11.3.23

Σιμόν ντε Μποβουάρ «Ένας πολύ γλυκός θάνατος»

 Σιμόν ντε Μποβουάρ

«Ένας πολύ γλυκός θάνατος»

Μετάφραση: Γιώργος Ξενάριος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 


 <<Δεν υπάρχει φυσικός θάνατος* τίποτε απ΄ όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι ποτέ φυσικό, αφού η φυσική παρουσία του επαναδιαπραγματεύεται τον κόσμο. Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Για κάθε άνθρωπο όμως ο θάνατός του είναι ένα δυστύχημα και, ακόμα κι αν τον γνωρίζει και συναινεί σε αυτόν, μια παράλογη, βίαιη πράξη>>

Νομίζω πως αυτές οι φράσεις με τις οποίες η Σιμόν ντε Μποβουάρ ολοκλήρωσε το ‘μυθιστόρημα’ της «Ένας πολύ γλυκός θάνατος» αποτελούν και τον λόγο για τον οποίο το έγραψε.

Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την ίδια τη ζωή με ένα τρόπο απόλυτα εστιασμένο στον εαυτό του -ο κόσμος υπάρχει έτσι όπως και  όσο ο καθένας από εμάς τον αντιλαμβάνεται. Οπότε και ο θάνατος -βίαιη έξοδος από  μια θεατρική σκηνή στην οποία πρωταγωνιστούμε- παραμένει ένα παράλογο γεγονός.

Αλλά ξέρουμε πως υπάρχει, πως θα τον συναντήσουμε. Οπότε προσπαθούμε να εξοικειωθούμε με αυτόν παρακολουθώντας τον θάνατο ενός άλλου.

Από τις κεντρικότερες και εμβληματικές πνευματικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα, η Μποβουάρ αναζητούσε συνέχεια εμπειρίες για να επιβεβαιώνει πως κανόνας της είναι ο εαυτός της, οπότε θα ήταν αυτή η ίδια που και θα τους δημιουργούσε.

Μια τέτοια προσπάθεια σε οδηγεί στο να ανακαλύπτεις τις βαθιές σχέσεις με όσους τυχόν έζησαν δίπλα σου και ασφαλώς πρώτα απ΄ όλους με τη ίδια σου τη μητέρα.

Η Μποβουάρ καταγράφει τη σχέση της με τη μητέρα της κατά τη διάρκεια των ημερών όπου η δεύτερη βίωνε την βίαιη πράξη του θανάτου της.

Και είναι έτοιμη να αποδεχτεί την άποψη πως ‘οι γονείς δεν καταλαβαίνουν τα παιδιά τους, αλλά αυτό είναι αμοιβαίο’.

Τα αφηγούμενα γεγονότα συνέβησαν το φθινόπωρο του 1963. Η ίδια η Μποβουάρ είναι 55 χρονών, ήδη γνωστή συγγραφέας και η σχέση της με τον Σαρτρ προτείνει έναν άλλο τρόπο συμβίωσης.

Η μητέρα της, είναι 78 χρονών και διαγιγνώσκεται με καρκίνο εντέρου.

Η γνώση πως ο άνθρωπος που την έφερε στη ζωή, αποχωρεί από αυτήν και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα επώδυνο και συχνά εξευτελιστικό τρόπο, την κάνει να αισθάνεται την ανάγκη να δηλώσει το παρόν της -Δεν ήθελα ντε και καλά να μην ξαναδώ τη μάνα μου πριν πεθάνει, μa δεν άντεχα την ιδέα να μην με ξαναδεί εκείνη.

Και επιστρατεύει από τη μια το λογοτεχνικό της ταλέντο και από την άλλη τη φιλοσοφική της σκέψη για να περιγράψει λεπτό προς λεπτό όλες τις μέρες που η Φρανσουάζ ντε Μποβουάρ ζούσε την πορεία της προς το βιολογικό τέλος.

Πρόκειται για ένα κείμενο που έχει στοιχεία ημερολογιακής καταγραφής, αλλά παράλληλα θα μπορούσε και να θεωρηθεί ως μια συλλογή συνθηκών όπου η φθορά του σώματος δείχνει στο που διαφέρει από τη φθορά του θανάτου.

Η σχέση μάνας - κόρης διατηρεί και φωτίζει με ειλικρίνεια κάθε κλασική πτυχή της, αλλά και με σαφήνεια ξεγυμνώνει την διαφορά ανάμεσα στον νέο και στον ηλικιωμένο, ανάμεσα στον υγιή και τον άρρωστο. Σε εκείνον που θα ζήσει και σε εκείνον που πεθαίνει.

Και στο σημείο αυτό, έρχεται μια άλλη εμπειρία – αναγνωστική αυτή.

Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει το 1964. Η ίδια η Μποβουάρ θα πεθάνει το 1986.

Ο σημερινός αναγνώστης του έργου δεν μπορεί παρά να σταθεί στην γνώση πως η γυναίκα που έγραφε :Δεν πεθαίνουμε επειδή κάποτε γεννηθήκαμε ούτε επειδή ζήσαμε ούτε επειδή γεράσαμε. Πεθαίνουμε  για κάποιον λόγο… Ένας καρκίνος, μια ανακοπή, μια πνευμονική εμβολή είναι τόσο βίαια και απρόβλεπτα όσο και το σταμάτημα του κινητήρα ενός αεροπλάνου που πετάει, περπάτησε τελικά και η ίδια -σε όλους μας άλλωστε αυτό θα συμβεί- στον δρόμο που διαπερνά το γνωστό και σπρώχνει προς  το άγνωστο.

