25.12.20

Γιώργος Βέης «Εκεί» - Εκδόσεις Κέδρος

 

Γιώργος Βέης

«Εκεί»

Μαρτυρίες από το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν, τη Γερμανία

Εκδόσεις Κέδρος

 


                       Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

 

 

Διαβάζω το τοπίο από τη φόδρα του. Εκεί που διαφαίνεται η εκτροπή, η παρέκκλιση, η διαφυγή από τον πολιτειακό κανόνα.

Οι πιο πάνω φράσεις υπάρχουν σε κείμενο που έχει να κάνει με το Τόκιο. Αλλά ως ένα βαθμό μπορεί κανείς να τις θεωρήσει πως περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο ο Γιώργος Βέης  είδε όλα εκείνα τα μέρη που κατά καιρούς επισκέφθηκε.

Ο Γιώργος Βέης (1955) εκτός από το ότι είναι ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του, είναι και εκείνος ο Έλληνας συγγραφέας που συνεχίζει το είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.

Ένα είδος λογοτεχνίας που στη γλώσσα μας έχει μια τεράστια παράδοση μιας και ξεκινά από τον Ηρόδοτο και τον Παυσανία και φτάνει μέχρι τον Καζαντζάκη, τον Ουράνη, τον Παναγιωτόπουλο.

Το είδος αυτό της λογοτεχνίας υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές σε προηγούμενες εποχές, καθώς μέσα από τις καταγραφές των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, οι αναγνώστες γνωρίζανε τις χώρες στις οποίες ο κάθε συγγραφέας – περιηγητής είχε επισκεφθεί.

Σήμερα αυτή η γνωριμία μπορεί να γίνει με άλλους τρόπους -με προσωπικά ταξίδια, με τον κινηματογράφο, με την τηλεόραση, πλέον και με τις διάφορες πλατφόρμες οπτικοακουστικού υλικού.

Αλλά η ιδιαιτερότητα της συγγραφικής ματιάς πάντα έχει την αξία της.

Γιατί αυτή είναι που μπορεί να στοχάζεται, να αναζητά πίσω από εικόνες και περιγραφές τοπίων την ουσία κάθε τόπου, την ουσία του ανθρώπου που σε αυτόν ή σε κάποιον άλλο τόπο έζησε και ζει.

Εκεί, δηλαδή, που από ένα Καζαντζάκη, για παράδειγμα,  αναμέναμε να διαβάζει το τοπίο από την υφή του υφάσματός του, τώρα από ένα σύγχρονο συγγραφέα στοχαστή της περιήγησης όπως τον Βέη, ζητάμε την εσωτερική ανάγνωση, την ανάγνωση της φόδρας.

Ο Γιώργος Βέης έζησε ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του σε άλλα μέρη και κυρίως σε χώρες της ανατολής. Σε αυτό  βοήθησε -αλλά και ο ίδιος την αξιοποίησε- η επαγγελματική ιδιότητα του διπλωματικού υπαλλήλου (για χρόνια υπήρξε πρέσβης της χώρας μας σε διάφορα κράτη της περιοχής)

Με άλλα λόγια δεν ταξίδεψε απλώς σε μακρινές χώρες, μα έζησε εκεί και μπόρεσε βαθιά να τις γνωρίσει.

Μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια έχει εκδώσει εννέα ταξιδιωτικά βιβλία και για κάποια από αυτά έχει τιμηθεί και με Κρατικά Βραβεία και άλλες διακρίσεις.

Παράλληλα γράφει και εκδίδει και ποιητικές συλλογές και θεωρώ πως αυτά τα δύο είδη έκφρασής του κάλλιστα αξίζει κανείς να τα μελετήσει παράλληλα, καθώς το ένα διαπερνά το άλλο.

Τα κείμενα αυτού του βιβλίου έχουν, στην πλειονότητά τους, δημοσιευθεί σε ποικίλα περιοδικά. Και έτσι αποτελούν ιδιαιτέρως πολύτιμα επιπλέον στολίσματα σε προηγούμενα βιβλία του.

Αλλά ακριβώς γιατί στο σύνολό του το «Εκεί» αποτελείται από κείμενα που και πολλούς τόπους αφορούν και κατά τη διάρκεια διαφορετικών χρόνων έχουν γραφτεί, προσφέρουν στον αναγνώστη της συλλογής την ευκαιρία να κάνει και ο ίδιος το δικό του, προσωπικό ταξίδι.

Οι εμπειρίες του συγγραφέα, η δική του ματιά, το βαθύτερο κοίταγμα σε λεπτομέρειες έρχονται να προσδώσουν στην ανάγνωση μια πολύτιμη ενδοσκόπηση και εν τέλει ένα ιδιότυπο φωτισμό της λεπτομέρειας που όμως με καίριο τρόπο χαρακτηρίζει το όλο.

Η επικαιρότητα ως εξάνθημα, ως τραύμα -εύστοχα μας ενημερώνει για τον τρόπο με τον οποίο αξίζει να μετατραπούμε από τουρίστα σε περιηγητή.

Χωρίς προκαθορισμένα στερεότυπα, ελεύθερος από αμφισβητήσεις, παραδοχές, αλλά και με απόλυτη αξιοπρέπεια στην αυτοεπιβολή της κατανόησης του άλλου, ο Βέης κοιτά, συναισθάνεται και καταγράφει.

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου, ο ίδιος αναφερόμενος στο τι αποκόμισε από τη γνωριμία του με ένα Ιάπωνα φιλόσοφο καλλιτέχνη, σημειώνει:

είναι ποτισμένος με Ιδέα και Γράμμα.

Νομίζω πως και ο ίδιος με το ίδιο μείγμα έχει ποτιστεί, και με το ίδιο κι εμάς ποτίζει.

