4.4.19

Χριστίνα Φραγκεσκάκη: «Υπόγεια εκδρομή»

Τα βιβλία γνώσης για παιδιά αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία της εκδοτικής παρουσίας, που δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής γνώσεων σε άτομα μικρών ηλικιών. Στην ουσία, πρόκειται για βιβλία που προσφέρουν τη γνώση, αλλά με τη διάθεση αυτή η προσφορά να γίνεται με ελκυστικό όσο και τεκμηριωμένο μα καθόλου ακαδημαϊκό τρόπο. Κατηγορία βιβλίων που παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση τα τελευταία χρόνια και η οποία καταθέτει μια απρόσμενη αντίθεση ως προς την κυρίαρχη τάση των αντίστοιχων ετών, έτσι όπως τη βλέπουμε αυτήν να καθορίζει το περιεχόμενο των λογοτεχνικών κειμένων για παιδιά.
Ενώ οι ιστορίες για παιδιά (σε έναν τουλάχιστον βαθμό) ολοένα και γέρνουν προς έναν νεοδιδακτισμό, τα βιβλία γνώσεων ολοένα και πιο έντονα αναζητούν το όποιο περιεχόμενό τους να το προσφέρουν απαλλαγμένο από έναν στείρο διδακτισμό. Αυτό το επιτυγχάνουν από τη μια με καταγραφές της πληροφορίας άλλοτε με τρόπο απλό κι άλλοτε με τρόπο σαφώς λογοτεχνικό και από την άλλη με την υποστήριξη ενός ιδιαιτέρως αισθητικά αναπτυγμένου layout των σελίδων, όπου ή εικονογραφήσεις ή φωτογραφίες προσφέρουν μαζί με την τεκμηρίωση και μια αισθητική αγωγή. Το φαινόμενο σαφώς ερμηνεύεται από την ολοένα και πιο έντονη ανάπτυξη της τεχνολογίας, αλλά και με την επίσης έντονη διάθεση εικονογράφων μας να επιβεβαιώσουν την εποικοδομητική συνύπαρξη του ταλέντου τους με τις καλές, εξειδικευμένες σπουδές τους.

Αν θέλουμε με έναν άλλο τρόπο να ερμηνεύσουμε αυτό το φαινόμενο διαφοροποίησης μεταξύ βιβλίων αφήγησης και εκείνων της γνώσης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι εικαστικοί είναι περισσότερο ικανοί να επιβάλουν την ελευθερία της Τέχνης τους στους εκπαιδευτικούς, απ’ ό,τι οι συγγραφείς έχουν τη διάθεση να εκφράσουν μια αντίστοιχη ανεξαρτητοποίηση. Περίεργο –εκ πρώτης όψεως– κάτι τέτοιο, αλλά πάντα η Τέχνη του Λόγου όσο κι αν προχωρεί σε βαθύτερους προβληματισμούς, σε σχέση με τις Εικαστικές Τέχνες, παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από μια διστακτική έως και συντηρητική στάση απέναντι σε άτομα νεαρής ηλικίας.

Σκέψεις όλα τα παραπάνω, που δημιουργήθηκαν από την ανάγνωση του βιβλίου Υπόγεια εκδρομή της Χριστίνας Φραγκεσκάκη.

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη θεωρώ πως είναι μια ιδιότυπη παρουσία στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά. Κι όχι μόνο γιατί και λογοτεχνία ενηλίκων έχει γράψει, αλλά κυρίως γιατί ακόμα και τα πλέον «παιδικά» κείμενά της τα διακρίνει μια γνήσια λογοτεχνική ταυτότητα, έτσι ώστε με έναν δικό της τρόπο –θα τον χαρακτήριζα «ποιητική πρόζα»– να γεφυρώνει τις λογοτεχνικές αφηγήσεις ως προς το αν απευθύνονται σε μικρούς ή μεγάλους αναγνώστες.

Αυτό συμβαίνει και σε τούτο το βιβλίο – σαφώς βιβλίο γνώσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παροχή πληροφοριών έχει να κάνει με το ποια εικαστικά έργα μπορεί κανείς (μικρός αλλά και μεγάλος) να δει σε 19 στάσεις του μετρό της Αθήνας. Η ιδέα είναι πρωτότυπη, καθώς έρχεται να τεκμηριώσει την ύπαρξη καλλιτεχνημάτων που στο σύνολό τους, τουλάχιστον, δεν είναι στους περισσότερους χρήστες του μετρό γνωστά.

Η Φραγκεσκάκη δημιουργεί με αχνό, ποιητικό τρόπο μια λογοτεχνική ηρωίδα –τη μικρή Νεφέλη– και της χαρίζει τη συντροφιά μιας λέξης – «Έλα». Λέξη μελωδική και φιλική. Λέξη που προσκαλεί, σε αυτή τη διαδρομή από τη μια στάση στην άλλη, τον αναγνώστη (επαναλαμβάνω, μικρό και μεγάλο) να γνωρίσει τα έργα που κοσμούν τις υπόγειες στάσεις, αλλά παράλληλα και να ενημερωθεί για την ιστορία όσων έχουν συμβεί ή και συμβαίνουν στην επιφάνεια.
Και για μια ακόμα φορά η Φραγκεσκάκη αδιαφορεί για προκαθορισμένες τεχνικές αφήγησης και αναζητά τον προσωπικό της τρόπο έκφρασης. Και να πώς αμέσως κιόλας –από την πρώτη τη σελίδα– ξεκινά:

Και ξαφνικά σηκώνεται αεράκι, τι αεράκι δηλαδή, αέρας δυνατός, βοριάς, κι αρχίζουν οι σελίδες του βιβλίου να γυρίζουν, να γυρίζουν, να φεύγουν από τα δάχτυλα της Νεφέλης, να γυρίζουν και να μη σταματούν. Και δε φτάνει αυτό, τώρα οι λέξεις σαλεύουν, έτοιμες είναι να πέσουν, δεν πέφτουν όμως, ισορροπούν και χορεύουν, ναι, καλά ακούσατε, χορεύουν και τραμπαλίζονται. Τα γράμματα ξεκολλούν από τις λέξεις τους, σηκώνονται, ελαφροζυγίζονται, δίνουν μια κι αρχίζουν να πετούν!

