20.10.13

Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ




«Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ»

Συγγραφέας:Λουίς Σεπούλβεδα
Μετάφραση : Αχιλλέας Κυριακίδης
Εικονογράφηση: Ειρήνη Ελευθεριάδη
Εκδόσεις Opera

Πολλές φορές το έχω πει και το έχω γράψει. Δεν είναι τα κείμενα που ταξινομούνται άλλα σε λογοτεχνικά έργα για παιδιά  και άλλα σε λογοτεχνία ενηλίκων. Μα οι αναγνώστες που ανάλογα με τις αναγνωστικές διαθέσεις ή και δυνατότητες τα κατατάσσουν.
Με άλλα λόγια, θέλω να τονίσω πως ένα έργο γνήσιας λογοτεχνικής ταυτότητας δεν γίνεται να διαχωριστεί και να ταξινομηθεί από την ηλικία των αναγνωστών που το διαβάζουν.
Ασφαλώς και δεν ξεχνώ πως οι αναγνώστες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα άλλοτε με την μόρφωση τους, άλλοτε με την προηγούμενη λογοτεχνική εμπειρία τους, άλλοτε με τις ψυχικές του διαθέσεις ή και την καταγωγή τους, με οικονομικά κριτήρια,  άλλοτε από το φύλλο τους και βέβαια άλλοτε και από την ηλικία τους.
Μα –το τονίζω- είναι οι αναγνώστες που ανήκουν σε ομάδες. Τα λογοτεχνικά  κείμενα μπορεί να υλοποιούνται μέσα από συγκεκριμένους τρόπους (ρεαλισμό, φαντασία, ρομαντισμό, έντονη πλοκή, ψυχικές αναζητήσεις κλπ) αλλά αν διαθέτουν άρτια λογοτεχνική υπόσταση έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν και με ένα παιδί και με ένα ενήλικο.
Αναγνωρίζω πως αυτό δεν εφαρμόζεται στην καθημερινότητά  μας. Διάφοροι λόγοι (κυρίως εμπορικοί) και ποικίλες αιτίες  μας έχουν οδηγήσει να ταξινομούμε τα βιβλία που διαβάζουμε και γράφουμε, ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη που στοχεύουμε να φτάσει στα χέρια του.
Αλλά μερικές φορές από αυτόν τον στενοκέφαλο προγραμματισμό, κάποια βιβλία καταφέρνουν να ξεφύγουν.
Όπως, για παράδειγμα το  «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» του Λουίς Σεπούλβεδα.
Πριν από λίγες εβδομάδες, έτυχε να προσέξω σε κατάλογο ευπώλητων λογοτεχνικών έργων πως αναγραφότανε (και μάλιστα σε πολύ καλή θέση) και το βιβλίο αυτό του Χιλιανού  συγγραφέα.
Μήτε οι βιβλιοπώλες που δίνουν τα στοιχεία με τα οποία συντάσσονται οι κατάλογοι ευπώλητων τίτλων, μήτε ο δημοσιογράφος που είναι υπεύθυνος  για τη δημοσιοποίηση  του καταλόγου, σκεφτήκανε να διαχωρίσουν αυτό τον τίτλο και να μην τον κατατάξουν ανάμεσα στα βιβλία που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες. Κάτι που ασφαλώς θα τα έκαναν αν –για παράδειγμα- στη θέση αυτού του συγγραφέα θα ήταν ο Φίλιπ Πούλμαν  ή Λότη Πέτροβιτς.
Κι αυτό γιατί ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών.
Δεν είναι η πρώτη φορά ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει γράψει βιβλίο που διαθέτει τα λογοτεχνικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν όσα έργα τα εντάσσουμε στην παιδική λογοτεχνία. Θυμίζω το πολύ επιτυχημένο «Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σε ένα γάτο να πετάει».
Κι αυτό δείχνει πως ο ακτιβιστής και σεναριογράφος και θεατράνθρωπος Σεπούλβεδα δεν διαχωρίζει το κοινό του, απλώς ανάλογα με το θέμα του κάθε βιβλίου του επιλέγει και ένα συγκεκριμένο τρόπο αφήγησης.
Εδώ –στο «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» - υπάρχει η περιγραφή της σχέσης ενός αγοριού με τον γάτο του. Το αγόρι γίνεται έφηβος, μετά ένας νεαρός άντρας και πάντα έχει δίπλα του το αγαπημένο του γατί. Που όμως κι αυτό μεγαλώνει και όπως είναι αναμενόμενο γερνά πολύ πριν το αγόρι γίνει ένας ηλικιωμένος κύριος. Ο γέρος γάτος θα χάσει την όρασή του, αλλά τότε θα παρουσιαστεί για να του κρατά συντροφιά ένα ποντίκι. Και η ειρηνική συνύπαρξη δυο πλασμάτων που όλοι  θεωρούμε πως εχθρεύονται το ένα το άλλο, θα βοηθήσει και τους δύο, ενώ στον νεαρό θα χαριστεί ένα μεγάλο μάθημα   -οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται ό,τι καλύτερο έχουν.
Μια ιστορία απλή μα όχι απλοϊκή. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα «τι είναι αυτό που την μετατρέπει από ένα απλό αφήγημα σε λογοτεχνικό έργο;»
Νομίζω πως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στη στάση που κάθε καλό κείμενο, το ποίο φιλοδοξεί να απευθύνεται και σε παιδιά και σε ενήλικες, πρέπει να διαθέτει. Την ματιά εκείνη  με την οποία μπορεί αυτός ο κόσμος μας να αναλυθεί.  Ματιά παιδική –που σημαίνει ξάφνιασμα, ανατροπή, φαντασία και αισιοδοξία.
Αλλά δίπλα σε αυτήν την απάντηση θα πρέπει να τοποθετήσουμε και μια άλλην. Μια που έχει να κάνει με την γραφή του κειμένου. Και ο Σεπούλβεδα ότι κι αν γράφει το γράφει με την ίδια ευθύνη και συνέπεια. Ευθύνη απέναντι του κάθε αναγνώστη του, συνέπεια απέναντι του ίδιου του ταλέντου του.
Κι έτσι να που αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο με την διακριτική αλλά απόλυτα εναρμονισμένη στο ύφος της γραφής, εικονογράφηση, γίνεται ένα βιβλίο ικανό να ‘μιλήσει’ με αναγνώστες και μικρούς και μεγάλους, αλλά και  με αναγνώστες που διαθέτουν λογοτεχνική αναγνωστική εμπειρία, όσο και με όσους ίσως να μην έχουν πολλά βιβλία διαβάσει.
Σημαντική η βοήθεια του έμπειρου μεταφραστή στα ελληνικά του Χιλιανού συγγραφέα. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης μεταφράζει πάντα με ευθύνη και πάθος.
Έγραψα πιο πάνω πως ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών. Η διαπίστωση αυτή ελπίζω να μην αφορά και όσους ενήλικους ασχολούνται (από διάφορες θέσεις) με την προώθηση της λογοτεχνίας στα παιδιά.
Θα ήταν κρίμα ένα λογοτεχνικό διαμαντάκι να μην υπάρχει σε πολλές βιβλιοθήκες σχολείων, τάξεων αλλά και παιδικών δωματίων.
Δημοσιεύτηκε στο kosvoice.gr
http://kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%82/item/14913-%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B9%CE%BE,-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B5%CE%BE

