15.7.13

Η γεύση της ερήμου


Ιφιγένεια Θεοδώρου
"Η γεύση της ερήμου"
Εκδόσεις Πατάκη

Η Ιφιγένεια Θεοδώρου είναι πεζογράφος.  Τούτο το μυθιστόρημα είναι το τέταρτο έργο της. Και το τρίτο της μυθιστόρημα. Η πρώτη της εμφάνιση είχε γίνει το 1997 με μια συλλογή διηγημάτων.
Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, λοιπόν, τέσσερα βιβλία.
Για τα συγγραφικά δεδομένα της εποχής μας, μάλλον λίγα. Αλλά δεν είμαι από αυτός που συνδέουν ποιότητα και ποσότητα. Έχω διαβάσει συγγραφείς που τους θεώρησα πολύ καλούς κι όμως είχαν γράψει και πολλά έργα, όπως επίσης και άλλους που επίσης μου κέρδισαν την εμπιστοσύνη με τα λίγα βιβλία τους.
Το συγγραφικό ήθος σε κάθε περίπτωση έχει μια πολύ προσωπική πορεία.
Αλλά στη περίπτωση της Ιφιγένειας Θεοδώρου μάλλον και δε μπορούσε να γινότανε διαφορετικά.
Η ίδια πολύ συχνά δηλώνει πως τα μέρη που πάει να ζήσει δεν τα επιλέγει η ίδια, μα προέρχονται από τις εργασιακές συνθήκες του συντρόφου της. Αλλά αν δεν έχεις με τα δικά σου μέτρα και σταθμά επιλέξει το που θα ζήσεις, τότε υπάρχει ο κίνδυνος ο τόπος που αναγκάστηκες να ζεις να σου γίνει στη χειρότερη περίπτωση θηλιά, στην καλύτερη να σε κάνει να περνάς με τρόπο ουδέτερο τις μέρες σου.
Μα αν είσαι άνθρωπος που θες να εκφραστείς με τη συγγραφή, αν η λογοτεχνία είναι ο δικός σου δρόμος για να κατανοήσεις τους άλλους και να ζητήσεις από εκείνους εσένα να προσέξουν, τότε μήτε τη θηλιά μπορείς να αποδεχτείς μήτε την πλήξη.
Και έτσι –να ο δρόμος που ακολούθησε η Ιφιγένεια Θεοδώρου- αποφασίζεις να χωθείς όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα στον τόπο που βρέθηκε σαν ζεις, να τον κατανοήσεις και να τον μετατρέψεις παράλληλα σε σκηνικό όπου τα δικά σου όνειρα και συγγραφικά οράματα θα σαρκώνονται.
Δεν έχω διαβάσει τα προηγούμενα έργα της συγγραφέα για την οποία σήμερα ομιλώ. Το μυθιστόρημα «Η γεύση της ερήμου» ήταν η πρώτη μου γνωριμία μαζί της.
Και δε σας κρύβω πως πήγα στο αναγνωστικό μου ραντεβού με πολλές προσδοκίες –ένα από τα προηγούμενα έργα της είχε ιδιαιτέρως επαινεθεί από την κριτική και ήταν υποψήφιο για σοβαρό λογοτεχνικό βραβείο.
Ξεκίνησα, λοιπόν, την ανάγνωση με απαιτήσεις.
Πριν ανοίξει ακόμα τα μάτια, έρχεται στ΄ αυτιά της το ξένο άκουσμα. Μακρόσυρτη, βραχνή, όλο παράπονο η φωνή του μουεζίνη χαϊδεύεται πάνω στο μισάνοιχτο τζάμι, παραμερίζει την κουρτίνα και στρώνεται στα σεντόνια της. Ξύπνημα και νανούρισμα μαζί. Την τραβάει από τον πρωινό ύπνο και την ίδια στιγμή τη σπρώχνει να ξαναβρεί τον μίτο του ονείρου της.
Οι πρώτες αράδες αμέσως σε κερδίζουν. Και αμέσως σε φέρνουν μέσα στο κλίμα που θα κυριαρχήσει και στις 477 σελίδες. Ηδυπάθεια, ερωτισμός, όνειρο και εφιάλτες. Με μια λέξη –Ανατολή.
Λοιπόν, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από τον πρωταγωνιστή… Την πρωταγωνίστρια πιο σωστά. Την Συρία. Μάλιστα αυτή η χώρα πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο. Η Συρία των πόλεων και της ερήμου. Η Συρία του παρόντος και του παρελθόντος. Η Συρία η τόσο κοντινή μας κι όμως και τόσο μακρινή μας. Η Συρία των παθών και των πόθων.
Η Συρία, λοιπόν είναι ο τόπος που η Ιφιγένεια Θεοδώρου βρέθηκε να ζει για μερικά χρόνια και με πάθος ζωής αποφάσισε να την αγαπήσει και να την γνωρίσει.
Μα η Θεοδώρου είναι πεζογράφος. Δεν θέλησε να γράψει ένα ταξιδιωτικό και μόνο χρονικό (που εν τέλει και αυτό έγραψε). Θέλησε να γράψει μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως αναζήτησε πρόσωπα για να ζήσουν όσα εκείνη είχε παρατηρήσει. Πρόσωπα που δεν ξέρω πόσο κάποια από αυτά στηρίχτηκαν σε υπαρκτούς ανθρώπους, αλλά ως αναγνώστης πολλές φορές αναρωτήθηκα αν έτυχε μερικά από αυτά να συναντήσω στις παράλληλες πορείες σε αθηναϊκά στέκια των προηγούμενων χρόνων.
Μα πέρα από τα αθηναϊκά στέκια που ήδη γνώριζα λίγο ή πολύ, επίσης έμαθα –σχεδόν έζησα- γωνιές της Δαμασκού και της Παλμύρας, νύχτες στην έρημο και συναντήσεις σε παραδοσιακά καφενεία των τόπων εκείνων.
Μαζί με τα στέκια και τα ξενοδοχεία, μαζί με τους δρόμους των πόλεων και τις οάσεις των ερήμων, γνώρισα –όπως και ο κάθε αναγνώστης θα γνωρίσει- τις ζωές ανθρώπων που έρχονται άλλοι από τη Συρία και άλλοι από την Ελλάδα.  Άνθρωποι τριών στην ουσία γενιών που καθώς η καθημερινότητά του ενός περνά από την καθημερινότητα των άλλων, καθώς οι σχέσεις τους άλλοτε ισχυροποιούνται έως πάθους και άλλοτε εξασθενούν ως μαραμένα άνθη, αφήνουν να φανεί το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στις ζωές των ανθρώπων το τυχαίο και εν τέλει το πόσο συχνά αυτό που σήμερα κάποιος πράττει και αισθάνεται είναι παρόμοιο με ότι έπραξε και αισθάνθηκε άτομο που έζησε πριν από 150 τόσα χρόνια.
Γιατί η Θεοδώρου πέρα από τους δικούς της ήρωες, πέρα δηλαδή από τα μυθιστορηματικά της πρόσωπα, χώνει μέσα στις σελίδες του βιβλίου της και ένα ακόμα –αληθινό αυτό πρόσωπο. Μια ιδιότυπη γυναίκα του 19ου αιώνα που από τα αρχοντικά της Αγγλίας βρέθηκε να ζει σε σκηνές βεδουίνων.  Η δική της ζωή πυροδοτεί τις ζωές των ανθρώπων της εποχής μας, ίσως γιατί πάντα υπάρχουν πρόσωπα που αναζητούν την ατομική τους ελευθερία ή και ακόμα πιο σημαντικό της ελεύθερη παρουσία τους δίπλα στη ζωή κάποιου άλλου.  
Ένα οδοιπορικό στα σταυροδρόμια της Μέσης Ανατολής, στην απεραντοσύνη της στέπας και στα δαιδαλώδη σοκάκια του πιο κρυφού εαυτού μας, εκεί που οι συμπτώσεις καιροφυλακτούν, η πραγματικότητα συναντάει το παραμύθι και το απρόβλεπτο δεν θέλει πολύ για να γκρεμίσει τον βράχο της ρουτίνας μας.
Με αυτά τα λόγια κλείνει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και ομολογώ πως δεν έχω περισσότερα εγώ να προσθέσω για τον πυρήνα του θέματός του.
Απλώς να τονίσω το πόσο ζωντανά περιγράφονται όχι μόνο οι τόποι αλλά και οι άνθρωποι. Να σημειώσω την πλούσια γλώσσα (τα μικρά αποσπάσματα που διάβασα το μαρτυρούν αυτό) και ακόμα πως θα τοποθετούσα τη «Γεύση της ερήμου» στο είδος του κοσμοπολίτικου μυθιστορήματος, ενός είδους που τον τελευταίο καιρό έχει επανέλθει με δύναμη στην ελληνική λογοτεχνία. Είναι μυθιστορήματα που ταξιδεύουν τον αναγνώστη στο χώρο και στον χρόνο με όχημα μεγάλους έρωτες και δυνατά πάθη (αυτά τα τελευταία όχι μόνο διαπροσωπικά, μα και πολιτικά, ιστορικά, οικονομικά κλπ). Κυρίως το υπηρετούν άνδρες συγγραφείς. Μα εδώ μια γυναίκα καταθέτει την δική της εκδοχή και όπως είναι αναμενόμενο αυτή η εκδοχή είναι περισσότερο ευαίσθητη, ίσως πλέον εσωτερική και σίγουρα πιο θηλυκή.