Το όλο εγχείρημα ολοκληρώνεται με μια σειρά παιχνιδιών δράσης (υπεύθυνη για αυτά η Καλλιόπη Κύρδη), τα οποία όμως δεν έχουν τη συνηθισμένη, σε τέτοιου είδους συμπληρώματα μιας ιστορίας, απλοϊκή ή και απλοποιημένη μορφή κουίζ πολλαπλών απαντήσεων, αλλά είναι προεκτάσεις της περιγραφόμενης εκδρομής του λογοτεχνικού κειμένου και, βέβαια, η εικονογράφησή τους απόλυτα έχει εναρμονιστεί με το όλο κλίμα και ύφος των σελίδων που έχουν προηγηθεί.

Αλλά όλα τούτα αποκτούν μια εξαίσια εκδοτική παρουσία από τις εικόνες της Ευαγγελίας Γουτιάνου. Εικόνες που καταφέρνουν να συνδυάσουν με εικαστική ελευθερία χρώμα, σχέδια και φωτογραφίες σε ένα τελικό αποτέλεσμα όπου, χωρίς να προδίδεται η αντικειμενικότητα της πληροφορίας, παράλληλα προσφέρεται και η ευκαιρία να πιστέψει ο αναγνώστης (σε αυτή την περίπτωση, κυρίως ο μεγάλος) πως εντέλει η Αθήνα διαθέτει κάποιες ομορφιές, κάποια κρυφά σημεία όπου η πεζή καθημερινότητα στολίζεται με στάσεις εικαστικής αισθητικής.

frageskΜια ακόμα άψογη έκδοση του Καλειδοσκόπιου, που ίσως κάποιοι να τη θεωρήσουν «δύσκολη» για παιδιά. Θα είναι εκείνοι που ξεχνούν πως η αληθινά ουσιαστική γνώση είναι αυτή που τελικά οδηγεί στην καλλιέργεια πνεύματος και συναισθημάτων. Και πως κάτι τέτοιο θα το δούμε να ανθίζει όχι την επόμενη μέρα, μα σε βάθος χρόνου και με συνεχή υπονόμευση του φθηνού και του εύκολου.


Ισμήνη Χ. Μπάρακλη «Το χελιδόνι του Βορρά»





