16.2.13

Αληθινοί Άρχοντες


Σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο συνήθως αναρτώ κείμενα μου που έχουν να κάνουν με βιβλία άλλων ή και δικά μου.
Σπάνια γράφω αντί για ένα βιβλίο, για τον συγγραφέα του.
Όποτε το έχω κάνει ήταν για να αποχαιρετήσω συγγραφέα και φίλο –τη Νένη Ευθυμιάδη, ας πούμε, τη Στέλλα τη Βογιατζόγλου, την Άννα Γκέρτσου - Σαρρή και κάποιος άλλους ακόμα που και ως άτομα και ως δημιουργοί μου κρατήσανε συντροφιά.
Τον ιστότοπο αυτόν άρχισα να τον κρατώ από το 2007. Έτσι, λοιπόν, τίποτε δεν έχει αναρτηθεί σε αυτόν για τον Ι. Δ. Ιωαννίδη, τον Γιάννη μας.
Ο Ι. Δ. Ιωαννίδης (έτσι πάντα έγραφε το όνομά του στα εξώφυλλα των βιβλίων του) υπήρξε ένας από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους.
Έφυγε από κοντά μας, εντελώς ξαφνικά, στα 69 του χρόνια, το 2000.
Την τελευταία του πνοή την άφησε σε ένα καλντερίμι του Άγιου Λαυρέντιου, του χωριού στο Πήλιο που ο ίδιος ήταν από τους πρώτους που είχε ανακαλύψει και είχε λατρέψει.
Έμεινε να μας τον θυμίζει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό έργο κυρίως στον τομέα της παιδικής – εφηβικής λογοτεχνίας, που είχε την ιδιαιτερότητα να συνδυάζει τη μυθιστορηματική πλοκή με την βιωμένη εμπειρία μιας στάσης ζωής που ξέφευγε κατά πολύ από την όποια σύμβαση συμπαράστασης προς τον άλλον.
Με τον Γιάννη είμαστε χρόνια φίλοι και ήταν τόσο καθοριστική η γνωριμία του ώστε αυτός ήταν που έγινε η αφορμή ο Άγιος Λαυρέντιος να μπει στη ζωή και της δικής μου οικογένειας.
Εκεί, λοιπόν, στο χωριό αυτό, ένα φθινοπωρινό –φθινόπωρο πρέπει να ήταν-  βράδυ προς τα τέλη του 20ου, στον μοναδικό (ακόμα τότε) ξενώνα, στον Κένταυρο ο Γιάννης είχε προσκαλέσει την Κώστια, εμένα, ένα παραδοσιακό αρχιμάστορα του χωριού, έναν άλλον κύριο που είχε ζήσει για χρόνια στον Καναδά προτού φτιάξει το σπίτι του στον Άγιο Λαυρέντιο και μαζί με τον ιδιοκτήτη του ξενώνα και την φιλόξενη γυναίκα του, παρέθεσε ένα εορταστικό γεύμα σε ζευγάρι αμερικανών που κάποτε, πριν από τριάντα και βάλε χρόνια, τους είχε στην Αμερική γνωρίσει και που τώρα εκείνοι οι δυο εορτάζανε τα 60 χρόνια του γάμου τους με ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Μα το είχαν έτσι σχεδιάσει αυτό το ταξίδι ζωής ώστε την μέρα ακριβώς που είχαν παντρευτεί να τη γιορτάσουν στο τόπο όπου ζούσε ο παλιός τους φίλος.
Λοιπόν, αυτό το δείπνο το εορταστικό όπου τόσο διαφορετικών τρόπων ζωής και σκέψης άνθρωποι συμμετείχαν, υπήρξε ότι πιο αρχοντικό τραπέζι έχω ποτέ μου καθίσει. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο Ι. Δ. Ιωαννίδης, ξεδίπλωνε αβίαστα όπως ανέπνεε αυτήν την αρχοντικιά αγάπη του και την ολότελα ανιδιοτελή προσφορά φιλίας.  Ο Ιωαννίδης δε σεβότανε μόνο τον άλλον, αλλά κυρίως σεβότανε τα συναισθήματα αυτού του άλλου. Και γι αυτό κατάφερνε να φέρνει στην επιφάνεια ότι πιο καλό ο συνομιλητής του διέθετε.