 

 


 

22.12.20

Ιστορίες για τα δικά μου Χριστούγεννα

 






Θεσσαλία , 21/12/2020

Ιστορίες για τα δικά μου Χριστούγεννα(εικονογράφηση Φωτεινή Στεφανίδη), Εκδόσεις Πατάκη


Με έντονα βιωματικά στοιχεία από την έμπειρη πένα του Μάνου Κοντολέων βιώνουμε μέσα από μια αναγνωστική εμπειρία τα δικά μας Χριστούγεννα, μικροί και μεγάλοι κι αυτό είναι που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό. Οι εικόνες γνώριμες και οι σκηνές, ανθρώπινες, οικείες. Όλα συνθέτουν ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι μέσα σε άλλα παραμύθια - με έλατα που τα στολίζουνε πουλιά, με νεράιδες και ξωτικά, με λουλούδια που ανθίζουνε για μια και μόνο Νύχτα... Μια φορά κι έναν καιρό... ή πράγματι μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο μικρός Μάνος; Μήπως μια φορά κι έναν καιρό ήμασταν κάποτε όλοι μας; Αλλά... Ποιος μπορεί να τραβήξει τη διαχωριστική γραμμή της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία; «Τα έχω εγώ ο ίδιος ζήσει. Όταν ήμουνα εκείνο το μικρό αγόρι. Και τώρα που μεγάλωσα... Ιστορίες από τα δικά μου Χριστούγεννα μοιράζομαι μαζί σας», παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο συγγραφέας, μα διαβάζοντάς το έχουμε κιόλας ταυτιστεί μαζί του. Μέσα στις σελίδες του βιβλίου συναντάμε μια εκδοχή για το πώς για πρώτη φορά ένα έλατο απόκτησε στολίδια, περιθάλπουμε ένα δέντρο πεταμένο στα σκουπίδια, κατανοούμε τη συμμετοχή ανθρώπων, ζώων, ανθρώπου και φύσης σε μια γιορτή με όλες τις αισθήσεις μας ζωντανές, αφού τα «Χριστούγεννα» δεν είναι άψυχη γιορτή, μια ευκαιρία μόνο για ξεκούραση. Εκλύει συναισθήματα, έχει ψυχή, αποπνέει ανθρωπιά. Τέλος, ο λόγος του Μάνου Κοντολέων πλουτίζεται κι αναδεικνύεται από τις όμορφες, λιτές εικόνες της Φωτεινής Στεφανίδη, καθιστώντας το βιβλίο άξιο ανάγνωσης κι ένα πολύτιμο δώρο στους ανθρώπους που αγαπάμε

Διονύσης Λεϊμονής, εκπαιδευτικός-συγγραφέας

20.12.20

8 Προτάσεις από τον Μάνο Κοντολέων

 



Ζοζέ Σαραμάγκου

«Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις»

Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια

Εκδόσεις Καστανιώτη

 Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις που εκδόθηκε το 1984, είναι ένα από τα κορυφαία σημεία της λογοτεχνικής παραγωγής του Σαραμάγκου’  -φράση που εμπεριέχεται  στο σκεπτικό βράβευσης του Ζ. Σ. με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998.

Κι έτσι είναι -μυθιστόρημα μεγάλης ευρύτητας προβληματισμών και σημαντικής δομικής σύνθεσης.

Ο πρωταγωνιστής του έργου, ο ποιητής και γιατρός Ρικάρνο Ρέις, μετά από πολυετή αυτοεξορία επιστρέφει, το 1936,   στην Λισαβόνα.

Μια πόλη μουντή που ταιριάζει στον ασαφή και θολό τρόπο που ο ίδιος ζει την καθημερινότητά του. Αυτά, μέχρις ότου θα τον επισκεφθεί ο πριν από λίγες μέρες αποθανών Φερνάντο Πεσσόα.

Και ανάμεσα στον μεγάλο Πορτογάλο συγγραφέα και στο ετερώνυμό του ήρωα αυτού του μυθιστορήματος ξεκινά μια σχέση, ανταλλαγές απόψεων και αναζητήσεις συσχετισμών που θα φωτίζουν την μια σημαδιακή για τον αιώνα χρονιά. Ο φασισμός θα κυριαρχήσει στην Ευρώπη, η Ισπανία θα υποδεχτεί ένα μακρόβιο δικτάτορα  και ο Ρικάρντο Ρέις θα στέκεται διστακτικός απέναντι στα γεγονότα.

Ένα ευρηματικό μυθιστόρημα από ένα μεγάλο του 20ου αιώνα.


 


Έλενα Φερράντε

“Η απατηλή ζωή των ενηλίκων”

Μετάφραση: Δήμητρα Δότση

Εκδόσεις Πατάκη

 Για μια ακόμα φορά η Έλενα Φεράντε χρησιμοποιεί την πόλη με την οποία έχει ταυτίσει την πεζογραφική της περσόνα.

Η Νάπολη μ ε τα δυο πρόσωπα -το ένα του πλούτου και της ευμάρειας, το άλλο της φτώχειας και της σκληρής ζωής.

Δυο και τα πρόσωπα της ηρωίδας αυτού του μυθιστορήματος.

Η έφηβη Τζοβάννα παραπαίει από τα ψηλά στα χαμηλά, άλλοτε πέφτοντας με ορμή κι άλλοτε σκαρφαλώνοντας σιγά σιγά, σαστισμένη μπροστά στο γεγονός πως, είτε πάνω είτε κάτω, η Νάπολη μοιάζει μια πόλη δίχως απαντήσεις, δίχως διαφυγή. Ίδια με τον δικό της εαυτό.

Μια αυθεντική καταγραφή εφηβικών ανησυχιών.

 

 


Roberto Vecchioni

‘Ο έμπορος του φωτός’

Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Εκδόσεις Κριτική

 Ένας γιος που πάσχει από μια σπάνια ασθένεια -πρόωρη γήρανση. Κι έτσι ότι οι άλλοι νέοι μπορούνε να χαρούν εκείνος το στερείται.

Ένα το σώμα που ολοένα και πιο πολλά χάνει* ένας νους που ολοένα και περισσότερα κερδίζει.

Μια αμφισβήτηση της παραδοχής μια τυποποιημένης ήττας που θα του την παρουσιάζει ο ίδιος ο πατέρας του, ένας αληθινός λάτρης και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας.

