8.2.16

Ξανά






Μάκης Τσίτας
«Ξανά»
Εικόνες: Λίλα Καλογερή
Εκδόσεις Πατάκη

                                                              
Μια βασική άποψη που υποστηρίζω σχετικά με τη λογοτεχνία είναι πως δεν θα πρέπει εκδοτικά να περιορίζεται με χαρακτηρισμούς όπως «για παιδιά» ή «για νέους» κλπ
Πιστεύω, με άλλα λόγια, πως δεν είναι το κείμενο / βιβλίο που θα πρέπει να πλησιάζει τον αναγνώστη του επιλέγοντας τον με βάση την ηλικία του, αλλά αντίθετα ο κάθε αναγνώστης και ανάλογα με τις δικές του αναγνωστικές προτιμήσεις / ενδιαφέροντα / δυνατότητες, είναι εκείνος που θα πηγαίνει προς αυτό.
Μια τέτοια  σκέψη ασφαλώς και λαμβάνει υπ΄ όψιν της και τον τρόπο διατύπωσης των διαφόρων νοημάτων, αλλά και τη γενικότερη εκδοτική μορφή του έργου. Όπως, επίσης, επιμένει πως θα πρέπει ο αναγνώστης να έχει καλλιεργημένη την τάση του να χαίρεται το διάβασμα χωρίς προκαταλήψεις ειδών  και μορφής.
Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την κλασική περίπτωση του «Μικρού Πρίγκιπα», αλλά και των παραμυθιών του Όσκαρ Ουάιλντ.
Και αν αυτή η άποψη έτσι αντιμετωπίζει το κείμενο, για τους ίδιους λόγους κάτι παρόμοιο δέχεται σχετικά με τη μορφή του βιβλίου.
Το εικονογραφημένο βιβλίο στην Ελλάδα -και κυρίως τα τελευταία χρόνια- έχει βρει δρόμους υλοποίησης που το μετατρέπουν σε αντικείμενο ύψιστης αισθητικής.
Από την εποχή της μεταπολίτευσης ακόμα, με εικόνες όπως αυτές της Βάσως Ψαράκη, της Σοφίας Ζαραμπούκα, της Διατσέντας Παρίση –για να θυμηθώ τρεις μόνο από τους πολλούς εικονογράφους που φέρανε νέο αίμα στην εικονογράφηση- μέχρι σήμερα που υπάρχουν πάμπολλοι εικονογράφοι με σημαντικές ειδικές σπουδές και γνήσιο ταλέντο, το είδος αυτό του βιβλίου έχει αναπτυχθεί.
Αλλά όσο κι αν υπάρχουν τόσα πολλά όμορφα εικονογραφημένα βιβλία, το αναγνωστικό κοινό τα θεωρεί πως απευθύνονται κυρίως σε αναγνώστες μικρής, πολύ μικρής ηλικίας.
Αυτή η τάση έχει επιβάλει και μια ελάχιστη παρουσία στην αγορά εικονογραφημένων βιβλίων που το κείμενό τους, χωρίς να απαξιώνει την επαφή του με ένα μικρό παιδί, στην ουσία επιδιώκει να συνομιλήσει με -ή και με-  έναν ενήλικο.
Ίσως, εκεί γύρω στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, να κυκλοφόρησαν, σε μικρό σχήμα, κάποια εικονογραφημένα βιβλία που, με τα ερωτικού κυρίως περιεχομένου κείμενα τους, προσφέρονταν ως δώρα μεταξύ ερωτευμένων.
Μα να που σήμερα έχει βρει τη θέση του στα βιβλιοπωλεία μας ένα βιβλίο που αν και μεγάλου μεγέθους, αν και εικονογραφημένο και με λίγο κείμενο, εντούτοις καταφέρνει πρώτιστα να απευθυνθεί σε ενήλικο αναγνώστη, μα και επίσης σε ανήλικο.
Το «Ξανά» του Μάκη Τσίτα, με εικόνες της Λίλας Καλογερή, μπορεί να αγαπηθεί από ένα παιδί για το παιχνιδιάρικο ήρωά του, αλλά στην ουσία δίνει αφορμή σε κάποιον ενήλικο να ξαναδεί την καθημερινότητά του με μια άλλη ματιά.
Να χαρεί γιατί θα πιστέψει πως η χαρά θα ξαναέρθει, να ηρεμήσει γιατί θα σιγουρευτεί πως η αγάπη του θα ξαναγυρίσει, να ελπίσει γιατί θα αποδεχτεί το γεγονός πως ο ήλιος θα ανατείλει ξανά.
Ο Μάκης Τσίτας ονειρεύτηκε αυτό το Ξανά να αποκτά μια δική του αυτόνομη λες οντότητα και στη συνέχεια το άφησε να κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Και να μας κάνει να δούμε κι εμείς τα δικά μας Ξανά… Στην ουσία να επιτρέψουμε στην πιο απλή, μα και πλέον ουσιαστική, ευχή να γίνει καθημερινός μας σύντροφος.
Γιατί το Ξανά μπορεί να είναι ένα  ‘Θα τα πούμε’, ένα ‘Αύριο πάλι’, ένα ‘Και του χρόνου’.
Η Λίλα Καλογερή πήρε από πίσω, λες, το Ξανά του Τσίτα και το ζωντάνεψε με χιούμορ, απλότητα, τρυφερότητα.
Ένα βιβλίο εικονογραφημένο για αναγνώστες κάθε ηλικίας. Μακάρι να χαρούμε γρήγορα και άλλους … ομοϊδεάτες του. Ξανά… κι άλλες τέτοιες δίχως ηλικιακούς διαχωρισμούς εκδοτικές προτάσεις.


Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=205584

7.2.16

Φένια , η αγαπημένη των ήχων


Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου
«Φένια, η αγαπημένη των ήχων»
Εικόνες: Έφη Λαδά
Εκδόσεις Πατάκη

                                                  Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Γιατί η λογοτεχνία αξίζει να υπάρχει στην καθημερινότητα ενός παιδιού;
Γιατί ολοένα και ανακαλύπτουμε νέους τρόπους  που θα βοηθήσουν ένα παιδί να γίνει ένας συνεπής αναγνώστης;
Πόσο βέβαιοι είμαστε πως μια κατασκευασμένη ιστορία μπορεί κάτι περισσότερο να προσφέρει από την παρακολούθηση μιας αληθινής;
Τέτοια και παρόμοια άλλα ερωτήματα μπορεί κανείς να θέσει και στον εαυτό του είτε είναι άτομο που έχει επιφορτιστεί με την ανατροφή παιδιών (γονιός ή εκπαιδευτικός) είτε είναι ο ίδιος πλάστης ιστοριών για παιδιά.
Οι απαντήσεις σε τέτοια πιθανά ερωτήματα έχουν πολλαπλώς εκφρασθεί. Και δεν είναι στόχος τούτου του σημειώματος να ασχοληθεί περισσότερο αυτά.
Απλώς θέλησα να τα υπενθυμίσω καθώς ολοκλήρωσα την ανάγνωση του εικονογραφημένου βιβλίου «Φένια, η αγαπημένη των ήχων» που έγραψε η Γιώτα Αλεξάνδρου και εικονογράφησε η Έφη Λαδά.
Και θέλησα να σταθώ σε κάποιους βασικούς προβληματισμούς της έννοιας της καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας, γιατί αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο έχει ένα πολύ ευαίσθητο θέμα.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου –μια από τις νεώτερες παρουσίες στο ελληνικό παιδικό βιβλίο-  αποφάσισε να ‘συστήσει ‘ στους μικρούς αναγνώστες της (παιδιά του νηπιαγωγείου και έστω της Α΄ τάξης δημοτικού)  ένα άλλο παιδί που είναι τυφλό.
Το διαφορετικό πάντα τρομάζει τον άνθρωπο. Και τον τρομάζει περισσότερο υπαρξιακά όταν είναι ακόμα αδιαμόρφωτη η προσωπικότητά του.
Το κάθε διαφορετικό κάνει ένα μικρό παιδί να αισθανθεί πως κινδυνεύει η τάξη που πάνω της στηρίζει την προσαρμογή του στον κόσμο των ενηλίκων.
Και όπως κάθε πλάσμα που διαισθάνεται τον κίνδυνο και τρομάζει, επιτίθεται.
Νομίζω πως όλο αυτό το κίνημα κατά της ενδοσχολικής βίας (που πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει) σε αυτό το σημείο πρέπει να εδραιώνεται. Να βοηθήσει τον νέο άνθρωπο να κατανοήσει πως το διαφορετικό τις περισσότερες φορές είναι ενδιαφέρον. Μας προσφέρει την ευκαιρία να ανακαλύψουμε κάτι πιο πολύ από εκείνο που η δική μας ταυτότητα μας έχει δώσει.
Διαφορετικό, λοιπόν, είναι και ένα παιδί που δεν έχει τις ίδιες κεντρικές ικανότητες με τα περισσότερα άλλα.
Διαφορετική είναι, λοιπόν, και η μικρή Φένια. Γιατί ανάμεσα στα άλλα παιδιά του σχολείου της είναι η μόνη που δεν μπορεί να δει. Όταν τα άλλα επικοινωνούν μεταξύ τους και με τις πέντε αισθήσεις τους, εκείνη το καταφέρνει με τέσσερεις μόνο.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου επέλεξε να διαχειριστεί αυτό το λεπτό θέμα, παρουσιάζοντας τον  κόσμο της μικρής Φένιας όχι από την δική της εμπειρία, αλλά από το πώς την παρακολουθεί ένα άλλο άτομο, πολύ κοντινό της –ο αδελφός της.
Έτσι ξεφεύγει από τον σκόπελο να περιγράψει κάτι που δεν γνωρίζει η ίδια και παράλληλα καταγράφει ό,τι παρακολουθεί ο όποιος άλλος ζει ή τυχαίνει να βρεθεί δίπλα σε άτομο που δεν μπορεί να δει.
Είναι βέβαιο πως εκείνος που στερείται μιας αίσθησης, οι υπόλοιπες τέσσερεις αναλαμβάνουν να καλύψουν με τον δικό τους τρόπο αυτήν την απουσία.
Αυτή η γνώση σε ένα παιδί δεν είναι γνωστή, μα η Αλεξάνδρου με τούτο το βιβλίο της θέλει να την μεταδώσει. Κι έτσι ολοκληρώνοντας τη γνωριμία μας με τη Φένια μένουμε με τη βεβαιότητα πως γνωρίσαμε όχι ένα άτομο που θα πρέπει να του προσφέρουμε τον οίκτο μας, μήτε όμως και τον εκ του οίκτου προερχόμενο θαυμασμό μας.
Διαφορετικός για μας,  την ίδια ώρα που κι εμείς είμαστε διαφορετικοί γι αυτόν τον άλλον.
Έτσι η συγγραφέας παρακολουθεί διακριτικά την μικρή Φένια, περιγράφει τον τρόπο που ζει μέσα σε ένα κόσμο που δεν έχει ολότελα κατασκευαστεί σύμφωνα με τις δικές της προσλαμβάνουσες και ξεσκεπάζει την ανοησία κάποιων που υποταγμένοι στην αγωνία τους προς το άγνωστο τους επιζητούν να το πληγώσουν.
Ο στόχος της ευαισθητοποίησης των παιδιών – αναγνωστών νομίζω επιτυγχάνεται.
Η εικονογράφηση της Έφης Λαδά με σωστή διακριτικότητα τοποθετεί απέναντι στην πανδαισία των χρωμάτων την ευαισθησία των σκιών.