Αλλά τελικά είναι το ίδιο το κείμενο που παραμένει ή με μια διαφορετική έκφραση: η ίδια η Σιμόν ντε Μποβουάρ  κατάργησε τον χρόνο.

Ένα κείμενο σπάνιας ειλικρίνειας και ακόμα πλέον σπάνιας συνύπαρξης συναισθήματος και φιλοσοφικού στοχασμού.

(620 Λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο Νέων, 11/3/2023

21.1.23

Λιονέλ Ντυρουά "Ευγενία"

 

Lionel Duroy

«Ευγενία»

Μετάφραση: Εύα Γεωργουσοπούλου

Εκδόσεις Πόλις

 

                                 

 

Ο Λιονέλ Ντυρουά γεννήθηκε τo 1949 στην Τυνησία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ ως συγγραφέας αρκετών μυθιστορημάτων έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.

Όχι ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας (το 2002 είχε κυκλοφορήσει ένα του μυθιστόρημα από τις Εκδόσεις Modern Times), οπότε και στην ουσία το ελληνικό βιβλιόφιλο κοινό έρχεται σε επαφή μαζί του με αυτό το μυθιστόρημα και νομίζω πως αυτή η επαφή διαθέτει όλα τα στοιχεία μιας ποιοτικής και εντυπωσιακής γνωριμίας.

Το ‘Ευγενία’ είναι ένα καθαρά πολιτικό μυθιστόρημα, όμως παράλληλα είναι και μια ψυχογραφική καταγραφή ερωτικής σχέσης.

Κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια όλης της ιστορίας είναι η Ευγενία, μια νέα γυναίκα που ζει στη Ρουμανία (άλλοτε στο Βουκουρέστι  κι άλλοτε στο Ιάσιο) την περίοδο των δεκαετιών ’30 και ’40, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ανόδου και πτώσης του Ναζισμού και των μεγάλων πολιτικών γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία αυτής της χώρας.

Με την εξιστόρησή της καταγράφει κυρίως τις διώξεις των Εβραίων που ζούσανε τότε στη Ρουμανία και κυρίως το τραγικό πογκρόμ του Ιασίου (από τις 29 Ιουνίου ως τις 6 Ιουλίου 1941 πάνω από 13.266 άνθρωποι, ή το ένα τρίτο του ΕβραΊκού πληθυσμού, σφαγιάστηκαν), αλλά παράλληλα αφιερώνει ένα μεγάλο -και σαφώς το ουσιαστικότερο μυθιστορηματικά – μέρος του έργου στη σχέση της με τον θεατρικό συγγραφέα Μιχαήλ Σεμπαστιάν.

Ο Σεμπαστιάν υπήρξε υπαρκτό πρόσωπο (στην Ελλάδα δεν έχει κυκλοφορήσει κανένα έργο του) και εξέφρασε τόσο με τα κείμενά του όσο και με την ίδια τη στάση ζωής του, το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτιστα Ρουμάνο και μετέπειτα Εβραίο.

Μια διπλή ταυτότητα που εκείνη την εποχή και κάτω από τις ναζιστικές θεωρίες, δεν μπορούσε να γίνει αποδεχτή και ασφαλώς τον είχε φέρει σε πολύ δύσκολες στιγμές.

Παράλληλα -και σύμφωνα πάντα με τον τρόπο που μας τον παρουσιάζει ο Ντυρουά- ο Σεμπάστιαν ήταν ο καλλιτέχνης εκείνος που θεωρούσε ως σχεδόν μοναδικό λόγω ύπαρξης του την ίδια του τη συγγραφική δημιουργία.

Προσωπικότητα πολύπλοκη, άλλοτε ιδιαιτέρως εγωκεντρική, πάντοτε με έντονο σεβασμό προς τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα ως μια μορφή κατόπτρου όπου πάνω του θα αντανακλαστούν τα πάθη και οι αδυναμίες, οι σκοπιμότητες και οι χειραγωγήσεις των πολλών, του λαού που εύκολα άγεται και φέρεται, βιοπραγεί δίχως συνείδηση των πράξεών του, λησμονά χωρίς να αυτοαναλύεται.

Ο δομικός  άξονας  του πολυσέλιδου αυτού μυθιστορήματος είναι απλός.

 

(800 λέξεις)

Η Ευγενία ξεκινά να καταγράφει τις αναμνήσεις της από τη ιδιότυπα ερωτική μα και ιδεολογική  σχέση της με τον Σεμπαστιάν,  μόλις μαθαίνει τον θάνατό του σε τροχαίο. Είναι τον Μάιο του 1945.

Η αφήγησή της δεν ακολουθεί γραμμική πορεία.  Συχνά επιστρέφει σε γεγονότα και αναμνήσεις που έχουν προηγηθεί άλλων που μόλις έχει καταθέσει.

Αλλά αυτό που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό όλης αυτής της μυθιστορηματικής σύνθεσης είναι η συνύπαρξη ιστορικών και μυθιστορηματικών προσώπων.

