18.8.21

Ολυμπιακοί Σεντ Λούις 1904: Ο θρίαμβος της θέλησης

 

Σεντ Λούις, 1904. Ο Αμερικανός Τζορτζ Άιζερ, αν και με ένα ξύλινο πόδι, κατακτά στις γυμναστικές ασκήσεις πέντε μετάλλια: δύο χρυσά, δύο ασημένια κι ένα χάλκινο. Διπλή αφή. Έκλεινε τα μάτια, έσφιγγε τα βλέφαρα και άπλωνε τα χέρια του να φτάσουν μέχρι τις κνήμες του. Οι δυο παλάμες αγγίζανε η καθεμιά τους κι από ένα πόδι.

Και τότε ήταν που ανατρίχιαζε. Δυο διαφορετικές αφές. Από τη μια το θερμό του δέρματος και από την άλλη το άψυχο του ξύλου. Από τη μια η ανταπόκριση, από την άλλη η απουσία.
Ανατρίχιαζε. Τα μάτια πάντα κλειστά, τα βλέφαρα πάντα σφιχτοκλεισμένα και μετά τα δάκρυα να ξεφεύγουν από τα ματοτσίνορα και να κυλάνε πάνω στα άτριχα μάγουλα, να φτάνουν στην άκρη των χειλιών…

Δάκρυα πικρά, αλμυρά, στυφά… Και την ίδια τη στιγμή, και πάντα πίσω από τα κλειστά βλέφαρα, να ξετυλίγονται οι εικόνες που φέρανε τον πόνο, το αίμα, τον ακρωτηριασμό.
Εικόνες ασύνδετες μεταξύ τους. Στιγμές από το ατύχημα, στιγμές από το νοσοκομείο, στιγμές από την ώρα της αποκάλυψης, στιγμές από τις ώρες της αγρύπνιας και του τρόμου. Στιγμές αδικίας. Στιγμές που οδηγούσαν στην παραίτηση.

Η αντίθεση του σώματος

Είχε κλειστεί στον εαυτό του. Δεν ήθελε κανένα να βλέπει, κανένας να τον επισκέπτεται. Τίποτε δεν ήθελε να κάνει. Μόνο να κάθεται και να κλείνει τα μάτια, να απλώνει τα χέρια, να αγγίζει τα δυο του πόδια και να υποκύπτει στην τραγικότητα της διπλής αφής. Έτσι περνούσανε οι μέρες, οι μήνες… Τα χρόνια. Κάπως έτσι περνούσανε. Χάιδευε τις δυο του κνήμες. Ανάπνεε. Ζούσε. Εκεί πάντα, σε μια καρέκλα.

Μα όσο χάιδευε τα δυο διαφορετικά πόδια, σιγά σιγά άρχισε να αισθάνεται πως και τα δυο ήταν το ίδιο δικά του. Από τη μια υπήρχε το ένα, με τη ζωντάνια της θερμοκρασίας του, με τις απαιτήσεις του δέρματος, με τα μηνύματα άλλοτε του πόνου, άλλοτε του κρύου ή της ζέστης.
Και από την άλλη, το άλλο. Απόλυτα αυτό δοσμένο στην ουδετερότητα του ξύλου. Το άλλο που δεν κρύωνε, δεν πονούσε, δε ζεσταινότανε, δεν κουραζόταν, δεν ανατρίχιαζε.

Αλλά η παλάμη του το άγγιζε. Το χάιδευε. Η παλάμη ήθελε να το κάνει σύντροφό της. Ήθελε να μοιραστεί μαζί του συναισθήματα και αισθήσεις. Το ξύλινο πόδι γινότανε σιγά-σιγά ένα δικό του μέλος. Μέρος του σώματός του. Και είχε πια τολμήσει και να το κοιτά. Να το παρατηρεί. Να το συγκρίνει με το άλλο. Δυο πόδια. Και τα δυο δικά του. Τί τραγική εικόνα! Αλλά ήταν η εικόνα του δικού του κορμιού.

Η αφή του δέρματος και του ξύλου

Δεν μπορούσε να ζει μισώντας ένα μέρος του σώματός του. Δεν το άντεχε. Κι άρχισε έτσι να αγαπά και το ξύλινο πόδι του. Να το νοιάζεται. Να το φροντίζει. Να του μιλά. Μέχρις ότου άκουσε κι εκείνο πια να του στέλνει το δικό του το μήνυμα. Να του λέει πως κι αυτό μέλος του δικού του κορμιού ήταν. Πως κι αυτό συμμετείχε στις λειτουργίες της κίνησης. Περπατούσε. Ήθελε πια να βγαίνει έξω. Να βλέπει τον κόσμο, να αφήνει τα μάτια των άλλων να πέφτουν πάνω στο ξύλινο πόδι του.

Δεν ντρεπότανε γι’ αυτό. Δεν το μισούσε. Το αγάπαγε. Το έδειχνε. Και μετά άρχισε να το τιμά. Κατάλαβε τι του χρωστούσε. Κι ένα βράδυ ζήτησε από τα άλλα μέλη του σώματός του να αποδεχτούνε την ισότιμη παρουσία ανάμεσά τους κι εκείνου. Από σάρκα όλα τα άλλα, ξύλινο αυτό. Λοιπόν, δεν είχε καμιά σημασία. Ήταν, πρέπει να ήταν ισότιμό τους. Εκείνο το βράδυ αφέθηκε στα παιχνίδια της σάρκας. Γεύτηκε τους σπασμούς της. Οσμίστηκε τις μυρωδιές της. Και μπόρεσε να συνταιριάξει την αφή του δέρματος με την αφή του ξύλου.

Ένα πια σώμα, το δικό του. Μια ηδονή, η δικιά του. Μια προσωπικότητα. Εκείνος. Αλλά ό,τι συνέβη εκείνο το βράδυ, ήταν κάτι που έγινε μέσα στο δωμάτιό του. Μια υπόθεση πολύ προσωπική. Δεν έπρεπε μόνο τέτοια να μείνει. Την άλλη κιόλας μέρα το αποφάσισε.
Αυτό το καινούργιο του σώμα θα έπρεπε να βγει και προς τα έξω για να κραυγάσει την ολότητά του. Την απόλυτη, την πλήρη συνεργασία.

Μια τέλεια έκφραση νίκης

Κι έτσι ξεκίνησε να ονειρεύεται ένα θρίαμβο. και μπήκε στην τροχιά πραγμάτωσής του. Μόχθησε πολύ. Πόνεσε πολύ. Ίδρωσε, μάτωσε, έκλαψε. Νικούσε και έχανε. Προσπαθούσε.
Έπρεπε να ξαναγεννήσει το σώμα του. Θα το πετύχαινε. Ήθελε έτσι να γίνει. Αυτό λαχταρούσε. Και διάλεξε να γίνει η τελική δοκιμασία σε μια στιγμή όπου αγωνίζονται τα πιο τέλεια κορμιά, σε μια περίοδο όπου συναγωνίζονται πρωταθλητές.

Στάθηκε ανάμεσά τους. Δεν δείλιασε. Πίστευε. Είχε νικήσει. Το τελευταίο βράδυ της γιορτής ήταν που διάλεξε για να μείνει και πάλι μόνος μέσα στο δωμάτιο και να επαναλάβει εκείνη την παλιά δοκιμασία. Έκλεισε τα μάτια, σφράγισε τα βλέφαρα, έφερε τις παλάμες του να αγγίξουν τις κνήμες. Από τη μια το μήνυμα της σάρκας. Από την άλλη η αφή του ξύλου.