Και μια φράση πλέον προσωπική. Θαύμασα έως ζήλειας την ικανότητα της Ιφιγένειας Θεοδώρου να γράφει για ένα τόπο που ελάχιστα γνώριζε προτού με τα πάθη του καταπιαστεί, να γράφει λέω με τόσο μεγάλη γνώση της ιστορίας του, κι όμως να δείχνει πως ότι έγραψε υπήρξε βιωμένη εμπειρία ζωής.

(Κείμενο παρουσίασης στην ΔΕΘ, Μάιος 2013)

6.7.13

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη



Τέσυ Μπάιλα
«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη»

Μυθιστόρημα 
Εκδόσεις Ψυχογιός

Υπάρχουν μυθιστορήματα που εστιάζουν την προσοχή τους πάνω  στη ζωή και τα πάθη, τις σκέψεις και τα όνειρα ενός, δύο, έστω τριών προσώπων. Στα έργα αυτά, οι συγγραφείς τους ακολουθούν λεπτομερώς τις απαιτήσεις των ηρώων τους και αφήνουν σε εκείνους την ευθύνη να μιλήσουν με τη δικιά τους φωνή και να πούνε τις όποιες δικές τους απόψεις.
Υπάρχουν όμως –πιο σωστά, θα έπρεπε μα γράψω πως από πάντα υπήρχαν- μυθιστορήματα που γύρω από το ένα ή τα δυο κεντρικά πρόσωπα, κυκλοφορούν και άλλοι χαρακτήρες που εισέρχονται άξαφνα στη ζωή των πρωταγωνιστών, κάποια στιγμή αποχωρούν, μα μπορεί και συνεχώς δίπλα τους να παραμένουν. Οι δικές τους ζωές παρουσιάζονται συμπληρωματικά μα και παραπληρωματικά  σε σχέση μα τις ζωές των κεντρικών προσώπων. Όπως και να είναι, σε αυτά τα μυθιστορήματα είναι ο συγγραφέας – αφηγητής που ελέγχει συνεχώς τη ροή της αφήγησης, ελέγχει διαρκώς το τι θα πράξουν οι ήρωες (πρωταγωνιστές και μη)  και αυτός είναι που αποφασίζει αν και πότε θα εξηγήσει το γιατί έγινε ότι έγινε, αποφασίστηκε μια πράξη και δεν εκτελέστηκε μια άλλη.
Έγραψα πιο πάνω πως πάντα τέτοια μυθιστορήματα υπήρχαν (όπως και υπάρχουν) υπονοώντας πως τέτοιας μορφής είναι τα κλασικά έργα – να θυμηθούμε, για παράδειγμα, τους Ουγκώ και Μπαλζάκ και Ντοστογιέφσκι, μα και όλους εκείνους, τους ξεχασμένους πια, "παραμυθάδες" των αστικών κοινωνιών της Δύσης. 
Το μυθιστόρημα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» της Τέσυς Μπάιλα σε αυτήν την κατηγορία μυθιστορηματικής στάσης ανήκει. Είναι το τρίτο της έργο, μα το πρώτο και το μόνο που εγώ διάβασα. Κα με βάση αυτό και μόνο γνώρισα μια νέα συγγραφέα που διαθέτει τη συγγραφική εκείνη τόλμη να σκορπά (το ρήμα το χρησιμοποιώ με την έννοια τους άδολου  και ανυστερόβουλου δοσίματος) πρόσωπα και γεγονότα -που το καθένα από αυτά θα μπορούσε πάνω στις πλάτες του να πάρει ένα ολόκληρο λογοτεχνικό έργο- μέσα σε λίγες σελίδες, για να γίνουν όλοι και όλα τους όχι τόσο ακόλουθοι των δυο κεντρικών προσώπων, όσο στο να περιγράψουν εποχές και περιοχές.
Στην προπολεμική Κρήτη θα γνωρίσουμε την Κατίνα και μαζί της θα περιηγηθούμε σε μια εποχή και σε μια περιοχή όπου η γυναίκα ήταν κτήμα του αρσενικού και θύμα μιας ενδοοικογενειακής βίας. Και μαζί της, πάντα, θα φτάσουμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, στη Δραπετσώνα πια και καθώς δίπλα στην Κατίνα θα σταθεί ο σύντροφός της ο Θέμελης, θα συνειδητοποιήσουμε  πως η ύπαρξη της βίας δεν είναι μόνο έργο του βιαστή, μα και αυτού που δέχεται να βιάζεται.
Δίπλα σε αυτό τα δίδυμο Κατίνας – Θέμελη, κυκλοφορούν πολλοί χαρακτήρες που άλλοι από αυτούς μας κρατάνε μέσα στο εσωτερικό των σπιτιών της Κρήτης, άλλοι μέσα στους προσφυγικούς μαχαλάδες, άλλοι μας τραβάνε μέχρι τη ναζιστική Γερμανία, άλλοι μας πιάνουν από το χέρι και μας φιλοξενούν σε αυλές όπου τα βασιλικά και τα άλλα μυριστικά δίνουν τη δικιά τους άποψη για το πώς στήνεται η ζωή, πως στήνονται οι ζωές των απλών ανθρώπων.
Πολυσέλιδο μυθιστόρημα, όπου η συγγραφέας του είναι συνεχώς παρούσα και με διακριτικότητα καταγράφει αυτά που ενεργοποίησαν τις εμπνεύσεις της. Κατανοεί τους ήρωές της ακόμα  κι όταν διαφωνεί μαζί τους. Μένει κοντά τους ακόμα κι όταν θα έπρεπε –ίσως- να τους αφήσει μόνοι τους να ανασάνουν. Τους προστατεύει, με άλλα λόγια. Μα δεν τους πνίγει. Η Κατίνα, ο Θέμελης, η  Αντωνία, η Κωνσταντάκαινα, ο Κωνσταντής, η Ρόζα, η Μαρίτσα ζούνε έτσι όπως ζήσανε και ζούνε όλοι οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Υφίστανται  την Ιστορία και βιώνουνε τις ιστορίες τους.
Μυθιστόρημα κοινωνικό, ιστορικό, ερωτικό. Αναντίρρητα χορταστικό.

Δημοσιεύτηκε και στο: 
http://www.culturenow.gr/22223/book-review-to-mystiko-htan-h-zaxarh-tesy-mpaila


     

1.7.13

Μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύτηκε

Η συνεργάτης του περιοδικού 'Ραδιοτηλεόραση", κα Τίνα Πανώριου, μου είχε ζητήσει να δημοσιεύσει μια συνέντευξή μου στο περιοδικό με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του μυθιστορήματος μου "Μέλι κόλλησε στα χείλη".
Δέχτηκα με χαρά και απάντησα στις ερωτήσεις που μου είχε στείλει.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν στάθηκαν η αφορμή η συνέντευξη αυτή ποτέ να μη δημοσιευθεί.
Την αναρτώ, τώρα, στον προσωπικό μου ιστότοπο και εύχομαι (χωρίς, όμως, και να το ελπίζω) σύντομα να λειτουργήσουν και πάλι όλα τα Τμήματα της Κρατικής Τηλεόρασης και του Κρατικού Ραδιοφώνου.
Μας λείπουν.



«Όταν φοβάμαι τότε γράφω για ενήλικες »γράφετε κάπου στο τέλος του βιβλίου σας
Και σε τούτο  το Μέλι σας νομίζω όμως ότι  εκτός από φόβο βγάζετε   και πολύ θυμό; Γιατί ;
Μα είναι, νομίζω, πολύ φυσικό. Αυτός που φοβάται, εκφράζεται και με θυμό.