Μυθιστόρημα στοχαστικό, εν τέλει αισιόδοξο, γραμμένο από τον συγγραφέα του «Βιβλιοπώλη του Σελινούντα» που ιδιαίτερα αγάπησε το ελληνικό κοινό.

 

   


                           

Χαβιέρ Θέρκας

«Ο μονάρχης των σκιών»

Μετάφραση: Γεωργία Ζακοπούλου

Εκδόσεις Πατάκη

 Ένας νέος πολλά υποσχόμενος, ενώ έχει αφήσει το χωριό του -κάπου σε φτωχή και ξεχασμένη περιοχή της Ισπανίας- για να σπουδάσει, τελικά καταλήγει να υπηρετεί τις ένοπλες δυνάμεις του Φράνκο και σε κάποια μάχη να σκοτωθεί. Όλα αυτά εκεί γύρω στα 1938.

Και στη συνέχεια, στις μέρες πια, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου- ένας από τους πιο ταλαντούχους Ισπανούς συγγραφείς των ημερών μας- αποφασίζει να ερευνήσει την πορεία αυτού του νέου που τον συνδέει μια στενή οικογενειακή σχέση.

Ένα μυθιστόρημα που βλέπει με μια άλλη, περισσότερη εσωτερική και γι αυτό και πιο προσωπικά πικρή, ματιά την άνοδο του φασισμού στην Ισπανία

 

    


                         

 James Baldwin

«Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει»

Μετάφραση: Άλκιστις Τριμπέρη

Εκδόσεις Πόλις

 Και οι δυο τους νέοι, και οι δυο τους έγχρωμοι. Και ερωτευμένοι. Μα ξαφνικά τη ζωντάνια του έρωτά τους έρχεται να καταστρέψει το φυλετικό μίσος και η στρέβλωση μιας ρατσιστικής  κοινωνίας.

Οι οικογένειες είναι οι μόνες που μπορούν ουσιαστικά να βοηθήσουν. Αλλά κάποια  μέλη τους πολύ συχνά υποκύπτουν στις απαιτήσεις της εξουσίας.

Ένα μυθιστόρημα γραμμένο από ένα απ’ τους σημαντικότερους αμερικάνους συγγραφείς του 20ου αιώνα και που διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του -μαχητικότητα,  τρυφερότητα, έρωτα και κοινωνικό σχολιασμό.

 

     


                          

Τζον Φάντε

«Ρώτα τη σκόνη»

Πρόλογος: Τσαρλς Μπουκόφσκι

Μετάφραση – επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι δήλωνε πως ο Τζον Φάντε με αυτό το μυθιστόρημά του, επηρέασε όλη την δική του γραφή.

Γραμμένο το έργο στα 1939 απηχεί όλο εκείνο το κλίμα που επικρατούσε στις ΗΠΑ λίγο πριν ξεκινήσει η εμπλοκή τους στον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο.

Χώρος των γεγονότων, το Λος Άντζελες. Και ήρωες πλάσματα που αναζητούν να χαράξουν μια προσωπική πορεία έστω και απλής επιβίωσης ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια και στον τεράστιο πλούτο.

Μυθιστόρημα που σημαδεύει μια εποχή κατά την οποία ο ρεαλισμός αρχίζει να κατακτά την αμερικάνικη λογοτεχνία.

 

   


                       

Λίζα Ταντέο

«Τρεις γυναίκες»

Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ

Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 Η Λίζα Ταντέο είναι δημοσιογράφος.

Θέλησε να γράψει ένα βιβλίο που θα φωτίζει όσο πιο πλατιά γίνεται την γυναικεία επιθυμία.

Επιθυμία συχνά κρυμμένη, συχνά παρεξηγημένη, συχνά παραπλανημένη.

Για οκτώ ολόκληρα χρόνια συνέλεγε το υλικό της. Με τηλεφωνήματα, emails, επιστολές, ταξίδια  και προσωπικές συναντήσεις απέκτησε μια πληρέστατη άποψη για την πολυπλοκότητα της επιθυμίας γενικότερα, έτσι όπως τουλάχιστον αυτή εκφράζεται σε διάφορες γυναίκες  διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων, ηλικιών, μόρφωσης κλπ.

Το βιβλίο δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας. Μα είναι γραμμένο με τόσο ελεύθερο πάθος που διαβάζεται ως ένα μυθιστόρημα – τοιχογραφία όχι μιας εποχής, αλλά της θηλυκότητας.

 

           


                           

Κέιτ Ελίζαμπεθ Ράσελ

«Σκοτεινή μου Βανέσα»

Μετάφραση: Φωτεινή Πίπη

Εκδόσεις Ψυχογιός

 Ένας όντως τολμηρό ως προς τον τρόπο ανάπτυξης του θέματός του, μυθιστόρημα.

Μέσα στην κοινωνική αναστάτωση που έχει προκαλέσει το κίνημα #Me Too, η τριανταπεντάχρονη Βανέσα μαθαίνει πως άλλη γυναίκα κατήγγειλε ένα άντρα πως στο παρελθόν την είχε σεξουαλικά  κακοποιήσει. Όμως ο άντρας αυτός ήταν καθηγητής της Βανέσα όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονών  και ακόμα υπήρξε η πρώτη ουσιαστική ερωτική της σχέση.

Η ίδια διατηρεί μια θετική ανάμνηση από τις εμπειρίες της με εκείνον τον άντρα.

Είναι δυνατόν αυτό που βιώθηκε ως θετική εμπειρία ,τελικά να ήταν στιγνή εκμετάλλευση;

.

 


Στέφανι Μπάρον

«Λαίδη Τσόρτσιλ – η πολυτάραχη ζωή της»

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου

Εκδόσεις Gema

 Μια πλούσια μυθιστορηματική βιογραφία της αμερικανίδας Τζένι Τζερόμ, μετέπειτα Λαίδης Ράντολφ Τσόρτσιλ -μιας γυναίκας που σημάδεψε τα παρασκήνια των κοινωνικών στάσεων και των πολιτικών εξελίξεων στη Μεγάλη Βρετανία, μιας και υπήρξε η εκρηκτικού ταπεραμέντου μητέρα του σερ Ουίστον Τσόρτσιλ.