Με μια άνεση αξιοθαύμαστη, ο Ντυρουά καταφέρνει να αφηγηθεί με πολλές λεπτομέρειες τα σύνθετα πολιτικά γεγονότα εκείνων των χρόνων την ίδια στιγμή που παρασύρει τον αναγνώστη του στις περιγραφές προσωπικών στιγμών, ερωτικών σχέσεων, ατομικών προβληματισμών.

Στην ουσία το ‘Ευγενία’ θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει ως μια ιδανική πρόταση για το πως αξίζει και πρέπει να γράφεται ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί καταφέρνει να συμπαρασύρει τα συναισθήματα του αναγνώστη του και από τη μια να τον οδηγεί στα δυσδιάκριτα μονοπάτια των ανθρώπινων παθών και από την άλλη να τον πλοηγήσει στα περίπλοκα διαμερίσματα πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Η τελική θέση που το συγκεκριμένο μυθιστόρημα φέρνει προς προβληματισμό είναι εκείνη για την οποία ο ίδιος ο Σεμπαστιάν είχε κατά καιρούς δηλώσει την απόλυτη αντίθεσή του : «Δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο η κατάκτηση της εξουσίας, η κατάληψή της, και η ταύτιση του κόμματος με τη συλλογικότητα  στο σύνολο της… Ονομάζουμε έθνος μια συλλογικότητα που εμπερικλείει την ιδέα του πολέμου. Ένας έθνος αυτοπροσδιορίζεται μέσω της εξίσωσης φίλος – εχθρός. Η δημοκρατία καταστρέφει την ενότητα του έθνους και το παραδίδει εξασθενημένο στην εβραϊκή κοσμοπολίτικη ισχύ κλπ… Ένοιωσα συντετριμμένος».

Σε αυτή την απόλυτη περιγραφή μιας φασιστικής νοοτροπίας, ο ίδιος ο Σεμπαστιάν θα έχει να παραθέσει την προσωπική του στάση, τη δική του θεωρητική δομή - «…προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταλάβω γιατί κάποιοι άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν, και τους οποίους δεν έχω βλάψει ποτέ, θέλουν να με δουν πεθαμένο».

Η διάθεση του Ντυρουά  να συνδέσει το τραγικό χθες με το εξίσου τραγικό σήμερα είναι προφανής. Όπως και ολότελα προφανής είναι και ο τρόπος που προτείνει για να αλλάξει η προδιαγεγραμμένη πορεία της ευρωπαϊκής σκέψης και πράξης προς ένα ζοφερό αύριο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, απροσδόκητα σύγχρονο και απρόσμενα -τελικά- τρυφερό.

Αποσπάσματα από κείμενα του ίδιου του Μιχαήλ Σεμπαστιάν, όπως και επίσης άρθρων που αφορούν εκείνον και το έργο του, έχουν ενταχθεί στο όλο κείμενο.

Η μετάφραση της Εύας Γεωργοσοπούλου θεωρώ πως έχει ιδιαιτέρως συντελέσει στην άνεση με την οποία ο έλληνας αναγνώστης επικοινωνεί με τους προβληματισμούς και τα γεγονότα μιας χώρας, μιας εποχής, ενός ατόμου.

(804 Λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο Νέων 19/1/2023

18.1.23

Άρης Αλςξανδρής "Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα"

 


Άρης Αλεξανδρής

«Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα»

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

                          

Οι σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς δεν συνηθίζουν να γράφουν έργα όπου κυριαρχεί η σάτιρα και το χιούμορ.

Προσωπικά ελάχιστες φορές έτυχε να διαβάσω μυθιστορήματα ή διηγήματα όπου η συγγραφική αφήγηση επιστρατεύει τη σάτιρα για να περιγράψει το κοινωνικό γεγονός.

Πρόχειρα θα αναφέρω τα μυθιστορήματα «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» της Μάιρας Παπαθανασοπούλου (Πατάκης 1998), και το «Σαμπάνια  με γύρο» του Παρασκευά Ακαμάτη  (Ωκεανίδα 2009),όπως  και τα μικροδιηγήματα του Γιάννη Αντάμη «Το ανταμομπίλ» (Χαραμάδα 2017) -αν και αυτά σε κάπως διαφορετικό άξονα κινούνται.

Τρία έργα που τελικά αυτό το οποίο κυρίως τα συνδέει είναι η κοινωνική κριτική μέσα από τη διάθεση καταγραφής της με χρήση των πολλαπλών δυνατοτήτων του χιούμορ και τις σάτιρας.

Δίπλα σε εκείνες τις αναγνώσεις μου, ήρθε να προστεθεί και το μυθιστόρημα «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα» που το έχει γράψει ο πρωτοεμφανιζόμενος Άρης Αλεξανδρής.

Ο Ά. Α. γεννήθηκε το 1991 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε στη Νομική Σχολή αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ με το αντικείμενο. Από το 2011 αρθρογραφεί σε ιστοσελίδες, περιοδικά και εφημερίδες, ενώ παράλληλα δουλεύει ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες και creative agencies.

Από αυτό το βιογραφικό μπορεί κανείς να καταλάβει πως έχουμε έναν νέο άνθρωπο, ο οποίος ασχολείται ιδιαίτερα και με την ηλεκτρονική δημοσιογραφία και με τη διαφήμιση, δηλαδή έναν νέο άνθρωπο απόλυτα εναρμονισμένο με το κυρίαρχο πνεύμα που επικρατεί στους κύκλους των ανθρώπων που έχουν μπει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, δηλαδή που είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με ένα σύγχρονο τρόπο σκέψης και αντίδρασης.