Το μυθιστόρημα «Το χελιδόνι του Βορρά» είναι  το πέμπτο μυθιστόρημα (έχει ακόμα γράψει και τρία παιδικά) της Ισμήνης Χ. Μπάρακλη.
Αλλά είναι το πρώτο που εγώ διάβασα. Και που αμέσως θέλησα να γράψω γι’ αυτό μιας και νομίζω πως πέρα από την ίδια την δική του μυθιστορηματική οντότητα, φέρνει στην επιφάνεια και ένα ακόμα ζήτημα που συνέχεια πλανάται στο χώρο αναγνωστών και κριτικών, αλλά που κανείς δε θέλει να αναφερθεί  σε αυτό ξεκάθαρα.
Αλλά ας δούμε πρώτα το ίδιο το έργο όπως και την έως τώρα εκδοτική παρουσία της Μπάρακλη.
Τα προηγούμενα βιβλία της, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που θα βρει κανείς στη βάση της Βιβλιονέτ, πρέπει να τα διακρίνει μια ματιά που αν και αφορά τις εμπειρίες γυναικών, μάλλον ξεφεύγουν από το να περιγράψουν γεγονότα και σκέψεις κοντινές με το είδος εκείνο που χαρακτηρίζει την κλασική ηρωίδα ενός ‘γυναικείου’ μυθιστορήματος.
Έτσι, μπορώ να θεωρήσω πως και το κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το μυθιστόρημα, η Δάφνη, με την ανεξάρτητη ιδιοσυγκρασία της, το πείσμα της και την κοινωνική της τόλμη αποτελεί μια ακόμα έκφραση μυθιστορηματικής περσόνας του κόσμου της συγκεκριμένης συγγραφέα.
Υποθέτω, λοιπόν – και πάνω σε αυτή την υπόθεση στήριξα την ανάγνωσή μου- πως η Ισμήνη Μπάρακλη έχει μια σταθερή συγγραφική ταυτότητα τόσο στη σύλληψη της ιδέας του κάθε έργου της, όσο και στην εκτέλεση του που θα ακολουθήσει.
Στο τελευταίο αυτό μυθιστόρημα το κεντρικό πρόσωπο μπορεί και πάλι να είναι μια γυναίκα, αλλά η ζωή της άμεσα καθορίζεται από δύο άνδρες, ηλικιακά μεγαλύτερούς της. Από τον πατέρα της και από τον πιο στενό του φίλο. Στην ουσία έχουμε τρεις πρωταγωνιστές που ο καθένας τους εμπλέκεται στις ζωές των άλλων.
Η εξιστόρηση -ο λεγόμενος μυθιστορηματικός χρόνος- ξεκινά από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και τελειώνει καθώς στο προσκήνιο έρχεται ο 21ος.  Αυτή η εξιστόρηση δε γίνεται με τρόπο γραμμικό. Το όλο μυθιστόρημα είναι δομημένο σε μάλλον ολιγοσέλιδα κεφάλαια που οδηγούν τον αναγνώστη άλλοτε προς τα εμπρός, άλλοτε προς τα πίσω. Άλλοτε εστιάζονται στον ένα από τα τρία κεντρικά πρόσωπα, άλλοτε σε κάποιο άλλο.
Δεν είναι εύκολο να προσπαθήσει κάποιος να συνθέσει μια περίληψη της υπόθεσης του έργου. Τα γεγονότα είναι πολλά, οι τρεις κεντρικοί ήρωες διεκδικούν ο καθένας το δικό του μερίδιο. Κι άλλωστε ενώ τα όσα διαδραματίζονται κρατούν σε αδιάκοπη εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη -κάποια, μάλιστα, από αυτά είναι ιδιαιτέρως έντονα-  τελικά οι ζωές αυτών των ανθρώπων δεν ξεφεύγουν από εκείνες των απλών ‘δικών’ μας,  συναρμολογούνται  από τα πάθη εκείνα  που η Ιστορία δε θα γράψει γι αυτά,  μιας και πάνω τους η ίδια απλώνει τις ρίζες της.
Με αυτόν τον τρόπο φανερώνεται η τάση της Μπάρακλη να αναζητά τις επεμβάσεις από τη μια της μοίρας και από την άλλη τις ατομικές ευθύνες του κάθε ανθρώπου ως προς τη διαμόρφωση της δικιάς του ζωής. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δηλώνουν τη δυναμική τους, αλλά όλο το έργο θα το αδικούσε κάποιος αν το χαρακτήριζε ως ιστορικό. Περιλαμβάνει τις  καταγραφές των ζωών απλών ανθρώπων που βρεθήκανε μέσα στο ρου της Ιστορίας.
Ανήκει με άλλα λόγια στο είδος εκείνο των λογοτεχνικών συνθέσεων, και που προσωπικά θα τα χαρακτήριζα «αφηγηματική λογοτεχνία», δηλαδή στην κατηγορία εκείνη των λογοτεχνικών κειμένων που θέλουν (και καλά γνωρίζουν να το εκτελούν) να αφηγηθούνε τις πράξεις πρωτίστως και δευτερευόντως τις σκέψεις.
Νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι και η ταυτότητα των έργων της κλασικής λογοτεχνίας, μόνο που στην περίπτωση της Μπάρακλη, τα συνεχή forward και rewind προσφέρουν ένα ιδιαίτερο φωτισμό του αίτιου και του αιτιατού, δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα συναισθήματα, αλλά  και απαιτούν μια συνεχή εγρήγορση εκ μέρους του αναγνώστη.
Αληθινά ενδιαφέρον μυθιστόρημα που προσωπικά μου σύστησε μια συγγραφέα που θα θελήσω να την παρακολουθήσω και στο μέλλον.
Αλλά την ίδια στιγμή και καθώς έφτανα στην τελευταία σελίδα, μου δημιουργήθηκε η διάθεση να θέσω ένα ζήτημα που όπως και πιο πριν ανέφερα συνέχεια πλανάται στο χώρο αναγνωστών και κριτικών, αλλά που κανείς δε θέλει να αναφερθεί σε αυτό ξεκάθαρα.
Έχει να κάνει με τη συχνά άδικη και ανερμάτιστη κατηγοριοποίηση κάποιων έργων -κυρίως, αν όχι και μόνο, μυθιστορημάτων- που για διαφόρους λόγους αποκτούν -χωρίς πρώτα να αναγνωστούν- το στίγμα άλλοτε του «ποιοτικού έργου»  κι άλλοτε εκείνο της «ελαφράς λογοτεχνίας».

Ισμήνη Χ. Μπάρακλη

Είναι γεγονός πως πάμπολλα πλέον είναι το μυθιστορήματα που εκδίδονται, όπως επίσης είναι γεγονός πως η πλήρης ανάπτυξη του διαδικτύου έχει πάρει την απόλυτη εξουσία ενημέρωσης από τα χέρια των καθιερωμένων κριτικών του έντυπου τύπου, όπως επίσης και από την επικράτεια των έγκυρων βιβλιοφιλικών ιστοσελίδων. Αλλά την ώρα που η απόλυτη ισχύς των ολίγων τραυματίζεται, την ίδια ώρα αναπτύσσεται και μια ανεξέλεγκτη κατάθεση απόψεων από ανθρώπους που έχουν αποφασίσει να κρίνουν τα λογοτεχνικά έργα σύμφωνα με το δόγμα ‘Μου αρέσει – Δε μου αρέσει’ και τις κρίσεις τους αυτές μπορούν να βρούνε φιλόξενους διαδικτυακούς χώρους να τις αναρτήσουν.
Έχω την αίσθηση πως ανάμεσα στους συντάκτες των δυο πρώτων  κατηγοριών και της τρίτης δεν υπάρχει -ίσως και μην μπορούσε να υπάρξει- επικοινωνία και πόσο μάλλον ταύτιση απόψεων.
Αλλά και την ίδια στιγμή, στον ευρύτερο εκδοτικό χώρο αυτό το ‘ρήγμα’ αποτελεί ένα είδος διαμόρφωσης επιχειρηματικού σχεδιασμού και εμπορικής  εκμετάλλευσης.
Υπάρχουν εκδότες που επιλέγουν τα προς έκδοση βιβλία σύμφωνα με το προφίλ που ήδη οι συγγραφείς τους έχουν δημιουργήσει ή προσφέρονται να δημιουργήσουν* υπάρχουν ακόμα και βιβλιοπωλεία που αποφεύγουν να έχουν στα ράφια τους βιβλία που θα μπορούσε το βασικό κοινό τους να τα χαρακτηρίσει ‘εμπορικά’ ή αντίστοιχα ‘δύσκολα’.
Ασφαλώς δικαίωμα κάθε επιχείρησης να επιλέξει τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά κατά πόσο έχει το ηθικό δικαίωμα ένας κριτικός με εμπειρία και θέληση να διαμορφώσει ένα πλουραλισμό στις επιλογές όσων τον διαβάζουν, να επιλέγει -σχεδόν αβασάνιστα- τα προτεινόμενα από αυτόν έργα με βάση όχι την ίδια τους την ποιοτική κλπ. οντότητα, αλλά εξωτερικά στοιχεία;
Θέμα, θεωρώ, μεγάλο και το οποίο διαμορφώνει μια αρρωστημένη κατάσταση στο χώρο γενικότερα του ελληνικού λογοτεχνικού βιβλίου και επηρεάζει αρνητικά όλους όσους εμπλεκόμαστε σε μια διαδικασία συγγραφής, έκδοσης, ανάγνωσης και κριτικής. Απλώς το έθεσα και ασφαλώς δεν θεωρώ πως ολοκληρώθηκε ο προβληματισμός του.
Επιστρέφω τώρα στο «Το χελιδόνι του Βορρά», για να τονίσω πως σου κρατά το ενδιαφέρον, πως διαθέτει μια αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών γεγονότων, πως η δημιουργός του το έχει προικίσει με έντονους χαρακτήρες και το έγραψε με μια στιβαρή γλώσσα. Αλλά ας μου επιτραπεί επίσης να εκφράσω την διαφωνία μου με το εξώφυλλο. Δεν θέλω να σχολιάσω την αισθητική του (άλλωστε αυτό δεν ήταν που με ενόχλησε). Αναφέρομαι στο ύφος του -τόσο τρυφερό για να καλύψει τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα και που η Ισμήνη Μπάρακλη τα επέλεξε για να μας πει πως σημάδεψαν και τις ζωές εκείνων που πάνω τους στήριξε το συγκεκριμένο έργο της.