Ο Αλέξανδρος Ακριτόπουλος για το Μέλι κόλλησε στα χείλη




  
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και βαθιά θεατρικότητα. Η αφηγηματική αναπαράσταση τοποθετεί κύρια και σημαντικά δρώμενα σ’ ένα κέντρο, όπως στην πλατεία ενός θεάτρου, στην πλατεία ενός χωριού του Πηλίου. Στον χώρο αυτόν, το ατομικό και το συλλογικό εκφράζονται και συγκρούονται, διαλογικά βέβαια, σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα χρονική περίοδο. Μια εποχή φαινομενικής ανόδου αλλά και ουσιαστικής πτώσης που σημαδεύονται από κορυφαία γεγονότα, την ανάληψη και διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων, κι από την άλλη την οικονομική χρεοκοπία και τον επιχειρούμενο ή επερχόμενο εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Στην ιστορία,  η αφήγηση είναι συνειρμική και εστιασμένη στα πρόσωπα, σε πρόσωπα καθημερινά, ίσως της διπλανής πόρτας. Γίνεται με λεπτομέρεια και ρεαλισμό, με υπαινικτικό και ελαφρώς ειρωνικό ύφος, και πάντοτε με αναδρομές μικρού χρονικού βεληνεκούς που οδηγούν τον αναγνώστη από τις σκέψεις και τις δράσεις του ενός ήρωα στις αντίστοιχες του άλλου, από τον έναν τόπο στον άλλο, από το χθες στο σήμερα, από το τώρα στο πριν από λίγο, με ένα δαιδαλώδες αφηγηματικό νήμα, σ’ ένα επίσης δαιδαλώδες σχήμα σκέψεων, συναισθημάτων και συνειρμών των ηρώων.

Το ίδιο το έργο, ως μια προς ανάγνωση ιστορία καλύπτει κυκλικά μια περίοδο οκτώ χρόνων, μένοντας περισσότερο στα καλοκαίρια, από το 1998 έως το 2006, ενώ η αφηγηματικές του αναφορές ανέρχονται έως και τον μεγάλο σεισμό Βόλου-Παγασητικού-Σποράδων, το 1955.

Τότε, η μητέρα της πρωταγωνίστριας ηρωίδας, της Μέλως, είναι δεν είναι δέκα χρόνων. Άρα, οι πολιτισμικές καταβολές του έργου ανιχνεύονται στη μεταπολεμική Ελλάδα, και με τη διαδοχή ιστορίας πολιτισμού δυο γενεών, της ηρωίδας Μέλως και της μητέρας της, εκβάλλουν στη σύγχρονη πραγματικότητα των αρχών του 21ου αιώνα, στο χωριό  Άγιος Λαυρέντιος του Πηλίου.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα στην ελληνική ύπαιθρο συνέβησαν πολλές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Ιδιαίτερα στο χωριό αυτό του Πηλίου, η μετά τον σεισμό εγκατάλειψη, τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια, η μετανάστευση, η συντελεσθείσα αστικοποίηση των μικρών ελληνικών πόλεων, η επάνοδος των Ελλήνων μεταναστών στα χωριά και τις πόλεις τους επέφεραν αλλαγές στα ήθη και τις συνήθειες, τη νοοτροπία και εν τέλει την αστικοποίηση του τρόπου ζωής των ίδιων των χωρικών. Το «ξεπεσμένο μεγαλοχώρι» της δεκαετίας του ’70 έγινε ένα θέρετρο επώνυμων και ανώνυμων «ξένων», νεόπλουτων, βουλευτών, τραπεζικών, συμβούλων, πανεπιστημιακών, συγγραφέων, κλπ., έγινε ένα μουσικό χωριό, με εκδηλώσεις που σε τίποτε σχεδόν δεν θύμιζαν την παλιά λαϊκή παράδοση. Ανάγνωση, σελ. 184, «Ντόπιοι και «ξένοι»…    …της αλλοδαπής».

Τίποτε άλλο δεν καθρεφτίζει καλύτερα, ακόμη και σήμερα, τη ζωή ενός χωριού όσο ένα πανηγύρι, συνήθως ή ίσως και αποκλειστικά θρησκευτικό. Έτσι και στο χωριό της ιστορίας. Στο χωριό του νεαρού Άγιου, που γιορτάζει τον Αύγουστο, τότε που το καλοκαίρι διαδέχεται το ώριμο φθινόπωρο, και που στο χωριό αυτό αρχίζει το ελαφρό κρύο που προμηνύει τον επερχόμενο χειμώνα.

Τα δεκαοκτώ προηγηθέντα καλοκαίρια στο χωριό, έφεραν την ηρωίδα Μέλω από τη γέννηση στην απόλυσή της από το Λύκειο και στην αρχή μιας νέας ζωής. Να ξεφύγει από τη φτώχεια που σημάδεψε τους γονείς της και την ίδια. Ανάγνωση, σελ. 63, «Πάντα –καθώς τελειώνει… … βρήκε τις λέξεις που τις περιγράφουν….» Αυτός ο ρόλος που τελικά δεν έπαιξε η ηρωίδα, αυτή η αναζήτηση που στο κείμενο αποτελεί μια ταλάντωση ανάμεσα στη φωνή  που της λέει «φύγε» -της το είπε μια τσιγγάνα ως προφητεία ή «μοίρα της» στο πανηγύρι- και σε παραλλαγές μιας ερωτικής αίσθησης που ο συγγραφέας περιγράφει  με τη φράση μοτίβο που βρίσκουμε αυτολεξί και στον τίτλο του μυθιστορήματος, δηλαδή το «μέλι κόλλησε στα χείλη», αυτές οι ψυχικές κυρίως διαθέσεις θα σημαδέψουν την ηρωίδα ως το τέλος της ιστορίας.  

Είναι ντόπια η Μέλω, γνωρίζει στο χωριό ντόπιους και «ξένους». Θέλει να ξεφύγει από τη μίζερη κατάσταση της οικογένειας, εργάζεται στην ταβέρνα «Η γηραιά Ήπειρος» για τα έξοδά της, να ζήσει καλύτερα. Η φίλη της Αναστασία κι αυτή δεν ακολούθησαν τους άλλους συμμαθητές για πανελλήνιες. Μένουν στο χωριό. Η Μέλω αναζητεί το νέο, την ενεργητική ζωή, τη συμμετοχή της σε θεατρικό σχήμα του χωριού, αναζητεί τον έρωτα, μια σχέση που να της ανοίξει έναν δρόμο. Μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο των παραδοσιακών συμβάσεων, στο πλαίσιο του χωριού με τις συμβατικότητες των ηθών, των θεσμών, με τη συγκατάβαση του περίγυρου, ενώ γνωρίζει τον Αργύρη, περίπου συνομήλικο νέο, εκκολαπτόμενο και πολλά υποσχόμενο μικροεργολάβο των παραδοσιακών πετρόχτιστων και όχι μόνον της περιοχής του, δεν μπορεί να ξεφύγει και να αποκτήσει μια αίσθηση απελευθέρωσης, μια αίσθηση πραγματοποίησης ονείρου.

Τότε, στην πλατεία του χωριού, γνωρίζει τον Σήφη, απόγονο Κρητικού ναυτικού που έζησε στη Μαγνησία, γοητευτικό αρρενωπό σαραντάρη που γύρισε στην πατρίδα μετά από 20 χρόνια, παιδί μιας χωρικής γυναίκας χήρας που είχε το παιδί της στην ξενιτιά. Στο πιο καλό νυφοπάζαρο, στη γιορτή του Άγιου, μάνα και οικονομημένος γιος, με παρελθόν στα μπαρ της Γερμανίας, μπιραρία δική του, και τώρα μια κάβα κάτω στον Βόλο, σημαδεύουν τη Μέλω στην πλατεία του χωριού, πρωτόπειρη γκαρσόνα στην ταβέρνα για τα έξοδα, τα απαραίτητα, καθώς νόμιζε, της απελευθέρωσής της από τη φτώχεια, τη συγκατάβαση και τον κλειστό ορίζοντα του χωριού.