Δεν έκλαψε. Ανατρίχιασε όμως. Και μετά χαμογέλασε. Γιατί ξαφνικά κατάλαβε πως είχε μέσα στον εγκέφαλό του κλείσει τη μνήμη από τις δυο αφές, του δέρματος και της φλούδας. Μια απόλυτη κυκλική έκφραση ζωής. Μια πληρότητα. Εκείνος. Μια τέλεια έκφραση νίκης.

15.8.21

Ολυμπιακοί Μόναχο 1972: Λουλούδια και σφαίρες

 


Μόναχο, 1972. Ο 43χρονος Πολωνός Γιόζεφ Ζαπέτσκι κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στη σκοποβολή. Αμέσως μετά πηγαίνει στο Νταχάου, όπου πριν από τριάντα χρόνια ο πατέρας του είχε πεθάνει στο εκεί στρατόπεδο συγκέντρωσης και αποθέτει μια ανθοδέσμη λουλούδια. Όταν είχε πάρει την απόφασή του δεν ήξερε, βέβαια, πως εκείνη τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων κάποιες άλλες σφαίρες, βγαλμένες από κάποια άλλα όπλα, θα σκόρπιζαν τον τρόμο, θα αλλοίωναν την ιδέα της διαμαρτυρίας, θα προσπαθούσαν να μετατρέψουν τους αγώνες από σύμβολο ειρήνης σε σύμβολο πολέμου.

Όχι, εκείνος άλλα είχε σχεδιάσει. Τις δικές του σφαίρες, ήθελε για μια διαφορετικής μορφής διαμαρτυρία, να τις δει να χτυπούν το στόχο τους. Γιατί εκείνος ήξερε, είχε γνωρίσει από τα πρώτα του τα παιδικά τα χρόνια, το τι σημαίνει ο τρόμος της σφαίρας, ο φόβος του όπλου, η παραποίηση των ιδεών.

Ναι ήταν παιδί, μικρό αγόρι και είχε προλάβει να γνωρίσει τον σπαραγμό από το χωρισμό του πατέρα, είχε μάθει την αγωνία για το τι μπορεί να ξημερώσει η επόμενη μέρα, ήξερε πως δίπλα στον πόνο και στο αίσθημα της αδικίας, μπορεί κανείς να ακουμπήσει στην επιθυμία της εκδίκησης.

Η εκδίκηση. Με τι χρώμα μπορεί να βάφεται το βλέμμα ενός παιδιού, όταν μαθαίνει πως ο πατέρας του έχει σκοτωθεί με τρόπο απάνθρωπο, σε συνθήκες άγριες, τόσο άγριες όσο μπορεί να χωρέσει η αγριάδα μέσα σε μια και μόνο λέξη: Νταχάου. Το χρώμα της εκδίκησης ποιο είναι, λοιπόν;

Οι σφαίρες και οι στόχοι τους

Το μαύρο της αντίδρασης ή το κόκκινο του αίματος που ζητά την πληρωμή του; Το ψυχρό του κίτρινου ή το λευκό που αγνοεί την ύπαρξη κάθε άλλου συναισθήματος; Το μοβ της υποτακτικής θλίψης; Ασφαλώς και όχι! Μήπως, τότε, το πράσινο μιας ελπίδας για ένα πιο δίκαιο αύριο; Μέσα στα πράσινα λιβάδια φυτρώνουν όλου του κόσμου τα λουλούδια. Μέσα στην πανδαισία ενός πράσινου αγρού, συναντάς όλες τις πολύχρωμες πιτσιλιές που φέρνουν τα λουλούδια.

Τα λουλούδια μπορεί να εκφράσουν τη διαμαρτυρία, μπορεί να συλλαβίσουν τα λόγια του πάθους, να ψελλίσουν τα όνειρα της επόμενης μέρας. Τα λουλούδια έχουν τη δύναμη να δηλώσουν ότι μπορεί να έμεινε στην ψυχή ενός άντρα που κάποτε ήταν ένα παιδί, ένα παιδί που του στερήσανε τον πατέρα. Οι σφαίρες, λοιπόν, αναιρούνται από τα λουλούδια.

Οι σφαίρες μπορούν να χτυπήσουν –πάντα αυτό το σκοπό έχουν– ένα στόχο. Το στόχο τους. Αλλά ο στόχος μπορεί να μην είναι ένα ζωντανό κορμί, μπορεί να είναι ένα χάρτινο είδωλο σώματος, ή μια σειρά ομόκεντρων κύκλων. Ναι, έτσι είναι, έτσι πρέπει να είναι ο στόχος.
Αυτός έγινε ο δικός του στόχος. Μια σειρά ομόκεντρων κύκλων. Το κέντρο βαμμένο στο μαύρο χρώμα. Στο κέντρο να σταμπαριστεί η δήλωση πως η ζωή και συνεχίζεται και μπορεί να γίνει πιο δίκαιη, πιο όμορφη, πιο ειρηνική.

Το άρωμα των λουλουδιών

Μια δήλωση που θα ήθελε να γινότανε με τον τρόπο μιας σφαίρας. Μια σφαίρα που θα ήθελε να την δει να πέφτει κατά τη διάρκεια των εορτών της ειρήνης. Αυτή θα ήταν η δικιά του απάντηση στον πόνο που ένοιωσε όταν ήταν παιδί. Μια απάντηση που θα αρθρωνότανε στη χώρα εκείνη απ’ όπου είχε ξεκινήσει η μεγάλη αδικία που τον είχε χτυπήσει. Αυτό ήταν το σχέδιό του.

Πάνω σε αυτόν το σκοπό δούλευε χρόνια και χρόνια. Πάνω σε μια τέτοια ιδέα στήριζε τα όνειρά του. Όνειρα που γεμίζανε από τον ήχο του όπλου και το άρωμα των λουλουδιών.
Κι έπειτα ήρθε η μέρα που άκουσε τον ήχο του όπλου, αλλά δεν μύρισε το άρωμα των λουλουδιών. Μύρισε το αίμα και τρόμαξε. Μύρισε τον ιδρώτα του πόνου και έφριξε. Μύρισε το χνώτο του θανάτου και ζήτησε κάπου να κρυφτεί.

Αλλά τότε ήταν που θυμήθηκε πως είχε ετοιμάσει μια απλή ανθοδέσμη. Μια ανθοδέσμη με μικρά λουλουδάκια από τους αγρούς της πατρίδας. Τα χρώματά τους του γαλήνεψαν την καρδιά, τα αρώματά τους του σηκώσανε και πάλι το κεφάλι. Και αποφάσισε πως έτσι θα γινότανε, πως μετά απ’ όσα είχαν συμβεί, έπρεπε απαραιτήτως να κάνει αυτό που είχε εδώ και χρόνια σχεδιάσει. Να το επιτύχει.

Διαταγές σιωπηλές

Γύρω του ακουγόντουσαν όχι μόνο οι ήχοι μιας γιορτής, αλλά και οι κραυγές του πόνου. Ήταν μια γιορτή που την είχε φανταστεί πιο αγνή. Διαπίστωνε πως η αγνότητα υποχωρούσε μπροστά στην ιδιοτέλεια της οικονομίας. Και η διαμαρτυρία που είχε γίνει, δεν ήταν διαμαρτυρία αρχών, μα εκδίκηση που υπηρετούσε μια παρανοϊκή σκοπιμότητα. Αλλά εκείνος κάλυψε τα αυτιά του και μπροστά στο βλέμμα του κράτησε μόνο εκείνο εκεί το μαύρο σημαδάκι, το κέντρο των ομόκεντρων κύκλων. Και σημάδευε. Σημάδευ

Οι σφαίρες του ακολουθούσανε την πορεία που αυτός τις διέταζε να πάρουν. Δεν μπορούσαν να μην τον υπακούσουν οι σφαίρες. Γιατί αυτός έδινε διαταγές σιωπηλές, διαταγές που θέλανε να επαναφέρουν στη μνήμη το πατρικό χάδι, να ξυπνήσουν το γρατζούνισμα της πατρικής απουσίας. Ήταν διαταγές που είχαν βουτηχτεί στα χρώματα και στα αρώματα των λουλουδιών που είχαν μαζευτεί για ένα σκοπό.