28.3.19

Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά»

Παιδικό χαμόγελο σε ενήλικο πρόσωπο


Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά»
Εκδόσεις  Πατάκη


Μου χρειάστηκαν 40 χρόνια για να βρω την έκφραση που περιγράφει τον τρόπο που προσπαθώ να γράφω τα βιβλία μου εκείνα που ανήκουν στη λογοτεχνία για παιδιά – «ενήλικη παιδικότητα».

Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο έχουν γραφτεί όλα τα κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και παράλληλα σε ενήλικες. Είναι τα κείμενα αυτής της κατηγορίας που διατηρούν τη δυνατότητα να συνομιλούν με αναγνώστες διαφόρων εποχών.

Αναφέρομαι στα παραμύθια του Ουάιλντ μα και του Άντερσεν, τον Μικρό Πρίγκιπα ή την Αλίκη, τον Πίτερ Παν ή τη Μαίρη Πόππινς. Και για να μνημονεύσω και τους δικούς μας – Μάρω Λοΐζου, Ι. Δ. Ιωαννίδης, Φωτεινή Φραγκούλη…

Ιστορίες σαφώς γραμμένες με το συγγραφικό βλέμμα στραμμένο προς το παιδί, αλλά που αυτό το ίδιο βλέμμα δεν αποποιείται το δικαίωμα του ενήλικα να στοχάζεται με τη μαγική αθωότητα ενός παιδιού.

Και να πώς φτάνει ως τις μέρες μας το πάθος του Αηδονιού που το οδηγεί ως τον θάνατο, να πώς πάντα συναρπάζει η ελπίδα της Τοσηδούλας για ένα καλύτερο μέλλον, να πώς πάντα οδηγεί σε ενδοσκόπηση ο μονόλογος της Αλεπούς…

Ενήλικη παιδικότητα – αυτός είναι ο σωστός όρος. Και όσοι πιστεύουν πως στα παιδιά πρέπει να προσφέρουμε λογοτεχνία με τα κριτήρια που τους προμηθεύουμε υποδήματα ή εκπαιδευτικά παιχνίδια, ας καταλάβουν πως η Τέχνη δε χρειάζεται παρά ελευθερία έκφρασης και ειλικρινή ταύτιση του δημιουργού με το δημιούργημά του. Από εκεί και πέρα ο αναγνώστης θα κάνει τις επιλογές του και θα αφεθεί στους δικούς του ρυθμούς για να ενεργοποιηθεί από το λίγο ή πολύ κρυμμένο μυστικό της ιστορίας που διάβασε.

Μα –δεν έχω λόγο να μη το ομολογήσω– πάντα πίστευα πως αυτή η ενήλικη παιδικότητα της γραφής υπήρχε σε κείμενα όπου το συναίσθημα που τα δημιουργούσε ήταν κάτι που αφύπνιζε μια αναπόληση, έναν στοχασμό, ακόμα και μια θλίψη. Και σε μια κάπως ακραία και ασφαλώς σπάνια περίπτωση, προκαλούσε το μειδίαμα – η περίπτωση του Μικρού Νικόλα, για παράδειγμα.

Αυτό πίστευα… Μέχρι πριν από λίγες μέρες, όπου έφτασε στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο της Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά».

Πρώτη μου αντίδραση… Μια ενόχληση. Δε θα ήθελα να χαριεντίζεται κάποιος με ογκόλιθους της λογοτεχνίας.

Αλλά στη συνέχεια σκέφτηκα πως ίσως ακόμα ένας τρόπος να διαβάζει κανείς τη βαθιά αμφισβήτηση του μεγάλου Τσέχου είναι να τολμά να παίζει με το ίδιο του το όνομα.

Και με αυτή την αποενοχοποίηση πήρα να ξεφυλλίζω το βιβλίο.

Κείμενο και εικονογράφηση (δεμένα με έναν απόλυτο τρόπο) έχουν την υπογραφή της Κατερίνας Κρις. Κάτι που έχει γίνει και σε όλα τα προηγούμενα βιβλία της.

