές και συμμετείχε σε βασικές λήψεις αποφάσεων- ίσως απογοητευθεί. Γιατί η συγγραφέας –κόρη του Υπουργού Εξωτερικών και Άμυνας των διαφόρων κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή- δεν θέλησε να φωτίσει την προσωπικότητα του ανθρώπου που καθημερινά διαβάζαμε γι αυτόν στα διάφορα πολιτικά έντυπα, αλλά αντιθέτως να φωτίσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του, αυτά που κι εκείνον καθόρισαν, αλλά και που η ίδια αισθανότανε να της λείπουν σε ότι είχε να κάνει με τον πατέρα της.
Ο επώνυμος γονιός ίσως να σκίαζε τον καθημερινό άνθρωπο μιας προπολεμικής Ελλάδας.
Έτσι στο «Δέκα ζωές σε μία» παρακολουθούμε  -συχνά με μυθιστορηματική αυθαιρεσία- το πώς πλάστηκε ένα αγόρι πλούσιων γαιοκτημόνων της Θεσσαλίας για να γίνει ένας άνδρας που έστρεψε το βλέμμα του προς την Ευρώπη, την ώρα που έχωνε πιο βαθιά τις ρίζες του στην πατρίδα του.
Οι περιγραφές είναι πλούσιες και με κλασσική συγγραφική διάθεση δοσμένες.
Μα το μυθιστόρημα δεν έχει μόνο μια πλευρά. Ανάμεσα στις εξιστορήσεις του παρελθόντος, εισβάλουν οι αναζητήσεις της σημερινής  γυναίκας για να κατανοήσει αυτόν που ενώ για την ίδια ήταν ένας πατέρας, για όλους τους άλλους ήταν ένα πρόσωπο που κάποιοι λατρέψανε, κάποιοι μισήσανε.
Αυτό το μέρος του βιβλίου είναι –προσωπικά πιστεύω- το πλέον ενδιαφέρον καθώς ανιχνεύει τις ψυχογραφικές συνδέσεις πατέρα και κόρης.
Η Τατιάνα Αβέρωφ αποφάσισε να μπολιάσει την Ιστορία με τη δυναμική της Λογοτεχνίας.
Και νομίζω πως το πέτυχε.




Πρώτη δημοσίευση:

http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=198118





Ελένη Λαδιά "Οι θεές"


Πρώτη Δημοσίευση:

http://www.culturenow.gr/38667/oi-thees-elenh-ladia-kritikh-vivlioy





Η Ελένη Λαδιά είναι μια από τις πλέον ιδιότυπες πεζογράφους μας.
Με μια συνεχή παρουσία από το 1973 όπου κυκλοφορεί η πρώτη της συλλογή διηγημάτων και μέχρι την έκδοση αυτού του μυθιστορήματος της, έχουν δει το φως της δημοσιότητας 28 –αν μετρώ σωστά- έργα της. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια.
Εκείνο που διακρίνει το έργο της Λαδιά και που μ’  έκανε να την χαρακτηρίσω ως μια  από τις πλέον ιδιότυπες πεζογράφους μας είναι η χρήση μιας ματιάς όπου η βαθιά γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας, ενώνεται με μια δυναμική ανάγνωση του αρχαίου ελληνικού Ήθους, για να ακολουθήσει στη  συνέχει η προσωπική σύνθεση και προβολή μιας άποψης για το σημερινό κόσμο μας. 
Το χτες –απώτερο έως κοντινό- επεμβαίνει στις υπόγειες δομές του σήμερα.
Αυτό θεωρώ πως είναι το αποτύπωμα της Ελένης Λαδιά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία μας.
Με το μυθιστόρημα της αυτό –«Οι θεές»- τούτο το αποτύπωμα επιβεβαιώνεται.
Η δομή του είναι ενδιαφέρουσα – κι εδώ , όπως και σε προηγούμενα έργα της Λαδιά,  έχουμε μια πολυπρόσωπη δόμηση. Στην ουσία το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία  μέρη που όμως το καθένα μπλέκεται μέσα στα άλλα. 

