26.9.26

Συνέντευξη με τη Γιούλη Τσακάλου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ με τον ΜΑΝΟ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ Γιούλη Τσακάλου – Ελεύθερος τύπος Ο Μάνος Κοντολέων, πρωτοπόρος της ρεαλιστικής εφηβικής λογοτεχνίας, επιστρέφει με το «Τρίποντο και πιρουέτα» από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ένα βαθύ, cross-over μυθιστόρημα που ξεπερνά τα όρια μιας απλής ιστορίας ενηλικίωσης σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Μέσα από τη συνάντηση του Άλεκ και του Κλείτου —δύο εφήβων που εκπροσωπούν εκ πρώτης όψεως αντίθετους κόσμους, το μπάσκετ και τον χορό— ο συγγραφέας ψηλαφίζει τη γέννηση της συνείδησης, τη σεξουαλική ταυτότητα και τη μάχη ενάντια στα στερεότυπα. Μαζί μας σήμερα, ο αγαπημένος δημιουργός ξετυλίγει τις αόρατες δυνάμεις που κινούν τους ήρωές του προς το φως και την προσωπική ελευθερία. 1.Κύριε Κοντολέον, στο βιβλίο επιλέγετε ως οχήματα έκφρασης των δύο εφήβων το μπάσκετ και τον χορό. Πώς αυτές οι δύο τέχνες του σώματος, το δυναμικό «τρίποντο» και η ανάλαφρη «πιρουέτα», λειτουργούν ως γέφυρα για να εξερευνήσουν οι ήρωες τον εσωτερικό τους κόσμο και να σπάσουν τα κοινωνικά στερεότυπα της επαρχίας; Το μπάσκετ και ο χορός δεν επιλέχθηκαν μόνο επειδή προσφέρουν δύο κόσμους που, τουλάχιστον μέσα από μια συμβατική ματιά, μοιάζουν αντίθετοι. Με ενδιέφερε κυρίως το γεγονός ότι και στους δύο το σώμα γίνεται λόγος: άλλοτε ορμητικός, ανταγωνιστικός, στραμμένος προς τον συμπαίκτη και τον αντίπαλο, και άλλοτε πειθαρχημένος με έναν διαφορετικό τρόπο, αφοσιωμένος στην ακρίβεια μιας κίνησης που, για να δείξει ανάλαφρη, έχει απαιτήσει κόπο, επιμονή και συχνά πόνο. Το τρίποντο και η πιρουέτα, λοιπόν, δεν είναι δύο απλά σύμβολα· είναι δύο τρόποι με τους οποίους οι έφηβοι δοκιμάζουν τα όριά τους, ανακαλύπτουν τι μπορεί να πει το σώμα τους προτού ακόμη μπορέσουν οι ίδιοι να το διατυπώσουν με λέξεις. Ο Άλεκ και ο Κλείτος ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, όμως και οι δύο βιώνουν την πίεση που ασκεί επάνω τους το βλέμμα των άλλων. Ο ένας καλείται να ανταποκριθεί σε μια καθιερωμένη εικόνα ανδρισμού, ο άλλος να υπερασπιστεί μια επιλογή που εύκολα γίνεται αντικείμενο ειρωνείας ή απόρριψης. Η επαρχιακή πόλη εντείνει αυτή την πίεση, επειδή εκεί οι άνθρωποι γνωρίζονται, παρατηρούν ο ένας τον άλλον και συχνά αισθάνονται ότι δικαιούνται να ορίζουν τι είναι αποδεκτό. Ωστόσο δεν ήθελα να παρουσιάσω την επαρχία ως έναν μονοσήμαντα κλειστό τόπο· τα στερεότυπα δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν γεωγραφικό χώρο, αλλά αναπαράγονται παντού όπου ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό εμφανίζεται ως βεβαιότητα. Η συνάντηση των δύο αγοριών γίνεται έτσι μια αμοιβαία μαθητεία. Δεν εγκαταλείπει κανείς τον δικό του κόσμο για να περάσει στον κόσμο του άλλου· μαθαίνουν, όμως, να αναγνωρίζουν ότι πίσω από την εξωτερική διαφορά υπάρχει η ίδια ανάγκη: να τους επιτραπεί να υπάρξουν χωρίς να ακρωτηριάσουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Και όταν αυτή η αναγνώριση αρχίζει να γίνεται εμπιστοσύνη, τότε το σώμα παύει να είναι το πεδίο πάνω στο οποίο εγγράφονται οι εντολές των άλλων και γίνεται ο χώρος μιας προσωπικής ελευθερίας. 