Η ιστορία σας ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1998 και τελειώνει στο καλοκαίρι του 2006 Δεν επιλέξατε τυχαία αυτή την περίοδο;
Καθόλου τυχαία. Η περίοδος αυτή είναι εκείνη που η Ελλάδα έζησε την ψευδαίσθηση  μιας ποικιλόμορφης άνθησης και –κυρίως- θήτευσε στις αρχές μιας ανοργάνωτης κατανάλωσης. Πιστεύω πως τα σημερινά αδιέξοδά μας, σ΄ εκείνα τα χρόνια θεμελιώθηκαν.

Η Μέλω αυτό το ατίθασο κινηματογραφικό κορίτσι που ο κόσμος όλος δεν το χωρά ,αυτό που δεν μπορεί να ξεπεράσει  τελικά μήπως δεν είναι η μικρή ασφυκτική κοινωνία αλλά ο ίδιος  ο εαυτός της;
Αν θελήσουμε να ξεφύγουμε από τη μυθιστορηματική πλοκή και να δούμε τι μπορεί να συμβολίζει το κάθε πρόσωπο του έργου και κυρίως η ηρωίδα του, τότε νομίζω πως είναι καθαρό το ότι η Μέλω εκφράζει το άτομο που αναζητά λάθος πράγματα σε λάθος τόπο και με λάθος τρόπο.

Οι δυο  άντρες γύρω της όμως είναι  λίγοι. Κι ό πρώτος έρωτας ο Αργύρης με τους κλειστούς ορίζοντες και ο Ελληνάρας σύζυγος .Τόσο υπαρκτά πρόσωπα όμως γύρω μας Σαν να τους βλέπεις δίπλα σου .
Χαίρομαι που διαπιστώνετε κάτι τέτοιο. Θέλω πάντα να χαρίζω ζωντάνια στους ήρωες των έργων μου. Να είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα, διπλανά μας. Χαρακτηρίζετε τους δυο αυτούς άντρες ως λίγους. Φαντάζομαι πως εννοείτε ότι δεν ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να βοηθήσουν καίρια την ηρωίδα μου. Ναι, έτσι είναι. Όμως ας στραφούμε και προς αυτήν και ας την ρωτήσουμε γιατί με τόση απρονοησία τους επέλεξε; Η Μέλω δεν υπήρξε μόνο θύμα των άλλων, μα και του ίδιου της του εαυτού… Όπως πολλοί από εμάς.

Όσο για τον Λαέρτη Αν κι αυτός δεν είχε ακολουθήσει τη μοίρα της φυλής του και αυτόν δεν θα εγκατέλειπε η Μέλω;
Μπορεί… Ο Λαέρτης είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί την ομορφιά, την προσφέρει στους άλλους, αλλά κρατά για τον εαυτό του την ίδια του την ψυχή. Λάθος επιλογή της Μέλως κι αυτός; Δεν ξέρω… Και για μένα η σχέση Μέλω – Λαέρτη παραμένει μια σχέση που δεν ξέρω αν θα μπορούσε κάπου να οδηγούσε. Με άλλα λόγια, μέσα από αυτήν τη σχέση θέλω να καταθέσω μια ερώτηση –πόσο τελικά ισχυρή είναι η Τέχνη απέναντι στην ίδια τη Ζωή;

Λίγο πολύ συμπαθείς -αντιπαθείς οι χαρακτήρες σας είναι θύτες και θύματα μαζί Μόνο η μάνα του Σήφη είναι φτιαγμένη από κακή στόφα.
Είναι η κλασική συντηρητική μάνα των αρσενικών. Θύμα όσο και θύτης κι αυτή. Ο καταπιεσμένος που αντί να δημιουργεί τον επαναστάτη, φτιάχνει τον νέο καταπιεστή.
Η μάνα του Σήφη από τη μια και η μάνα της Μέλως από την άλλη. Κι οι δυο γυναίκες κι οι δυο μάνες. Το ότι η μια γέννησε αγόρι και η άλλη κορίτσι, δεν άλλαξε τη μοίρα τους ως γυναίκες.  Άλλαξαν μόνο οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τους.


Σε ποιο σημείο του γραψίματος σας αποφασίσατε ότι η μελένια αυτή ιστορία θα μετατρεπόταν σε «θρίλερ»;
Από την αρχή. Προτού ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, φτιάχνω το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθώ. Αλλαγές κάνω, αλλά δεν ξεφεύγω από τον αρχικό σχεδιασμό και στόχο μου. Μια ιστορία αθωότητας που μετατρέπεται σε ιστορία ενοχών. Αυτό έζησα –ζήσαμε- εκείνη την περίοδο. Αυτό θέλησα και να καταγράψω με τη μορφή ενός μυθιστορήματος.

Βάζοντας τελεία  στο Μέλι. Η Μέλω βγήκε ολοκληρωτικά από το μυαλό σας;
Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να την αποχωριστώ…

Έργα σας κυκλοφορούν  εκτός από ευρωπαϊκές χώρες και στην Ταϊλάνδη. Δεν είναι παράξενο  πχ  πως ένας Ταϊλανδός θα μπορέσει να μπει στον κόσμο ενός πανέμορφου χωριού του Πηλίου και στον ιδιαίτερο κόσμο του;
Μα ένα από τα δώρα της λογοτεχνίας είναι να μας ταξιδεύει. Όχι τουριστικά, αλλά με συναίσθημα και βαθιά γνώση. Γνωρίζουμε λκαούς και τόπους και μέσα από ένα μυθιστόρημα.