Ο προσυμφωνημένος γάμος ενορχηστρώνεται ακριβώς τις μέρες της απογοήτευσης της Μέλως από τον Αργύρη, καθώς αυτός προχωρεί υπολογιστικά και δεν αξιώνεται να πείσει τη Μέλω για τα γνήσια αισθήματά του. Αν και η σχέση τους ολοκληρώνεται ερωτικά τον Αύγουστο, λίγο πριν ο Αργύρης φύγει στο στρατό, η Μέλω θεωρεί τη στάση του προδοσία του έρωτά της και αρχίζει να αδιαφορεί. Έτσι, υποκύπτει στην ενέδρα του ερωτικού πόθου, της φυγής και κάθε άλλης σκέψης και συμμετοχής που την κρατάει στο χωριό. Αποφασίζει τελεσίδικα να πει το ναι, ίσως από αντίδραση, χωρίς πολλές σκέψεις. Χωρίς άλλο συναίσθημα, φόβου, ανασφάλειας, θυμού ή αμφιβολίας. Βιάζονται όμως και η μάνα του και ο Σήφης, που καθώς φαίνεται νομίζει ότι έχει βρει στη Μέλω κάθε στοιχείο της ερωτικής του ιδεολογίας: γυναίκα παρθένα, νόστιμη, άβγαλτη και φτωχή, να τον θεωρεί σωτήρα και να μην αντιδρά. Και η ίδια η τελετή του γάμου μια φυγή. Μόνον οι γονείς και η κουμπάρα στην τελετή, στην Αγία Παρασκευή.

Την πρώτη νύχτα του γάμου όμως συμβαίνουν γεγονότα που ανακόπτουν τη φυγή, το δρόμο προς την πολυπόθητη αλλά μη πλήρως κατανοητή ελευθερία και προδιαγράφουν τη μοίρα της Μέλως. Ανατρέπεται και η προσδοκία του Σήφη για την παρθενία της μικρής και νιόβγαλτης γυναίκας του. Την απωθεί βίαια και χυδαία, απογοητευμένος. Η μάνα της νεόνυμφης, κάτω από το βάρος της ντροπής για την τροπή των πραγμάτων, το παράταιρο συνοικέσιο, την τελετή του γάμου, παραμιλά,  «γίναμε ρεζίλι στο χωριό», όλο λέει και παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο και μένει παράλυτη. Η Μέλω κοντά σ’ αυτά μαθαίνει ότι και το πατρικό της σπίτι, όπως σχεδόν κι αυτήν, το έχει αγορασμένο ο Σήφης.

Η νέα κατάσταση, αντί για πορεία προς την απελευθέρωση, παίρνει αντίθετη τροπή που χαρακτηρίζεται από πλήρη εξάρτηση και υποταγή της Μέλως στον Σήφη. Υποταγή στις διεστραμμένες ορέξεις του. Ορέξεις σαδιστικές. Διόλου ερωτικές μα σαδομαζοχιστικές. Η διάψευση της αγάπης για τη Μέλω επέρχεται σχεδόν αμέσως, ωστόσο στη φαρέτρα του συζύγου της υπάρχουν και άλλα βέλη. Ανέσεις, ό,τι το χρήμα και η διαστροφή, μπορούν να επιτελέσουν ως δήθεν δώρα του πολιτισμού, πραγματοποιούνται σχεδόν αμέσως, προσχεδιασμένα βέβαια. Ο φόβος που μετατρέπεται σε θυμό ή αμφιβολία κατευνάζονται και η Μέλω, μετά από δέκα μήνες γάμου εμφανίζεται στο χωριό με τζιπ και Ουκρανή παραδουλεύτρα στο ανακαινισμένο πατρικό πετρόχτιστο σπίτι που έγινε σωστό αρχοντικό στα χέρια του Ελληνογερμανού αρχιτέκτονα Άλεξ Πράσινος, ενός φίλου του Σήφη από το Μόναχο, ομοφυλόφιλου άνδρα που ανέλαβε, κατά τις οδηγίες του Σήφη, να ντύνει τη σύζυγο και να τη συμβουλεύει σε θέματα τέχνης και ένδυσης, έτσι ώστε αυτή να μάθει «τα δικά του γούστα και τα φυσικά», κατά το λαϊκόν άσμα.

Δυο χρόνια μετά, η Μέλω μέσα σε απρόσμενες ανέσεις, πολυτέλεια και ερωτική διαστροφή, μεταξύ χωριού και πόλης, αποξενώνεται απ’ όλους κι όλα, με τη μητέρα σε οίκο ευγηρίας με ανέσεις και αποκλειστική, τον πατέρα να έχει πεθάνει από μοναξιά, φτώχεια κι απαξίωση, δεν μπορεί παρά να αγναντεύει το λιμάνι και μάταια να αναζητεί το χαμένο της όνειρο, τη γλυκιά γεύση μελιού στα χείλη. Μια προσπάθεια απόδρασής της, να κατεβεί στην Αθήνα να γίνει ηθοποιός, πέφτει στο κενό, δείχνοντας πόσο ανεδαφικά είναι τα πράγματα, όταν παρουσιάζονται από κάποιους στην επαρχία από καλή βέβαια διάθεση ή από χόμπι, μα χωρίς κάποια υποδομή, προοπτική, διάρκεια και μονιμότητα.

Στο μεταξύ, η φίλη της Μέλως Αναστασία παντρεύεται τον Αργύρη και την Άνοιξη του 2003 έχουν ένα παιδί, η αντιζηλία των παλιών φιλενάδων οξύνεται και δεν αφήνει ίχνος σεβασμού, αγάπης και κατανόησης μεταξύ τους. Γίνεται θυμός, μίσος για τη διεκδίκηση ενός άντρα.  Η Μέλω επιστρέφει στην παλιά της αγάπη και διαψεύδεται για μια ακόμη φορά. Οι υποψίες, οι νύξεις του Σήφη αφήνουν πια ασυγκίνητη τη σύζυγό του που προσπαθεί να ελέγξει και τον παντοδύναμο μέχρι χθες διεστραμμένο και αλκοολικό Σήφη, επειδή αυτός φοβάται μην τη χάσει και θέλει να αποκτήσουν ένα παιδί. Γνωρίζει ότι υπάρχουν δυσκολίες από την πλευρά του, λόγω αδύνατου σπέρματος.