Κέρδισε. Νίκησε. Ελάχιστοι γράψανε για τη νίκη του. Το δικό του αγώνισμα δεν ήταν από αυτά που τραβούν το ενδιαφέρον και το πάθος του πλήθους. Μοναχικό αγώνισμα. Αγώνισμα του περιθωρίου. Αυτός και ο στόχος . Κι ανάμεσά τους… Ανάμεσα σε αυτόν και το στόχο του, η διαμαρτυρία για την ύπαρξη μια κατάστασης που τον είχε κάνει ορφανό. Για τη μισαλλοδοξία που κάνει, πάντα έκανε και πάντα θα κάνει ορφανά παιδιά.

Η λάμψη του χρυσού μέσα στο Νταχάου

Μια διαμαρτυρία καθαρά δική του και μόνο υπόθεση. Γι’ αυτό και διαμαρτυρία όλων. Βέβαια, οι δημοσιογράφοι δεν το μάθαινε. Δεν τον ενδιέφερε. Αδιάφορο. Μετά την απονομή κάποιος του είπε πως τον περιμένανε για μια συνέντευξη, για μια γιορτή. «Έλα, θα ανοιχτεί κρασί του Ρήνου…». Χαμογέλασε. Αυτός άλλα είχε στο νου του. Πόσο απέχει το Μόναχο από το Νταχάου;

Όσο απέχει το δεκατριάχρονο αγόρι από το σαραντατριάχρονο άντρα. Μια ανάσα δρόμο, ένα όνειρο, ένα πόνο, μια πίστη, μια ελπίδα. Τα λουλούδια της ανθοδέσμης ρίξανε τους υπέροχους συνδυασμούς των χρωμάτων τους πάνω στη γκρίζα μνήμη του τόπου της θυσίας. Κι έπειτα εκείνος, έβγαλε μέσα από την τσέπη του παντελονιού του, το χρυσό μετάλλιο. Μια λάμψη ήρθε να σχίσει την πάχνη εκείνου του Σεπτέμβρη.

Η λάμψη μιας προσπάθειας που ξέφευγε από τον ατομικό θρίαμβο και γινότανε σύμβολο διαμαρτυρίας ενός λαού… Των λαών. Του ανθρώπου. Γι’ αυτό ένα σύμβολο ειρήνης.
Κανείς φωτογράφος δεν ήταν εκεί για να αποθανατίσει αυτή τη λάμψη του χρυσού, αυτήν την πανδαισία των χρωμάτων, μέσα στο γκρίζο, θλιβερό Νταχάου.

Κανείς δεν πρόσεξε τον απλό άνθρωπο. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως η διαμαρτυρία δεν είχε συντελεστεί. Αν ρωτήσεις τα θύματα του πολέμου, θα σου πούνε πως την αισθανθήκανε. Πως τους είχε εκφράσει. Την περιμένανε, άλλωστε, από χρόνια.

https://slpress.gr/politismos/olympiakoi-monacho-1972-loyloydia-kai-sfaires/

1.8.21

Αφρικάνικο μήνυμα

 

Ρώμη, 1960

Ο Αιθίοπας Αμπέμπε Μπεκίλα κερδίζει το Μαραθώνειο.

Έτρεξε όλη τη διαδρομή ξυπόλητος.

 


Αφρικάνικο μήνυμα

 

Η αφρικάνικη γη θυμάται.

Θυμάται και θυμώνει.

Θυμάται το αίμα, τον ιδρώτα που την ποτίσανε. Θυμάται τις κραυγές του φόβου που την κάνανε να αισθανθεί ίδια με χαροκαμένη μάνα.  Και τα άτσαλα, τα βάρβαρα τα βήματα όσων ήρθαν να περπατήσουνε πάνω της για να συλήσουν τα πλούτη των σπλάχνων της -κι αυτά τα θυμάται.

Η αφρικάνικη γη ακούει.

Ακούει τα τραγούδια αυτών που πάνω της γεννήθηκαν, τις δικές τους ανάσες την ώρα του αποχαυνωτικού ύπνου -αυτά είναι που ακούει.

Τις μυρωδιές των φαγητών, τις οσμές των μαύρων σωμάτων, τα όνειρα των παιδιών της έτσι όπως γίνονται παραμύθια και θρύλοι -κι αυτά όλα τα ακούει η αφρικάνικη γη.

Και θυμώνει. Και φοβάται. Και ελπίζει. Και ονειρεύεται.

Κι άλλοτε επαναστατεί, κι άλλοτε σκύβει το κεφάλι.

Μα μέσα στα σπλάχνα της συνέχεια κυλάνε τα νερά των ποταμών που διασχίζουν την επιφάνειά της -είναι νερά που φέρνουν τη ζωή, φέρνουν και τον θάνατο.

Μα πάνω στην επιδερμίδα της έχει κολλήσει η σκόνη όσων τρέξανε για να βρούνε την τροφή τους, όσων αλαφιασμένοι ψάχνανε να βρούνε μεριά για να τους κρύψει από τους λευκούς δουλεμπόρους. Έχει κολλήσει ο ιδρώτας όσων παιδιών της εξαναγκαστήκανε να δουλέψουνε για να πλουτίσουνε οι τυμβωρύχοι των σπλάχνων της.

Είναι μια γη βαμμένη στο αίμα εκείνων που την ονειρευτήκανε ελεύθερη.

Μια γη αγιασμένη από την απλότητα μιας ζωής νομαδικής.

Η αφρικάνικη γη έχει τόσα να θυμάται, τόσα να ακούει, με τόσα να θυμώνει και να ονειρεύεται, που το πρόσωπό της έχει και το χρώμα της άμμου και το χρώμα της βλάστησης. Έχει και την υφή των βράχων και την υγρασία της λίμνης.

Και η φωνή της άλλοτε γίνεται χαρούμενη σαν το τραγούδι των πουλιών, κι άλλοτε επιβλητική σαν τον βρυχηθμό της λέαινας.

Μια φωνή βαθυστόχαστη σαν το μήνυμα του ελέφαντα, υπερήφανη σαν το κράξιμο του αετού, θλιμμένη σαν το κλάμα της ετοιμοθάνατης γαζέλας.

Η αφρικάνικη γη τρέφει, ανατρέφει, μεγαλώνει τα παιδιά της. Γυναίκες και άντρες. Με δέρματα σκουρόχρωμα ή κατάμαυρα. Με χείλια κατακόκκινα, με στήθια που μπορούν να κρατούν μέσα τους τις μυρωδιές της νύχτας, με καρδιές που ξέρουν να λένε παραμύθια και ποιήματα, με σώματα που γνωρίζουν τους ρυθμούς ενός χορού συναισθημάτων και οραμάτων. Οράματα που άλλοτε προσκυνούνε ξύλινα ξόανα, άλλοτε τον απρόσιτο Αλλάχ, άλλοτε τον επαναστάτη Ιησού.

Η αφρικάνικη γη αγαπά να την ακουμπούν τα γυμνά πέλματα των παιδιών της.