Η συγγραφέας του βιβλίου θεωρεί το έργο της ως μυθιστόρημα μιας και -χωρίς να έχει αγνοήσει ιστορικά ντοκουμέντα- περιπλανιέται με μια σχετική ελευθερία ανάμεσα σε ερωτικές σχέσεις, πολιτικές φιλοδοξίες και κοινωνικούς σχολιασμούς των υψηλότερων στρωμάτων της αγγλικής αριστοκρατίας.

Βιβλίο που εντάσσεται στο είδος των έργων όπου μέσα από τους δευτεραγωνιστές της Ιστορίας, μας οδηγούν στα κάπως ιδιωτικά διαμερίσματά της.

 

 

17.12.20

Ιωάννα Αργυρού 'Στο πάρκο με τις νεραντζιές"

 

Τα μυθιστορήματα για μεγάλα παιδιά είναι ένα από τα πλέον απαιτητικά είδη της λογοτεχνίας που έχει ως πρώτιστο στόχο της έναν ανήλικο αναγνώστη. Συνήθως τα έργα αυτά έχουν ως κεντρικούς ήρωες χαρακτήρες που διανύουν την εφηβική τους ηλικία. Το να μπορέσει ένας ενήλικος συγγραφέας να αποδώσει με αληθοφάνεια και ζωντάνια τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο έκφρασης ατόμων που ανήκουν σε μια άλλη γενιά από τη δική του είναι έργο δύσκολο. Πολύ εύκολα μπορεί η γραφή να εκπέσει σε στερεοτυπικές εκφράσεις και ακόμα περισσότερο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις, με τις οποίες οι ενήλικες χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά των ανηλίκων.

Παράλληλα, και καθώς η εφηβεία διακρίνεται από μια ιδιόμορφη εσωστρέφεια, αλλά και επίσης ταυτόχρονα και από μια πολύ συχνά εκρηκτική εξωστρέφεια, οι αναγνώστες έφηβοι για να κερδηθούν από τον συγγραφέα που απευθύνεται σε αυτούς θα πρέπει στα κείμενά του από τη μια να διακρίνουν ειλικρίνεια και βάθος ανάλυσης, αλλά και από την άλλη τα στοιχεία εκείνα που θα φέρνουν δίπλα δίπλα το συναίσθημα με τη δράση.

Ας το ομολογήσουμε – η καλή λογοτεχνία απαιτεί μια εσωτερική προσέγγιση θεμάτων και χαρακτήρων. Όσα κείμενα καταφεύγουν σε μια επιδερμική και μόνο δράση, δεν μπορεί να θεωρηθούν και ως οι καλύτεροι εκπρόσωποι μυθιστορημάτων.

Οπότε το να μπορέσει κάποιος να συνθέσει ένα εφηβικό μυθιστόρημα που και με ευθύτητα θα αναλύει σχέσεις και παράλληλα θα χρησιμοποιεί αυτές τις σχέσεις για να στηρίξει πάνω τους μια αρκούντως ικανοποιητική δράση, δεν είναι κάτι ιδιαιτέρως εύκολο, και γι’ αυτό και μάλλον σπάνιο. Άλλωστε, έτσι κι αλλιώς στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή βιβλίων για μεγάλα παιδιά και νέους δεν έχουμε πολλά γνήσια εφηβικά μυθιστορήματα. Οι λόγοι ασφαλώς υπάρχουν και ερμηνεύουν το γεγονός, αλλά στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος ας τους συμπεριλάβουμε όλους κάτω από τη γενική διαπίστωση πως η ελληνική κοινωνία δεν έχει φτάσει ακόμα (!) στην ωριμότητα να βλέπει την εφηβεία όχι ως ένα στάδιο συχνά επικίνδυνης παρέκκλισης από το κοινωνικό πρέπει, αλλά ως μια φυσιολογική περίοδο της συναισθηματικής εξέλιξης κάθε οργανισμού.

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Αργυρού Στο πάρκο με τις νεραντζιές νομίζω πως είναι μια επιτυχημένη μορφή εφηβικής λογοτεχνίας. Οι κεντρικοί ήρωές του είναι δυο έφηβοι – ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η καθημερινότητά τους και τα συναισθήματά τους περιγράφονται από τους ίδιους (πάνω σε δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις έχει υλοποιηθεί το έργο) και ο λόγοι και εκείνου και εκείνης καταφέρνουν παράλληλα με τις θέσεις τους να φωτίσουν και τις προσωπικότητές τους. Παιδιά και τα δυο χωρισμένων γονιών, μέσα από τα δικά τους μάτια γνωρίζουμε και τους λόγους του διαζυγίου των γονέων τους, αλλά και το πώς αυτοί οι γονείς ζούνε μετά τους χωρισμούς τους. Δίπλα στις δυο οικογένειες –που σύντομα γίνονται τέσσερις– και πάλι μέσα από τους δυο αφηγητές θα γνωρίσουμε έναν περίγυρο και, χωρίς κουραστικές λεπτομέρειες, τις κοινωνικές απόψεις πάνω σε θέματα όπως αυτά των προσφύγων, του εκπαιδευτικού συστήματος κ.λπ.

Τίποτε το ιδιαίτερα σημαντικό δεν συμβαίνει μέσα σε όλο το μυθιστόρημα. Κι όμως, η προσοχή του αναγνώστη δεν εξαφανίζεται. Σαφώς στο όλο θετικό αποτέλεσμα παίζουν ρόλο οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Και στο σημείο αυτό iargας τονισθεί πως το να καταφέρει ένας συγγραφέας να καταγράψει τους λόγους δυο ανθρώπων με τρόπο έτσι ώστε ο καθένας τους να διατηρεί την ατομικότητά του δεν είναι κάτι το τόσο σύνηθες.