Στο ένα γίνονται εκτενείς αναφορές πολιτικών γεγονότων του 20ου αιώνα, μαζί με λεπτομερείς παρουσιάσεις των συνθηκών ζωής μελών μιας ελληνικής οικογένειας που ξεκίνησε από κάποια επαρχία και έφτασε στην πρωτεύουσα, ακολουθώντας την πορεία πολλών πάρα πολλών άλλων ελληνικών οικογενειών.
Στο δεύτερο, με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση η κόρη περιγράφει τα συναισθήματα που της γεννήθηκαν μετά από τον θάνατο τη μάνας της. 
Και στο τρίτο, αναφέρονται ήθη και δοξασίες, θρύλοι και μύθοι της αρχαιότητας που εξακολουθούν –παραλλαγμένα λίγο ή πολύ- να ισχύουν.
Στην ουσία οι εναλλαγές των τριών αυτών ειδών καταγραφής οδηγούν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Δήμητρας – Περσεφόνης και στο τι αυτή η σχέση μπορεί σήμερα να σημαίνει.  
Για μια πεζογράφο με υπαρξιακές ανησυχίες όπως η Λαδιά, αυτή η σχέση μάνας  και κόρης δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνέχεια της ζωής, κάτι που συνθέτει την πληρέστερη δωρεά. Είναι η Φύση που γεννά τη Συνείδηση.
Ένα γυναικείο μυστικό που ξεκινά από τις χαμένες μητριαρχικές εποχές και φτάνει στη δική μας που μέσα από τον τρόπο ζωής κάποιων γυναικών επιζητά να κρατήσει ζωντανές τις πανάρχαιες μνήμες.
Μητέρα και κόρη –οι δυο βασικές μορφές της Γυναίκας, από τη μια. Και από την άλλη ο Ίακχος –ποιανής σύζυγος και ποιανής αδελφός;
«Στις θεές», ευχήθηκε η Μαρώ, και σηκώσαμε τα ποτήρια.
Τότε η Πόπη η αρχαιολόγος είπε ξαφνικά : «Ξέρετε τι μέρα είναι σήμερα; Τι σύμπτωση! Είναι 17 Δεκεμβρίου, του Ιάκχου…»
Του Ιάκχου ή του μυστικού Ιάκχου , σκέφτηκα αποφασισμένη να σταματήσω αμέσως το γραπτό, διότι δεν επιτρεπόταν να κοινολογηθεί η συζήτησή μας κατά τη διάρκεια του γεύματος. Ως σύγχρονες ελευσίνιες, έπρεπε, σύμφωνα με το ελευσινιακό έθος να έχουμε το στόμα μας κλειστό… (σελ 169).    
Οι τελευταίες φράσεις του μυθιστορήματος ανατρέπουν την πιθανή  άποψη ενός, κάποιου αναγνώστη πως αυτό που διάβασε –και μάλιστα με γλώσσα στρωτή και απλή- το είχε απόλυτα και κατανοήσει.
Όχι –οι θεές κρατούν τα μυστικά τους. 
Και οι μεμυημένοι μόνο θα είναι εκείνοι που θα ‘χουν την τύχη να τα βιώσουν και να συνεχίσουν να τα λειτουργούν.


μια φορά κι έναν καιρό η μικρή ελένη: Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;

μια φορά κι έναν καιρό η μικρή ελένη: Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;: Εικονογράφηση: Λευτέρης Κιουρτσόγλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014 Όταν το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπο του μπαμπά και της ...

6.6.15

Σκέψεις σκόρπιες για το "Δάχτυλα πάνω στο σώμα της"

Γράφει η Βασιλική Ρεσβάνη -εκπαιδευτικός





Σκέψεις  σκόρπιες, έτσι σαν άνεμος ή σαν τις νότες που η Λία παίζει όταν τελικά αποφασίσει να  γίνει σολίστ στη ζωή της.

Σε μια εποχή ανακατατάξεων, αλλαγών, διαφοροποιήσεων, ο Μάνος Κοντολέων έρχεται να “διαδηλώσει” με ένα βιβλίο αλλιώτικο από τα άλλα, υπέρ της διαφορετικότητας. Πρόκειται για πολιτική πράξη η επιλογή συντρόφου; Είναι μια συμπεριφορά, μια στάση απέναντι στην κοινωνία; Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί και να μην ήταν. Για τη Λία είναι και μάλιστα αποτελεί μονόδρομο ίσως.