Το χιούμορ –όπως σε όλα τα προηγούμενα– και εδώ κυρίαρχο.

Μα είναι ένα χιούμορ που ενώ φαίνεται να στρέφεται προς τα παιδιά (άλλωστε το βιβλίο σε σειρά παιδικής λογοτεχνίας έχει ενταχθεί), στην ουσία σατιρίζει τις αντιδράσεις των ενηλίκων. Μα με έναν τρόπο παιδικό, κεφάτο τρόπο και γι’ αυτό ιδιαιτέρως αποτελεσματικό.

Θέμα του βιβλίου η εξιστόρηση της ζωής και κυρίως των σκέψεων ενός συγγραφέα… τεμπέλη. Μα συγγραφέα που ξέρει καλά να ενεργοποιεί προς όφελός του τα περίφημα ΜΜΕ και τις προτροπές του πλέον σύγχρονου marketing.

Σταχυολογώ σκέψεις του Κλάφτα:

– Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι μαθημένος στα δύσκολα, πρέπει να επιλέγει το ακατόρθωτο, το τέλειο, το ιδανικό… ώστε να έχει μια καλή δικαιολογία, αν δεν τα καταφέρει.

–Το πιο δύσκολο πράγμα σε ένα μυθιστόρημα είναι να το τελειώσεις. Θα γράψω λοιπόν το τέλος του μυθιστορήματός μου πριν αρχίσω να γράφω την αρχή, ώστε να εξασφαλίσω πως θα το τελειώσω. Μετά τι θα μείνει; Να γράψω λίγο μπλα μπλα στη μέση και μια αρχή για το τέλος και, τέλος, έτοιμο το βιβλίο.

–Το φιλοσόφησα. Δεν ήταν τυχαίο που ο αναβλητικός μου εαυτός με εμπόδιζε να γράψω. Δεν έγραφα τόσο καιρό, ώστε να μεγαλώσω και να γίνω ένας πιο ώριμος συγγραφέας.

Με τα πιο πάνω παραδείγματα νομίζω πως είναι σαφές πως το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και έχει όλες τις δομές έκδοσης ενός παιδικού αναγνώσματος, εντούτοις στρέφει το βλέμμα του κυρίως προς τον ενήλικο και αυτόν τελικά σατιρίζει.

Η ενήλικη παιδικότητα δείχνει ολόφρεσκη και γι’ αυτό και πολυδύναμη.

Και ο μικρός σε ηλικία αναγνώστης θα το χαρεί, αλλά ακόμα περισσότερο ο έφηβος και ακόμα περισσότερο κάποιος ενήλικος (τουλάχιστον αυτός που θα μπορεί να θυμάται πως αξίζει κανείς να γελά και με την αθωότητα ενός παιδιού).

Η εικονογράφηση πανέξυπνη, ακολουθεί το όλο πνεύμα του κειμένου και δένεται αρμονικά μαζί του.

Βιβλίο –συνολικά αν θέλει κανείς να το κρίνει– που σαφώς προτείνει μια συγγραφή όπου το κλασικό ξέρει να μετατρέπεται σε μοντέρνο και που επίσης καταθέτει έναν τρόπο σχολιασμού της καθημερινότητας των ενηλίκων που πλέον έχει ακουμπήσει και τους εφήβους και τα παιδιά –αναφέρομαι στις προσπάθειες επιτυχίας που δε βασίζονται στον κάματο, αλλά στην άνεση, που δεν επενδύουν στην ουσιαστική γνώση, αλλά στην επίφαση μιας δεξιότητας.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.vivliopoleiopataki.gr/news/pediko-chamogelo-se-eniliko-prosopo/

26.3.19

Συνέντευξη στο Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων

Μ. Κοντολέων: "Με ενδιάφερε να χαρίσω φωνή στο σύμβολο του ανθρώπου εκείνου που αν και μπορεί να ξεχωρίσει που οδηγούν τα πάθη των πολλών, δεν μπορεί να τους πείσει για τις καταστροφές του θα τους κτυπήσουν"


Πέμπτη, 07 Μαρτίου 2019

Το Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων είχε την ιδιαίτερη χαρά να συνομιλήσει με το γνωστό συγγραφέα των Εκδόσεων Πατάκη, Μάνο Κοντολέων. Ο κος Κοντολέων αναφέρθηκε στο έναυσμα που το δόθηκε για τη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, στην βαρύτητα που δίνει στις κριτικές που του ασκούν και φυσικά μας αποκάλυψε τη θεματολογία του νέου του μυθιστορήματος καθώς και την επανέκδοση της "Ερωτικής Αγωγής".

Ακολουθεί η συνέντευξη

Το Μάρτιο του 2018 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη το νέο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο». Θα μπορούσατε να μας κάνετε μια σύντομη περιγραφή των όσων πρόκειται να διαβάσουμε σ’ αυτό;

Η κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, η Κασσάνδρα, είναι αιχμάλωτη του αρχηγού των Αχαιών, του Αγαμέμνονα, και μέσα σ΄ ένα πλοίο του, ταξιδεύει προς τις Μυκήνες. Η Κασσάνδρα που ο Απόλλων της είχε από τη μια χαρίσει το την ικανότητα να μαντεύει, αλλά από την άλλη την είχε τιμωρήσει να μην γίνεται από κανένα πιστευτή, γνωρίζει πως οδηγείται προς το χαμό της. Και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αναθυμάται όλη η ζωή της.

Αυτός είναι ο βασικός καμβάς του έργου, που βέβαια τον αναπλάθω με πολλά προσωπικής συγγραφικής ματιάς γεγονότα.