 Η νέα τροπή της ζωής της Μέλως χαρακτηρίζεται από διάψευση των ελπίδων, εγωιστική αδιαφορία, γνήσιο ερωτικό πόθο, ερωτικό πάθος, μίσος, τύψεις και δίψα για εκδίκηση. Μένει πλέον στο χωριό, με όλες τις ανέσεις, και αφοσιώνεται στη μάνα της που έχει γίνει φυτό, ύστερα από ένα δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Σήφης θα την ακολουθήσει. Ανάγνωση, σελ.  192, «Μόνη η κυρία Έμμα….     … την είχε στημένη.» Η Μέλω στο χωριό θα βάλει στη θέση τους Αναστασία, Αργύρη, και Διονύση, που την κακολογούν. Ο Σήφης χάνει τη μητέρα του στο μεταξύ. Θέλει να φαίνεται παράγοντας που «έχει χρήμα, φήμη και γυναίκα ακριβά ντυμένη» ή όπως λέει κι ένα σχετικά νέο τραγούδι «έχουμε και σπόνσορα Ναβουχωδονόσορα». Εκεί, στο χωριό, σαν «ξένη» μέσα σε «ξένους», στην πλατεία όπως πάντα, θα γνωρίσει η Μέλω τον Λαέρτη, έναν νέο του μουσικού σχήματος «Νότες στο χωριό», που θα έρχεται πλέον κάθε καλοκαίρι. Και θα στραφεί σ’ αυτόν.

Τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων η Μέλω είναι 24 ετών και ο Σήφης περίπου 45. Το καλοκαίρι ολοκληρώνει το δεσμό της με τον περίπου συνομήλικό της μουσικό Λαέρτη. Ο νέος εραστής, ευέλικτος πλανόδιος μουσικός, προσαρμοζόμενος στην κατάσταση εργάζεται στην κάβα του συζύγου της και ενώ στον σύζυγο εγείρονται αμφιβολίες, δεν απολύεται αλλά παραμένει στην εργασία και στη σχέση του με την παντοδύναμη πλέον Μέλω. Μόνον η σκιά του παλιού Σήφη υπάρχει κι αυτή ελέγχεται από τη σύζυγο. Γι’ αυτό η Μέλω δεν αποδρά με τον Λαέρτη και παραμένει σε μια σχέση αμαρτωλού ερωτικού τριγώνου.

Η Μέλω τη χρονιά εκείνη μένει έγκυος. Σ’ έναν τόπο που το νέο δεν σέβεται το παλιό ή προσποιείται ότι δείχνει σεβασμό μα κατά βάθος είναι ανίκανο για κάτι τέτοιο, η Μέλω βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Τώρα, η μόνη της έγνοια είναι να μιλήσει στη μητέρα της για το γεγονός, δεν προλαβαίνει όμως να της το ανακοινώσει. Η μητέρα της πεθαίνει στον οίκο ευγηρίας που είχε εξασφαλίσει ο Σήφης. Και ο Λαέρτης όταν μαθαίνει για την εγκυμοσύνη της, την εγκαταλείπει. Τότε η Μέλω, καθώς διαψεύδεται από τους πάντες και τα πάντα, προσπαθεί να πλησιάσει με δολιότητα τον Σήφη, ο οποίος υποψιάζεται και σε μια κρίση βίας, αλαζονείας, και αποκτήνωσης, σκοτώνει το παιδί που εκείνη κυοφορεί.

Δύο μήνες μετά, ύστερα από επτά χρόνια γάμου, η Μέλω αποφασίζει να εκδικηθεί το σύζυγό της. Τέλος του καλοκαιριού του 2006, στο ανακαινισμένο σπίτι στο χωριό, σε μια έκρηξη θυμού, μίσους και εκδίκησης, τύψεων για τη χαμένη νιότη, τη χαμένη ελπίδα, την ταπείνωση, το κενό και το αδιέξοδο, η Μέλω σκοτώνει το σύζυγό της με τον ίδιο τρόπο που εκείνος την είχε ταπεινώσει, αδιαφορώντας για την εγκληματική της πράξη, ίσως θεωρώντας την και ως δίκαια πληρωμή. Ουσιαστικά όμως άδικη, γιατί κι εκείνη δεν έκανε τίποτε αρκετό για να την αποτρέψει. Στην πράξη όμως κι αυτή θύμα και θύτης μιας αδιέξοδης και χρεοκοπημένης κοινωνίας και ενός πολιτισμού ανθρώπων, που χαρακτηρίζονται από «υπεροψίαν και μέθην», από αλαζονεία και υπέρμετρη εγωπάθεια που μόνον τυφλώνει.

Έτσι, αντίθετα με την παπαδιαμαντική φόνισσα, αντί να πάρει τα βουνά, επανέρχεται στην πλατεία του χωριού και κάνει βόλτες δίπλα από το περιπολικό της αστυνομίας.



Αλέξανδρος Ακριτόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδικής Λογοτεχνίας
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Από την παρουσίαση του Μέλι κόλλησε στα χείλη,
στη Φλώρινα – 16/10/2013


11.10.13

Από την Κατερίνη...

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων


Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη


  Ο Μάνος Κοντολέων και το «Μέλι κόλλησε στα χείλη» στο βιβλιοπωλείο Νέστωρ.

Την Τρίτη 15 του Οκτώβρη στις 7.00 το απόγευμα θα βρίσκεται κοντά μας στη Κατερίνη και το βιβλιοπωλείο «Νέστωρ» ένας από τους αγαπημένους και πολυγραφότατους Έλληνες συγγραφείς, μικρών και μεγάλων αναγνωστών, ο Μάνος Κοντολέων. 

Η παρουσία του αυτή γίνεται με αφορμή της έκδοσης του τελευταίου του βιβλίου για ενήλικες το «Μέλι κόλλησε στα χείλη» από τις εκδόσεις Παττάκη.
Το βιογραφικό καθώς και το συγγραφικό του έργο είναι μεγάλο και αξιόλογο. Με μια εικονική περιήγηση στο διαδίκτυο και τη προσωπική του ιστοσελίδα θα βρείτε τόσα βιβλία που πραγματικά η επιλογή αγοράς βιβλίου θα είναι δύσκολη. Τόσα πολλά που πραγματικά μια βόλτα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων πιστεύω ότι θα είναι η καλύτερη λύση. Ας πούμε λίγα λόγια για το «Μέλι κόλλησε στα χείλη» που θα παρουσιάσει ο συγγραφέας με τη συνομιλήτρια του και αναγνώστρια Σοφία Χρηστίδου.
Ένα δυνατό βιβλίο που έχει μείνει η γεύση του μελιού έντονη στον ουρανίσκο μου ακόμη και σήμερα… Μοιάζει με παραμύθι. Ή τουλάχιστον κάπως έτσι, με τη γλύκα του παραμυθιού να κολλάει στην ψυχή του αναγνώστη αρχίζει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα ορεινό χωριό του Πηλίου, τόπο για τον οποίο ο συγγραφέας τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη. Η Μέλω η κεντρική του ηρωίδα και τρεις άντρες. Ο Αργύρης, ο Σήφης και ο Λαέρτης. Και οι τρεις σηματοδοτούν με την προσωπικότητα αλλά και τη δράση τους την προσπάθεια της Μέλως να ξεφύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια του τόπου της και να ανοίξει τα φτερά της σε μια άλλη ζωή, να ταξιδέψει σε έναν νέο ορίζοντα. Στο καινούργιο του μυθιστόρημα, το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες είναι το μέλι. Η μαγεία της Ζωής. Αυτή που σ’ οδηγεί σ’ άλλα μονοπάτια. Η Μέλω, η ηρωίδα ή αλλιώς το κορίτσι του μελιού- μια πολύ όμορφη κοπέλα που ζει σε ένα πανέμορφο χωριό του Πηλίου, ψάχνει την ελευθερία, τον έρωτα και τη φυγή. Ο μικρός αυτός τόπος την πνίγει, τα χείλη της ψάχνουν τον καρπό του πάθους και αναζητά τη λύτρωση της από τη κλειστή κοινωνία. Αρχικά διαψεύδεται από το νεαρό που εκείνη θα πιστέψει πως μπορεί να κάνει τα χείλια της να κολλάνε. Εκείνος όμως δεν είναι ικανός να ξεφύγει από τις δικές του δεσμεύσεις. …….
Σε τούτο το βιβλίο ο συγγραφέας βγάζει έναν άλλο άσσο από το μανίκι του και μέσα από την ιστορία της Μέλως γράφει μιαν άλλη ιστορία, που έντεχνα την έχει κρύψει πίσω από ημερομηνίες και τόπους. Την ιστορία της χώρας μας, την ιστορία την δική μας, την ιστορία του νεοέλληνα. Μας ξεναγεί στη χρυσή εποχή της σύγχρονης Ελλάδας; Το χρονικό διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Τι σημάδεψε αυτή την εποχή; Το μέλι. Το μέλι στην κοινωνία, το μέλι στην κατανάλωση, το μέλι στην πολιτική, το μέλι που διόγκωσε την ευδαιμονία μας και μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε έθνος νεόπλουτων. Μέσα από την ιστορία της Μέλως και του Σήφη, λοιπόν, ο Κοντολέων μιλάει για την χώρα του που προδόθηκε από τα ένστικτά της -και υπήρχαν στιγμές, όταν συνέλαβα τούτη τη πτυχή, που στα μάτια μου η Μέλω ήταν η ίδια η Ελλάδα, και ο Σήφης ήταν ο διάβολος που κατέκτησε την ψυχή της.
Ελάτε λοιπόν να ταξιδέψουμε μαζί του στην ιστορία, μαζί με τους ήρωες του στο αγαπημένο του Πήλιο. Να συζητήσετε μαζί του τις απορίες σας και να σας απαντήσει…. Να ανταλλάξετε απόψεις και να θυμηθείτε την εποχή του μελιού είτε κατακρίνοντας είτε νοσταλγώντας την. Γιατί για μένα μια παρουσίαση βιβλίου είναι ταξίδι στην ιστορία, αναζήτηση και ανταλλαγή απόψεων. Να φύγετε ικανοποιημένοι και «γεμάτοι» από αυτό το ταξίδι, αυτή θα είναι η επιτυχία της. Και να είστε σίγουροι ότι διαβάζοντας το θα σας μείνει μια γλύκα στον ουρανίσκο..
Ραντεβού λοιπόν την Τρίτη στις 15 Οκτώβρη το απόγευμα στις 8.00 μμ στο βιβλιοπωλείο «Νέστωρ» και καλή ακρόαση!