Από την πρώτη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο ένιωσα ότι θα διάβαζα κάτι εντελώς διαφορετικό  από τα άλλα έργα του συγκεκριμένου συγγραφέα.
Γραφή ιδιαίτερη όπως άλλωστε όλα τα έργα του. Ύφος θα το έλεγα λιτό, ανιχνεύοντας τη γυναικεία φύση, φωτίζοντας τις πιο κρυφές σκέψεις μια κοπέλας που όλη της η ζωή και οι επιλογές της  έχουν σχεδιαστεί και σχηματοποιηθεί από τον πατέρα της. Πλοκή  στρωτή, αναμενόμενη μέχρι ένα σημείο και με κινητήρια δύναμη τον πατέρα που αν και ουδέτερος στην εκδήλωση των συναισθημάτων του απέναντί της, είναι αυτός που θα στιγματίσει την πορεία της.
Είναι για μένα ίσως ένας πατέρας που ενώ την αγαπούσε και ήθελε το καλύτερο για αυτήν εντούτοις η ουδέτερη συμπεριφορά  και στάση του απέναντί της δεν την βοηθούν να διαμορφώσει την δικής της προσωπική ταυτότητα. Μήπως από την αρχή γνώριζε; Μήπως όλα αυτά που κάνει γίνονται για να την προστατέψει;
Πρόσωπα του έργου
Λία είναι η ηρωίδα του βιβλίου. Νιώθω ότι στο εξώφυλλο ίσως είναι η πιο σκεπτική η μελαχρινή… Πινελιές μένουν στο χαρτί για την μελλοντική ταυτότητα της Λίας. Γυαλιά ηλίου συχνά καλύπτουν το πρόσωπό της από τους άλλους; ή από τον ίδιο της τον εαυτό; “…κρατούσε σταθερό το βλέμμα και δίχως την έντονη παρόρμηση να σκύψει το κεφάλι, να κρυφτούν ματιές που μαρτυρούνε συσπάσεις του προσώπου που θα προδίδουν”(σελ232).
Στέλλα το πρώτο σκίρτημα, η πρώτη  γυναίκα που την ελκύει. Στέλλα (η λάμψη) το άστρο στα Λατινικά που θα φωτίσει το δρόμο προς την αυτογνωσία, τη φανέρωση της ταυτότητας της Λίας. Λία (Ήλια) ένας ήλιος που πρέπει να φωτίσει τη νέα πραγματικότητα που ζούμε; Ερωτήματα όλα του αναγνώστη.
Λάμπρος ο πατέρας αλλά παρόλο που επιδιώκει να φωτίσει τα δικά του ιδανικά και στερεότυπα δεν κατορθώνει να οδηγήσει την κόρη του στο φως που αυτός θέλει.
Ορέστης, το καλό παιδί, το προδιαγεγραμμένο μέλλον. Είναι “…ο γιος που δεν είχε αποκτήσει (ο πατέρας της) ή ο άντρας που θα βοηθούσε την κόρη του να αποδεχτεί την πατροπαράδοτη ταυτότητα του φύλου της;…” Διερωτάται και ο συγγραφέας. Μάλλον ο Ορέστης προσπαθούσε να βρει στη Λία στοιχεία της μητέρας του, προσπαθούσε να καλύψει δικά του κενά από την πατρική μορφή και τελικά πάλευε άνισα. Αυτός γνώριζε την ταυτότητά του, η Λία ακόμη δε γνώριζε, πάλευε με τον εαυτό της να θέλει αυτό που οι άλλοι ήθελαν να δουν σε αυτήν.