Στο κέντρο της Αθήνας βιβλιοπωλεία με μεγάλη ιστορία βάζουν λουκέτο ,εκδοτικοί οίκοι πλέουν τα λοίσθια .Τι  θα γίνει στη χώρα μας όλα θα καταρρεύσουν η υπάρχει μια μικρή ελπίς;
Αν απαντήσω με το κλίμα του μυθιστορήματός μου θα έλεγα πως υπάρχει ελπίδα να βρούμε μια σανίδα σωτηρίας, αφού πρώτα όμως συνειδητοποιήσουμε το τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ. Μα οι απώλειες στο μεταξύ θα είναι –είναι- πολλές και πονάνε.

Το καλοκαίρι τούτο που θα σας βρει;
Μα πού αλλού;… Στο Πήλιο.

Κλείνοντας Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο ;
Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει ένα ιδιαιτέρως αισθαντικό κείμενό μου – «Μανόλο και Μανολίτο». Θα ανήκει στη παιδική λογοτεχνία, αλλά έτσι όπως εγώ την βλέπω και την υπηρετώ. Ως λογοτεχνία της φανερής αθωότητας και των κρυμμένων ενοχών. Η παιδική ηλικία είναι η καταγωγή όλων μας. Η πατρίδα μας. «Γράφω για παιδιά» σημαίνει «Γράφω για τον τόπο που με έθρεψε»

.
Ευχαριστώ και πάλι για την συνεργασία

Εγώ σας ευχαριστώ. Και εύχομαι σε όλους μας Καλό Καλοκαίρι.

Τίνα Πανώριου για το περιοδικό "Ραδιοτηλεόραση" 

19.6.13

Για τα γενέθλια μιας μεγάλης παρουσίας στο χώρο της παιδικής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας

Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη: μια χειμαρρώδης και ακούραστη δημιουργός