Για ποιο λόγο αποφασίσατε να τοποθετήσετε τη Κασσάνδρα στη θέση του αφηγητή;

Πρώτα απ΄ όλα με ενδιάφερε να ‘ακούσω’ το πως αφηγείται το παρελθόν, μα και το μέλλον της , μια γυναίκα που γνωρίζει το τι πρόκειται να της συμβεί. Αλλά ακόμα με ενδιάφερε να χαρίσω φωνή στο σύμβολο του ανθρώπου εκείνου που αν και μπορεί να ξεχωρίσει που οδηγούν τα πάθη των πολλών, δεν μπορεί να τους πείσει για τις καταστροφές του θα τους κτυπήσουν.

Τι συμβολίζει η «Μαύρη Άμμος»;

Η ίδια η Κασσάνδρα είναι για μένα ένα διαχρονικό σύμβολο. Συμβολίζει την έκφραση της λογικής απέναντι σε ένα κόσμο παραλογισμένο. Η Μαύρη Άμμος είναι ακριβώς ο χώρος όπου βλέπει τα οράματά της να παίρνουν μορφή. Μα αυτή τη Μαύρη Άμμο μόνο εκείνη μπορεί να την διακρίνει. Τελικά δεν είναι τίποτε παρά ο χώρος όπου οι εφιάλτες μας κατοικούν.

Τι σημαίνει συγγραφή για εσάς;

Νομίζω τρόπος ζωής. Συνηθίζω να λέω πως ζω γράφοντας και γράφω ζώντας.

Υπάρχει κάποια κριτική που σας έχει επηρεάσει είτε θετικά είτε αρνητικά;

Δε θέλω να φανεί πως είμαι εγωιστής και να πω πως δεν υπολογίζω τις κρίσεις των άλλων. Αλλά επειδή ζούμε σε μια χρονική περίοδο και σε μια χώρα όπου η κάθε είδους κριτική σκέψη (και όχι μόνο στην Τέχνη, αλλά και σε άλλες κοινωνικές, πολιτικές κλπ καταστάσεις) απουσιάζει ή γίνεται χωρίς προσπάθεια αντικειμενικής έκφρασης, αφήνομαι στη δική μου άποψη και εμπιστεύομαι το δικό μου ένστιχτο, μαζί με αυτό δυο, τριών πολύ δικών μου ανθρώπων.

Ποιο βιβλίο θα θέλατε να προτείνετε στους αναγνώστες του Πελοποννησιακού Πρακτορείου Ειδήσεων (pna.gr);

Δεν συνηθίζω να συστήνω βιβλία χωρίς να γνωρίζω αρκετά καλά αυτόν που θα του τα προτείνω. Κάθε αναγνώστης έχει τις δικές του απόψεις, τα δικά του ενδιαφέροντα και πάνω απ΄ όλα τις δικές του λογοτεχνικές προτιμήσεις. Υπάρχουν πολλά, πάρα πολλά καλά έργα, όπως υπάρχουν και πολλά, πάρα πολλά κακά. Συχνά και εγώ ο ίδιος κάνω λανθασμένες επιλογές. Αλλά τελικά και από τα λάθη μας μαθαίνουμε. Οπότε… Συστήνω μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία… Κι ας αφήσει ο καθένας το ένστιχτό του να τον οδηγήσει. Κάπως έτσι δεν ξεκινάνε και οι έρωτες;… Ε και η κάθε ανάγνωση μπορεί σε έναν έρωτα να μας οδηγήσει.

Σας ευχαριστώ θερμά γι’ αυτή τη συνέντευξη. Εύχομαι «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» να έχει την απήχηση που επιθυμείτε. Κλείνοντας θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής: τι γράφετε αυτή τη περίοδο;

Μέσα στο 2019 επανεκδίδεται το μυθιστόρημα μου «Ερωτική Αγωγή», ενώ προς το φθινόπωρο αυτής της χρονιάς θα κυκλοφορήσει το τρίτο βιβλίο της σειράς ‘Ο Μάνος Κοντολέων ξαναγράφει τους κλασικούς’. Έτσι μετά τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες και τον «Γαργαντούα» του Ραμπελαί, ολοκλήρωσα των μεσαιωνικό θρύλο του «Τριστάνου και της Ιζόλδης». Παράλληλα έχω αρχίσει έρευνα για να ασχοληθώ με ένα μυθιστόρημα βασισμένο στη ζωή της Κλυταιμνήστρας. Μετά από την Κασσάνδρα αισθάνθηκα πως είχα την ηθική -κατά κάποιο τρόπο- υποχρέωση να πλησιάσω και αυτή τη γυναίκα με τα τόσα πάθη.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.pna.gr/politismos/item/36971-m-kontoleon-me-endiafere-na-xariso-foni-sto-symvolo-tou-anthropou-ekeinou-pou-an-kai-borei-na-ksexorisei-pou-odigoyn-ta-pathi-ton-pollon-den-borei-na-tous-peisei-gia-tis-katastrofes-tou-tha-tous-ktypisoun