4.10.13

Μάρτυς μου ο Θεός



Μάκης Τσίτας
«Μάρτυς μου ο Θεός»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κίχλη

Έντονη και ουσιαστική η παρουσία του Μάκη Τσίτα στο καθημερινό γίγνεσθαι της ελληνικής λογοτεχνίας.
Δεν είναι μόνο η συνεπής παρουσία του στο χώρο του παιδικού βιβλίου, αλλά και η για χρόνια τώρα επαγγελματική του σχέση με το βιβλίο. Εργάστηκε σε εκδοτικούς οίκους και έχει ιδρύσει δυο ηλεκτρονικά περιοδικά για το βιβλίο.
Παράλληλα έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες, έχουν ανέβει στο θέατρο.
Το μυθιστόρημα «Μάρτυς μου ο Θεός» δεν είναι η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία των ενηλίκων. Έχει προηγηθεί , το 1996, η συλλογή διηγημάτων «Πάτυ εκ του Πετρούλα».
Πολυεπίπεδος και ανήσυχος, λοιπόν, ο Τσίτας, με το τελευταίο του αυτό βιβλίο (υπενθυμίζω πως είναι όμως το πρώτο του μυθιστόρημα) ξαφνιάζει. Τόσο με το θέμα του, όσο και με τη γραφή του. Στην ουσία αυτό που θα ξαφνιάσει τον αναγνώστη είναι ο ίδιος ο ήρωας, που σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιλά για τον εαυτό του.
Πενηντάχρονος,  πια, ο Χρυσοβαλάντης μιλά με ένα δικό του τρόπο και με ένα δικό του τρόπο άλλοτε σχολιάζει τον ίδιο του τον εαυτό κι άλλοτε την κοινωνία μέσα στην οποία προσπαθεί να ζει και την οικογένεια μέσα από την οποία δεν κατάφερε να ξεφύγει.
Αλλά ακριβώς γιατί στην ουσία αποτελεί προϊόν μιας οικογενειακής και κοινωνικής συνύπαρξης καταπιέσεων και στρεβλώσεων, η αφήγησή του από ένα σημείο και μετά παύει να είναι η αφήγηση ενός ανθρώπου και γίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας χώρας.
Μικροαστός, μόνιμα να αισθάνεται πως τον αδικούν, μόνιμα να τον καταπιέζει μια σεξουαλική πείνα, μόνιμα να ζητά διέξοδο στον αγοραίο έρωτα ενώ ονειρεύεται την ιδανική γυναίκα ως σύντροφό του.
Αεροβατεί, την ίδια ώρα που αυτομαστιγώνεται. Και αναζητά την βοήθεια πάντα ενός ανώτερου –κοινωνικά, επαγγελματικά, βιολογικά. Θα καταλήξει να βρει σκέπη κάτω από την προστασία του Θεού. Μα αυτό θα γίνει όταν πλέον θα έχει χάσει την όποια επαφή με την πραγματικότητα και θα κυκλοφορεί στα δώματα των φαντασιώσεων μιας ψυχασθένειας.
Είναι νομίζω εμφανές πως ο ήρωας του Τσίτα εκπροσωπεί τη σημερινή Ελλάδα. Πιο σωστά πάνω στο πρόσωπό του η χώρα μας απεικονίζεται. Και η πορεία των τελευταίων πενήντα χρόνων της, με τη ίδια τη ζωή του Χρυσοβαλάντη μοιάζει.
Θεωρώ πως ο Μάκης Τσίτας κατάφερε να φτιάξει έναν τύπο που μέσα από αυτόν περιγράφεται μια κοινωνία. Κάτι παρόμοιο μέχρι τώρα συνήθως άλλοι συγγραφείς το έχουν επιτύχει χρησιμοποιώντας θηλυκά πρόσωπα (Ταχτσής, Μάτεσης). Ο Μάκης Τσίτας ακολουθώντας -από μια απόσταση πάντως-  τα αχνάρια του «Λούσια» (1987) του Νίκου Χουλιαρά δίνει στην πινακοθήκη των κεντρικών χαρακτήρων της λογοτεχνίας μας ένα παθογόνο τύπο που χωρίς να μπορείς να πεις πως σε έχει κερδίσει συναισθηματικά, σίγουρα σε έχει κάνει να στρέψεις το βλέμμα προς τον πρώτο καθρέφτη που θα βρεις μπροστά σου.

2.10.13

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ και ΓΡΑΦΗΣ

Ο Συγγραφέας και Κριτικός Λογοτεχνίας

Μάνος Κοντολέων  

μας  εισάγει σε

 Οκτώ      Κύκλους    Συναντήσεων   

Δημιουργικής   Ανάγνωσης

   και   

Δημιουργικής    Γραφής

από το Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιούνιο 2014

στο   Έναστρον   Βιβλιοκαφέ,   Σόλωνος 101,   Αθήνα.