Η Ρίτα (Μαργαρίτα) η συγκάτοικός της στα φοιτητικά χρόνια είναι η άνοιξη που με τις μυρωδιές και μόνο θα την οδηγήσει στην δική της άνοιξη χωρίς αυτή να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της.  Είναι η κινητήρια δύναμη όπως άλλωστε κάθε άνοιξη;  Πυροδοτεί την αλλαγή, το νέο αλλά δεν είναι αυτή η ίδια η αλλαγή….
Γεωργία η αιτία για τη διαμόρφωση της ταυτότητας της Λίας, η γυναίκα που ξεκάθαρα φανερώνει ότι ξέρει που είναι, ποια είναι και που πάει. Δυναμική, αυτόφωτη, αληθινή. Η εξέλιξη της σχέσης τους, προάγγελος μιας άλλης. Δοκιμασία ενηλικίωσης.
Άλκη, ο μεγάλος έρωτας, ή η αγάπη; Είναι ή τελικά αποτελεί τη διέξοδο από το αδιέξοδο με τον Ορέστη; Έχει μια αλήθεια η Άλκη και σε πολλά θυμίζει τη Γεωργία αλλά η Γεωργία έχω την αίσθηση ότι αγάπησε περισσότερο τη Λία. Η Λία ήταν τότε ανέτοιμη να δεχτεί τη διαφορετικότητά της.  Η Άλκη ξέρει τη διαφορετικότητά της αλλά έχει τοποθετήσει πιο πάνω από τα συναισθηματικά θέλω της, τον αγώνα της για την οργάνωση που υπηρετεί. Μερικές φορές η αληθινή αγάπη μας συναντά πολύ νωρίς αλλά εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να τη δούμε…. Μας βοηθά όμως να “δούμε” αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα που είναι η αγάπη, ο έρωτας.
Φιλιώ, τα θαμπά πρόσωπα στις σχέσεις ή το λιμανάκι; Η Φιλιώ είναι ο απομηχανής θεός που θα βάλει σε τάξη τις σκέψεις της Λίας, θα καταλαγιάσει την ανταριασμένη λογική της. Είναι η Φιλιώ αυτή που δέχτηκε την ταυτότητά της ή ενώ τη δέχτηκε κρύφτηκε πίσω από μια κουρτίνα κοινωνικής λογικής; Τη ζηλεύει την Άλκη που τόλμησε; Τι σκέφτεται για τη Λία; Είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται σε αυτή την περίεργη και άβολη θέση να εξηγεί;
Τελικά έχει τόλμη η τελική απόφαση της Λίας ή ακολουθεί την γραμμή μιας άλλης;  Είχε ασκηθεί η Λία από μικρή να διεκδικεί, να κρίνει, να αποφασίζει μόνη της; Δεν μπορώ να κρίνω τη Λία; Δεν έχω αυτό το δικαίωμα. Όσα διαβάζουμε είναι όσα η ίδια θέλησε να μοιραστεί. Δεν είμαι σίγουρη αν τελικά ήταν απόλυτα δική της η απόφαση. Κινήθηκε γρήγορα ή τελικά είχε αργήσει πολύ να ακούσει τον ίδιο της τον εαυτό;  Πιστεύω  ότι δεν αποδέχτηκε απλώς τη ταυτότητά της αλλά  προχώρησε πιο πέρα… και σε αυτό βοήθησε η εικόνα που είδε από τη ζωή της Φιλιώς….

Εκτός από τα πρόσωπα, οι πόλεις, οι εποχές, οι υφές κινούν το έργο αυτό. Πολλές φορές τονίζεται στο έργο η υγρασία της Θεσσαλονίκης, η βροχή. Καθόλου τυχαία η επιλογή. “ Γιατί η βροχή – νεροποντή ή ψιλόβροχο- έχει πάντα συγκεκριμένη ταυτότητα. Πάντα πέφτει….” Η εξέλιξη μιας γυναίκας είναι γνωστή, είναι περιχαρακωμένη, αναμενόμενη και με χρονοδιακόπτη. Κάποιες σπουδές, δουλειά (ίσως), γάμος, παιδιά, συντροφικότητα, φροντίδα. Μια βροχή, που ποτίζει τη γη, τη γεμίζει με τη χαρά των παιδιών; Υπάρχουν όμως και γυναίκες σαν τη Λία που είναι ιδιαίτερες, διαφορετικές. Αποκλίνουν από τα στεγανά; Η Λία τι θα κάνει τελικά; Να προσποιηθεί; Να ακολουθήσει; Τι θέλει;

Η Λία παρόλο που όλα τα χρόνια βρίσκεται να παίζει σε μια ορχήστρα στα δεύτερα βιολιά, βρίσκεται τώρα να παίζει μια άρπα που με τα δάχτυλά της δημιουργεί  τα ακούσματα της ζωής της.

Στα έργα του Κοντολέων έχεις την αίσθηση πάντα ότι μυρίζεις λουλούδια, αρώματα. Σε αυτό το έργο κυρίαρχη αίσθηση που περιγράφεται αριστοτεχνικά είναι η αφή. Τα δάχτυλα του αναγνώστη ακουμπούν το ιδιαίτερο εξώφυλλο  που από την αφή του και μόνο σου προκαλεί ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον προκαλεί και ο τίτλος και ακόμη περισσότερο η εικόνα. Είναι το θέμα που προκαλεί ή το γεγονός ότι αυτός που το γράφει είναι ένας άντρας; Τολμηρό εγχείρημα αλλά όταν ξέρεις ποιος το γράφει, μπορείς να περιμένεις και να καταφέρεις μέσα στην ανάγνωση... να δεις….