Η εκ Κύπρου Ιωάννα Αργυρού έκανε την είσοδό της στον χώρο της εφηβικής λογοτεχνίας με ένα μυθιστόρημα ανάλαφρο, ευκολοδιάβαστο. Μα και αληθινό. Νομίζω πως έχει όλα τα εφόδια να αγαπηθεί από ένα πλατύ κοινό. Όπως και την εντιμότητα να μη θέλει να το παραπλανήσει.


https://diastixo.gr/kritikes/efivika/15434-parko-neratzies?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=manoskontoleon%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_17_11_2020_10_23

12.12.20

Μάνος Κοντολέων "Διάλεξε Κόσμο"



 

Γιάννης Ξανθούλης "Ζωή μέχρι χθες"

 

Από τις πλέον ιδιόμορφες συγγραφικές φωνές της πεζογραφίας μας ο Γιάννη Ξανθούλης.

Πολλά τα βιβλία του, αλλά και ιδιαίτερα γνωστός όσο και αγαπητός  από τα χρονογραφήματά του, τα θεατρικά του κείμενα για παιδιά, από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του.

Ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά με τα οποία έχει κερδίσει την αγάπη και την αναγνώριση ενός πολυπληθούς κοινού, είναι η δομή του γραπτού όσο και προφορικού του λόγου,  αλλά και ο τρόπος  -αυτοσαρκαστικός μα και χιουμοριστικός- με τον οποίον περιγράφει τις απόψεις του.

Και με ‘όπλα’ αυτές τις δυο αφηγηματικές  ταυτότητες έχει γράψει μυθιστορήματα που πέρα από την διεισδυτική -συχνά αρκούντως υποκειμενική- ματιά πάνω στα γεγονότα, διαθέτουν και μια ολοζώντανη παρουσία των ηρώων τους.

Είναι ένας από τους, μάλλον λίγους,  σύγχρονους  συγγραφείς μας που έχουν καταφέρει να συνδυάζουν τόσο την αναγνώρισή τους από ένα κάπως πιο εξειδικευμένο και απαιτητικό κοινό, όσο και από ένα άλλο που στέκεται περισσότερο στην πλοκή και το συναίσθημα.

Το προσφάτως  εκδοθέν μυθιστόρημά του  –‘Ζωή μέχρι χθες’- αυτήν την σύγχρονη αναγνώριση από αναγνώστες διαφορετικών απαιτήσεων, μα και δυνατοτήτων νομίζω πως την επιτυγχάνει περισσότερο από κάθε άλλο προηγούμενο του.

Πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Χωρισμένο σε δυο μέρη. Η γέφυρα ανάμεσά τους είναι απολύτως βατή έτσι καθώς ο Ξανθούλης από την αρχή μας γνωρίζει το κεντρικό πρόσωπο του έργου και το οποίο αν και στο πρώτο μέρος στην ουσία το παρακολουθούμε να ζει την εφηβεία του κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, στο δεύτερο, που είναι η εποχή μας πλέον, η ίδια ηρωίδα όσο κι αν έχει γεράσει, ανιχνεύει και ξεκαθαρίζει  -μαζί με τον αναγνώστη των παθών της-  εκείνο το εφηβικό προφίλ της του πρώτου μέρους.

Ναι, είναι τελικά το χθες που καθορίζει το αύριο -ρήση που πολλοί συγγραφείς την αποδέχονται και εδώ, στο συγκεκριμένο έργο, ο Ξανθούλης την μετατρέπει και σε βάση στήριξης όλης της ιστορία του.

Κεντρική ηρωίδα η Αμφιτρίτη Βράνη. Κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας που μεγαλώνει μέσα στην καταπιεστική προστασία  ενός νεοκλασικού της Αχαρνών  των μεταπολεμικών χρόνων, αλλά σφραγίζεται από ένα έρωτα που έχει τις οσμές μια κοινωνικής αμφισβήτησης.

Η σύγκρουση δύο κόσμων μέσα στο ίδιο εφηβικό σώμα θα επιφέρει την έκρηξη -κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Και αμέσως μετά από αυτήν την μυθιστορηματική ανατροπή, εισερχόμαστε στο δεύτερο μέρος του έργου, όπου και πάλι η Αμφιτρίτη θα μας ξεναγεί σε σκέψεις, συναισθήματα και πράξεις της, όχι όμως με τη φωνή μιας εξεγερμένης έφηβης, αλλά με τα λόγια μιας ηλικιωμένης γυναίκας που θέλει να ξεκαθαρίσει ακριβώς αυτό το παρελθόν που εν αγνοία της καθόριζε  τη ζωή της μέχρι χθες.

Δεν θα ήταν μόνο δύσκολο να περιγράψει κανείς την σύνθετη πλοκή ενός μυθιστορήματος 400 τόσων σελίδων μέσα σε λίγες γραμμές, αλλά θα ήταν -κυρίως αυτό- μια αποτυχημένη και τελικά καταστροφική προσπάθεια παρουσίασης ενός έργου που πάλλεται από το πάθος μιας γυναίκας και που μέσα από τα λόγια αυτής της γυναικάς μια ολόκληρη ιστορική περίοδος επισημαίνεται και ένας ολόκληρος κοινωνικός ιστός φωτογραφίζεται.

Προτιμώ να τονίσω δύο ιδιαιτερότητες του έργου.

Η μια έχει να κάνει με το πλάσιμο μιας μυθιστορηματικής ηρωίδας που διαθέτει ένα δικό της τρόπο να ορά και να κρίνει, αλλά ακριβώς γιατί αυτός ο τρόπος είναι ολότελα δικός της  αποκτά και σημαντική αξία. Η Ιστορία δεν βιώνεται μήτε με τις χρονολογίες, μήτε με την στεγνή εξιστόρηση των μεγάλων στιγμών της. Μα γίνεται βίωμα μόνο αφού πρώτα προσφέρει το όνειρο και την απογοήτευση. Με άλλα λόγια αφού πάψει να είναι Ιστορία και γίνει ιστορία. Μάθημα μέγιστο λογοτεχνικής ενσάρκωσης που νομίζω από την εποχή του Ταχτσή  (υπενθυμίζω το ‘Τρίτο Στεφάνι’ του) θυμόμαστε να το έχουμε πιστέψει.