Σκοπός του κύκλου μαθημάτων θα είναι η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των συμμετεχόντων στη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων, αφ’ ενός μέσα από τη διεξοδική ανάλυση έργων καταξιωμένων συγγραφέων και αφετέρου μέσα από τη δική τους συγγραφική δημιουργία.
Αναλυτικότερα, κάθε κύκλος θα περιλαμβάνει δύο τρίωρες συναντήσεις ανά δεκαπενθήμερο, δηλαδή θα πραγματοποιείται ένας κύκλος ανά μήνα.
Στην πρώτη συνάντηση οι συμμετέχοντες θα έχουν διαβάσει συγκεκριμένα λογοτεχνικά κείμενα που θα τους ανακοινωθούν έγκαιρα (διηγήματα κυρίως ή και σύντομες νουβέλες) ενός συγγραφέα και θα συζητήσουν πάνω στις τεχνικές συγγραφής που ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει.
Στο δεκαπενθήμερο που θα μεσολαβήσει, οι συμμετέχοντες θα προσπαθήσουν μόνοι τους να γράψουν το δικό τους κείμενο δοκιμάζοντας τις τεχνικές αφήγησης του συγγραφέα του οποίου μελέτησαν το έργο. Στην επόμενη συνάντηση της ομάδας θα διαβαστούν τα κείμενα αυτά και θα συζητηθούν.
Οι Κύκλοι Δημιουργικής Ανάγνωσης και Δημιουργικής Γραφής θα βασιστούν σε έργα καταξιωμένων συγγραφέων (Ελλήνων και ξένων, συγχρόνων και παλαιότερων) και θα γίνει προσπάθεια να αναλυθούν διάφορες τεχνικές αφήγησης (ρεαλιστική, μαγικού ρεαλισμού, συμβολική, μυστηρίου, παραμυθιού κ.λπ.).
Στην ουσία πρόκειται για ένα Κύκλο Μαθημάτων όπου γίνεται συνδυασμός του τρόπου εργασίας των Λεσχών Ανάγνωσης και των Σεμιναρίων Δημιουργικής Γραφής.
Ενδεικτικά αναφέρονται συγγραφείς που το έργο τους θα είναι η βάση κάθε Κύκλου: Σωτήρης Δημητρίου, Περικλής Σφυρίδης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ρεμπέκα Μίλλερ, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.ά.

Πληροφορίες και αιτήσεις συμμετοχής στα τηλέφωνα 2103828161 και 2103828139 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση vivlio@enastron.com.gr
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Κόστος:  15 ευρώ ανά συνάντηση
Ώρες συναντήσεων:  15:30 – 18:30
Ημέρες συναντήσεων:  
9/11 & 23/11 2013,  
7/12 & 21/12 2013, 
11/1 & 25/1 2014,
8/2 & 22/2 2014,  
8/3 & 22/3 2014,  
5/4 & 12/4 2014,  
10/5 & 24/5 2014, 
7/6 & 21/6 2014

28.9.13

Συνέντευξη στο literature.gr

Το ερωτηματολόγιο του Literature


http://goo.gl/HIK13Q

* Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack.

Ένα μονό κρεβάτι – ντιβάνι με μαξιλάρια στην πλάτη και με κάλυμμα από ύφασμα με μαύρα και κόκκινα καρό έπιανε τον ένα τοίχο. Μπροστά ένα μακρύ χαμηλό τραπέζι.
Στους άλλους τρεις τοίχους από μια βιβλιοθήκη και ένα έπιπλο για το πικ απ, το μαγνητόφωνο και τους δίσκους.
Στο πάτωμα ένα μεγάλο παλιό πέρσικο χαλί-  μια μελιτζανιά μπουχάρα.
Πάνω από το ντιβάνι τέσσερις μαυρόασπρες φιγούρες καραγκίοζη –αντίγραφα με σινική που είχα μόνος μου φτιάξει από τα πρωτότυπα του Σικελιώτη.  Κάποια ακόμα αντίγραφα έργων του Τέτση. Και μια φωτογραφία της Έλλης Λαμπέτη.
Αν και ήταν ένα δωμάτιο μέσα στο διαμέρισμα των γονιών μου, εντούτοις ήταν ένας πολύ προσωπικός χώρος. Συνυπήρχαν τα βιβλία που διάβαζα, τα τραγούδια που άκουγα και το κορίτσι που αγάπησα.
Λογικό αυτά τα τρία να μου τα θυμίζει το τραγούδι Barbara, σε στίχους του J. Prevert,  στην αξεπέραστη ερμηνεία του Yves Montand
http://www.youtube.com/watch?v=AW8kS7zjpyU


* Αν παρομοιάζατε το έργο σας με ζωγραφική, ποιος ζωγράφος θα ήσασταν?

Νομίζω ο Καραβάτζο… Δεν είμαι σίγουρος αν θα ήθελα να ζούσα μια ζωή σαν τη δική αλλά σίγουρα θα ήθελα να ήμουνα κάποιος που θα τον διάλεγε ως μοντέλο του.



* Με ποιον λογοτεχνικό ήρωα θα θέλατε να έχετε ερωτική σχέση;

Μα με μία και μόνη –την Μπλανς Ντυμπουά από το «Λεωφορείο ο Πόθος». Ίσως γιατί όπως εκείνη, έτσι και… «Εγώ δε θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία…»


* Ποια η ιδανική θερμοκρασία περιβάλλοντος (υπό σκιά η μέτρηση) για να διαβάζετε ή να γράφετε;

Συνηθίζω να λέω πως αν για κάποιο λόγο θα ήθελα να ήμουνα πολύ, μα πολύ πλούσιος, είναι για να κυνηγώ τον χειμώνα. Το καλοκαίρι το αντιπαθώ… Απρεπής εποχή!... Όλα τα φανερώνει, δεν κρύβει τίποτε.


* Υπάρχει κάτι ή κάποιος λόγος που θα σας έκανε να σταματήσετε το γράψιμο;

Πολλά θα μπορούσα να αναφέρω… Η μεγάλη φτώχεια, η μεγάλη δόξα, η σοβαρή αρρώστια, ο απροσδόκητος μεγάλος έρωτας, η τεράστια περιουσία, μια αναπηρία… Εύχομαι τα περισσότερα από αυτά να μη μου συμβούνε… Αλλά ξέρω πως υπάρχει κάτι που θα με κάνει κάποια στιγμή να σταματήσω –έτσι κι αλλιώς- να γράφω. Ο θάνατος.

* Έχετε κλάψει ποτέ για ένα στίχο ή για μια φράση που διαβάσατε;
Πολλές φορές και για πολλές φράσεις ή στίχους… Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι οι στίχοι από ποίημα της Λιλής Ιακωβίδου –Ο ζωντανός ο χωρισμός , το λέει και το τραγούδι, παρηγοριά δεν έχει… Παρηγοριά έχει ο θάνατος και λησμοσύνη ο χάρος…

* Ποια θα ήταν η πιο ακραία πράξη θυσίας που θα κάνατε για έναν άνθρωπο που αγαπάτε πολύ;
Να τον κάνω ήρωα σε ένα μου μυθιστόρημα… Έτσι θα έχανα τη δικιά μου την προσωπικότητα και θα δεχόμουνα εγώ να γίνω εκείνος. Μοίρα του συγγραφέα είναι να ζει μέσα από τα πρόσωπα που ο ίδιος έπλασε, άρα και πολύ αγαπά.

* Αν ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα δύο μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, ποιο είναι για σας το τρίτο κατά σειρά;
Νομίζω ο ίδιος μας ο εαυτός. Και μάλιστα θεωρώ πως αυτό είναι και το πρώτο θέμα. Γιατί τα άλλα δύο –έρωτα και θάνατο- πάντα μέσα από τον εαυτό μας τα βιώνουμε ή τα φοβόμαστε.