γράφει η Λότη Πέτροβιτς  
Η Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη ανήκει στα πρόσωπα που, όταν τα συναντήσεις μια φορά, δεν τα ξεχνάς ποτέ. Χειμαρρώδης, ανήσυχη, εκδηλωτική, φιλική, γενναιόδωρη, με μια ιδιαίτερη αίσθηση χιούμορ κι έτοιμη πάντα για δράση, τραβά την προσοχή και γίνεται το κέντρο του ενδιαφέροντος σε κάθε είδους σύναξη, επαγγελματική συνάντηση ή κοινωνικό γεγονός, όπου τυχαίνει να είναι παρούσα.
     Το ίδιο συμβαίνει και με τα βιβλία της. Ανήκουν κι αυτά στα λογοτεχνήματα που όταν τα διαβάσεις μια φορά, δεν τα ξεχνάς ποτέ, είτε σε ενηλίκους απευθύνονται, είτε σε παιδιά. Γιατί το ίδιο χειμαρρώδης, ανήσυχη, φιλική και γενναιόδωρη είναι και ως συγγραφέας η Γαλάτεια. ΄Ετσι τα βιβλία της έχουν πάντα κάτι το ουσιαστικό, το βαθύτερο, το σημαντικό να σου πουν και να σε συναρπάσουν, και μαζί μ’ αυτό βρίσκουν τρόπο να σου μιλήσουν με θέρμη για την Ελλάδα και την ιστορία της ή να σε φέρουν σ’ επαφή με την Ορθοδοξία, πάντα με τα νόμιμα μέσα της Τέχνης.
     Απ’ όλα τα παραπάνω, να σταθώ σε κείνο το «γενναιόδωρη». Η Γαλάτεια, έχει «αγαπητική» σχέση με τους αναγνώστες της. Γράφει από έγνοια γι’ αυτούς κι από αγάπη, μια αγάπη ατέλειωτη – το δηλώνει αυτό άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου της Τέλος δεν έχει η αγάπη. Προσφέρει λοιπόν απλόχερα πνευματική τροφή, ανοίγει ορίζοντες, προβληματίζει και ταυτόχρονα δίνει ένα κομμάτι από την ψυχή της για να πετύχει ένα τίμιο και γόνιμο «δούναι και λαβείν», μια γνήσια επικοινωνία με τον αποδέκτη του έργου της. Ευλογήθηκε με το «δώρημα» το απαραίτητο γι’ αυτή τη δουλειά, το ταλέντο του συγγραφέα, και δεν το εκμεταλλεύτηκε ποτέ για να κολακέψει ή να προσελκύσει το πλατύ και συχνά ανίδεο αναγνωστικό κοινό των ενηλίκων με θέματα δήθεν πρωτοποριακά, δήθεν ανατρεπτικά, δήθεν τολμηρά. Δεν το ξόδεψε ποτέ χωρίς περίσκεψη απλά για να εντυπωσιάσει, ή φιλάρεσκα για να περιγράψει τα του εαυτού της, σε παιδικά και νεανικά βιβλία.
΄Οταν κάποτε ρωτήθηκε γιατί γράφει για παιδιά, απάντησε:«Γιατί εμένα με νοιάζει να ζήσουμε σ’ ένα σπιτικό χωρίς ρύπανση – τη Γη μας, γι’ αυτό γράφω για την προστασία του περιβάλλοντος. Εμένα με νοιάζει όταν απειλούνται τα παιδιά από τα ναρκωτικά, τη βία, την όποια εκμετάλλευση, γι’ αυτό αντλώ τα θέματά των μυθιστορημάτων μου από τη σημερινή ζωή και τις δυσκολίες που συναντούν οι νέοι άνθρωποι. Εμένα με νοιάζει όταν τα παιδιά δεν μαθαίνουν για τις ρίζες τους, την ιστορία τους, τον πολιτισμό τους, γι’ αυτό γράφω ιστορικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Αν ονειρευόμαστε πραγματικά την παγκόσμια ειρήνη, χρειαζόμαστε ανθρώπους που να σέβονται τους άλλους αλλά πρώτ’ απ’ όλα τη δική τους εθνική ταυτότητα, τη δική τους παράδοση, το δικό τους πολιτισμό. Γι’ αυτό αντλώ θέματα από τον ελληνικό πολιτισμό και την Ορθοδοξία. Γιατί εμένα με νοιάζει ο κόσμος μας να γίνει κόσμημα».
      Για να πετύχει έναν τόσο υψηλό στόχο, η Γαλάτεια καταπιάστηκε με λογοτεχνικό έργο που έχει τρεις άξονες: Πρώτος, η ελληνική ιστορία. Γύρω του κινούνται με λόγο ρωμαλέο, ειλικρινή και συγκλονιστικό τα ιστορικά της μυθιστορήματα και διηγήματα, καθώς και οι μυθιστοριοποιημένες βιογραφίες (Ο μικρός μπουρλοτιέρης, Στις ρίζες της λευτεριάς, Το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα, Ρήγας Φεραίος, Καπετάν Κώττας,  Μνήμες της Σμύρνης κ.ά). Πραγματική πνευματική τροφή τα έργα της αυτά για τα ελληνόπουλα, που μέρα νύχτα βάλλονται ποικιλότροπα, για να απεμπολήσουν κάθε δεσμό τους με τις μνήμες αυτού του τόπου, να λησμονήσουν ό,τι έχει σχέση με τις ρίζες τους, να θάψουν το λαμπρό ιστορικό τους παρελθόν.
     Δεύτερος άξονας του έργου της Γαλάτειας, η σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της. Εδώ εντάσσονται τα κοινωνικά της πεζογραφήματα, που διαπραγματεύονται με  αίσθημα κοινωνικής ευθύνης και τρόπο βαθιά ανθρώπινο θέματα καυτά, όπως η μετανάστευση (Παιχνίδι χωρίς κανόνες), η βία στα γήπεδα (Πριν από το τέρμα), ο πόλεμος (Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου), η καταστροφή του περιβάλλοντος (Εμένα με νοιάζει), η μοναξιά (Είναι κανείς εδώ;), η προσπάθεια για αρμονική συμβίωση στην οικογένεια (Τα δώδεκα φεγγάρια) και πλήθος άλλα. Στην εποχή μας, όπου οι μεγάλοι σπάνια ή καθόλου δεν έχουν χρόνο ή διάθεση να μιλήσουν με τα παιδιά για τα θέματα που καθημερινά τ’ απασχολούν ή τα απειλούν, για ζητήματα όπου χρειάζονται έγκυρους οδοδείκτες για ν’ αποφύγουν τα αδιέξοδα, τα κείμενα της Γαλάτειας, με την ολοζώντανη, ελκυστική και γλωσσικά πλούσια γραφή, διαδραματίζουν καθαρτήριο ρόλο, συντροφεύουν, συμβουλεύουν, τέρπουν και παιδαγωγούν, χωρίς αντιπαθητικούς και στείρους διδακτισμούς. Εξάλλου, όπως έλεγε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος: «Οπωσδήποτε και αν ορίσουμε τη λογοτεχνία, δεν είναι δυνατό να της αφαιρέσουμε την πανάρχαια υποχρέωσή της έμμεσα να διδάσκει πάντοτε τους ανθρώπους».