Και σκέφτηκα, θυμάμαι- εκείνο το βράδυ – «Αυτός είναι ένας αληθινός άρχοντας!»
Τα θυμήθηκα όλα αυτά και τα γράφω σήμερα, μιας και σήμερα ήταν το μνημόσυνο της Ρίτας Ιωαννίδη –σαράντα μέρες περάσανε από το θάνατό της.
Η Ρίτα ήταν η σύντροφος του Γιάννη. Όποιος είχε γνωρίσει τον έναν, ήταν σα να γνώριζε και τον άλλον. Όποιος αγάπησε τον έναν, αγαπούσε και τον άλλον. Ίδια ανοιχτές καρδιές, ίδια ευθύνη απέναντι στον τρόπο που εφαρμόζαν στην καθημερινότητα τα πιστεύω τους, ίδιο πείσμα στο να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούσαν σωστό και όποιον αγαπούσαν –και αγαπούσαν τόσους.
Αρχόντισσα και η Ρίτα. Κομψά όσο και πρακτικά ντυμένη, με οικολογική συνείδηση και πίστη τις δυνατότητες του όποιου άλλου, κυκλοφορούσε στα καλντερίμια του χωριού.
Μα ήταν –όπως κι ο Γιάννης- άτυχη. Αλλά αν εκείνος είχε την ατυχία να φύγει ξαφνικά σε νεαρή σχετικά ηλικία, η Ρίτα είχε την σκληρή μοίρα να δει τον εαυτό της να μαραζώνει και τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν.
Μα όσα χρόνια η Ρίτα έδινε με αξιοπρέπεια τη μάχη για την ζωή της, παράλληλα η κόρη τους η Λητώ ξεδίπλωνε τον δικό της τρόπο αρχοντικής  συμπεριφοράς.
Ευτυχισμένοι οι γονείς που αξιώνονται να έχουν παιδί με τέτοιο ήθος και τρυφερότητα.  Την ικανότητα τη δική τους την έχει και η κόρη τους κληρονομήσει –αυτήν την ικανότητα το απλό να το κάνεις σημαντικό, το πικρό να το μετατρέπεις σε ουσιαστική στάση ζωής.  Και να σέβεσαι δείχνοντας αγάπη σ’ αυτούς που σε μεγάλωσαν, σε χαϊδέψανε, σε εμπιστευθήκαν.
Στο μνημόσυνο σήμερα δίπλα στο δάκρυ υπήρξε και το χαμόγελο. Δίπλα στο θρησκευτικό ύμνο το παραδοσιακό τραγούδι. Δίπλα στο «Αντίο» το «Θα τα ξαναπούμε» και μαζί με το σακουλάκι με τα κόλλυβα, ένας σπόρος λουλουδιού και σελίδες από κείμενα –πεζά και ποιήματα- της λογοτεχνίας.
Τελικά –ναι, αυτό το κείμενο το αναρτώ για τον συγγραφέα Ι. Δ. Ιωαννίδη. Για αυτόν τον συγγραφέα που κάποτε είχα γράψει πως :
τα μυθιστορήματά του, αν και είναι αναγνωρίσιμα ως προς την αυθεντικότητά τους, εντούτοις παράλληλα και κυρίως προτείνουν μια άλλη στάση ζωής, μια άλλη ανάγνωση του κόσμου, ώστε στο τέλος ο ρεαλισμός τους να μετατρέπεται σε ένα ιδεαλισμό που δεν έχει σε τίποτε να κάνει με μια ουτοπία, μιας και ο αναγνώστης πείθεται ότι αυτός ο τρόπος όρασης και πράξης είναι εφαρμόσιμος.
Και που, πια,  τώρα μπορώ με απόλυτη συναίσθηση του τι γράφω να προσθέσω πως κατάφερε να μετατρέψει τη ζωή σε Τέχνη. Και για αυτό και τα πρόσωπα που ζήσανε δίπλα του αποκτούν κι αυτά τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες αρχόντων. Αρχόντων της Ψυχής και της Καρδιάς.