Τα πέλματα όσων γεννήθηκαν στην Αφρική βραχήκανε από τα νερά των βροχών που σταματημό δεν έχουν, σχιστήκανε από τις άγριες πέτρες των βουνών, ματώσανε καθώς πατήσανε πάνω στα ξερά χόρτα, σκονιστήκανε τις μέρες της μεγάλης ξηρασίας. Και γνωρίζουν τα βήματα που εκφράζουν τα όνειρα, τον έρωτα, την ελευθερία, τη σκλαβιά, την πίστη, το μίσος, την ελπίδα.

Η αφρικάνικη γη ότι έχει να πει, της αρέσει να το λέει μέσα από την κίνηση των πελμάτων που ακουμπήσανε την επιφάνειά της.

Αυτή είναι που δίνει το ρυθμό, αυτή που σχεδιάζει τους βηματισμούς, αυτή που επιλέγει τους στόχους του χορού -το μήνυμα του.

Εκείνο το βράδυ, στους δρόμους της πόλης που είχε γεννήσει τους μεγάλους κατακτητές, εκείνο το βράδυ του μεγάλου τελικού του πιο ιερού των αγωνισμάτων, εκείνο το βράδυ επέλεξε η αφρικάνικη γη για να στείλει το μήνυμα της ύπαρξής της, το σήμα της διαμαρτυρίας της.

Ήταν μια νύχτα πολύ ζεστή. Ζέστη και υγρή. Θύμιζε -τυχαία, τάχα;- νύχτες αφρικάνικες. Μα η αιώνια πόλη δεν κοιμάται. Αφουγκράζεται τους παλμούς των σωμάτων που αγωνίζονται και αναθυμάται τις μέρες του δικού της παρελθόντος. Αυτάρεσκα έχει απλωθεί γύρω από το ποτάμι της, και με σοφή κοκεταρία έχει αφήσει τα κτήρια, τα αγάλματα, τις πλατείες, τα μνημεία, τους ναούς -όλα όσα αιώνες της προσφέρανε- να μαγεύουνε τους επισκέπτες της. Οικοδέσποινα και θεραπενίδα της ιστορίας.

Η αιώνια πόλη έχει ζήσει μέσα στη λαίλαπα της ιστορίας. Η αιώνια πόλη έχει δημιουργήσει η ίδια ιστορία.

Η αιώνια πόλη έχει θρέψει κινήματα, έχει φτιάξει πολιτισμό, έχει αφεθεί στον έρωτα, έχει ενδώσει στο μίσος, έχει υπηρετήσει το χρήμα, έχει εντρυφήσει στην ίντριγκα.

Η αιώνια πόλη είναι σύμβολο δύναμης. Οι αιώνες της έδωσαν εξουσία. Οι πανάρχαιοι, ιεροί αγώνες που φιλοξενεί θυμίζουν στους άλλους, θυμίζουν σ΄εκείνη το παρελθόν που κι αυτή διαμόρφωσε.

Η αφρικάνικη γη με την γαλήνη μιας σοφίας που έχει γεννηθεί από την πείρα της ενδοσκόπησης και την τέχνη της υπομονής, περίμενε χρόνια μέχρι να έρθει η στιγμή να στείλει τη διαμαρτυρία της, το σήμα της ύπαρξής της.

Επέλεξε μια συμβολική ώρα, μια πόλη σύμβολο, το μήνα που θέλησε οι μέρες του να συνδέσουν το τότε με το σήμερα. Επέλεξε την παγκοσμιότητα του πιο σεβαστού των αγωνισμάτων.

Κι επέλεξε τα γυμνά πέλματα ενός παιδιού της να είναι αυτά που θα διασχίζανε με το δικό τους τρόπο τον δρόμο - αγώνισμα που γίνεται στην ανάμνηση μιας νίκης.

Ήταν, λοιπόν, μια νύχτα ζεστή και υγρή. Στους δρόμους μιας πόλης που είχε κρύψει τη σκόνη του παρελθόντός της κάτω από στρώματα ασφάλτου και καλοπατημένου χαλικιού.

Και μέσα στη ησυχία αυτής της  νύχτας ακούστηκαν να ηχούνε εκείνα τα μαύρα πέλματα που είχαν πάνω τους τα ακούσματα της σαβάνας, τη λάσπη του κυανού Νείλου, την υγρασία μιας βουνοκορφής του Ρας Ντασάν, τα σχισίματα από τα βότσαλα της λίμνης Τάνα.

Τα πέλματα που είχαν ακολουθήσει την πορεία του Άγιου Φρουμέντιου, που είχαν δεχτεί τις διαταγές των αποικιοκρατών, που είχαν τρέξει πίσω από όσους οραματιστήκανε μια επανάσταση που προδόθηκε.

Δυο γυμνά πέλματα να κουβαλάνε μια σύνοψη αφρικάνικων στιγμών. Δυο γυμνά πέλματα να θέλουν να κατακτήσουν μια αιώνια πόλη.

Δυο πέλματα που ανήκαν σ΄ ένα λεπτό κορμί, που αιματώνονταν από μια καρδιά που ήξερε να λιγώνεται με τα τραγούδια που μιλούσαν για τον έρωτα και την ελευθερία.

Ένα κορμί που είχε μνήμες αταβιστικές της πείνας -αυτού του κορμιού κατάληξη τα δυο τούτα πέλματα που ταρακουνούν την νύχτα την υγρή της αιώνιας πόλης.

Ο ήχος αυτών των πελμάτων καθώς διασχίζουν προκαθορισμένες διαδρομές, μετρημένες χίλιες και βάλε φορές, οροθετημένες και απόλυτα χαρτογραφημένες, ο ήχος αυτών των πελμάτων είναι ένα απλός, γήινος ήχος. Ο ήχος που κάνει το δέρμα καθώς χτυπά πάνω στην άσφαλτο.

Ένας ήχος τόσο απλός. Τόσο διαφορετικός.

Επαναστάτης ήχος.

 Ήχος διαμαρτυρίας.

Κι αφρικάνικη γη -μίλια για μίλια μακριά, στην άλλη πλευρά της θαλάσσιας λεκάνης που τόσα είδε- ανασαίνει και πάλλεται και στέλνει όλη τη δύναμη του πόνου, του θυμού και του πάθους της.

Κι η άσφαλτος γίνεται χαλί, γίνεται, χλόη, γίνεται πυκνοφυτεμένο λιβάδι. Η άσφαλτος μαλακώνει. Υποχωρεί. Υποτάσσεται.

Η αιώνια πόλη ξαφνιάζεται, αναδεύεται, ψάχνει να βρει τους λόγους.

Τους ανακαλύπτει και ριγά. Το ρίγος όχι μιας ήττας, μα μιας αναγνώρισης που επιμένει να μένει κρυμμένη. Να αποσιωπάται.

Η ιστορία δεν μπορεί μήτε να αλλάξει τα όσα έγιναν, μήτε και να επέμβει σε όσα θα την καθορίσουν.

Αλλά μπορεί να πάρει ένα άλλο χρώμα. Μια στάλα χρώμα σκουρόχρωμο -χρώμα του κάματου κάτω από τον ήλιο.

Και μπορεί ακόμα να αποκτήσει μια σύντομη αίσθηση μουσικής που δεν έχει φτιαχτεί με προγραμματισμένες νότες.

Η ιστορία ξαφνικά αποκτά καμπύλες. Δυο καμπύλες σημαδεύουν ένα σημείο της πορείας της.  Οι καμπύλες από το αποτύπωμα δυο αφρικάνικων πελμάτων.

Η αιώνια πόλη υποχρεώνεται να ξυπνήσει. Και με καλοαναθρεμμένη υστεροβουλία αναγνωρίζει τον νικητή. του προσφέρει το πιο πολύτιμο μέταλλο. Μέταλλο που ίσως από κάποια απόκρυφη γωνιά αφρικάνικου πλούτου να είχε εξορυχθεί.