     Τρίτος άξονας η παράδοση. Κι εδώ βασίζονται τα παραμύθια και οι μικρές ιστορίες της Γαλάτειας (Ο Αλέξης με το ξύλινο άλογο, Συντροφιά με τον άνεμο, Κατερίνα–για μια θέση στον Παράδεισο, Τρελοβάπορο χωρίς τιμόνι, Φουρφουρής ο κότσυφας, Οι μάγοι της κασέτας, Χορεύοντας στο δάσος, Το φεγγάρι, το γραμματόσημο κι εγώ, Το τσίρκο μας, και άλλα, με κορυφαίο το εκπληκτικό παραμύθι Ο σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο, που με τρόπο συναρπαστικό θίγει την ανάγκη διατήρησης της παράδοσης, και για το οποίο κέρδισε τον έπαινο του Πανευρωπαϊκού Βραβείου του Πανεπιστημίου της Πάντοβα. Στον τομέα αυτόν η Γαλάτεια, με γραφή σαγηνευτική, λόγο παρηγορητικό και στάση ελπιδοφόρα, τρέφει «εξ απαλών ονύχων»  τα ελληνόπουλα και τα ετοιμάζει για τον αγώνα του αύριο. «Εμένα με νοιάζει να αγωνιστείς να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο» λέει κάπου απευθυνόμενη σε μικρό αναγνώστη, «εμένα με νοιάζει να ξέρεις πως τέλος δεν έχει η αγάπη, να μη χάνεις την ελπίδα και να μην ξεχνάς πως, ναι, υπάρχουν Λύκοι, Δράκοι, Μάγισσες, μα, αν κοπιάσεις, θα βρεις το αθάνατο νερό».
Δεν θ’ αναφερθώ εδώ διεξοδικά σε όλους ανεξαιρέτως τους τίτλους των βιβλίων της και στους τρεις αυτούς άξονες, ούτε ν’ απαριθμήσω τα πάμπολλα βραβεία που έχει κερδίσει επάξια, με σημαντικότερα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της, την αναγραφή του βιβλίου της Εμένα με νοιάζει στον Τιμητικό Πίνακα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα, και την υποψηφιότητά της για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν το 1992. Αυτά μπορεί να τα βρει εύκολα κάθε αναγνώστης στα βιογραφικά σημειώματα που συνοδεύουν τα βιβλία της, ή κάθε μελετητής στα θεωρητικά πονήματα που έχουν εκδοθεί για την παιδική και νεανική λογοτεχνία. Εκείνο που οφείλω να πω είναι πως η Γαλάτεια, είναι βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος. Η βαθιά χριστιανική της πίστη διαφαίνεται σε όλα τα λογοτεχνικά της έργα – το γράφεις ό,τι είσαι και είσαι ό,τι γράφεις είναι ρήση γνωστή και αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν ολισθαίνουν προς το διδακτισμό, ούτε σε μια παράγραφο δεν παύουν να είναι πρώτα απ’ όλα λογοτεχνία.
     Ως θρησκευόμενος άνθρωπος η Γαλάτεια λοιπόν, προσεύχεται για όλους και για όλα. Και τις περισσότερες φορές οι προσευχές της έχουν αποτέλεσμα! ΄Οσο απίστευτο κι αν ακούγεται, συχνά παίρνει ό,τι ζητήσει, είτε αφορά κάτι με σημασία εξαιρετική, είτε κάτι συνηθισμένο∙ είτε πρόκειται για λύση σε πρόβλημα σοβαρό, είτε για την αντιμετώπιση μιας απλής δυσκολίας, όπως η ίδια βεβαιώνει τους φίλους της, θρησκευόμενους και μη. Θ’ αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ένα εύθυμο κι ένα σοβαρό, που θα φανούν απολύτως κατανοητά στους πρώτους, απλές συμπτώσεις ή ακόμα κι ευτράπελα στους δεύτερους. Το πρώτο αφορά μια μικρή αναποδιά:
     Κάποιο βράδυ εδώ και χρόνια, αφού περάσαμε καλά σ’ ένα ταβερνάκι σε μακρινό προάστιο της Αθήνας, με νόστιμα μεζεδάκια, ρετσίνα, γέλιο, τραγούδι, αλλά κουβέντα και διφωνίες – για τι άλλο; - για την παιδική και τη νεανική λογοτεχνία, μας βρήκε κάτι απρόοπτο.  Αφού έφυγαν οι περισσότεροι φίλοι, το μόνο αυτοκίνητο της παρέας που είχε απομείνει για να πάμε στα σπίτια μας δεν ξεκινούσε με τίποτα. Χειμώνας, μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και όλες οι προσπάθειες για κλήση ραδιοταξί – εκείνης της εποχής – αποδείχτηκαν μάταιες. Η Γαλάτεια κρύωνε, δεν αισθανόταν καλά. Είχαν αρχίσει και κάτι προβλήματα με την καρδιά της λίγο καιρό πριν…
     «Αχ, Θε’ μου!» αναστέναξε. «Χρειαζόμαστε ένα ταξί. Είμαι ψόφια από την κούραση κι έχω αύριο πολλή δουλειά. Να βγούμε στο δρόμο, μήπως περάσει κανένα..»
     «Ταξί περαστικό είναι το τελευταίο πράγμα που μπορούμε να βρούμε τέτοια ώρα σε τούτη την ερημιά» της αποκρίθηκα ολότελα απελπισμένη.
     Πραγματικά η περιοχή φαινόταν έρημη μέσα στη νύχτα.
     «Αχ, Θε’ μου, χρειαζόμαστε ένα ταξί», ξανάπε η Γαλάτεια.
     Και τότε άξαφνα φάνηκε να έρχεται από το πουθενά ένα ταξί!