2. Πόσο απαιτητικό ήταν να "ντύσετε" τον λόγο σας με τον ζωντανό ρυθμό της σύγχρονης εφηβικής λαλιάς, κρατώντας ταυτόχρονα ανέπαφη τη λογοτεχνική αξία της δικής σας συγγραφικής υπογραφής;; Θα έλεγα ότι δεν προσπάθησα να «ντύσω» τον λόγο μου με τη σύγχρονη εφηβική λαλιά, γιατί μια τέτοια προσπάθεια, όταν γίνεται επίμονα και επιδεικτικά, κινδυνεύει πολύ γρήγορα να προδώσει τόσο τον συγγραφέα όσο και τους ήρωές του. Οι λέξεις και οι εκφράσεις των νέων αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα· εκείνο που σήμερα ακούγεται απολύτως φυσικό, ύστερα από λίγα χρόνια μπορεί να μοιάζει κατασκευασμένο ή ακόμη και γραφικό. Δεν με ενδιαφέρει, επομένως, τόσο να καταγράψω την επικαιρότητα της νεανικής ιδιολέκτου κάθε εποχής, όσο να πλησιάσω τη διαχρονικότητα των συναισθημάτων και των αντιδράσεων της εφηβείας: την αμηχανία μπροστά σε κάτι που γεννιέται μέσα σου και δεν έχει ακόμη όνομα, την ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα και συγχρόνως να διαφοροποιηθείς από αυτήν, τον φόβο της απόρριψης, την υπερβολή, τη σιωπή, τον θυμό, την πρώτη βαθιά εμπιστοσύνη προς έναν άλλον άνθρωπο. Ασφαλώς ένας σημερινός έφηβος δεν μπορεί να μιλά όπως μιλούσε ένας έφηβος πριν από σαράντα χρόνια. Χρειάζεται ο λόγος του να έχει τον ρυθμό, την οικονομία, τις διακοπές και τις αποσιωπήσεις της εποχής του. Όμως άλλο πράγμα είναι να ακούς προσεκτικά τη ζωντανή ομιλία και άλλο να συγκεντρώνεις τις πιο πρόσφατες εκφράσεις για να αποδείξεις ότι τη γνωρίζεις. Προτίμησα να κρατήσω όσα είναι αναγκαία για να αισθανθεί ο αναγνώστης ότι οι δύο ήρωες ζουν στο σήμερα, χωρίς να επιτρέψω στην επιφάνεια του σήμερα να καλύψει την εσωτερική τους περιπέτεια. Άλλωστε η λογοτεχνική αλήθεια ενός νεανικού προσώπου δεν εξασφαλίζεται από το λεξιλόγιό του και μόνο. Εξασφαλίζεται από το αν οι λέξεις που του δίνεις γεννιούνται από τον χαρακτήρα του, από όσα τολμά να παραδεχτεί και από όσα ακόμη αποκρύπτει ακόμη και από τον εαυτό του. Η δική μου συγγραφική φωνή δεν χρειάστηκε να υποχωρήσει για να ακουστούν ο Άλεκ και ο Κλείτος· χρειάστηκε να τους παραχωρήσει χώρο, να ακολουθήσει τον ρυθμό τους και, κυρίως, να σεβαστεί τις σιωπές τους. 3.Παράλληλα με τις φωνές του Άλεκ και του Κλείτου, παρεμβάλλεται μια τρίτη αφήγηση με πλαγιογράμματα στοιχεία. Λειτουργεί αυτό το κομμάτι ως ο δικός σας προσωπικός στοχασμός πάνω στα γεγονότα ή ως ένας υπερβατικός παρατηρητής, όπως το πνεύμα της ήβης, που καθοδηγεί τη συνείδηση των δύο νέων; Η τρίτη αυτή αφήγηση δεν θα ήθελα να διαβαστεί ως μια φωνή που γνωρίζει περισσότερα από τους ήρωες και έρχεται να εξηγήσει στον αναγνώστη όσα εκείνοι δεν μπορούν ακόμη να καταλάβουν. Αν συνέβαινε αυτό, θα περιοριζόταν η ελευθερία τους και μαζί της θα περιοριζόταν και η ελευθερία της ανάγνωσης. Δεν είναι, επίσης, μια μεταμφιεσμένη παρουσία του συγγραφέα που παρεμβαίνει για να δώσει τις σωστές ερμηνείες ή