Αυτός είναι και ο ήρωας του μυθιστορήματος. Ο Ιγνάτιος -περίπου δέκα χρόνια νεότερος του συγγραφέα του- μας περιγράφει τη ζωή του. Μεγαλωμένος στην Κομοτηνή, αναζητά μέσω των σπουδών να ξεφύγει από τη μιζέρια μιας μεσοαστικής κοινωνίας, κλασικοί εκπρόσωποι της οποίας είναι οι γονείς του.

Επιλέγει να σπουδάσει ΜΜΕ, όχι γιατί θέλει να ασχοληθεί ουσιαστικά με αυτά, αλλά γιατί τα θεωρεί πως είναι ένας σύγχρονος όσο και εύκολος τρόπος να ζήσει και να αφομοιώσει την καταναλωτική όσο και παθητική στάση ζωής που η γενιά του καλείται να αποδεχτεί ως την μόνη η οποία αξίζει.

Κάτω από αυτή τη συλλογιστική θα ξεκινήσει να ζει στην πρωτεύουσα και χωρίς συνείδηση του που μπορεί να τον οδηγήσει αυτός ο τρόπος ζωής, αφήνεται στο τυχαίο γεγονός -τυχαία σχέση, τυχαίοι τρόποι έκφρασης της, τυχαίες εργασίες, τυχαίες επιτυχίες, τυχαίες αποτυχίες. Τυχαίες καταστροφές.

Με άλλα λόγια το μυθιστόρημα περιγράφει το προσωπικό όσο και κοινωνικό αδιέξοδο των ανθρώπων του σήμερα -όσων ενδιαφέρονται για το ‘φαίνεσθαι’ και επιζητούν το ‘εύκολο’.

Δεν είναι πως απουσιάζει η ηθική από τις σκέψεις και τις πράξεις του Ιγνάτιου. Απλώς σιωπά και έχει αποσυρθεί.

Αλλά πέρα από τον στόχο του μυθιστορήματος, αυτό που το κάνει να διαβάζεται με απροσδόκητο ενδιαφέρον είναι πως όλα αυτά συγγραφικά και μυθιστορηματικά υλοποιούνται με μια άνετη, καθημερινή κι όμως προσεγμένη γλώσσα και με το πλάσιμο χαρακτήρων που σπαρταρούν μέσα στην αληθοφάνειά τους.

Εικόνες της καθημερινότητας όλων μας αποκτούν τη σημασία με την οποία θα έπρεπε να τις αντιμετωπίζουμε, καθώς περιγράφονται μέσα από μια διάθεση εντέλει αυτοσαρκαστική και σταθερά αυτοαποδυναμούμενη.

Ο Α. Α. χρησιμοποιεί στιγμές και γεγονότα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τα ΜΜΕ, επιστρατεύει χαρακτήρες που συνήθως είναι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας και τελικά οδηγεί τον ήρωά του στην αυτοσυνείδηση χωρίς να του μεταλλάσσει το κρυμμένο ηθικό status.  

«Η διάθεσή μου βρίσκεται σε πολύ καλά επίπεδα. Δεν σταματάω να σκέφτομαι όσα συνέβησαν, αλλά όσο εξαρτάται από εμένα προτιμώ να το αποφεύγω… Όλα καλά. ¨Όταν σκέφτομαι πως έχασα τα πάντα, λέω στον εαυτό μου πως ίσως ποτέ δεν είχα τίποτε. Όλα καλά»

Μια φρέσκια, νέα παρουσία στη σύγχρονη λογοτεχνία μας που αξίζει να την προσέξουμε.

(600 λέξεις)

Fractal, 18/1/2023

 

 

 


31.12.22

Άντζεϊ Σιπιόρσκι «Η ωραία κυρία Ζάϊντενμαν»

 Άντζεϊ Σιπιόρσκι

«Η ωραία κυρία Ζάϊντενμαν»

Μετάφραση Ιουστίνα Σλόβικ

Εκδόσεις Μέδουσα

 

                   


O Άντζεϊ Σιπιόρσκι (1928 -2000) ήταν ένα  Πολωνός διανοούμενος με έντονη και σημαντική πολιτική σταδιοδρομία, τολμηρός στις επισημάνσεις του αρθρογράφος και συγγραφέας αρκετών μυθιστορημάτων και δοκιμίων.

Το μυθιστόρημα του «Η ωραία κυρία Ζάϊντενμαν» θα έλεγα πως συμπυκνώνει όλες αυτές τις ιδιότητες.

Έχει πολιτική θέση* κάνει απρόσμενες συνδέσεις παρελθόντος και μέλλοντος* διαθέτει μια πληθώρα χαρακτήρων που τους διακρίνει η ψυχαναλυτική και κοινωνική προσέγγισή τους.

Παράλληλα το συγκεκριμένο μυθιστόρημα έχει και μια ασυνήθιστη δομή. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είναι και μια συλλογή διηγημάτων, που το καθένα από αυτά εστιάζει την προσοχή του σε ένα πρόσωπο, το οποίο με  ακρίβεια χειρουργικής επέμβασης ο συγγραφέας το φέρνει μπροστά μας.