Πόσο δύσκολο αλήθεια να γράψεις για το πως νιώθει μια γυναίκα; Νιώθω ότι ακόμη και για μια γυναίκα που δεν είναι σαν την Λία είναι δύσκολο να καταλάβει, να αισθανθεί ακόμη περισσότερο να γράψει για αυτό.
Κι όμως ο Κοντολέων τολμά, περιγράφει, αναζητά και διεισδύει στη γυναικεία σκέψη και λογική. Μια ιδιαίτερη λογική που οδηγεί σε μια ετερότητα. Μια διαφορετικότητα που η Λία αν την αποφασίσει θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μια κοινωνία που δεν θα την αποδεχτεί. Αν όμως ξέρεις την ταυτότητά σου, η προσωπική ολοκλήρωση σε καθοδηγεί και όχι τα πρέπει και τα στεγανά.

Δεν ένιωσα διαβάζοντας ότι προβάλλεται ένα συγκεκριμένο πρότυπο, αντίθετα από την πρώτη στιγμή έθεσα στον εαυτό μου αυτό που άκουσα σε μία συνέντευξη του Κοντολέων ότι αποτελεί πολιτική πράξη η απόφαση της Λίας. Διάβασα το έργο με την ίδια προσήλωση και αγάπη  που διαβάζω  κάθε έργο του Κοντολέων. Δεν περιορίστηκα να το διαβάσω απέναντι σαν να διαβάζω κάτι ξένο. Οι έντονες περιγραφές άφηναν χώρο για περιγραφές των πόλεων και των ρυθμών τους, τα δάχτυλα ακουμπούσαν στις υφές, στις σκέψεις, στα συναισθήματα.

Ο συγγραφέας ήταν σαν να κρατούσε μια κάμερα που ακουμπούσε στα πράγματα (παλιά ή νέα), έπιανε χέρια, ένιωθε θερμοκρασίες, έσφιγγε δάχτυλα. Η αξία της αφής….

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματα μου τα πιο σκεπασμένα-
από εκεί μονάχα θα με νοιώσουν.

Στίχοι , σκέψεις, γραψίματα για να κατανοήσει και ο ίδιος την γυναικεία φύση, σκέψη, για να αποφασίσει τι τελικά θα γίνει η Λία του, που τόσο την πονά αφήνοντάς την (σελ.372) μετά από λίγες σελίδες στους αναγνώστες, να την καταλάβουν, να τη νιώσουν, να την κρίνουν.

Είναι τελικά πολιτική απόφαση η αναζήτηση ταυτότητας, είναι πολιτική απόφαση η αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας. Όταν κανείς παίρνει μια όποια στάση απέναντι σε μια κοινωνία που επιβάλλει τα δικά της στερεότυπα και ιδανικά, είναι σίγουρα μια πολιτική πράξη.

Βασιλική Ρεσβάνη
Ιούνιος 2015

Περιμένοντας  το επόμενο βιβλίο…..

5.6.15

www. diastixo.gr - "Δάχτυλα πάνω στο σώμα της"



γράφει η Μαρία Σκιαδαρέση

Ο Μάνος Κοντολέων είναι σπάνιο δείγμα συγγραφέα που συνδυάζει αρμονικά την ποσότητα με την ποιότητα. Το έργο του είναι πλουσιότατο αλλά και πολύτιμο, μιας και κάθε του βιβλίο δημιουργεί ένα ολόκληρο σύμπαν στο οποίο ο ίδιος κυκλοφορεί με απίστευτη άνεση. Πράγμα που δεν είναι καθόλου δεδομένο στην τέχνη της γραφής. Λίγοι το καταφέρνουν.
Το βιβλίο Δάχτυλα πάνω στο σώμα της είναι λοιπόν το νέο ολόφρεσκο έργο του Μάνου Κοντολέων, όχι μόνο γιατί μόλις κυκλοφόρησε, αλλά και γιατί αποπνέει τη δροσιά των νιάτων, μιας και εδώ μια νέα γυναίκα πασχίζει να προσδιορίσει κυρίως τη σεξουαλική της ταυτότητα και παράλληλα να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα.