Η δεύτερη ιδιαιτερότητα του έργου είναι πως η ηρωίδα του μυθιστορήματος λες και συμπορεύεται με τον δημιουργό του.

Παράλληλες ηλικίες και καθόλου δεν ξενίζουν τα  διαφορετικά φύλα των δυο τους. Αντιθέτως μάλιστα, θεωρώ πως έχει ουσιαστικό έρεισμα το γεγονός πως ο Ξανθούλης επέλεξε μια γυναικεία φωνή να τον εκπροσωπήσει σε μια ανάπλαση του χτεσινού κόσμου.

Ο δημιουργός -εννοώ ο κάθε συγγραφέας που δεν γράφει απλώς, αλλά γεννά χαρακτήρες μέσα σε ένα κόσμο που επίσης ο ίδιος κατά τα δικά του πάθη τον πλάθει- μια θηλυκή περσόνα είναι. Υποδέχεται το σπέρμα της έμπνευσης, κυοφορεί το έμβρυο, γεννά το τέκνο – έργο. Που είναι τόσο δικό του, όσο και εκείνου του όντος  (χωροταξικής ή χρονολογικής ή και ψυχογραφικής υφής -αδιάφορο) που το έσπειρε.

Κι εδώ, μέσα από μια τέτοιας μορφής ταύτιση δημιουργήθηκε ένας σπαρταριστός τύπος ηρωίδας, καταγράφτηκαν οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης περιόδου και ομολογήθηκε πως… Ναι, ότι ζήσαμε μέχρι χθες το έχουμε ζήσει.

Το αύριο είναι μεν ανοιχτό, αλλά είναι για τους επερχόμενους.


http://www.periou.gr/%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd-%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%b6/


5.12.20

Σκέψεις για την Παιδική Λογοτεχνία που τις δημιούργησαν κάποιες … Μάγισσες

 



 

Είδα προ ημερών, την κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος του Ρόαλντ Νταλ «Οι Μάγισσες».

Μια αληθινά ευρηματική και απόλυτα πιστή, ως προς τη θέση του μυθιστορήματος, κινηματογραφική μεταφορά ενός από τα καλύτερα -κατά τη γνώμη μου- έργα αυτού του μεγάλου μάστορα της λογοτεχνίας για παιδιά.

Και θυμήθηκα, κάπου εκεί γύρω στα 1989, όπου ο Θανάσης Ψυχογιός με είχε παρακαλέσει να διαβάσω στο πρωτότυπο ένα άλλο έργο του Νταλ, την ξακουστή πλέον «Ματίλντα».

Είχε πληροφορίες για την μεγάλη επιτυχία του έργου στο εξωτερικό και ήθελε να το μεταφράσει και στην Ελλάδα. Αλλά οι γνώμες κάποιων άλλων που ασχολιόντουσαν με την κριτική και γενικά την μελέτη της παιδικής λογοτεχνίας στους οποίους είχε απευθυνθεί, ήταν αρνητικές.

Θεωρούσαν ιδιαίτερα βέβηλο το έργο -κακοί γονείς, τυραννική εκπαιδευτικός και ένα μικρό κορίτσι -το θύμα τους- που τελικά και αυτούς  τους ίδιους τιμωρεί γελοιοποιώντας τους , αλλά και η ίδια από μόνη της επιλέγει τον ενήλικο που θα την μεγαλώσει και θα την εκπαιδεύσει.

Ο στόχος, το μήνυμα αν θέλετε, του Νταλ είναι πως οι ρόλοι δεν είναι πάντα δεδομένοι. Πρέπει να έχεις το ταλέντο και το ήθος για να μπορείς  επαρκώς  να τους ερμηνεύσεις, άρα και να σου ανατεθούν. Κι αν ένα άρρωστο σύστημα επιμένει να σε υποστηρίζει, τότε θα έχεις να αντιμετωπίσεις την αμφισβήτηση του ίδιου του υποκειμένου που του επιβάλεις την ανικανότητα και τη σκληρότητά σου.

Στα τέλη  της δεκαετίας του ’80 εγώ συγγραφικά ήμουνα απόλυτα έτοιμος να ενστερνιστώ τις απόψεις αυτές, που άλλωστε ήταν και οι απόψεις μιας ομάδας συγγραφέων που είχαμε ξεκινήσει λίγο πριν και λίγο μετά την Μεταπολίτευση. Μα ήταν απόψεις ακόμα καινοφανείς  και εμείς αρκούντως νέοι ώστε να πάρουμε το ρίσκο μιας υλοποίησή τους και να τολμήσουμε την εφαρμογή τους στα κείμενά μας, στον βαθμό τουλάχιστον που ο Νταλ το έκανε  στην «Ματίλντα» του.

Με ιδιαίτερο ενθουσιασμό υποστήριξα την μετάφραση του έργου στα ελληνικά και ο Ψυχογιός πείσθηκε και  ανέθεσε την μετάφραση του έργου στην Κώστια Κοντολέων και το βιβλίο πλέον κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά το 1990. Αξίζει στη σημείο αυτό να θυμηθούμε πως την επόμενη χρονιά, η μετάφραση αυτή της Ματίλντας τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης.

Ήταν -και δυστυχώς ακόμα είναι- το μοναδικό μυθιστόρημα της λογοτεχνίας για παιδιά που πήρε Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης. Και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, νομίζω πως μπορώ να δηλώσω ευθαρσώς την άποψή μου πως αυτή η τιμή ασφαλώς και βασίστηκε στην μεταφραστική ικανότητα της Κώστιας Κοντολέων, αλλά επίσης και στην αμέριστη υποστήριξη της Κίρας Σίνου που ως μέλος της επιτροπής βράβευσης υποστήριξε την άποψη πως ισότιμα θα πρέπει να κρίνονται τα βιβλία άσχετα αν ανήκουν στο ένα ή το άλλο λογοτεχνικό είδος.