16.3.19

Η θάλασσα στο χιόνι




Ελευθερία Κυρίμη
«Η θάλασσα στο χιόνι»
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Πρωτοεμφανιζόμενη η Ελευθερία Κυρίμη. Μα θεωρώ πως το έργο με το οποίο κάνει την είσοδό της στη σύγχρονη λογοτεχνία μας, μπορεί να μη διαθέτει δεδηλωμένη εκδοτικά συγγραφική εμπειρία (αλλά ας μην ξεχνάμε πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι κρύβουν τα συρτάρια των γραφείων ανθρώπων που εκδίδουν το πρώτο τους βιβλίο),  αλλά είναι ολοφάνερα προικισμένο με σοβαρή αναγνωστική μαθητεία. Με εφόδιο, λοιπόν, μια καλή γνώση της λογοτεχνικής κατασκευής,  η Ελευθερία Κυρίμη έρχεται να  καταθέσει ένα κείμενο σύγχρονου προβληματισμού που ξεκινά από την ατομική μνήμη και φτάνει στη συλλογική ταυτότητα.
Η ηρωίδα και αφηγήτρια της ιστορίας είναι μια νέα γυναίκα , καθηγήτρια φιλόλογος, που ως αναπληρώτρια τοποθετείται σε επαγγελματικό λύκειο ακριτικής περιοχής της Μακεδονίας, αφήνοντας πίσω της σύζυγο και δυο παιδιά και παράλληλα μια δικής της, καθαρά προσωπική, ανοιχτή πληγή που έχει να κάνει με τη σχέση προς τη μητέρα  και τον πατέρα της.
Στο νέο τόπο διαμονής της θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν ξεκάθαρο εθνικισμό που προσπαθεί να αγνοεί ή να παρερμηνεύει  τα τραύματα μιας ομάδας ανθρώπων που δεν θέλει να τους αποδεχτεί με τη δική τους ταυτότητα, αλλά αντίθετα να τους την ξεριζώσει, και να τους την αλλοιώσει.
Η προσπάθεια της  καθηγήτριας να κρατήσει ζωντανή μια  προοδευτική στάση ζωής που πάνω της έχει στηρίξει τη δημιουργία της δικής της οικογένειας, θα την ωθήσει να κατευθύνει μια ομάδα μαθητών της να αναζητήσουν το αφτιασίδωτο παρελθόν  του τόπου τους, μέσα από συνεντεύξεις ανθρώπων που βιώσανε με τρόπο τραγικό την πρόσφατη Ιστορία τα περιοχής.
Οι ενέργειές της αυτές θα τη φέρουν αντιμέτωπη με το συντηρητικό  κατεστημένο, θα προκαλέσουν βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους φασιστικών ομάδων, αλλά παράλληλα θα έχουν αφυπνιστεί και οι περισσότεροι μαθητές της, ενώ  και η ίδια μέσα από τις ατομικές εμπειρίες των άλλων που όλες μαζί συνθέτουν τη συλλογική μνήμη,  θα οδηγηθεί σε μια δομική επανατοποθέτηση ως προς  τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας.
Φιλόδοξο συγγραφικό τόλμημα καθώς τέμνει ένα θέμα που απασχολεί δεκαετίες την κοινωνία μας και που πάνω του έχουν στηριχτεί πρακτικές πολιτικών σχεδιασμών. Αλλά και ιδιαιτέρως πολυεπίπεδο  καθώς καταφέρνει να συνδέει το ατομικό με το ομαδικό, το ψυχολογικό με το πολιτικό.
Το έργο αποτελείται από τρεις ενότητες που όμως εμπλέκονται αναμεταξύ τους.
Οι εξιστορήσεις της καθημερινότητας της καθηγήτριας στην ακριτική περιοχή, οι επίσης δικές της αναμοχλεύσεις του τραυματικού παρελθόντος και οι απομαγνητοφωνημένες αφηγήσεις των παλαιών κατοίκων της περιοχής, συνθέτουν μια μυθιστορηματική ενότητα που ξέρει να χρησιμοποιεί με σωστές αναλογίες άλλοτε τον ρεαλισμό, άλλοτε τον εσωτερικό μονόλογο κι άλλοτε την προφορική γλώσσα.
Μυθιστόρημα που ολοκληρώνει  την πρόταση της ιδεολογικής  θέσης του με μια ίσως αποσπασματική αυτάρκεια,  αλλά -επίσης γι’ αυτό- και ίσως περισσότερο πρόσφορο προς μια ελεύθερη συνάντηση του με τον αναγνώστη. Σίγουρα πάντως με την τολμηρή και καλά λογοτεχνικά εφοδιασμένη πρώτη του εμφάνιση, το «Η θάλασσα στο χιόνι» είναι μια ιδιαιτέρως  ενδιαφέρουσα αποσκευή στην μελλοντική πορεία της Ελευθερίας Κυρίμη στη λογοτεχνία μας.





7.3.19

Βιβλία μου στο διαδίκτυο


Τέσσερα πλέον τα βιβλία μου που κυκλοφορούν μόνο στο διαδίκτυο με άδεια διανομής: Creative Common.
Τα καμαρώνω και αισθάνομαι περίεργα που απουσιάζουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, δίπλα στις άλλες έντυπες εκδόσεις των έργων μου. Αλλά Νέα Εποχή- σκέφτομαι. Και με αισιοδοξία όσο και στοχασμό αποδέχομαι τον εκδημοκρατισμό της




https://www.openbook.gr/ki-i-siderwstra-ekove-tin-tileorasi-sta-dyo/





















  https://www.openbook.gr/afigisi/
                    




https://www.openbook.gr/apofasisa-na-skotwsw-ton-ermolao/


















https://www.openbook.gr/erotikes-istories-mias-paidikis-ilikias/

3.3.19

Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές



Τέσυ Μπάιλα
«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ψυχογιός

           