Πρόκειται για ένα έργο 410 σελίδων, εξαιρετικής αφήγησης και ζωντανών εικόνων, με ανάπτυξη πολυεπίπεδη και αρμονικά δομημένη ως προς το πλέξιμο των θεμάτων που πραγματεύεται. Στις τελευταίες σελίδες, ο τόμος περιλαμβάνει πλούσια βιβλιογραφία που μαρτυρεί την επίπονη δουλειά πίσω από αυτό το άψογο αποτέλεσμα.
Ένα βιβλίο ειλικρινές και θαρραλέο, που αποδεικνύει πως ο έρωτας δεν είναι μια πράξη μονοδιάστατη, μα συνισταμένη πολλαπλών συνιστωσών.
Το έργο μάς τοποθετεί εξαρχής στον χωρόχρονο της Λίας, της κύριας φιγούρας του βιβλίου, γύρω από την οποία περιστρέφονται όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, που δεν είναι λίγα: ο πατέρας της, Λάμπρος, η μητέρα της, Αντιγόνη, η Στέλλα, παλιά της συμμαθήτρια και φίλη, η Ρίτα, συγκάτοικός της στη Θεσσαλονίκη, όπου η Λία σπουδάζει οδοντίατρος, η Γεωργία, πρώτη της ερωτική εμπειρία, ο Στάθης, τραυματική σχέση μιας βραδιάς, ο Παύλος, ο πρώτος άντρας με τον οποίο σχετίζεται, η μικρή Ιωάννα και οι γονείς της, η Όλγα και η Αύρα, κόρη και μάνα αντίστοιχα, γειτόνισσες του διπλανού διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη, ο Ορέστης, σύζυγος της Λίας, η Άλκη, ο μεγάλος της έρωτας, η Φιλιώ, συνειδητοποιημένη πολιτικοκοινωνικά φιλόλογος. Όλα, πρόσωπα με σάρκα και οστά, πολυδιάστατα, με απόψεις, θέσεις, ιδέες που άλλοτε συμπλέουν και άλλοτε διαφέρουν από αυτές που η Λία προσπαθεί να αρθρώσει. Γιατί η Λία εξελίσσεται, ωριμάζει, ενηλικιώνεται μαζί, θαρρείς, με την πορεία των γεγονότων και είναι αυτή η πιο σαγηνευτική διάσταση του έργου, αφού ο αναγνώστης μπορεί έτσι και παρακολουθεί αβίαστα τα τεκταινόμενα, πιστεύοντας ότι τα ζει μαζί με την ηρωίδα, είναι κάπου δίπλα της κι ακούει την ανάσα της, άλλοτε βαριά από την αγωνία της ψυχής της, άλλοτε ανάλαφρη ύστερα από αποφάσεις που τη λυτρώνουν. Τα σοφά επιλεγμένα μότο της εκάστοτε ενότητας, αποσπάσματα από το έργο της Σαπφούς, τονίζουν την αμεσότητα της αφήγησης, αποτελώντας έναν ευρηματικό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας καθοδηγεί τον αναγνώστη, κάτι σαν οδηγός γι’ αυτόν που θέλει να περιηγηθεί τον κόσμο της Λίας.
Αν ήθελα να το χαρακτηρίσω, θα έλεγα πως το βιβλίο Δάχτυλα πάνω στο σώμα της είναι ένα έργο αστικό που εξελίσσεται στον παρόντα χρόνο, κυρίως σε δύο πόλεις, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ στη δράση εμπλέκονται και κάποια άλλα αστικά κέντρα που απλώς υποστηρίζουν τα γεγονότα, όπως το Λουτράκι, πόλη παραθερισμού των γονιών της ή η Κομοτηνή, μικρής εμβέλειας πόλη στο έργο, μα καθοριστικού βάρους για την ηρωίδα. Θέλω να τονίσω εδώ ότι μέσα στο βιβλίο υπάρχει μια αναφορά στη Θεσσαλονίκη που πιστεύω πως είναι, ίσως, ο συνοπτικότερος και ακριβέστερος ορισμός της, αλλά και όλων των χτισμένων δίπλα σε νερά πόλεων. «Οι υγρές πόλεις περιθάλπουν τις αμαρτίες χωρίς όμως και να τις συγχωρούν». Σίγουρα αυτή η ρήση είναι αφορμή για ολόκληρο μυθιστόρημα!
Θα έλεγα, επίσης, πως το νέο έργο του Κοντολέων είναι ένα βιβλίο πολιτικό, που παρακολουθεί την ηρωίδα του να συνειδητοποιείται σιγά σιγά ως μέλος της κοινωνίας όπου ζει και όπου η ίδια πια θα θελήσει να εμπλακεί, με στόχο τη διαχείριση των προβλημάτων και τη θεραπεία των αναγκών συνανθρώπων της.
Είναι, τέλος, ένα βιβλίο ερωτικό, γιατί παρακολουθεί την ωρίμανση μιας γυναίκας που αναζητεί τη σεξουαλική της ταυτότητα, την οποία εντέλει ανασύρει μέσα από μια σειρά σχέσεων με ανθρώπους του άλλου και, κυρίως, του ίδιου φύλου, φτάνοντας επιτέλους «να κρατά την ταυτότητά της με τα δικά της δάχτυλα», όπως σημειολογικά τονίζει η τελευταία φράση του έργου.