Η Ματίλντα έγινε πολύ γρήγορα αγαπημένο ανάγνωσμα μικρών και μεγάλων, ο Νταλ ανακαλύφθηκε και από το ελληνικό κοινό και ακολούθησαν οι μεταφράσεις και άλλων έργων του.

Ανάμεσα σε αυτά και «Οι Μάγισσες».

Το μυθιστόρημα αυτό το μετέφρασε και πάλι η Κώστια Κοντολέων και έτσι είχα την τύχη να το παρακολουθήσω από κοντά και να μαγευτώ, να ενθουσιαστώ, να υποκλιθώ στην ευρηματικότητα του άγγλου συγγραφέα. Και στη τόλμη του.

Γίνομαι πιο σαφής.

Η ιστορία στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα έχει να κάνει με ένα μικρό αγόρι που μένει ορφανό και από τους δυο γονείς του κι έτσι πάει να μείνει στο σπίτι της γιαγιάς του.

Εκεί, στην μικρή επαρχιακή πόλη που μένει η γιαγιά, κυκλοφορούν … μάγισσες. Είναι πλάσματα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τα καλύπτουν  κατάλληλα έτσι ώστε να μη διαφέρουν εμφανισιακά από τις άλλες γυναίκες. Ο  βασικός τους στόχο είναι εξαφανίσουν όλα τα παιδιά, μετατρέποντάς τα σε ποντίκια ή και άλλα ζώα..

Η ίδια η γιαγιά του μικρού ήρωα, στα παιδικά της χρόνια βίωσε αυτή τη δύναμη μιας μάγισσας καθώς είχε δει την αγαπημένη  της φιλενάδα να μετατρέπεται σε κότα.

Γι αυτό και έχει φροντίσει να μάθει διάφορους τρόπους αντιμετώπισης αυτών των μαγικών φίλτρων.

Ενημερώνει για όλους αυτούς τους κινδύνους τον εγγονό της, αλλά δεν καταφέρνει τελικά να αποτρέψει την μετατροπή του -εκείνου και δυο φίλων του- σε ποντίκια.

Κι έτσι -εδώ πλέον είναι η απόλυτη ελευθερία της σκέψης του Νταλ- το έργο τελειώνει με τη γιαγιά να συμβιώνει με τον εγγονό  – ποντικό. Και να τον αγαπά γιατί δεν παύει να τον βλέπει ως εγγόνι της. Και αυτός πάλι να αισθάνεται όμορφα αφού υπάρχει κάποιος να τον νοιάζεται και να τον φροντίζει. Το μόνο που τον απασχολεί (τον εγγονό ποντικό, σας υπενθυμίζω) είναι πόσα χρόνια αυτός θα ζήσει ως ποντίκι, αλλά και η γιαγιά που είναι ηλικιωμένη. Μα όταν συνειδητοποιεί πως τα λίγα χρόνια ζωής ενός ποντικού είναι σχεδόν τα ίδια με τα όσα απομένουν  για να ζήσει η γιαγιά, ηρεμεί και συνεχίζει να είναι ευτυχισμένος.

Με άλλα λόγια, έχουμε  μια απόλυτη ανατροπή στερεοτύπων κάθε είδους -ηλικίας, μορφής, θανάτου. Και αυτές οι ανατροπές αβίαστα και με χιούμορ και χαριτωμένη δράση  έρχονται να απλώσουν τις αξίες τους στα μάτια του αναγνώστη. Εν τέλει την αισιοδοξία την βλέπουμε να ανθεί και σε μέρη που μήτε είχαμε υποψιαστεί πως έστω και να τα επισκεφθεί θα μπορούσε.

Αυτά τότε είχα δει και με είχαν ενθουσιάσει καθώς η Κώστια μετέφραζε τις Μάγισσες.

Τα ίδια και πάλι, προχθές, είδα καθώς παρακολουθούσα την ταινία.

Αλλά μετά… Μετά αναλογίστηκα τα στενά κοστούμια που οι περισσότεροι από τους σύγχρονους έλληνες (μπορεί και ξένους, αλλά αυτό δεν  φορά τον λόγο γραφής αυτού του σημειώματος) συγγραφείς φοράνε στις ιδέες τους  και ενδύουν τους ήρωές τους. Και μελαγχόλησα.

Στη θέση των αναθεωρήσεων, στη θέση νέων ελεύθερων σκέψεων -στη ουσία στην προσπάθεια να δημιουργηθούν νέοι άνθρωποι απαλλαγμένοι από μια συνθλιπτικά στερεοτυπική άποψη-  τα περισσότερα από τα τωρινά βιβλία που γράφονται προτείνουν διστακτικές, στην καλύτερη περίπτωση, λύσεις, μπορεί ακόμα και οπισθοδρομικές.

Ασφαλώς και οι σημερινοί έλληνες συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας στέφονται σε ζητήματα της καθημερινότητας και καταγγέλλουν άλλοτε τη βία, άλλοτε τις όποιες διακρίσεις, άλλοτε τις ενδοοικογενειακές σχέσεις,  άλλοτε την αλόγιστη καταστροφή του περιβάλλοντος  κ.α. Αλλά η καταγγελία είναι μόνο ένα όπλο στο οπλοστάσιο της συνειδητοποίησης.

Και από μόνο του εν τέλει χωρίς αποτελεσματικότητα. Πρέπει να συνοδεύεται από μια πλατύτερη θεώρηση των πραγμάτων, από μια βαθιά τεκμηριωμένη απόφαση ανατροπής της κοινωνικής υποκρισίας και τοποθέτηση στην αντίστοιχη θέση μιας άλλης ματιάς.

Κι αυτή η άλλη ματιά δεν πρέπει μόνο να δηλώνεται, αλλά και να την βλέπουμε δραματουργικά να υλοποιείται.