Κι όμως δεν θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω ούτε ασφαλώς συλλογή διηγημάτων, μήτε και σπονδυλωτό  μυθιστόρημα.

Κι αυτό γιατί τελικά υπάρχει και ο κεντρικός πρωταγωνιστής και η με απόλυτη συνέπεια παρουσίασή του μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα -είναι μια πόλη, η Βαρσοβία, μέσα στην περίοδο 1939 – 1945.

Με κέντρο της χρονιά 1943, όπου η Ναζί εφαρμόζουν την ‘Τελική Λύση’ στον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης, ο Άντζεϊ Σιπιόρσκι παρακολουθεί κάποιους κατοίκους της πόλης -Πολωνούς, Εβραίους, Γερμανούς και Ρώσους- και απλώνει αυτήν την ματιά του και στο μέλλον, ενώ δεν παραλείπει και να της στρέφει συχνά προς το παρελθόν.

Μέλλον  και παρελθόν μια πόλης, μιας χώρας. Τελικά μέλλον και παρελθόν ανθρώπων.

Αυτό που θα συμβεί αύριο, ήδη έχει ξεκινήσει από χθες -μια τέτοια θέση υποστηρίζεται στο έργο, χωρίς όμως να μιλά για μοιρολατρία, αλλά αντίθετα για το αποτέλεσμα πράξεων που με συνείδηση ή αυθόρμητα κάποιος κάνει, αγνοώντας πως με αυτόν τον τρόπο καθορίζει τα μελλούμενα.

Αλλά αυτή δεν είναι και η σωστή πολιτική ανάλυση; Σίγουρα ναι!

Και ο Άντζεϊ Σιπιόρσκι μας το επιβεβαιώνει συνθέτοντας μια αφήγηση όπου το δράμα συνυπάρχει με τον σαρκασμό, η συμπάθεια δεν επιλέγει συγκεκριμένα μόνο άτομα, ο φιλοσοφικός στοχασμός  απλώνεται από τον άνθρωπο έως τον ίδιο τον Θεό.

Κι όλα αυτά πλέκονται πάνω στον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος που δεν είναι παρά η όμορφη κυρία Ζαϊντενμαν, μια εβραία που το πρόσωπό της δεν έχει τα χαρακτηριστικά γυναικών του έθνους της κι έτσι έχει καταφέρει να διαφύγει τη σύλληψη και τον εγκλεισμό της στο γκέτο. Έως ότου κάποιος την αναγνωρίσει, την καταγγείλει και η Γκεστάπο τη συλλαμβάνει. Μα υπάρχουν αρκετοί που θα θελήσουν να την βοηθήσουν. Γιατί;

Επειδή είναι όμορφη; Επειδή δεν θυμίζει εβραία; Επειδή ο νεκρός σύζυγός της ήταν σημαντικός επιστήμονας;

Όλα μπορεί να ισχύουν, κυρίως όμως γιατί στον καθένα μπορεί να υπάρξει μια στιγμή όπου θα δράσει ενάντια στο μικρό και ασήμαντο ίδιο όφελός του. Θα είναι η στιγμή όπου θα αποφασίζει πως η ατομική ευθύνη αποκτά τις διαστάσεις της συλλογικής -αν δεν το κάνω εγώ, μήτε και κανείς άλλος θα το κάνει.

Γύρω από αυτόν τον άξονα, τριγυρνάνε τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου: ο νεαρός Παβέλεκ, που είναι κρυφά ερωτευμένος με την ηρωίδα, ο συμμαθητής του Χένιο Φίχτελμπαουμ που επιστρέφει στο φλεγόμενο γκέτο, ο σιδηροδρομικός Φιλίπεκ που μισεί τους δημαγωγούς, ο πλούσιος ράφτης Κουγιάφσκι που υποστηρίζει κρυφά τους καλλιτέχνες και την Αντίσταση, ο Ωραίος Λόλο, ένας πετυχημένος προδότης, ο αλήτης Σουχόβιακ που φυγαδεύει Εβραίους από το γκέτο, ο δικαστής Ρομνίτσκι που λατρεύει το ημίφως και η ανώνυμη πόρνη που κατοικεί στο κέντρο της γης…

Κάπως έτσι -με όλους αυτούς και άλλους ακόμα- ο Άντζεϊ Σιπιόρσκι αναλύει μια χώρα, προβλέπει το μέλλον της και όταν αυτό γίνει παρόν με απόλυτη συνείδηση προσπαθεί να προβλέψει το νέο μέλλον.

Ως επιβεβαίωση της παραπάνω σκέψης, αντιγράφω ένα σύντομο απόσπασμα από τη σελίδα 93 (αναφέρεται σε ένα από τα πρόσωπα του έργου, κάποιον κακοποιό)

Ο Βίκτορ Σουχόβιακ εργαζόταν πάντα σύμφωνα με τον κανόνα ‘τα λεφτά σου ή τη ζωή σου’, κάτι που έδινε στους πελάτες του τη δυνατότητα επιλογής. Οι ολοκληρωτισμοί έμελλε να κλέβουν την αξιοπρέπεια , την ελευθερία, την περιουσία, ακόμα και τη ζωή, δίχως να αφήνουν καμμιά επιλογή στα θύματά τους…

Μυθιστόρημα που προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις.