(Είναι το τραγούδι που μετά το μνημόσυνο τραγούδησε η αγαπημένη ανιψιά της Ρίτας, η Κατερίνα)

11.2.13

“Με θυμώνουν η χυδαιότητα, η έπαρση και η μη πολιτική συνείδηση”


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΡΩΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΠΑΝΤΑ! 
Ο Μάνος Κοντολέων στην Έλενα Αρτζανίδου 
1.Ποιό είναι το στίγμα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η σύνδεση της απατηλής ευμάρειας της δεκαετίας 1998 – 2008 με το σπάσιμο του κοινωνικού ιστού και το αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων.
2.Πείτε μας πέντε λόγους για να το διαβάσουν οι αναγνώστες.
-Γιατί έχει μια γεμάτη εσωτερικές αντιθέσεις ηρωίδα
-Γιατί τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα χωρίο και μια επαρχιακή πόλη
-Γιατί ο έρωτας συνδέεται με το όνειρο φυγής
-Γιατί το όνειρο φυγής μετατρέπεται σε εφιάλτη
-…Γιατί είναι το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου
3.Ποιον ήρωά σας αποχαιρετήσατε με δυσκολία;
Δεν αποχαιρετώ ποτέ τους ήρωές μου. Πάντα μέσα μου τους κουβαλώ.
4.Τι δεν μπορείτε με τίποτε να αποχωριστείτε;
Το κορμί μου… Υποθέτω!
5.Πείτε μας τρία πράγματα που σας θυμώνουν και τρία που θα θέλατε αμέσως να αλλάξετε στην εποχή μας.
Η χυδαιότητα, η έπαρση, η μη πολιτική συνείδηση. Και αυτά με θυμώνουν και θα ήθελα να εξαφανιστούν.
5. Πείτε μια φράση που σας τρομάζει περισσότερο.
Ποτέ πια…
6.Ποιο από τα βιβλία που έχετε διαβάσει θα θέλατε να το είχατε γράψει εσείς και γιατί;
Μου ζητάτε να φτιάξω την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας…
7.Έχετε δοκιμαστεί με επιτυχία και στην παιδική λογοτεχνία και στη λογοτεχνία  ενηλίκων, ποια είναι όμως αυτή που σας κάνει ιδιαίτερα ευτυχισμένο;
Η λογοτεχνία. Μόνο μία είναι.
8.Ποιον ήρωά σας θα παρουσιάζατε στην σημερινή Βουλή και τι θα θέλατε να τους πει;
Τον Λουκά Αλεξίου από το μυθιστόρημά μου «Κάσκα στο φεγγάρι». Να τους έλεγε τη φράση του Άμλετ: Τίποτε από εμένα δε φαίνεται!
9.Ένα σχόλιο για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα…
Τρόμος και απογοήτευση. Και μια χαραμάδα ελπίδας.
10.Πως φαντάζεστε πως θα συνεχίσουμε, αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο;
Μοναχά αν πεθάνουμε και ξαναγεννηθούμε!








ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΡΩΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΠΑΝΤΑ! Ο Μάνος Κοντολέων στην Έλενα Αρτζανίδου 

http://www.thinkfree.gr/thinkculture/μ-κοντολέων-με-θυμώνουν-η-χυδαιότητα

21.1.13

Όταν η Λογοτεχνία γίνεται Θέατρο ή....