Πρώτη δημοσίευση:
http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/3912-daxtila-panw-sto-swma

http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/3912-daxtila-panw-sto-swma

4.6.15

Athnes Voice - γράφει ο Στέφανος Δάνδολος για το "Δάχτυλα πάνω στο σώμα της"

Είναι μερικά πράγματα που ενώ ξέρεις πως συμβαίνουν, εντούτοις δεν τα έχεις καθόλου σκεφτεί και υπολογίσει.
Κι όμως τα βιβλία της Σάρα Ουώτερς (από τον Καστανιώτη) τα ξέρεις και γνωρίζεις πως η συγκεκριμένη συγγραφέας καταφέρνει να συνδέσει τη λεσβιακή επιθυμία με τον φεμινισμό και τον κοινωνικό ακτιβισμό.
Όπως επίσης έχεις διαβάσει από την έκδοση του 2005 του Μεταίχμιου το για  χρόνια ‘χαμένο’ και ‘θαμμένο’ μυθιστόρημα μιας κάποιας Ντόρας Ρωζέττη, που ήταν και το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό έργο (κυκλοφόρησε εκεί γύρω στα 1929) που στηριζότανε στο ερωτικό πάθος δυο γυναικών.
Ναι, αυτά όλα τα γνωρίζεις, αλλά δεν σκέφτηκες πως και μέσα στο πανδαιμόνιο των εκδόσεων νέων ελληνικών μυθιστορημάτων, δεν υπήρξε μήτε ένα που να αναφέρεται με τρόπο κεντρικό σε αυτή την ερωτική κλίση.
Μέχρι που πέφτει στα χέρια σου το βιβλίο με τίτλο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»
Και πρώτα απ΄ όλα σε ξαφνιάζει το εξώφυλλό του.  Θυμίζει γιγαντοαφίσα της δεκαετίας του 50, έξω από σινεμά του κέντρου της πόλης.
Και αναζητάς περισσότερες πληροφορίες στο οπισθόφυλλο και έκπληκτος διαβάζεις: Ένα μυθιστόρημα για μια άλλη γυναικεία ταυτότητα, για ένα άλλο ερωτικό ένστιχτο… Για μία πολιτική πράξη.
Το ενδιαφέρον σου παίρνει τα πάνω του και αναζητάς τον εκδότη και τον συγγραφέα.
Περιμένεις κάποιο εκδοτικό οίκο… εναλλακτικό, ας πούμε. Μα είναι ο Πατάκης. Και περιμένεις συγγραφέα σίγουρα γένους θηλυκού και μάλλον αντικομφορμιστικών αντιλήψεων περί λογοτεχνίας. Μα το μυθιστόρημα το υπογράφει ο Μάνος Κοντολέων.
Ε, μετά από όλα αυτά… Το ενδιαφέρον γίνεται περιέργεια που δεν μπορείς να την ελέγξεις. Αρχίζεις, λοιπόν, να το διαβάζεις.
Και εκείνο το αρχικό ερώτημα επανέρχεται –Μα πώς και από το 1929 έπρεπε να φτάσουμε στο 2015 για να δούμε στην Ελλάδα να κυκλοφορεί μυθιστόρημα βασισμένο στη ζωή μιας απλής, καθημερινής, μεσοαστής γυναίκας που αναζητά το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τη σεξουαλική της προτίμηση;
Λοιπόν, ας το δηλώσω από την αρχή.
Το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» μου άρεσε. Γιατί:
Α. Έχει σφιχτή δομή
Β. Ολοζώντανους χαρακτήρες
Γ. Απλή μα και μεστή γραφή
Δ. Είναι τολμηρό στις θέσεις του  χωρίς να προκαλεί με τις περιγραφές του
Ε. Τεκμηριώνει τις θέσεις του βασισμένο σε σύγχρονες απόψεις κοινωνιολογίας και ψυχολογίας.
Σε ποια κατηγορία να το κατατάξω; Ερωτικό; Κοινωνικό;…
Μάλλον πολιτικό θα έλεγα. Γιατί είναι πολιτική πράξη η απόφαση να υποστηρίξεις το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε μια ταυτότητα που ο ίδιος θα την έχει επιλέξει.
Με δυο λόγια η υπόθεση.