Αξίζει να σημειωθεί πως η έκδοση αυτή των Εκδόσεων Μέδουσα ( η μεταφράστρια Ιουστίνα Σλόβικ έχει γράψει και την κατατοπιστική εισαγωγή) δεν είναι η πρώτη που κυκλοφορεί στη χώρα μας. Είχε προηγηθεί μια άλλη από τις εκδόσεις Aquarious, σε μετάφραση Μαρίας Γεωργουσοπούλου.

(770 λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο, 31/12/2022

27.12.22

Κατάσκοποι της γεωγραφίας

 




Από τις Εκδόσεις Διόπτρα - Dioptra Publications και με τη διεύθυνση της Τζένης Κουτσοδημητροπούλου, κυκλοφόρησαν οι δυο πρώτοι τίτλοι μιας νέας σειρά με τον ελκυστικό τίτλο «Οι κατάσκοποι της γεωγραφίας»
Γύρω στις 100 σελίδες το κάθε βιβλίο, με πολύχρωμη εικονογράφηση που με συνετή επάρκεια συνοδεύει το κείμενο -αυτές είναι οι προδιαγραφές σύμφωνα με τις οποίες δημιουργήθηκαν τα δυο βιβλία, που τα υπογράφουν δυο από τις πλέον γνωστές συγγραφείς βιβλίων για μικρής, κυρίως, ηλικίας παιδιά -η Τζένη Κουτσοδημητροπούλου και η Maria Rousakis.
Στόχος είναι να δοθεί το έναυσμα στον αναγνώστη (κατά τη γνώμη μου παιδί των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού) να έρθει σε μια πρώτη επαφή με πόλεις της Υφηλίου (Κιότο και Νέα Υόρκη), να περιηγηθεί σε κεντρικά σημεία τους, να μάθει τις συνθήκες της καθημερινότητας που εκεί επικρατούν. Και όλα αυτά μέσα από μια σύντομη αστυνομικής υφής αλλά και απλής καθημερινότητας εξιστόρηση της δράσης δυο ή τριών παιδιών, που παίρνουν πάνω τους την ευθύνη να ξεναγήσουν τον αναγνώστη, αλλά όχι ως ψυχροί και τυπικοί ξεναγοί, αλλά ως παιδιά που ζούνε όπως το κάθε παιδί και που χρησιμοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία.
Και εδώ, νομίζω είναι και το στοιχείο που διακρίνει τη σειρά από άλλες παρόμοιες. Η χρήση της τεχνολογίας, αλλά όχι με την μορφή μιας ακραίας επιστημονικής φαντασίας, αλλά αντίθετα με ένα τρόπο μάλλον απλό που μπορεί κανείς να φανταστεί -ή να ελπίσει και να ευχηθεί- πως κάπως έτσι λειτουργεί και μέσα στο κάθε σπίτι.
Η εφαρμογή (επινόηση της σειράς) ‘Πορτολάνος’ φέρνει σε επαφή παιδιά από διάφορα μέρη του κόσμου, δημιουργεί σχέσεις και φιλίες, προσφέρει πληροφορίες -είναι με δυο λόγια μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης όπως αυτές που όλοι μας χρησιμοποιούμε, αλλά παράλληλα διαθέτει μια ζεστασιά, μια ανθρωπιά που μετατρέπει την ψυχρή διαδικτυακή επικοινωνία σε κάτι περισσότερο ανθρώπινο.
Τα κείμενα διαθέτουν την εμπειρία των δυο δημιουργών τους, καταφέρνουν να εντάσσονται στην ίδια σειρά χωρίς να χάνει το καθένα την προσωπικότητά του, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τις εικόνες της Λίλας Καλογερή -περιγράφουν εικαστικά δυο πολιτισμούς.
Ενδιαφέρουσα πρόταση στα πλαίσια των σύγχρονων αφηγημάτων για παιδιά του Δημοτικού.

Θωμάς Κοροβίνης "Μπέμπης"

 


Η παρουσία του Θωμά Κοροβίνη στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι απόλυτα προσωποποιημένη -εννοώ πως τόσο η θεματική του όσο και οι τεχνικές αφήγησης που χρησιμοποιεί είναι με απόλυτα διακριτές πρακτικές εφαρμοσμένες.

Από τη μια κινείται και αναζητά τους ήρωές του ανάμεσα σε μέρη του κοινωνικού περιθωρίου και από την άλλη περιπλανιέται σε περιόδους όπου έχουν λειτουργήσει και παράξει έργο διάφορα κομβικά πρόσωπα της λογοτεχνίας κυρίως, αλλά και της ιστορίας μα και γενικότερα της κοινωνίας.

Από τον Ανδρούτσο στον Παγκρατίδη, από τον Καβάφη στον Παπαδιαμάντη και με άλλες παρόμοιες συναντήσεις με πρόσωπα από τη σχετικά πρόσφατη εθνική μνήμη -κάποια δε από αυτά που προέρχονται από συγγραφική συνύπαρξη αλήθειας και επινόησης- ο Κοροβίνης στην ουσία έχει επεκτείνει τις αρχικές λαογραφικές έρευνές του στο λαϊκό τραγούδι και στα γύρω από την Πόλη τεκταινόμενα, αποκτώντας έτσι την εντελώς προσωπική ιδιότητα ενός λογοτέχνη λαογράφου.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το τελευταίο του βιβλίο "Μπέμπης"

Πρόκειται για τη μυθιστορηματική βιογραφία του Δημήτρη Στεργίου (1927 - 1972), λαϊκού μουσικού που έγινε γνωστός τόσο για τη δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι και στην κιθάρα, όσο και για την ομορφιά, αλλά και τον αυτοκαταστροφικό τρόπο ζωής του.