για να οδηγήσει τα γεγονότα προς ένα προκαθορισμένο ηθικό συμπέρασμα. Θα έλεγα πως κινείται ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες που θέτει η ερώτησή σας. Περιέχει αναπόφευκτα κάτι από τον δικό μου στοχασμό, αφού κάθε αφηγηματική επιλογή εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας κοιτάζει τον κόσμο· συγχρόνως, όμως, επιχειρεί να αποκτήσει μια αυτονομία, να γίνει κάτι σαν η άυλη φωνή της ίδιας της ήβης, μιας ηλικίας κατά την οποία το πρόσωπο που υπήρξες ως παιδί δεν έχει ακόμη χαθεί και το πρόσωπο που θα γίνεις ως ενήλικος δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Μέσα σε αυτή τη μεταιχμιακή κατάσταση, τα συναισθήματα προηγούνται συχνά της συνείδησης, το σώμα γνωρίζει κάτι που ο νους διστάζει να ομολογήσει και μια τυχαία κίνηση μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα από έναν ολόκληρο διάλογο. Τα πλάγια στοιχεία διαφοροποιούν οπτικά αυτή τη φωνή από τις φωνές των δύο αγοριών, αλλά δεν την τοποθετούν πάνω από αυτές. Θα προτιμούσα να τη φανταστούμε δίπλα τους, σαν έναν απόηχο όσων ζουν, σαν το αόρατο ρεύμα που συνδέει δύο εμπειρίες προτού οι ίδιοι αντιληφθούν πλήρως τη συγγένειά τους. Δεν τους καθοδηγεί· τους συνοδεύει. Και ίσως υπενθυμίζει στον ενήλικο αναγνώστη κάτι που εύκολα λησμονεί: ότι η εφηβεία δεν είναι μια ατελής εκδοχή της ενηλικίωσης, αλλά ένας πλήρης, οδυνηρός και ταυτόχρονα θαυμαστός τρόπος να υπάρχεις μέσα στον κόσμο. 4. Πέρα από τη θεματική της σεξουαλικής ταυτότητας, ήταν για εσάς ένα στοίχημα να μην εγκλωβιστεί το έργο σας σε μια «ταμπέλα» κοινωνικού προβληματισμού, αλλά να μιλήσει για την ίδια την ψυχή; Ναι, και θα έλεγα ότι αυτό υπήρξε ένα από τα βασικότερα στοιχήματα του βιβλίου. Η σεξουαλική ταυτότητα είναι ασφαλώς παρούσα, όχι ως ένα πρόσθετο θέμα που τοποθετήθηκε στην ιστορία για να της προσδώσει κοινωνική επικαιρότητα, αλλά επειδή αφορά οργανικά τη διαδρομή των δύο ηρώων, τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουν τον εαυτό τους και τον τρόπο με τον οποίο δοκιμάζουν να σταθούν απέναντι στους άλλους. Αν, όμως, το μυθιστόρημα διαβαζόταν μόνο ως ένα βιβλίο «για» τη σεξουαλική ταυτότητα, φοβάμαι ότι θα χανόταν η βαθύτερη περιοχή του, εκεί όπου ένας νέος άνθρωπος αναμετριέται με την ανάγκη να αγαπηθεί χωρίς να προσποιείται κάτι άλλο από αυτό που είναι. Οι ταμπέλες είναι κάποτε χρήσιμες στον δημόσιο διάλογο, γιατί κατονομάζουν μορφές καταπίεσης που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατες. Στη λογοτεχνία, όμως, μπορούν εύκολα να γίνουν περιοριστικές. Ο ήρωας παύει τότε να είναι ένα σύνθετο πρόσωπο, γεμάτο αντιφάσεις, φόβους, επιθυμίες και μικρές καθημερινές αποτυχίες, και μετατρέπεται σε εκπρόσωπο ενός ζητήματος. Δεν ήθελα ο Άλεκ και ο Κλείτος να αποδείξουν μια θέση μου· ήθελα να ζήσουν μέσα στις σελίδες, να κάνουν λάθη, να πληγώνουν και να πληγώνονται, να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον με εκείνη την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ουσιαστική ανθρώπινη συνάντηση. Γι’ αυτό και ο εκφοβισμός, τα στερεότυπα γύρω από