Η Λία –σημερινή τριαντάρα μάλλον- από τον καιρό της εφηβείας της έχει διαπιστώσει πως την έλκει ερωτικά όχι όσο το ανδρικό σώμα, όσο το γυναικείο. Μα αυτή την έλξη δεν τολμά να την εκφράσει. Και ξεκινά μια προσπάθεια να την πνίξει. Άλλωστε μεγάλωσε ως μοναχοκόρη υποτακτικής μητέρας και αυταρχικού πατέρα* και οι δυο συντηρητικών απόψεων.
Η Λία μπαίνει στην Οδοντιατρική Σχολή στη Θεσσαλονίκη κι έτσι θα της δοθεί η ευκαιρία να αναζητήσει τους δικούς της δρόμους μέσα σε συνθήκες μιας ελεύθερης φοιτητικής ζωής. Μα οι ευκαιρίες δεν αρκούν, αν ό ίδιος δεν τολμάς να πετάξεις από πάνω σου τα πατρικά σχέδια και τα κοινωνικά πρέπει. Παρόλα αυτά η Λία θα δημιουργήσει διάφορους δεσμούς –ομοφυλόφιλους και μη. Ψάχνεται και η ίδια. Αλλά τελικά δεν τολμά να φανερώσει ότι περισσότερο θέλει. Το κρύβει και ελπίζει να το πνίξει μέσα σε ένα γάμο.
Μέσα σε μια επαγγελματική ρουτίνα. Ελπίζει…
Αλλά έρχεται η στιγμή που μέσα στη ‘βολεμένη’ της ζωή θα εισβάλει η ανατροπή. Θα την εκφράσουν δυο γυναίκες, λίγο πιο μεγάλες από εκείνη, αλλά πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένες στο ότι έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν απενοχοποιημένα τον  σεξουαλικό τους προσδιορισμό. Και μάλιστα να τον συνδέουν με πράξεις κοινωνικού ακτιβισμού και πολιτικής στράτευσης.
Η Λία για πρώτη φορά στη ζωή της θα αποδεχτεί το γεγονός είναι ερωτευμένη χωρίς να ντρέπεται. Και ακόμα θα τολμήσει να ζητήσει να ζήσει με τον τρόπο που η ίδια έχει επιλέξει.
Αυτή είναι με λίγα λόγια η υπόθεση του μυθιστορήματος.
Και ο Μάνος Κοντολέων έχει καταφέρει να μεταφέρει στον αναγνώστη του όλον τον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας του.  Μα έχει ακόμα καταφέρει κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Να περιγράψει τις ερωτικές επιθυμίας μιας γυναίκας που αν και για τους περισσότερους από εμάς μπορεί να θεωρηθούν ως αποκλίνουσες, εντούτοις γίνονται –καθώς έχουμε πια φτάσει στην τελευταία αράδα του κειμένου-  απόλυτα αποδεχτές και εν τέλει σεβαστές.
Συμβατές, αν προτιμάτε, με την πιο βαθιά απαίτηση δημοκρατικών απόψεων μέσα στην καθημερινότητά μας.
Ξεκίνησα αυτό το σημείωμα με την απορία πως και δεν έχουν κι άλλοι συγγραφείς –γυναίκες μα και άντρες- ασχοληθεί με ένα τέτοιο θέμα.
Οι λεσβιακές σχέσεις είναι ένα ταμπού –ας το ομολογήσουμε.
Μα δεν ξαφνιάζομαι που ένας συγγραφέας σαν τον Μάνο Κοντολέων τόλμησε αυτό το ταμπού να το αντιμετωπίσει.
Στο έργο του –για ενήλικες αναγνώστες, μα και για εφήβους, όσο  και για παιδιά- έχει συχνά μιλήσει για θέματα που ανατρέπουν συντηρητικές στρεβλώσεις και προτείνουν γερά τεκμηριωμένες νέες απόψεις.
Η ιδιαιτέρως ενημερωτική βιβλιογραφία που συνοδεύει το έργο αποδεικνύει πως και με αυτό το τελευταίο του μυθιστόρημα, ο Κοντολέων εργάστηκε βασισμένος όχι μόνο στις εμπνεύσεις του, αλλά και σε μια ουσιαστική μελέτη του ζητήματος που θέλησε να φέρει στο προσκήνιο της λογοτεχνικής μας παραγωγής και να την εναρμονίσει με αντίστοιχους και παρόμοιους προβληματισμούς της λογοτεχνίας της Δύσης. 

http://issuu.com/athensvoice/docs/av_529?e=1469405/13313133 (σελ. 27)