... μήπως όταν το Θέατρο γίνεται Λογοτεχνία



Είναι γνωστό το πόσο εκτιμώ το έργο του Θανάση Τριαρίδη.
Είναι επίσης γνωστό το πόσο εκτιμώ τον ίδιο ως άνθρωπο. Τον πόσο τον αγαπώ.
Στη δική του περίπτωση το συγγραφικό όραμα και το κοινωνικό πρόσωπο συμπίπτουν.
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα -στις μέρες μας- περίπτωση ανθρώπου των Γραμμάτων μας.
Ένα πλούσιο έργο, που παίρνει πολλές μορφές -άλλοτε μυθιστόρημα, άλλοτε δοκίμιο, άλλοτε διήγημα, άλλοτε ποίηση, άλλοτε θέατρο, πολύ συχνά κάτι μη επιδεχόμενο τον όποιο ειδολογικό χαρακτηρισμό.
Όταν πριν από δυο -κάπου τόσα- χρόνια, πήρα να διαβάζω τα κείμενα του που ο ίδιος τα χαρακτήριζε ως θεατρικά, σκέφτηκα πως για μια ακόμα φορά η προσωπικότητα του δημιουργού υπερισχύει της ταυτότητας του δημιουργήματος.
Διάβαζα καθαρή και μεγάλη Λογοτεχνία που όμως δεν μπορούσα να φανταστώ ποια μορφή μπορεί να αποκτούσε αν κάποια στιγμή κάποιος έπαιρνε το ρίσκο και μετέφερε αυτό το κείμενο στη σκηνή.
Αλλά τελικά το γνήσιο πάντα ερμηνεύεται.
Και να που ένα από τα θεατρικά έργα του Θανάση Τριαρίδη σήμερα μπορεί κανείς όχι μόνο να το διαβάσει, αλλά και να το δει.
Σπουδαία παράσταση, σπουδαίες ερμηνείες. Σπουδαίο κείμενο.
Το θέμα του από εκείνα που στοιχειώνουν τα έργα του Τριαρίδη. Η ενοχή!
Η ενοχή που είσαι άνθρωπος και όχι ον, που ερωτεύεσαι χωρίς να προσφέρεσαι, που αγνοείς τον άλλον μα και τα άλλα πλάσματα, που αναζητάς την επαφή μέσα από τη βία... Που προσδιορίζεσαι ως άντρας μέσα από τη γυναίκα -ναι, μια ακόμα ενοχή.
Όμορφη και σωστή από κάθε άποψη παράσταση.
Όμορφο, μεστό, ζωντανό κείμενο.
Αληθινά δεν ξέρω αν είδα Λογοτεχνία ή αν διάβασα Θέατρο.
Ότι κι αν ήταν, ήταν υπέροχο.

 

18.1.13

Μανόλο και Μανολίτο



Με ειδοποίησαν πως ξεκίνησαν το ταξίδι τους...
Κι εκεί κατά το τέλος Απρίλη -σαν δώρο Πασχαλιάτικο- μου είπαν να τους περιμένω.









Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή

από τις Εκδόσεις Πατάκη







15.1.13

Η Φιλαναγνωσία ήρθε και θα μείνει...


Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Νέου Μαρμαρά Χαλκιδικής,  στο πλαίσιο της ώρας Φιλαναγνωσίας, ζωγράφισαν τον αγαπημένο τους ήρωα.
Με τον πιο απλό τρόπο -τον τρόπο των παιδιών και των δασκάλων τους - η απάντηση προς κάθε υπεύθυνο δόθηκε.