Η αφρικάνικη γη - μίλα για μίλα μακριά, στην άλλη πλευρά της θαλασσινής λεκάνης που τόσα είδε- πάλλεται.

Ένας ακόμα παλμός δίχως αύριο. Ένας παλμός που μπορεί να ακούγεται, αλλά δεν κατανοείται.

Η επόμενη μέρα, οι μέρες που ακολουθούν... Θα είναι..., ήταν -όπως άλλωστε πάντα- μέρες μιας ιστορίας φτιαγμένης από τις αιώνιες πόλεις. Μιας ιστορίας που ξέρει να βυζαίνει τους αφρικάνικους χυμούς.

Όμως κάτι -έτσι λέω- κάτι έχει αλλάξει. Δυο γυμνά πέλματα τρέξανε πάνω στη καυτή άσφαλτο. Και νικήσανε.

Ένας συμβολισμός.

Υπάρχουν μηνύματα - σύμβολα που η αποκωδικοποίησή τους έχει μετατεθεί στο μέλλον.

Η αφρικάνική γη ξέρει να περιμένει. Καρτερεί. Θυμάται.

Η αφρικάνικη γη είναι μια γη συμβόλων. Και μηνυμάτων.

 

29.7.21

«Όσα έχω ζήσει δεν τα έχω όλα γράψει. Μα έχω ζήσει όλα όσα έγραψα»

 

«Όσα έχω ζήσει δεν τα έχω όλα γράψει. Μα έχω ζήσει όλα όσα έγραψα»

 

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

(your e-articles.com – 29/7/2001

 

)

Πρόκειται για έναν από τους πιο σπουδαίους Έλληνες πεζογράφους. Έχει καταπιαστεί με τα περισσότερα είδη του πεζού λόγου αλλά είναι ευρέως γνωστός για τα λογοτεχνικά του έργα που αφορούν τα παιδιά και τους νέους. Σήμερα, φιλοξενώ στο your e-articles τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων.

 

 

- Γεννηθήκατε στην Αθήνα, Ποιες είναι οι μνήμες της παιδικής σας ηλικίας;

Μοναχοπαίδι και μέσα στην ασφάλεια της αγάπης δυο γονιών που φροντίζανε να με μεγαλώνουν με βάση την ισότητα ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας. Θα έλεγα πως η ανατροφή μου βασίστηκε στις αρχές μιας ελεύθερης αστικής νοοτροπίας, όπως την ζούσανε οι σμυρνιοί γονείς μου. Τέτοιας υφής και οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας

 

 

 

-Η πιο ισχυρή ανάμνηση που κουβαλάτε ως σήμερα;

Η γέννηση των δυο παιδιών μου και ο θάνατος των δυο γονιών μου.

 

 

-Οι εικόνες που έχετε από τη διάρκεια της δικτατορίας;

Τα πρώτα μου βιβλία τα έγραψα αμέσως μετά την πτώση της Χούντας. Και από τότε, από εκείνα τα πρώτα μέχρι και τα πλέον πρόσφατα, αυτό που χαρακτηρίζει τα βιβλία μου είναι μια πολιτική ματιά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου στρατευμένο συγγραφέα, αλλά σίγουρα πολιτικοποιημένο -είτε γράφω για ενήλικες, είτε για νέους, είτε για παιδιά. Κι όμως μέχρι τότε, μέχρι δηλαδή την πτώση της Χούντας, στην ουσία ήμουνα ένα μη πολιτικά συνειδητοποιημένο άτομο. Ίσως γιατί περνούσα μια μακριά  περίοδο μαθητείας καθώς διάβαζα με μανία μεγάλα λογοτεχνικά  έργα.

 

 

-Σπουδάσατε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τι αποκομίσατε;

Κάτι ιδιαίτερα βασικό, πιστεύω, για ένα συγγραφέα. Πως οι νόμοι της Φυσικής έχουν εφαρμογή και στη ίδια τη ζωή, αλλά και στην ίδια τη λογοτεχνία.

 

-Πως οδηγηθήκατε  στο γράψιμο; Υπήρχε επιρροή από το σπίτι σας;

Έγραψα το πρώτο μου κείμενο, κάπου γύρω στα 14 χρόνια μου και το έστειλα να δημοσιευθεί στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων». Είχε να κάνει με τα συναισθήματά μου από την απώλεια ενός μικρού γατιού που αγαπούσα. Καθώς είδα το κείμενο αυτό να είναι δημοσιευμένο, κατανόησα πως και ότι αισθανόμουνα το μοιραζόμουνα με πολλούς, αλλά παράλληλα κρατούσα ζωντανή την ανάμνηση του αγαπημένου ζώου. Λόγοι ικανοί να με κάνουν να αποφασίσω πως θέλω να γίνω συγγραφέας. Παράλληλα αυτή μου την διάθεση, οι γονείς μου με τη στάση τους και τις θετικές κρίσεις τους για τα έργα μου, μου την τονώνανε.

 

 

-Δημοσιεύατε κείμενα σας στη Διάπλαση Των Παίδων. Ήταν ένα περιοδικό-σταθμός για τα ελληνικά γράμματα;

Θεωρώ πως οι γενιές εκείνες αλλά και οι μετέπειτα οφείλουν την αναγνωστική τους παιδεία σε αυτό το περιοδικό. Χάθηκε στα  χρόνια που ήρθαν αυτή η συνέχεια με αντίστοιχα αναγνώσματα καλλιέργειας και διαμόρφωσης της αγάπης προς το βιβλίο;

Ναι έτσι ήταν. Όπως επίσης και μετά από χρόνια ένα άλλο περιοδικό για παιδιά -Το Ρόδι- έγραψε τη δική του ιστορία. Είναι κρίμα που σήμερα δεν εκμεταλλευόμαστε τις δυνατότητες του ηλεκτρονικού τύπου για να δημιουργήσουμε αντίστοιχα περιοδικά όπου τα σημερινά παιδιά θα μπορούσαν να καταθέτανε τι λογοτεχνικές ανησυχίες τους. Αλλά ίσως κάτι τέτοιο να μην είναι πλέον εφικτό. Μια νέα εποχή αφηγήσεων έχει ξεκινήσει.

 

 

 

-Πως κρίνετε το αναγνωστικό κοινό σήμερα;

Αν και σίγουρα πολυπληθέστερο από παλαιότερα και ένα μεγάλο μέρος τους περισσότερο ενημερωμένο, διακρίνω στις αναγνωστικές τάσεις μια ομαδοποίηση. Όπως και σε άλλες εκφράσεις της κοινωνικής / πολιτιστικής ζωής, επεμβαίνουν κι εδώ οι νέοι τρόπου καθοδήγησης και επηρεασμού απόψεων και προτιμήσεων.

 

 

-Οι νεότερες γενιές αγαπούν το διάβασμα;

Οι εκδόσεις λογοτεχνικών βιβλίων για παιδιά και νέους  έχουν αυξηθεί εδώ και κάμποσα χρόνια. Αυτό σημαίνει, όμως, πως οι νέοι μας είναι περισσότερο λάτρεις της λογοτεχνίας από ότι εμείς οι παλιότεροι;

Δεν είμαι και τόσο βέβαιος. Ασφαλώς υπάρχει η αύξηση αναγνωστών, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στην άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου- δεν υπάρχουν πλέον αναλφάβητοι. Το ζήτημα όμως είναι να δούμε την ποιότητα τόσο των ίδιων των έργων όσο και των αναγνωστών. Το θέμα είναι μεγάλο και ξεφεύγει από τα πλαίσια της συζήτησής μας. Απλώς να υπενθυμίσω πως τα προγράμματα φιλαναγνωσίας στα σχολεία έχουν καταργηθεί και ακόμα πως οι μαθητές από το τέλος του Γυμνασίου και σε όλο το Λύκειο εξαναγκάζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα  να κρατάνε αποστάσεις από την όποια λογοτεχνική ανάγνωση.