Κάπου κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης, το 1898, ένα αγόρι γεννιέται. Η μητέρα του πεθαίνει στη γέννα κι έτσι αυτό θα μεγαλώσει με τις φροντίδες του παππού και της θείας του, αλλά και με την αλλοπρόσαλλη και βίαιη συμπεριφορά του πατέρα του.
Από τον παππού του θα μυηθεί στα μυστικά των χρωμάτων και στις δικές του ζωγραφικές συνθέσεις θα ανακαλύψει πρώτα τη διέξοδο διαφυγής από την πατρική καταπίεση και στη συνέχεια τον τρόπο να μπορεί ο ίδιος να εκφράζει συναισθήματα και ιδέες.
Θα δραπετεύσει από τον πατρική ασφυξία, θα αναζητήσει τη δική του μοίρα πρώτα σε άλλη πόλη του νησιού, μετά στην Αθήνα όπου και θα καταφέρει να εγγραφεί στην Ανώτερη Σχολή Καλών Τεχνών.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα τον ωριμάσει και θα του προσφέρει κι άλλες εμπειρίες αναστοχασμών και κοινωνικοποίησης. Δίπλα του θα βρεθεί ένα πιστός μα απρόβλεπτος συναισθηματικά φίλος, ενώ οι γυναίκες άλλοτε θα του χαρίζουν ό,τι δεν γνώρισε ως παιδί κι άλλοτε αυτό που ονειρεύεται ως άντρας.
Μα πάντα η ζωγραφική παραμένει η προσωπική του οδός περάσματος από τη ζωή.
Και τα γεγονότα ενός αιώνα -του 20ου-  θα τον αποθέσουν στο σπίτι απ΄ όπου η ζωή του ξεκίνησε, στο ακρογιάλι όπου γεννήθηκε.
Αυτή είναι η βάση του νέου μυθιστορήματος -του έκτου-  της Τέσυ Μπάιλα.
Θεωρώ πως ένας συγγραφέας που έχει έως αυτή τη στιγμή κυκλοφορήσει έξι μυθιστορήματα, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ξεδιπλώσει τις συγγραφικές του ιδιομορφίες.
Κάτι τέτοιο, στην περίπτωση της Τέσυ Μπάιλα, μας κάνει να μπορούμε να σημειώσουμε τα παρακάτω, σχετικά με τη δική της λογοτεχνική ταυτότητα.
α. Η  Μπάιλα  είναι συγγραφέας των μεγάλων -πολυσέλιδων- μυθιστορημάτων.
Αυτό σημαίνει πως στα έργα της αναγνωρίζονται και τα παρακάτω στοιχεία:
β. Οι χαρακτήρες που  δημιουργεί δεν εφησυχάζουν -αναζητούν πάντα κάτι πέρα από αυτό που μόλις κατάκτησαν
γ. Οι γεωγραφικοί περιορισμοί αμφισβητούνται. Η Μπάιλα αφήνει τους ήρωες της ελεύθερους να γνωρίζουν μια άλλη πόλη, μια άλλη χώρα, μια άλλη ήπειρο.
δ. Ο μυθιστορηματικός χρόνος συχνά θα ξεφύγει από τον βιολογικό χρόνο του κεντρικού προσώπου.
ε. Τα ιστορικά γεγονότα διεκδικούν ρόλο συντονιστή της μυθιστορηματικής  εξέλιξης. Όχι, τα έργα της Μπάιλα δεν μπορεί να χαρακτηριστούν αμιγώς ιστορικά. Τα πρόσωπα των σελίδων της δεν επεμβαίνουν στη διαμόρφωση των ιστορικών γεγονότων, αλλά η μοίρα τους καθορίζεται με μια ιστορική αντανάκλαση που τα φέρνει στα όρια μιας ιστορικής ανάπλασης.
στ. Οι ιδεολογίες όλων σχεδόν των προσώπων δεν αποτελούν βασικό στοιχείο των προσωπικοτήτων τους. Βρίσκονται πιο κοντά στην απλότητα καθημερινών ανθρώπων, αφήνονται άλλοτε στις παρορμήσεις μιας γενικής ιδέας, άλλοτε στα πάθη μιας ερωτικής έλξης, άλλοτε στις δεσμεύσεις κοινωνικών συμβάσεων, άλλοτε υποκύπτουν στη μοίρα τους.
ζ. Ακριβώς αυτά τα πιο πάνω χαρακτηριστικά είναι και ο λόγος όπου ο ιστορικός καμβάς αν και δεν δείχνει να πρωταγωνιστεί, στην ουσία αποτελεί το κεντρικό αγωγό δημιουργίας αληθινής  μυθιστορηματικής σύμβασης.
η. Ολοκληρώνοντας την καταγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της συγγραφικής παρουσίας της Τέσυ Μπάιλα θα πρέπει να σημειώσουμε τις ιδιαιτέρως πλούσιες περιγραφές τόσο των τόπων, όσο και των συναισθημάτων. Η γλώσσα της Μπάιλα δε διστάζει να αφήνεται στη γοητεία των επιθέτων, αναζητά λέξεις που συχνά ίσως και να έχουν λησμονηθεί, οι διάλογοί της χαρακτηρίζονται από ζωντάνια και εντοπιότητα.

Με τη βοήθεια και τη χρήση όλων αυτών έχει και το μυθιστόρημα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» γραφτεί.
Αλλά αν με τα προηγούμενα έργα της η Τέσυ Μπάιλα ανίχνευσε αδιέξοδα και διεξόδους ανθρώπων λίγο, πολύ καθημερινών, λίγο ή περισσότερο ανθρώπων μιας μορφής δράση σωματικής, τώρα αναζήτησε και κατέγραψε τις πηγές απ΄ όπου πηγάζει η καλλιτεχνική έκφραση και το πως εν τέλει ο καλλιτέχνης εξουσιάζεται από την Τέχνη του.
Μυθιστόρημα πλούσιο σε συναισθήματα, με έντονες περιγραφές βίαιων στιγμών της Ιστορίας, με παραστατικές απεικονίσεις αστικών και επαρχιακών τοπίων. Και πάνω απ΄ όλα ένα έργο που καταφέρνει να δώσει ανάσες σε όλα τα πρόσωπα που ο αναγνώστης θα συναντήσει μέσα στις σελίδες του -από το κεντρικά έως  και αυτά που μόνο με λίγες αράδες περιγράφονται.

Πρώτη ανάρτηση: 

 https://www.literature.gr/i-zoi-kai-i-techni-grafei-o-manos-kontoleon-tis-nychtes-epaize-me-tis-skies-tesy-mpaila/