8.1.13

Δύο ιστορίες, δύο ονόματα, ένα πρόσωπο



«Δε με λένε Ρεγγίνα…. Άλεχ με λένε»... 
...Δύο ιστορίες, δύο ονόματα, ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο της εκμετάλλευσης, του εξαναγκασμού, της ανημποριάς. Εφηβικό πρόσωπο, μεγαλωμένο με αγάπη και αρχές σε οικογένειες σαν όλες τις άλλες. Βασίλισσα σημαίνει το Ρεγγίνα σε μια άλλη γλώσσα, έτσι τη φώναζε ο πατέρας που τη λάτρευε. Μέχρι χθες. Πριν τον πόλεμο, πριν την ανεργία, πριν ο ίδιος φύγει από τη ζωή, πριν η μητέρα φύγει κι αυτή εξαιτίας της ανέχειας και τη φτώχιας, πριν αφήσει μόνα τους τα ανήλικα παιδιά της, πριν η ίδια η Ρεγγίνα αρνηθεί το όνομά της εξαναγκασμένη στην σεξουαλική εκμετάλλευση, θύμα των συνθηκών που ο κοινωνικός αποκλεισμός δημιουργεί, θύμα του επιτήδειου που κερδίζει εις βάρος της. Πριν το αρνηθεί η ίδια θέλοντας να κρατήσει αμόλυντο το παρελθόν της.

«Δε με λένε Ρεγγίνα…. Άλεχ με λένε» δύο ιστορίες, δύο ονόματα, ένα πρόσωπο.
Προστάτης σημαίνει το Άλεχ σε μια άλλη γλώσσα, όνομα που του έδωσε ο πατέρας, «Άλεχ, αυτός που προστατεύει, ένας αρχηγός σωστός, ας πούμε…». Πόλεμος, προσφυγιά, στρατόπεδο προσφύγων, θάνατος του πατέρα, η μητέρα χάνει τα λογικά της και ο Άλεχ, που το όνομά του σημαίνει προστάτης, πρέπει να προστατεύσει την αδύναμη μητέρα, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων όπως ο πατέρας τού είχε διδάξει. Όταν θα εξαναγκαστεί να δεχτεί τον απόλυτο εξευτελισμό του, υποκύπτοντας στις σεξουαλικές ορέξεις του Κοσάρ, εκείνος θα πείσει τον εαυτό του πως ό,τι κάνει δεν είναι συμβιβασμός αλλά μια πράξη προστασίας αυτών που έχουν την ανάγκη του.

«Δε με λένε Ρεγγίνα…. Άλεχ με λένε» δύο ιστορίες, δύο ονόματα, ένα πρόσωπο: Το πρόσωπο των θυμάτων της εμπορίας και της εκμετάλλευσης που υπάρχει και δεν θέλουμε να το δούμε, που υπάρχει και πολλές φορές το ενισχύουμε με την αδιαφορία και την εθελοτυφλία που η βολεμένη μας ζωή δημιουργεί, μια ζωή που αρέσκεται στο βίωμα μιας βάρβαρης ιδιώτευσης. Ο λόγος είναι απλός και μεστός γραμμένος με πολύ ευαισθησία ιδιαίτερα σε σημεία της ιστορίας που θεωρούνται «σκληρά» ακόμα και για έναν ενήλικα. Ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση ότι ο συγγραφέας έχει αφήσει ένα παράθυρο ανοιχτό, κι αυτό το παράθυρο είναι η αγάπη που γεννήθηκε μεταξύ των δύο παιδιών στην αρχή της ιστορίας. Η αμοιβαία αγάπη και η σκέψη του ενός για τον άλλον.
Δύο παιδιά, δύο έφηβοι, ίδια ιστορία. Ένα βιβλίο γραμμένο για εφήβους από έναν συγγραφέα που δεν μετρά τα λόγια του, δεν χαϊδεύει τα αυτιά, έναν βιβλίο που συγκλονίζει και ταρακουνά. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο που ευαισθητοποιεί κοινωνικά πάνω στο θέμα της παράνομης διακίνησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών και των εφήβων, την παραβίαση των δικαιωμάτων τους καθώς και για την ανάγκη της ύπαρξης ενός κοινωνικού κράτους που θα τα υποστηρίξει αλλά και δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να τα εκμεταλλευτεί.  Που ενημερώνει τους νέους για το θέμα, που βοηθά στη διαμόρφωση μιας κοινωνικής ανθρωπιστικής συνείδησης σε σχέση με τον κοινωνικό αποκλεισμό, την ζωή και τις συνθήκες επιβίωσης στα στρατόπεδα προσφύγων, ένα βιβλίο που συμβάλλει στην κατάρριψη των στερεοτύπων όσον αφορά στην εικόνα που έχουμε ως κοινωνία για πολλά από τα νεαρά άτομα που εκδίδονται και που υπήρξαν πρωτίστως αυτά θύματα αυτής της ζωής που δεν επέλεξαν να ζήσουν. Παιδιά και νεαρά άτομα που κουβαλούν τη δική τους ιστορία, τις δικές τους αγαπημένες θύμησες από τις οικογένειές τους και μια πραγματικότητα του παρόντος τους πολύ διαφορετική από αυτή που ονειρεύτηκαν να έχουν.