Γιώργος Σουρέλης
«Ο Μεγαλοδύναμος έχει μια ειδική υπηρεσία για τη Γαλάτεια», χαμογέλασε χαριτολογώντας ο άντρας της, ο αλησμόνητος Γιώργος Σουρέλης, που τόσο νωρίς μας έφυγε και τόσο παλεύουμε να πιστέψουμε πως έπαψε να είναι ανάμεσά μας.
      Ξανάκουσα το Γιώργο να λέει το ίδιο – κι αυτό είναι το δεύτερο παράδειγμα -όταν τον Αύγουστο του 1990 κάτι απίστευτο έσωσε τη Γαλάτεια από μια καρδιακή προσβολή. Βρισκόταν για μια υπαίθρια εκδήλωση σ’ ένα μικρό, απομονωμένο χωριό της Λέσβου και ξαφνικά ένιωσε πολύ άσχημα. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω της ενώ εκείνη έσβηνε, ο πόνος στην καδιά αφόρητος και σίγουρα θα  πέθαινε, αν η «ειδική υπηρεσία» του Μεγαλοδύναμου δε φρόντιζε να βρεθεί τάχιστα ένας γιατρός.  ΄Οντως εκείνη ακριβώς τη στιγμή, συνέπεσε να περάσει  με το αυτοκίνητό του από το συγκεκριμένο σημείο σ’ εκείνο το χωριουδάκι , ένας καρδιολόγος! Κι έκανε αμέσως ό,τι έπρεπε. «Τύχη βουνό είχε η Γαλάτεια» είπαν μερικοί φίλοι. Κι εγώ σκέφτομαι χαμογελώντας πως ίσως κάποια παρόμοια περιστατικά έχουν κάνει το λαό μας να λέει «τύχη είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο Θεός όπου δε θέλει να βάλει την υπογραφή του».
     Στις δύσκολες μέρες που περνάει τώρα η Γαλάτεια, εμείς οι φίλοι της προσευχόμαστε ή ευχόμαστε, ανάλογα καθένας με τις πεποιθήσεις του, να συνεχίσει να λειτουργεί η ειδική εκείνη θεία υπηρεσία, για να της δίνει κουράγιο αλλά και έμπνευση και την απαραίτητη δύναμη για να συνεχίσει το πολύτιμο, το «θρεπτικό» του νου και της ψυχής έργο της, το απαραίτητο όσο ποτέ άλλοτε σε μικρούς και μεγάλους, στους πονηρούς κι επικίνδυνους καιρούς που ζούμε.