 

 

 

-Αποτελούν τα χαμηλά ποσοστά της βαθμολογίας στην έκθεση, το οποίο αποτελεί και το μόνο κοινό μάθημα όλων των κατευθύνσεων, κάποια ένδειξη;

Δεν είμαι φιλόλογος για να εκφέρω άποψη. Απλώς θέλω να επισημάνω πως άλλο είναι το λογοτεχνικό κείμενο και άλλο το κείμενο που έχει να κάνει με μια έκθεση.

 

 

-Τι σημαίνει για εσάς η συγγραφή;

Ζω γιατί γράφω και γράφω γιατί ζω

 

 

-Από που αντλείτε έμπνευση;

Από αυτά συμβαίνουν γύρω μου και  έτσι όπως φιλτράρονται μέσα στις σκέψη μου και στα συναισθήματά μου.

 

 

-Πρώτα ζείτε και μετά γράφετε; Αντίστροφα, παράλληλα;

Όσα έχω ζήσει δεν τα έχω όλα γράψει. Μα έχω ζήσει όλα όσα έγραψα

 

 

-Οι συγγραφείς που σας συγκλόνισαν όταν τους διαβάσατε για πρώτη φορά;

Πολλοί, πάρα πολλοί. Και στο παρελθόν και τώρα… Ελπίζω και εύχομαι και στο μέλλον

 

 

-Αν είχατε τη δυνατότητα να συναντήσετε κάποιον εξ' αυτών, ποιος θα επιθυμούσατε να είναι;

Κάποτε ίσως να ήθελα να γινότανε να γνώριζα το συγγραφέα κάποιου έργου που με είχε συγκλονίσει. Τώρα πλέον όχι… Προτιμώ να γνωρίζω τους συγγραφείς μέσα από τα έργα τους.

 

 

-Γράφετε ενεργά για παραπάνω από πενήντα χρόνια. Ο χρόνος φέρνει ρουτίνα και συνήθεια ή περιέργεια για το καινούργιο και ανυπομονησία;

Γράφω σημαίνει δημιουργώ. Και η δημιουργία ποτέ δεν είναι ρουτίνα. Θα έλεγα μάλιστα πως τις περιόδους που δεν γράφω τότε είναι που η ρουτίνα της καθημερινότητας με καταδυναστεύει.

 

 

-Έχετε δοκιμαστεί σε όλα τα είδη του πεζού λόγου. Που κινείστε με μεγαλύτερη ευκολία;

Κάθε φορά εκεί όπου η διάθεσή μου με οδηγεί. Για μένα όλα όσα έχω γράψει -για παιδιά, για νέους, για ενήλικες- είναι απόλυτα δικές μου εκφράσεις.

 

 

-Αποτελείτε μια καίρια μορφή της λογοτεχνίας για παιδιά. Είναι πιο δύσκολο αναγνωστικό κοινό από τους μεγάλους;

Δεν γράφω έχοντας κατά νου το κοινό στο οποίο θα απευθύνεται το βιβλίο μου. Λογοδοτώ κυρίως απέναντι στους ήρωές  μου, στο ίδιο μου το κείμενο.

 

 

 

-Ποια στοιχεία οφείλει να διαθέτει ένας συγγραφέας για να προσεγγίσει με το έργο του τα παιδιά;

Να μην έχει αποξενωθεί από την αξία της Παιδικότητας.

 

 

-Η επίδραση του διαδικτύου στις νεότερες γενιές;

Σημαντικότατη. Πιστεύω, δε,  πως ακόμα δεν έχουμε δει την πλήρη εξάπλωση αυτής της επίδρασης… Η οποία-ας το σημειώσω- δεν την θεωρώ εκ προοιμίου αρνητική. Είδομεν…

 

 

-Πως ηχεί στα αυτιά σας αν ένας νέος αντί να έχει στο σακίδιο του τρία βιβλία να έχει τρακόσια σε pdf στο τάμπλετ του;

Μα σας είπα… Δεν είμαι εκ προοιμίου ενάντια στην εξέλιξη των πραγμάτων. Άλλωστε κάποτε είχαμε περγαμηνές… Και πιο πριν, πολύ πιο πριν πλάκες από πέτρα… Ας μη μένουμε στην εικόνα, αλλά στο περιεχόμενο.

 

-Ποιο είναι το πιο αντιπροσωπευτικό βιβλίο που έχετε γράψει;

Σαφέστατα όλα τα βιβλία μου δεν τα θεωρώ το ίδιο σημαντικά. Αλλά όλα τους είναι παιδιά μου. Ας μου επιτρέψετε να μην δημοσιοποιήσω οικογενειακά μυστικά

 

 

Ως δημιουργός έχετε βιώσει πληρότητα ή είναι μια άπιαστη ιδέα;

Η δημιουργία εμπεριέχει την έννοια της πληρότητας. Άρα…

 

-Έχετε λάβει δυο φορές το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Η άποψη σας για τα βραβεία;

Αναμφίβολα δίνουν χαρά και αποτελούν μια μορφή καταξίωσης. Από την άλλη όμως… Ε, κάποια από τα βιβλία μου που ιδιαίτερα εκτιμώ, δεν έτυχε να βραβευθούνε… Όπως και βιβλία άλλων που εγώ θεώρησα σταθμούς, αγνοηθήκανε από επιτροπές και κριτικούς. Άρα, από ένα σημείο και πέρα όλα είναι σχετικά. Καλό θα είναι για αυτό η σκέψη κάθε επιτροπής βραβείων να διακατέχεται από μια πολυσυλλεκτική αντίληψη… Πιο σωστά θα έλεγα να οικοδομείται όχι στο τυχαίο, αλλά και στο δομημένο. Μα και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα που ξεφεύγει η πλήρης ανάλυσή του από τα πλαίσια αυτής της συζήτησής μας.

 

 

-Τι αίσθηση σας προκαλεί η σημερινή πολιτική πραγματικότητα;

Απέχθεια. Φόβο. Απελπισία. Αδιέξοδο…

 

-Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι ρευστές; Έχουν φθαρεί στο πέρασμα του χρόνου;

Οι ιδεολογίες είναι πάντα συγκεκριμένες. Και οι βασικές από αυτές παραμένουν αναλλοίωτες.  Οι τρόποι εφαρμογής τους είναι που έχουν το πρόβλημα.

 

 

-Ανήκετε στην αριστερά. Σε τι κατάσταση βρίσκεται; Μπορεί να εμπνεύσει τον ελληνικό λαό σήμερα;

Εμπνέει εμένα και τα έργα μου.

 

 

-Συνολικά, τι γεύση είχατε από τη τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ;

Σαφέστατα περίμενα μια άλλη γεύση… Αλλά σημασία δεν έχει ποια γεύση κάποτε μας απογοήτευσε ή όχι. Μα αυτή που έχει η τροφή που τώρα γευόμαστε… Τουλάχιστον αυτή μπορούμε να την αλλάξουμε… Αν θέλουμε…

 

-Η σημερινή Κυβέρνηση σε τι νερά πλέει;

Νομίζω σε απόλυτα ξεκάθαρα για όποιον ήξερε να διαβάζει πίσω από συνθηματολογίες, τα προγράμματα. Δε με  ξεγέλασε.