* Ποιο είναι το πιο υπερτιμημένο βιβλίο όλων των εποχών;

Δεν πρωτοτυπώ αν πω τον «Οδυσσέα» του Τζόυς


* Γιατί δε λέμε πάντα την αλήθεια;

Μα για δυο λόγους. Ή γιατί πιστεύουμε πως δεν θα αντέξει να την ακούσει ο άλλος ή γιατί φοβόμαστε πως δεν θα αντέξουμε να την ακούσουμε εμείς οι ίδιοι.




1.9.13

Περί διδακτισμού και πωλήσεων – μια ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Ισίδωρο Ζουργό και σ’ εμένα


Με τον Ισίδωρο Ζουργό μας συνδέει μια αληθινή φιλία. Εκτιμώ το έργο του και μάλιστα θα έλεγα πως είμαι από  τους πρώτους που στάθηκαν δίπλα του και υποστήριξαν τα πρώτα του βήματα.
Μου αρέσει όχι μόνο να διαβάζω τα βιβλία του, αλλά και να συζητώ μαζί του. Ο Ισίδωρος θέλει τα συγγραφικά του οράματα να τα βλέπει να υπάρχουν και μέσα στην καθημερινότητά του. Κάτι αντίστοιχο μου αρέσει και μένα. Λογικό είναι, λοιπόν, να έχουμε μια σχέση όχι μόνο στενή, μα και ουσιαστική.
Οι σκέψεις που ακολουθούν και οι οποίες θα διατυπώσουν κάποιες διαφωνίες μου σε δυο σημεία που σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ζουργός κατέθεσε, θα ήθελα να διαβαστούν ως μια αφορμή ανταλλαγής απόψεων σε ζητήματα της λογοτεχνίας ανάμεσα σε δυο συγγραφείς που αν και θαυμάζει ο ένας τον άλλον, συχνά χρησιμοποιούν διαφορετικές παραμέτρους στην αξιολόγηση των λογοτεχνικών έργων, αλλά και στη συγγραφή των δικών τους.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση, λοιπόν, http://www.protagon.gr , οι συνεργάτες αυτού του διαδικτυακού περιοδικού  Κώστας Δρουγαλάς και Διονύσης Ζαρώτης, ζήτησαν από τον Ισίδωρο Ζουργό να απαντήσει, μεταξύ άλλων  και στην παρακάτω ερώτηση:

Το μυθιστόρημα και πόσο μάλλον το παιδικό βιβλίο θέτουν πρότυπα; Μπορεί να επηρεάσουν τη στάση και τη συμπεριφορά ενός νέου ανθρώπου; Και αν ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει ένα νέο, πώς φαντάζεστε αυτή την επίδραση;

Ο Ζουργός έδωσε την εξής απάντηση:

Αν μιλάμε με όρους παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, υπάρχει αναπόφευκτα μια παιδευτική και διδακτική διάσταση, είναι κάτι το οποίο το συμμερίζομαι και ως δάσκαλος. Ούτως ή άλλως υπάρχει μίμηση προτύπων, διότι υπάρχουν πάρα πολλοί σημαντικοί χάρτινοι ήρωες που επηρεάζουν τα παιδιά. Αν πάμε όμως στη λογοτεχνία των ενηλίκων, όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί της ηλικίας, νομίζω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις. Η περίπτωση της παιδικής λογοτεχνίας είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα ενηλίκων, τα πρότυπα μπορεί να υπάρχουν, γιατί όχι; Ο διδακτισμός όχι. Ο διδακτισμός και η τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί.
Θα συμφωνήσω μαζί του πως διδακτισμός και τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί. Μόνο που εγώ σε αυτό το ‘ποτέ’ δεν βάζω όρια ανάμεσα στα είδη της λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και σε αυτήν για ενήλικες αναγνώστες.
Μια ιστορία για παιδιά που θέλει να διδάξει δεν είναι λογοτεχνία. Η λογοτεχνικές ιστορίες μπορεί να ενημερώνουν, μα κυρίως ευαισθητοποιούν. Προσπαθούν να κατανοήσουν τις πράξεις των ανθρώπων και να τις ερμηνεύσουν. Και αυτήν την κατανόηση και την ερμηνεία την μεταδίδουν στον αναγνώστη τους.
Την ηλικιακή ταυτότητα των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνονται  δεν πρέπει να τη δίνουν τα ίδια τα κείμενα, αλλά οι αναγνώστες τους.
Οι αναγνώστες διαχωρίζονται με βάση τα ενδιαφέροντά τους, τις γνώσεις τους, τις ψυχολογικές και συναισθηματικές ανάγκες τους, τις εμπειρίες τους, την κοινωνική τους τάξη.
Αυτή η θέση, στην χώρα μας εμφανίστηκε αμέσως μετά την δικτατορία (ίσως και με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και λίγο πιο πριν) και μέσα στη δεκαετία του ’80 εδραιώθηκε. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν και με το ήθος τους καθόρισαν την λογοτεχνία για παιδιά και νέους, συγγραφείς όπως η Ζέη, η Σαρή, η Λοίζου, ο Καλιότσος, η Πέτροβιτς, η Μάρα, η Φίλντιση, ο Ι. Δ. Ιωαννίδης, η Γκέρτσου – Σαρρή και κάμποσοι ακόμα άλλοι.
Μα σήμερα υπάρχει –το αναγνωρίζω- μια τάση να γράφονται και να εκδίδονται ‘λογοτεχνικά’ έργα για παιδιά με έντονη διάθεση διδακτισμού. Αυτό γίνεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της έκπτωσης των αξιών και της προώθησης κάθε τι που μπορεί να αποφέρει άμεσο κέρδος.
Είναι κρίμα να βλέπει κανείς αυτήν την οπισθοδρόμηση στο χώρο του παιδικού – νεανικού βιβλίου και ασφαλώς όσοι αγαπάμε την λογοτεχνία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η εξοικείωση με αυτήν ξεκινά από τα πρώτα μας χρόνια  με τα πρώτα μας αναγνώσματα.   
Αλλά δίπλα σε αυτά τα βιβλία κυκλοφορούν ακόμα κάποια άλλα που δεν αναζητούν τρόπους να διδάξουν το νεαρό αναγνώστη, αλλά να τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι εσωτερικών εξερευνήσεων και ανακαλύψεων του κόσμου των άλλων. Και σε τέτοια ταξίδια κανένας διδακτισμός δεν μπορεί να υπάρξει.
Έτσι, λοιπόν, –για να επανέλθω στη σκέψη του Ισίδωρου- πιστεύω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις όχι μόνο σε ένα είδος της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Και η πορεία που ένα παιδί ακολουθεί για να επιλέξει το ποιος λογοτεχνικός ήρωας μπορεί να γίνει το πρότυπο, ακολουθεί τον ίδιο δαιδαλώδη διάδρομο που διασχίζει ο κάθε ενήλικος για να ανακαλύψει τη λογοτεχνική περσόνα που θα θαυμάσει και ίσως ταυτιστεί μαζί της.
Τα παιδιά δεν είναι ένα ξεχωριστό βιολογικό είδος, μα άνθρωποι σε μια  φάση της ζωής τους. Πονούν, φοβούνται, αγαπούν, ονειρεύονται, ελπίζουν, θυμώνουν όπως ακριβώς και κάθε άλλο άτομο είτε είναι 10 χρονών ή 20, 40, 60 ή 80. Αν σε κάτι διαφέρει ο τρόπος που βιώνουν και εκφράζουν όλα αυτά τα συναισθήματα, είναι πως δεν τα έχουν πολλές φορές γνωρίσει. Μα έτσι κι αλλιώς και ο εξηντάχρονος περισσότερες φορές έχει φοβηθεί, αγαπήσει κλπ από τον τριαντάχρονο.  Η ποσοτική διαφορά όσο σημαντική κι αν είναι δεν γίνεται σημαντικότερη της ποιοτικής  ομοιότητας.
Γι αυτό και ας θυμόμαστε πως εν τέλει από τη μια πλευρά είναι τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Δεν είναι τα κείμενα που επιλέγουν τους αναγνώστες τους, αλλά αυτοί εκείνα που θα θελήσουν να διαβάσουν.
                                *****
Στην ίδια συνέντευξη ο Ισίδωρος δέχτηκε και μια άλλη ερώτηση:

Θεωρείτε προσβλητική την ευχή «καλές πωλήσεις», όταν γίνεται λόγος για τα βιβλία σας;

Και εκείνος έδωσε την παρακάτω απάντηση:

Εάν καθίσεις και το εξετάσεις προσεκτικά, ενέχει κάτι το προσβλητικό. Από κει και πέρα αυτά τα λόγια δεν είναι μόνα τους, εκστομίζονται από συγκεκριμένους ανθρώπους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν λέγεται αυτό, οι άνθρωποι έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Ας μη μένουμε στη σύνταξη και στο περιεχόμενο δύο λέξεων και ας τα συνδυάσουμε κάθε φορά με τον άνθρωπο που μας το εύχεται. Μπορεί όταν το λέει κάποιος, από πίσω να υποκρύπτεται μια επιθετικότητα και μια ειρωνεία. Αλλά υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις, οι περισσότερες, στις οποίες ο άλλος σου εύχεται κάτι από την καρδιά του, οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς;
Ξέρω –το δήλωσα και πιο πριν- πολύ καλά τον Ισίδωρο Ζουργό. Και έτσι νομίζω πως δεν κάνω λάθος που θεωρώ πως η έμφυτη σεμνότητά του δεν τον άφησε να πει με πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως η ευχή Καλές Πωλήσεις! είναι ευπρόσδεχτη από τον κάθε συγγραφέα.
Γιατί –εγώ τολμώ να το πω- γιατί να μην θέλει ένας συγγραφέας να δει το βιβλίο του να πουλά πολλά αντίτυπα;  Ίσως η λέξη πούλησε να έχει το βάρος μια φτήνιας, μια διάσταση αγοραίας αντιμετώπισης. Αλλά αν ξεπεράσουμε αυτόν το αστικό καθωσπρεπισμό μας, εύκολα θα δούμε πως μόνο χαρά φέρνει στον κάθε δημιουργό ο μεγάλος αριθμός αντιτύπων που το βιβλίο του πούλησε.
Κάτι τέτοιο, πρώτα απ΄ όλα, σημαίνει πως πολλοί αναγνώστες είναι αυτοί που το αγάπησαν. Και ποιος δε θέλει να αγαπάνε πολλοί αυτό  που για έξι μήνες ή ένα χρόνο ή και περισσότερο μόχθησε για να το φτιάξει;
Σημαίνει ακόμα πως οι ώρες που μόχθησε πέρα από την προσωπική του ικανοποίηση  τώρα του χαρίζουν και μια οικονομική κάλυψη.
Γιατί είναι ντροπή να πάρεις χρήματα από κάτι που με αγάπη και ευθύνη δημιούργησες;. Ντροπή θα ήταν αν αυτό που έφτιαξες ενώ το έκανες με μόνο σκοπό το οικονομικό όφελος, φροντίζεις να το παρουσιάζεις ως έργο που σε εκφράζει ως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Κι έπειτα όταν ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο φτάσει να επανεκδίδεται ξανά και ξανά, αυτό σημαίνει πέραν των άλλων πως και ο εκδότης που το πίστεψε και χρηματοδότησε την έκδοσή του έχει κι αυτός κερδίσει. Και επειδή κάθε εκδοτικός οίκος είναι και μια εμπορική επιχείρηση, λογικό είναι να θέλει να βλέπει τα προϊόντα του να είναι κερδοφόρα. Κι έτσι μάλιστα στο μέλλον θα προχωρήσει και στην έκδοση κι άλλων παρόμοιας ποιότητας έργων… Με άλλα λόγια, τα καλά λογοτεχνικά βιβλία θα συνεχίζουν όχι μόνο να γράφονται, αλλά και να εκδίδονται, πράγμα που σημαίνει πως θα φτάνουν στα χέρια των αναγνωστών που θέλουν την καλή λογοτεχνία να βρίσκουν στα βιβλιοπωλεία.
Και αν κάποιοι ισχυριστούν πως δεν είναι πρέπον ο συγγραφέας να έχει ως στόχο του να κερδίζει από τα βιβλία του, θα ήθελα να τους υπενθυμίσω δυο πράγματα:
Α. Αν ένας συγγραφέας μπορεί να ζει από τα βιβλία του χωρίς να κάνει παραχωρήσεις σε μια εμπορική υλοποίησή τους, τότε με μεγαλύτερη άνεση θα μπορέσει να αφιερώνει όλο το χρόνο του στο να γράφει καλά έργα καθώς δεν θα είναι υποχρεωμένος να ξοδεύει σημαντικό μέρος της ζωής του σε μια αλλοτριωμένη βιοποριστική εργασία
Β. Πολλοί μεγάλοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα ζούσαν, του 20ου  και του 21ου  ζούνε (πλούσια ή φτωχά) από τα βιβλία τους. Θυμίζω πρόχειρα τον Ντοστογιέφσκι, τον Ντίκενς, τον Μπαλζάκ, τον Τσβάιχ, μα και τον Ροθ και τον Ρουσντί, τον Νταλ και την Ρόουλινγκ.
Έτσι λοιπόν, συμφωνώ με την τελευταία φράση του Ισίδωρου - οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς; Και σε αυτήν μένω.
                                  ***
Μας αρέσει στον Ισίδωρο και σε μένα να μιλάμε. Μα μένουμε σε διαφορετικές πόλεις. Και ο Ζουργός δεν είναι και μεγάλος λάτρης των τηλεφωνικών συζητήσεων, όπως ας πούμε ο άλλος φίλος μας ο Θανάσης Τριαρίδης.
Τα πιο πάνω που έγραψα θα προτιμούσα ίσως να τα κουβέντιαζα μαζί του, πίνοντας εκείνος την μπύρα του κι εγώ το τσίπουρό μου, σε κάποια από τα σαλονικιότικα στέκια που τόσο καλά εκείνος γνωρίζει. Μα μιας και κάτι τέτοιο δεν γινότανε, σκέφτηκα να μεταφέρω αυτές τις ανταλλαγές απόψεών σε ένα άλλο στέκι –πιο σύγχρονο, ίσως, μα και περισσότερο ψυχρό. Στο blog μου.
Σημεία των καιρών. Που όμως τελικά δεν αλλάζουν την ουσία αυτού που και οι δυο μας πιστεύουμε –η λογοτεχνία είναι ένα τρόπος ζωής.

Όλη η συνέντευξη του Ισίδωρου Ζουργού : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=27230