Θα προσπαθήσω να γίνω περισσότερο κατανοητός, περισσότερος πειστικός.

Η Ματίλντα , όπως και το αγόρι στις Μάγισσες, δεν τιμωρούν μόνο όσους αμφισβητούν θέσεις και αξίες. Γίνονται  τόσο η μια όσο και ο άλλος στοιχεία αυτής της αμφισβήτησης.

Η Ματίλντα η ίδια επιλέγει τον άνθρωπο που θα την μεγαλώσει, στην ουσία αγνοεί την όποια κληρονομικότητα και ξεκινά να υλοποιεί μια νέα σε άλλα στοιχεία βασισμένη -όχι κληρονομικότητα του αίματος, αλλά υπεύθυνων συναισθημάτων.

Το αγόρι  εμβαθύνει  αυτές τις επανατοποθετήσεις και επαναξιολογήσεις και ανατρέπει με την ίδια του την ύπαρξη την όποια άποψη περί ανωτερότητας ειδών, αλλά και την όποια αξιολόγηση της ζωής με βάση την μακρόχρονη πορεία της. Μα και η γιαγιά, πάντα δίπλα του, δεν κρύβεται πίσω από το γήρας της, μήτε πίσω από την θλίψη της για την ήττα των προσπαθειών της. Βλέπει τον εαυτό της ως αυτό που η βασική ιδιότητα του επιγόνου/ εγγονού της έχει δώσει -συμπαραστάτη και συμπαίχτη.

Αυτή την  αναπροσαρμογή  προσώπων και σχέσεων και θέσεων και ιδεών είναι που ο Νταλ μας την  έχει μάθει και που μάλλον ενώ κάπου (εδώ στον τόπο μας) πήγαινε να εδραιωθεί, έχει αρχίσει να ξεφτίζει και εν τέλει να ευτελίζεται.

Και θυμάμαι τώρα και ένα άλλο ακόμα μυθιστόρημα για μεγάλα παιδιά και εφήβους αυτό, του Μέλβιν Μπέρτζες «Lady: My life as a bitch» (έχει εκδοθεί το 2007  στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Μίνωας, σε μετάφραση της Μαρίας Σκαμάγκα)

Και σε αυτό και πάλι έχουμε τη ‘μαγική’ μετατροπή μιας έφηβης σε σκύλα. Και την καθημερινότητα της ως τετράποδου μέσα στους δρόμους μιας πόλης παρακολουθούμε.

Ο Μπέρτζες περιγράφει το βλέμμα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος όταν μετατραπεί σε σκύλο και με το οποίο αυτό βλέμμα βλέπει τους άλλους ανθρώπους. Και όχι μόνο τους βλέπει, αλλά και τους κρίνει και τους συγκρίνει με τα τετράποδα.

Στο τέλος η ίδια η ηρωίδα αποφασίζει να μην εκμεταλλευθεί την ευκαιρία να γίνει και πάλι άνθρωπος, αλλά να παραμείνει σκύλα, καθώς έχει γνωρίσει  και τους δυο τρόπους ζωής -ανελεύθερου κοινωνικά ανθρώπου και ελεύθερου από συμβάσεις ζώου- και επιλέγει τον δεύτερο.

Ο τίτλος του έργου στα ελληνικά έγινε «Η παράδοξη ζωή μιας έφηβης» και από αυτό και μόνο το γεγονός της αλλαγής του τίτλου γίνεται φανερή η δυσκολία να αποδεχτεί το κοινό μας -εμείς, δηλαδή- το διαφορετικό, το ανατρεπτικό, το καινοφανές.

Τελικά και για μια ακόμα φορά βλέπω να επιβεβαιώνεται η άποψη πως είναι η Παιδική Λογοτεχνία που περισσότερο από κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος,  καθρεφτίζει τις βαθιά ριζωμένες κοινωνικές τάσεις. Το πολιτικά και κοινωνικά οράματα των χρόνων λίγο πριν τελειώσει ο 20ος αιώνας έχουν δώσει τη θέση τους (ίσως και με μια αφροντισιά αυτά τα ίδια να τα δημιούργησαν) στα τυποποιημένα συνθήματα μιας πλατιάς κοινωνικοποίησης, που βέβαια ως συνθήματα χρησιμοποιούνται σε μια ή δυο πορείες και μετά λησμονούνται, αντικαθίστανται με άλλα.

********

Στα πλαίσια μιας γρήγορης αναδρομής στη χαμένη ευκαιρία να μετακομίσουμε  την κοινότητα των ηρώων της παιδικής λογοτεχνίας μας σε μια πλέον τολμηρή ως προς τις αμφισβητήσεις της λογοτεχνία για παιδιά και νέους, κατέγραψα σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν από την παρακολούθηση μιας ταινίας.

Και μόνο το γεγονός πως είκοσι χρόνια μετά, μυθιστορήματα για παιδιά σαν τις «Μάγισσες» του Νταλ εξακολουθούν να παίρνουν απάνω τους όλη την ευθύνη να αποσβέσουν το κόστος της κινηματογραφικής  διασκευής τους και τελικά όχι μόνο να το επιτυγχάνουν αλλά και να φέρνουν και κέρδη, αποδεικνύει πως η απόλυτη ανατροπή των συμβάσεων είναι πολλές φορές το ζητούμενο, ίσως γιατί είναι και μια από τις λίγες επιτυχημένες και καταξιωμένες πρακτικές  που κληροδότησε ο 20ος στον 21ο και που η κοινωνία αυτού του δευτέρου, πιεσμένη ανάμεσα σε διαψεύσεις και παραμορφώσεις δείχνει να έχει απόλυτα την ανάγκη της.

 https://www.oanagnostis.gr/skepseis-gia-tin-paidiki-logotechnia-poy-tis-dimioyrgisan-kapoies-magisses-grafei-o-manos-kontoleon/?fbclid=IwAR10KbQBlQlud3neZHiysNQ3nAXzGmIEOOzwEVt3KVAdV-s_VendHxo_cqk