 

-Ποιον βαραίνει η ευθύνη για την πορεία μιας χώρας; Το εκλογικό σώμα ή τους Κυβερνώντες; Υπάρχει κάποια διαβάθμιση ευθυνών;

Δημοκρατία σημαίνει συμμετοχή. Και τόσο το εκλογικό σώμα όσο και οι κυβερνώντες έχουν τις δικές τους ευθύνες.

 

-Πότε κλάψατε τελευταία φορά;  

Αλήθεια πότε;… Όμως τρέμω για την επόμενη… Που μακάρι να μην την συναντήσω

  

 

-Πιστεύετε  στον Θεό;  

Φοβάμαι πως όχι

 

 

-Το  καταφύγιο σας;  

Έχει καταφύγιο ένας άνθρωπος;

 

 

-Ο μεγάλος σας φόβος;  

Η αρρώστια, το μίσος, η βία, η ανέχεια

 

 

 

-Πως λειτουργείτε υπό το καθεστώς του έρωτα;  

Δημιουργώ… Θέλω να πω -γράφω

 

 

-Νιώθετε ευτυχισμένος; 

Είμαι υγιής… Οι δικοί μου επίσης…

 

 

-Τι άνθρωπος είναι ο  Μάνος Κοντολέων;  

Μα τι με ρωτάτε; Αφού… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται!

  

 

-Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;  

Όχι… Ότι έγινε, έγινε… Αν κάτι άλλαζα, ποιος ξέρει το τι θα το ακολουθούσε;

 

 

-Πως φαντάζεστε τη τελευταία μέρα σας στη γη;  

Δεν θέλω να τη φαντάζομαι…

 

 

-Τα όνειρά σας για το μέλλον;  

Να γράφω και να διαβάζω… Τόσο εγώ όσο και όλοι μας να μην αισθανόμαστε ανασφαλείς

 

 

-Ετοιμάζετε  κάτι αυτή περίοδο;  

Πάντα κάτι ετοιμάζω… Αρχές φθινοπώρου θα κυκλοφορήσει το νέο μου μυθιστόρημα

 

 

-Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;  

Να πιστεύει σε αυτά ακόμα κι όταν αυτά παραμένουν όνειρα

 

 

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Μάνος Κοντολέων; 

Ο Μάνος Κοντολέων -ένας άνθρωπος

 

 

25.7.21

Ολυμπιακοί Παρίσι 1924: Το χρυσό έμεινε στην οικογένεια

 

Παρίσι, 1924. Ο Αμερικανός Μπίλι Χέιβενς αν και έχει επιλεγεί να εκπροσωπήσει τη χώρα του στους Ολυμπιακούς του 1924 στο Παρίσι, ως μέλος της ομάδας κωπηλασίας στην τετράκωπο με πηδαλιούχο, εντούτοις δεν λαμβάνει μέρος. Προτιμά να μείνει δίπλα στη γυναίκα του που περιμένει το πρώτο τους παιδί. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες η ομάδα των ΗΠΑ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο. Όχι, όμως και ο Χέιβενς. Θα πιάσει στα χέρια του ένα άλλο χρυσό μετάλλιο, μετά από 28 χρόνια, όταν ο γιος του θα κερδίσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι στο κανόε.

Εκείνου το κορμί γινότανε κάθε μέρα ολοένα και περισσότερο σκληρό, ολοένα και περισσότερο ευλύγιστο. Κι αυτή, τις νύχτες τον άκουγε να ανασαίνει με ρυθμούς σταθερούς και καταλάβαινε πως ο άντρας της ακόμα και στα όνειρά του προσπαθούσε. Προπονείτο. Κι άπλωνε το χέρι της –πολύ αργά, πολύ ήρεμα το άπλωνε, για να μην τον ξυπνήσει– και με τα δάχτυλά της ψαχούλευε τους μυς της κοιλιάς και τους μυς των μπράτσων και σκεφτότανε το πόση προσπάθεια, πόσα όνειρα κρύβανε μέσα τους αυτοί οι μυς που ακόμα και την ώρα του πιο βαθύ ύπνου δε λέγανε να ξεχάσουνε την αποστολή τους.

Μέσα στο δωμάτιο επικρατούσε η ησυχία της νύχτας, αλλά αυτή, με τα μάτια ανοιχτά και την ακοή της σε ετοιμότητα, μπορούσε να δει και να ακούσει τον παφλασμό των νερών καθώς τα τέσσερα ζεύγη κουπιών τα αναταράσσανε. Και ήξερε, μπορούσε να το δει με το βλέμμα των ονείρων της, πως ένας από τους τέσσερις άντρες που ριχνόντουσαν στη νίκη, ήταν κι ο δικός της, αυτός που τώρα δίπλα της ανάσαινε αργά και σταθερά, ίδια η αναπνοή του πάντα με εκείνη που είχε την ώρα των προπονήσεων.

Μήτε κι έπρεπε…

Μια εικόνα ήταν αυτή που την γέμιζε χαρά. Μα και αγωνία. Γιατί ήθελε να κοιμάται δίπλα σε έναν πρωταθλητή, της άρεσε τόσο να σβήνει μέσα στα δυνατά του μπράτσα, αλλά την ίδια τη στιγμή κι αναστατωνότανε καθώς ήθελε και να έχει δίπλα της, στη δικιά πια μεγάλη ώρα, το σύντροφο, τον άντρα που της είχε σπείρει μέσα στα σπλάχνα το πρώτο της παιδί. Το παιδί του, το παιδί τους.

Ήξερε πως δε θα γινότανε έτσι, μήτε κι άλλωστε έπρεπε, ήθελε να γίνει. Ποτέ της δεν έπρεπε να του πει το πόσο θα το λαχταρούσε να ήταν αυτός που θα έσκυβε από πάνω της και το δικό του το πρόσωπο να ήταν το πρώτο που θα έβλεπε όταν θα άνοιγε τα μάτια της και η δικιά του η φωνή να ήταν εκείνη που θα της μουρμούριζε «Να μας ζήσει ο γιος μας!» Ήξερε πως δε θα γινότανε αυτό, μήτε κι άλλωστε έπρεπε. Ήταν ανάγκη να το αποδεχτεί… Το αποδεχότανε.

Ακριβώς όπως αποδεχότανε και χαιρότανε να βλέπει το δικό της σώμα, μέρα τη μέρα, να γλυκαίνει, να ωριμάζει, να φουσκώνει, να προετοιμάζεται για την κυοφορία και τη γέννα.
Δίπλα στο δικό του σώμα που εξέπεμπε τη δύναμη της νίκης, απλωνότανε το δικό της που φεγγοβολούσε από την πληρότητα της κύησης. Δυο σώματα με διαφορετικούς προορισμούς…


Το χρώμα των ματιών

Τα ξημερώματα εκείνος ξύπναγε, ετοιμαζότανε, την άφηνε να είναι ξαπλωμένη στα σεντόνια που είχαν ακόμα πάνω τους τη γεύση του ιδρώτα των ονείρων του και την φιλούσε στο στόμα. «Να μου τον προσέχεις!» της χάιδευε με την ανάσα του το αυτί και έφευγε. Τον περιμένανε οι ασκήσεις και οι λίμνες, τα κουπιά και οι συναθλητές. Τον περίμενε η δόξα.