το σώμα και τον ανδρισμό, η βία της ομάδας, αλλά και η στάση των ενηλίκων, δεν υπάρχουν ως διαδοχικά κοινωνικά «θέματα». Αποτελούν τις δυνάμεις που επιδρούν επάνω στους χαρακτήρες και τους αναγκάζουν να αποφασίσουν ποιοι θέλουν να είναι. Η ψυχή, βέβαια, δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία· διαμορφώνεται μέσα στις απαγορεύσεις, στις προσδοκίες και στις δυνατότητες που η κοινωνία προσφέρει. Η λογοτεχνία, ωστόσο, αρχίζει κατά τη γνώμη μου τη στιγμή που πίσω από τη γενική συνθήκη διακρίνεται η ανεπανάληπτη μοίρα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. 5. Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα τείνουμε ακόμα να διαχωρίζουμε αυστηρά τα αναγνώσματα σε "εφηβικά" και "ενηλίκων", πιστεύετε ότι η δική μας κοινωνία και το αναγνωστικό κοινό είναι πλέον έτοιμα να αποδεχτούν βιβλία που δεν μπαίνουν σε ηλικιακά καλούπια, αλλά συναντούν τον άνθρωπο στην καθολική του διάσταση; Νομίζω ότι οι αυστηρές ηλικιακές κατηγορίες εξυπηρετούν κυρίως την οργάνωση της αγοράς του βιβλίου, τις βιβλιοθήκες, το σχολείο, ίσως και την ανάγκη των ενηλίκων να γνωρίζουν εκ των προτέρων τι θεωρείται κατάλληλο για κάθε ηλικία. Δεν είναι εντελώς άχρηστες· ένα βιβλίο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την αναγνωστική εμπειρία και την ψυχική ωριμότητα εκείνου στον οποίο κατά κύριο λόγο απευθύνεται. Όταν, όμως, η κατηγορία γίνεται όριο, τότε αδικεί τη λογοτεχνία, γιατί η αληθινή λογοτεχνική εμπειρία δεν υπακούει εύκολα σε τέτοιους διαχωρισμούς. Το «Τρίποντο και πιρουέτα» έχει ως κεντρικά πρόσωπα δύο εφήβους και παρακολουθεί τον κόσμο από τη δική τους οπτική· με αυτή την έννοια είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα. Τα ερωτήματα, όμως, που το διατρέχουν δεν παύουν να αφορούν τον άνθρωπο όταν περάσει η εφηβεία του. Πόσο από τον εαυτό μας θυσιάζουμε για να γίνουμε αποδεκτοί; Με ποιον τρόπο το βλέμμα του άλλου άλλοτε μας φυλακίζει και άλλοτε μας βοηθά να αναγνωρίσουμε αυτό που είμαστε; Πότε η προστασία μετατρέπεται σε έλεγχο και πότε ο φόβος τολμά να γίνει αγάπη; Αυτά δεν είναι ερωτήματα μιας ηλικίας. Πιστεύω, μάλιστα, ότι ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά, αλλά εξίσου ουσιαστικά, για τον νεότερο και για τον ενήλικο αναγνώστη. Ο πρώτος ίσως αναγνωρίσει μια αγωνία που ζει τώρα και αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος· ο δεύτερος ίσως θυμηθεί όχι απλώς τα γεγονότα της δικής του εφηβείας, αλλά την ένταση με την οποία τα βίωνε, και ίσως κοιτάξει διαφορετικά τους νέους που βρίσκονται σήμερα δίπλα του. Δεν γνωρίζω αν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι συνολικά «έτοιμο» —οι κοινωνίες δεν προχωρούν όλες μαζί ούτε προς την ίδια κατεύθυνση—, βλέπω όμως ότι ολοένα περισσότεροι αναγνώστες αναζητούν βιβλία που δεν τους αντιμετωπίζουν ως ηλικιακές κατηγορίες αλλά ως πρόσωπα. Το cross-over, για μένα, δεν είναι ένας εκδοτικός νεωτερισμός· είναι η φυσική κατάσταση ενός έργου που, ξεκινώντας από μια συγκεκριμένη ηλικία και εμπειρία, κατορθώνει να συναντήσει κάτι καθολικά ανθρώπινο.