Αγγελική Γαβριέλλα Σαμψωνίδου

Κοινωνιολόγος – Δημοσιογράφος
ΑΡΣΙΣ – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων
Τομέας Επικοινωνίας και Ευαισθητοποίησης

30.12.12

«Το κουμπί και το φόρεμα»




Σωτήρης Δημητρίου

«Το κουμπί και το φόρεμα»
Διηγήματα
Εκδόσεις Πατάκη

Νομίζω πως ο Σωτήρης Δημητρίου μπορεί χωρίς την όποια αμφιβολία να διεκδικήσει τον τίτλο του πλέον σημαντικού σύγχρονου έλληνα διηγηματογράφου.
Από βιβλίο σε βιβλίο (πάντα ολιγοσέλιδα τα βιβλία του είτε είναι συλλογές διηγημάτων είτε νουβέλες) κατακτά ολοένα και πιο λεπτών αποχρώσεων δυνατότητες περιγραφών της καθημερινότητας καθημερινών ανθρώπων.
Ξεκινώντας την ανάγνωση ενός δικού του βιβλίου –και ας μείνουμε σε αυτήν την τελευταία του συλλογή σύντομων πεζών- πρέπει να είσαι προετοιμασμένος πως θα σου αποκαλυφθούν οι κρυφές πτυχές σκέψεων και συναισθημάτων ανθρώπων που αν και ζούνε δίπλα σου, εντούτοις δεν τους γνωρίζεις.
Ο Δημητρίου γνωρίζει να παρατηρεί τους άλλους. Κινείται σχεδόν αθέατος ανάμεσά μας και στη συνέχεια κλείνεται μέσα στο δικό του χώρο και αναζητά τις λέξεις που με τη βοήθειά τους θα καταγράψει τα ευρήματα.
Μανιώδης συλλέκτης φράσεων που σχηματίζουν εικόνες-
Και τώρα έστεκαν κι οι δυο στα ακροδάχτυλα, σαν τα πετεινάρια
Εικόνες που σε στέλνουν σε πρωτόγνωρες απόψεις –
Λίγο πριν την πλατεία, σ΄ ένα χαμηλό περβάζι είδε ένα βιβλίο, προσεκτικά τοποθετημένο, με την μορφή αγίου.
Απόψεις που σου αλλάζουν τη ροή της σκέψης –
Αφόπλιζε τους ανθρώπους. Έμενε στην σκέψη τους πολύ παραπάνω απ΄ το συνηθισμένο.
Τριάντα δύο –αν τα μέτρησα σωστά- μικρά διηγήματα, άλλοτε αθηναϊκά, άλλοτε της επαρχίας, κάποια της ψυχής.
Μικρά διαμάντια ύφους, σκέψεων και λογοτεχνικής υπόστασης.