Το κείμενο αναρτήθηκε στο ιστολόγιο της Λότης Πέτροβιτς:


5.6.13

Το βιογραφικό μου σε ένα... video



Βιογραφικό μου, το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της επίσκεψης του συγγραφέα για την έκθεση βιβλίου του 14ου Δημοτικού Σχολείου Ν.Ιωνίας (29/5/2013. Την παρουσίαση έκαναν οι μαθητές της Α' τάξης του σχολείου.
Επιμέλεια από την εκπαιδευτικό Μαρία Σκουλάξενου


http://www.youtube.com/watch?v=vId1NFblx70

2.6.13

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος και ο πεζογράφος Κώστας Λογαράς, για το "Μέλι κόλλησε στα χείλη"

Αθήνα, 27/5/2013
Αγαπημένε μου Μάνο,
Μόλις τώρα τέλειωσα την ανάγνωση του «Μέλι κόλλησε στα χείλη» και, με νωπή την συγκίνηση, αισθάνομαι επιτακτική την ανάγκη, να σου πω ότι αυτό είναι ένα βιβλίο μαγικό. Ένα βιβλίο έξοχο, ένα βιβλίο σπουδαίο.

Τι όμορφη, καθαρή γραφή, τι άρτια δόμηση του υλικού σου, τι καταπληκτικό το εύρημα σου με το μέλι  που έμενε πάνω στα χείλη της κοπέλας, ακόμη και μετά τον φόνο! Και τι είναι αυτές οι πέντε αράδες της σελίδας 296:
Μια κοπελίτσα –όχι περισσότερο από δώδεκα, δεκατριών χρονών- γυρνά στη μάνα της, τη σκουντά –«Καλέ, δε σου θυμίζει την εικόνα του Άγιου μας…» της ψιθυρίζει.
«Ντροπή!» την τσιμπά η μάνα.
Μα μπορεί να είναι κι έτσι.
Μαύρο ρούχο, μαλλιά ριγμένα άτσαλα και ιδρωμένα στους κροτάφους, βλέμμα δοσμένο στο στόχο του και βάδισμα ταγμένο σε σκοπό που δεν είναι για τον καθένα –κάπως έτσι δεν πρέπει να μαρτύρησε ο Νεαρός Άγιος στα χέρια των Αγαρηνών;
Και πράγματι, Αγία πρέπει να ήταν η Μέλω* μια Αγία σημερινή, καθημερινή, ένα κορίτσι που γκρεμίστηκαν τα όνειρά του και η δίψα του για ζωή, γιατί ήταν περιχαρακωμένο ανάμεσα σε άτολμους και δειλούς, συγχρόνως, νεοέλληνες. Νεοέλληνες της ψεύτικης ευμάρειας και της κακέκτυπης κατανάλωσης. Γι αυτό και σοφά πράττεις που τοποθετείς τα διαδραματισθέντα (σελ. 300) ανάμεσα στο καλοκαίρι του 1998 και στο καλοκαίρι του 32006. Πόση λύπη, πόσος πόνος, πόση διάψευση για όλους μας! Και τούτο, επίσης: η ηρωίδα σου θυμίζει ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας* γιατί όπως εκείνες οι γυναίκες τότε, έτσι κι αυτή σήμερα, έρχεται με τον  πιο άμεσο τρόπο –και αυτό οφείλεται στο μαστορικό σου χεράκι- να μας υπενθυμίσει ότι τίποτε, αιώνες τώρα, δεν μπόρεσε να νικήσει ή να ξεπεράσει τις ανθρώπινες ατέλειες και τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Να είσαι πάντα καλά, πουλάκι μου, να είσαι πάντα καλά.


                                                                                             Γιώργος Μαρκόπουλος


Αγαπητέ μου Μάνο, 
καλή σου μέρα.
Χτες βράδυ τέλειωσα το Μέλι που κόλλησε στα χείλη της ηρωίδας σου.
Μου κράτησες το ενδιαφέρον μέχρι τέλους. Ένα μυθιστόρημα
με ήρωες νέους ανθρώπους, γνωστά σε μένα σκηνικά Πηλιορείτικα,  χώροι και ατμόσφαιρα     (εξαιρετικά ζωγραφισμένα από σένα), θέματα που απασχολούν αλλά και ερμηνεύουν την τρέχουσα πραγματικότητα μας. Προβληματίζουν και θλίβουν. 
Έξυπνοι οι διάλογοι ( όπως πάντα ), γρήγορη η εξέλιξη χωρίς κοιλιές ή κουραστικές αναφορές  .

Πολύ ενδιαφέρουσα η τεχνική της πλοκής και της ανάπτυξης του θέματός σου : Μικρή υποψία στο κάθε προηγούμενο κεφάλαιο  για το θέμα που έπεται.  Ακολουθεί η ανάπτυξη του θέματος ξεκινώντας από το in medias res. Και κάπου στη μέση του κεφαλαίου κάνεις να συναντηθούν τα δύο - φαινομενικώς απόμακρα- μέρη του. Αυτός ο τρόπος σου καθώς και η συχνά απρόσμενη χρήση της γλώσσας σου καταφέρνουν να βάζουν τον αναγνώστη στην πρίζα.
Να είσαι καλά 
Με την αγάπη μου 
Κώστας Λογαράς