Η ζωή αυτού του καλλιτέχνη δίνει την ευκαιρία στον Κοροβίνη να απλώσει  στα όρια ενός μυθιστορήματος την εξιστόρηση μιας εποχής που σφράγισε την ιδιότυπα αστική ελληνική κοινωνία, ενώ παράλληλα να φωτίσει μια προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις και πάθη.

Όλα αυτά τα επιτυγχάνει και με τη βαθιά γνώση που έχει για ότι αφορά το λαϊκό τραγούδι, αλλά και με την έλξη που τον διακρίνει προς άτομα τα οποία ξεχωρίζουν από το σύνολο με συμπεριφορές παρόμοιες με εκείνες που περιγράφονται από το πέταγμα μιας πεταλουδίτσας που έλκεται και τελικά καταστρέφεται από τη θέρμη μιας φλόγας.

Μα πέρα από αυτά τα εφόδια, ο Κοροβίνης διαθέτει και ένα ακόμα -το μέγιστο και κεντρικό για όποιον επιχειρεί να συνθέσει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την εξιστόρηση της ζωή ενός ανθρώπου που διαφέρει από τους πολλούς. Αναφέρομαι στην ευλυγισία με την οποία χρησιμοποιεί φράσεις και εκφράσεις, ιδιωματισμούς και λέξεις ξεχασμένες έτσι ώστε ο προσφορικός λόγος να ταυτίζεται με το αφηγούμενο πρόσωπο.

"Σ΄ όλα μου τα χρόνια  είχα μια θέση στην ψυχή μου για κείνα τα άτυχα τα αρσενικά που κακοπέφτουν σε χέρια γυναίκας  άτιμης, σατράπισσας, αυτές που τις λέμε μαυρομούνες και φαρμακομούνες στη γλώσσα της πιάτσας, ακόμα πιο πολύ για κείνους που παγιδεύονται σε μεγάλη κάψα, μαρτυρούν κι άδικα χτυπιούνται και ξαγρυπνούν πάνω στην ίδια ακατάδεχτη πόρτα μέχρι να λειώσουν..." 

Στην ουσία ο Θωμάς Κοροβίνης και γράφει και σκηνοθετεί και ερμηνεύει τα πάθη του ήρωά του.

Μια ακόμα έκδοση που έρχεται να διευρύνει τις λογοτεχνικές καταθέσεις του θεσσαλονικιού συγγραφέα με τα λαογραφικά και ψυχογραφικά ενδιαφέροντα.

(Προσωπική σημείωση: Η χρήση πολυτονικού από τη μια παραπέμπει στην εποχή των αφηγούμενων, αλλά από την άλλη δίνει στον λαϊκό προφορικό λόγο μια χροιά επισημότητας. Δεν μπορώ να αποφασίσω -αν υποτίθεται θα με ρωτούσε κάποιος- ποιο από τα δυο θεωρώ περισσότερο σημαντικό. Γενικότερα πάντως, η άποψή μου είναι πως η χρήση πολυτονικού είναι μια κάπως εξεζητημένη και δίχως προοπτική στάση) 



https://www.fractalart.gr/mpempis/

Δημήτρης Στεργίου, γνωστός ως Μπέμπης (Πειραιάς 16.4.1927-24.12.1972), υπήρξε μια ιδιότυπη πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της ελληνικής λαϊκής μουσικής που, λόγω της ιδιοφυΐας, της μόρφωσης, της απαράμιλλης δεξιοτεχνίας του στο μπουζούκι και στην κιθάρα, της καθηλωτικής γοητείας του και της αυτοκαταστροφικής αγωνίας του, απέκτησε, τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον, διαστάσεις θρύλου.



7.12.22

Ελένη Πριοβόλου "Το δένδρο με τις φωλιές"



Η Ελένη Πριοβόλου είναι ως συγγραφέας γνωστή κυρίως για τα κοινωνικό-ιστορικά της μυθιστορήματα και για τα μυθιστορήματά της για εφήβους και νέους.

 

Έχει ακόμα γράψει βιβλία για αναγνώστες μικρής ηλικίας και τέλος μυθιστορήματα με φαινομενικά ρεαλιστική υπόθεση, αλλά που στην ουσία χρησιμοποιούν με ένα εντελώς πρωτότυπο τρόπο, την φαντασία ως υποστηρίκτρια του ρεαλισμού και της πολιτικής κριτικής.

 

Αναφέρομαι στο «Η Καραμέλα» (2017) και σε αυτό το πλέον πρόσφατο έργο της, «Το δέντρο με τις φωλιές»

 

Και υποστηρίζω πως έχουμε τη χρησιμοποίηση της φαντασίας ως υποστηρικτή μια πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, κυρίως από τον τρόπο που ‘στήνει’ στα δυο αυτά έργα, το κεντρικό της πρόσωπο, πιο σωστά την κεντρική της ηρωίδα.