Αυτή τη δόξα –την προσμονή της– την διέκρινε και τα βραδάκια, που εκείνος επέστρεφε και την έκλεινε στην αγκαλιά του και πολύ προσεχτικά την έγερνε πάνω στον καναπέ και την παρέσερνε μαζί του σε ήρεμες βαρκάδες του έρωτα. Εκείνος δεν υποψιαζότανε, αυτή ήξερε. Αυτή προετοίμαζε τη ζωή, εκείνος σχεδίαζε τον άθλο. Και οι μήνες κυλούσανε. Πλησιάζανε οι μέρες των αγώνων. Πλησιάζανε οι μέρες που αυτή θα γεννούσε.

Κάποιες Κυριακές εκείνος την έπαιρνε και τραβάγανε για μικρές βόλτες. Σε μέρη εξοχικά και απόμερα. Βουνίσια μέρη. «Όχι και σήμερα νερά!» γελούσε εκείνος, «Όχι και σήμερα στάλες και ήχοι παφλασμών! Σήμερα θέλω ν΄ ακούσω τους ήχους του βουνού και μέσα στην ησυχία της χλόης, να αγγίξω τα μικρά σκιρτήματα του παιδιού μας!» Το περίμενε το παιδί τους. «Τί χρώμα ματιών, λες, να έχει;» τη ρωτούσε, καθώς είχανε ξαπλώσει πάνω στο γρασίδι μιας πλαγιάς.

Η λάμψη του χρυσού

«Γαλάζια, υποθέτω!» του απαντούσε εκείνη. γαλάζια όπως τα δικά του, όπως τα δικά της. Γαλάζια όπως τα νερά των λιμνών. «Και κάνει τα μωρά να δούνε τη λάμψη του χρυσού;» εκείνος συνέχιζε να παίζει με το διπλό του όνειρο. «Γιατί» συνέχιζε, «το πρώτο πράγμα που θα δει ο γιος μας θα είναι το χρυσό μετάλλιο που θα του έχω φέρει από τους Ολυμπιακούς!»

Την κοιτούσε και στα μάτια του μέσα σπαρταρούσανε η δόξα του νικητή και το πάθος του πατέρα. Πώς να του έλεγε πως την ώρα τη μεγάλη τη δικιά της, εκείνος θα ήταν αλλού;
«Γιατί συννέφιασες;» τη ρώτησε. Πήρε βαθιά ανάσα. Το αποφάσισε. «Έχεις υπολογίσει καλά τις μέρες;» «Να υπολογίσω, τί;» «Τις μέρες που θα γενώ, εσύ θα είσαι στους αγώνες!»

Υπάρχουν λόγια που δεν ταιριάζουν με το γλυκό θρόισμα των φύλλων της βελανιδιάς και της σημύδας; Φαίνεται ως υπάρχουν. Το σώμα της, έτσι όπως ακουμπούσε πάνω στον κορμό του δέντρου, ήταν σαν μια υπέροχη άποψη της γενναιοδωρίας της φύσης. Το σώμα της, τα πρησμένα στήθια και η φουσκωμένη κοιλιά, το πρόσωπο με πάνω του τα σημάδια του μοναδικού μυστικού τους. «Θες να πεις…». Σήκωσε το χέρι της, με τα δάχτυλά της του σφάλισε τα χείλια. «Δεν έχει νόημα να ταράζεσαι… Θα μπορέσω και μόνη μου… Θα…» Εκείνος ανατρίχιασε. Μόνη της; Τί θα πει μόνη της;

Τα όνειρα για μια δόξα

Δηλαδή την ώρα που εκείνη θα συνεργάζεται με τη φύση για να φέρει στο φως της ζωής ένα πλάσμα που θα έχει μέσα στις φλέβες του και το δικό του το αίμα, που θα έχει πάνω στο δέρμα του τις αναμνήσεις και του δικού του δέρματος, που μέσα στις κόχες των ματιών του θα φωλιάζουν μάτια ίδια στο χρώμα με τα δικά του και της φαμίλιας του, μια τέτοια ώρα, αυτός να βρίσκεται μίλια για μίλια μακριά, για να προπονείται και να αγωνίζεται… Να νικά ή να χάνει…


Ανάσαινε βαθιά. Το στήθος του προσπάθησε να μαζέψει όλο το οξυγόνο του βουνού. Η σκέψη του ατόνησε, έμεινε μόνο μια εικόνα να βασιλεύσει μέσα στο βλέμμα της φαντασίας του. Μια εικόνα: εκείνη και ο γιος τους. Μόνοι τους. Πού θα ήταν αυτός; Για τί πράγμα θα αγωνιζότανε;

Σηκώθηκε. Μπροστά του απλωνότανε η πλαγιά, πιο πέρα ήταν η πόλη. Πιο πέρα η θάλασσα. Στην άλλη της την άκρη, μια άλλη ήπειρος. Εκεί θα ήταν αυτός. Εδώ εκείνη και το πλάσμα που θα είχε μάτια στο χρώμα των δικών του. Το πρώτο βλέμμα αυτών των ματιών, πού θα έπεφτε; Ποιανού το πρόσωπο θα αντίκριζε;

Ένα πλασματάκι που θα θυμότανε τους ήχους του σώματος της μητέρας. Από τη δικιά του παρουσία τί θα είχε να θυμάται; Κι έπειτα του ήρθαν στο νου όλες εκείνες οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια της προσπάθειας και των ελπίδων. Τα όνειρα για μια δόξα αιώνων. Η πιθανότητα μιας νίκης που θα τον έκανε αθάνατο.

Το χρυσό στην οικογένεια!

Κι πάλι ανατρίχιασε. Και τότε άκουσε το τιτίβισμα των πουλιών. Και σήκωσε το κεφάλι και είδε τα χελιδόνια –δυο πανέμορφα πουλιά– που πηγαινοερχόντουσαν στη φωλιά τους –μια το ένα, μια το άλλο– και ταΐζανε τα μικρά τους. Μικρά πουλάκια, τρυφερούδια, με ανοιγμένα στόματα, έτοιμα πάντα να ευχαριστήσουνε και τον ένα γονιό και τον άλλο. Πάντα και από τους δυο να παίρνουνε τη ζωή. Και από τους δυο να τη ζητάνε.

Και το αποφάσισε. «Για μια νίκη μόνο εγώ νοιάζομαι!» της είπε και την βοήθησε να σηκωθεί. Η παλάμη του κατρακύλησε στην κοιλιά της. Και το αισθάνθηκε το μήνυμα του γιου. «Το χρυσό μετάλλιο θα έρθει στην οικογένεια!» χαμογέλασε, «Αν όχι σε λίγους μήνες, σε κάποια χρόνια… Πάντως, σίγουρα θα έρθει!» «Μα τί λες;» Η παλάμη του ευφράνθηκε από το μήνυμα του γιού.

«Είμαστε … κι οι δυο σίγουροι!» είπε και το χαμόγελο έγινε γέλιο, «Εσύ μη νοιάζεσαι γι’ αυτά! Ανδρικές δουλειές είναι! Άσε εμένα και το γιο μου –τους δυο άντρες της ζωής σου– να το κανονίσουνε μεταξύ μας… Ξέρουμε εμείς!» Την κράτησε από το χέρι και πήρανε να κατηφορίζουν. Πίσω τους μείνανε τα χελιδόνια –δυο πανέμορφα πουλιά– να προσφέρουν στα μικρά τους σπόρους και μικρά ζωύφια. Η φύση στην πιο καλή της ώρα. Ο ήλιος στο μέσο του ταξιδιού του. Στη στιγμή της νίκης του.


https://slpress.gr/politismos/olympiakoi-parisi-1924-to-chryso-emeine-stin-oikogeneia/?fbclid=IwAR1ULSej9AsMVS9bWdvJvSyX_AMhgTDvWAO3LLif1lQt6W3O3uJ-VdAYlJs