 

Πλέον συγκεκριμένα, στο έργο αυτό, η ηρωίδα, η Μαρία, είναι μια γυναίκα που ανήκει σε μια πλούσια επαρχιακή οικογένεια, καθώς ο πατέρας της με αγάπη από τη μια προς τη γη και από την άλλη με τη διάθεση να ξεχωρίσει από τους άλλους συντοπίτες του, έχει καταφέρει κατά τη διάρκεια της ζωής του να αποκτήσει πολλά καλλιεργήσιμα στρέμματα, τα οποία και μετά τον θάνατό του μοιράζονται ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά του -δυο γιους και δυο κόρες. Η μια κόρη είναι η Μαρία.

 

Η Μαρία είναι μια γυναίκα που από παιδί ακόμα είχε κερδίσει την ιδιαίτερη αδυναμία του πατέρα της καθώς τη διέκρινε μια έντονη αγάπη όχι μόνο προς κάθε πετούμενο, αλλά και προς την ίδια τη γη και τα όσα πάνω της φυτρώνουν.

 

Χωρίς κάποια άλλη ξεχωριστή ιδιότητα και με μια μάλλον αδιάφορη εμφάνιση και σίγουρα με την εντελώς ιδιόμορφη συμπεριφορά της, τόσο τα αδέλφια της, όσο και η ίδια η μητέρα της, σχεδόν τη θεωρούν ως άτομο ειδικών αναγκών κι έτσι δεν ξαφνιάζονται όταν εκείνη, ως δικό τη μερίδιο από την πατρική γη, ζητά μόνο ένα μικρό κομμάτι μέσα σε όλη την οικογενειακή ιδιοκτησία, που όμως για την ίδια είναι ιδανικό για να στήσει εκεί τη δική της μικρή και ανεξάρτητη επιχείρηση -ένα φυτώριο λουλουδιών και ένα απλό, μικρό σπίτι.

 

Τα αδέλφια της μετατρέπονται σε σύγχρονους και καλλιεργητές και νοικιάζουν παράνομους μετανάστες από τα κυκλώματα εκείνα που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο και δυστυχία.

 

Η Μαρία από το δικό της σπίτι παρακολουθεί αυτούς τους ανθρώπους να ζούνε και να εργάζονται κάτω από απαράδεχτες συνθήκες, έρχεται σε σύγκρουσή με τα αδέλφια της για την τακτική με την οποία λειτουργούν τις επιχειρήσεις τους και τελικά ακόμα και σε ρήξη καθώς αποφασίζει να παντρευτεί έναν από αυτούς για να μπορέσει να του χαρίσει ένα όνομα, μια ταυτότητα, το δικαίωμα να ζει ελεύθερος. Παράλληλα, δε, στέκεται υποστηρικτικά και απέναντι των άλλων εργατών.

 

Η στάση της αυτή, θα δημιουργήσει ένα μεγάλο οικογενειακό πρόβλημα, καθώς η αυταρχική μητέρα της θα πάθει βαρύ εγκεφαλικό και στην ίδια τη Μαρία θα ανατεθεί η φροντίδα της.

 

Αλλά εκείνη σε όλα αυτά ξέρει να βρίσκει τον τρόπο να αποδεικνύει πως πρέπει και αξίζει να λειτουργεί ένα γνήσιος άνθρωπος και κρατά πάντα τη στενή της σχέση με τα πουλιά -συνομιλεί μαζί τους, στο τέλος και ακόμα συγκατοικεί με αυτά.

 

Αυτή είναι -με λίγα και ασφαλώς στεγνά- λόγια η υπόθεση του έργου, μια υπόθεση που ισχυρίζομαι πως ακουμπά σε μια φανταστική απεικόνιση μιας ρεαλιστικής κατάστασης, όχι τόσο γιατί τα αφηγούμενα γεγονότα δεν είναι από αυτά που μπορούν κάλλιστα να συμβούν ή και ήδη να συμβαίνουν, αλλά κυρίως στηρίζω τον ισχυρισμό μου στον τρόπο όπου η Πριοβόλου πλάθει την ηρωίδα της.

 

Η Μαρία είναι μια γυναίκα που κινείται με άλλους ρυθμούς και σε διαφορετικές συχνότητες από αυτές που μπορεί κανείς να συναντήσει στην εποχή μας. Ας την δούμε ως μια ιδιότυπα μαχητική νεράιδα που με τον δικό της τρόπο καταφέρνει αν όχι να αλλάξει τον κόσμο, σίγουρα όμως να βοηθήσει κάποιους να κατανοήσουν προς τα που γέρνει η ανθρωπιά μας.

 

Με μια γραφή κοφτή, με καθημερινές τρυφερές λέξεις από τη μια έχουμε την σοφία της Φύσης και από την άλλη την προβολή μιας πολιτικής θέσης και κριτική της κοινωνίας μας.

 

Η Ελένη Πριοβόλου και σε αυτό το σχετικό σύντομο έργο της (σε σύγκριση με τα πολυσέλιδα ιστορικά της μυθιστορήματα)  προσφέρει ένα κανόνα συγγραφικής τεχνικής πάνω στο πως κανείς μπορεί να γράψει ένα πολιτικό έργο που θα είναι και μια ερωτική ιστορία και μια αισιόδοξη υποστήριξη μιας ιδεολογίας.

 

(700 λέξεις)

https://www.fractalart.gr/to-dentro-me-tis-fwlies/