6.2.16

Δάχτυλα πάνω στο σώμα της - η Πόλυ Μηλιώρη για το μυθιστόρημα...









Η Πόλυ Μηλιώρη παρουσιάζει  στο βιβλιοπωλείο «Σπόρος»,

Κηφισιά, 3 Φεβρουαρίου 2016.


Καλησπέρα σας.
Συνήθως, όταν, όπως απόψε, συμμετέχω σε  παρουσίαση βιβλίου,   δύο ομιλητές πλαισιώνουμε το συγγραφέα. Συχνά,  ο συγγραφέας είναι, όπως απόψε, ο Μάνος Κοντολέων. Συνήθως, ο Μάνος επιλέγει έναν άντρα και μια γυναίκα να μιλήσουν για το νέο του έργο.  Γι’ αυτό και συνήθως, παίρνω το λόγο πρώτα εγώ.  Η μακρόχρονη  δημοσιογραφική εμπλοκή μου με το φεμινιστικό κίνημα του 20ου αιώνα δε με γλίτωσε από τον παραδοσιακό «σεβασμό», του « προηγούνται οι κυρίες». Μα να που  στην αποψινή κουβέντα μας, προηγούμαι όχι λόγω φύλου, μα λόγω ηλικίας. Η ταλαντούχα συγγραφέας ‘Έλενα Μαρούτσου, που περιμένει σεβαστικά,  έχει την ηλικία της κόρης μου. Κι δύο μας οικοδέσποινες  σ’ αυτό το θαυμάσιο βιβνλιοπωλείο είναι νεαρότατες. Σπόροι!       
Κι έχει γυρίσει τούμπα ο κόσμος. Και μόνο  ο Μάνος  επιμένει να αρδεύεται συγγραφικά από τον παιδικό κι εφηβικό  εαυτό του, υπερασπίζοντας, όπως και στο τελευταίο του μυθιστόρημα , το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»,   δύο αρχές του :
Η πρώτη; Η λογοτεχνία δεν χωρίζεται σε λογοτεχνία για παιδιά και  νέους και σε λογοτεχνία για ενήλικες.
Η δεύτερη αρχή του αφορά την ανθρώπινη  σεξουαλικότητα, που είναι αυτή που είναι* που δεν έχει σχέση  με το γενετικό φύλο* που δεν κρίνεται, μα περιγράφεται* που δεν προσφέρεται, αλλά ανακαλύπτεται.       

Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,
‘Οσα είπα για το μοίρασμα των ρόλων σ’ αυτό το πάνελ, δεν είναι βέβαια η απόλυτη αλήθεια. Η Έλενα κι εγώ ορίσαμε  έτσι τη σειρά των ομιλιών μας για άλλους λόγους. Ωστόσο, ψήγματα αλήθειας υπάρχουνε  σε κάθε επιλογή. Κι όσο κι αν μας πονάνε--- γιατί ασφαλώς πονάει το πέρασμα του χρόνου --- πάντοτε έχουν να μας δώσουν φρέσκα   μηνύματα για τη ζωή που μοιραζόμαστε με τους πιο νέους. Εάν  εγώ μιλήσω για  τον γκαρδιακό μου φίλο  και τη συγγραφική πορεία του, η Μαρούτσου θα  δει το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»   από τη σημερινή  φεμινιστική οπτική γωνία.
Καθώς , όταν στην ηλικία της --- κι από πολύ πιο νέα --- έγραφα και μιλούσα για την γυναικεία χειραφέτηση, γνώριζα βέβαια  τη σχέση του κινήματος με την ομοφυλοφιλία,  όπως αυτό αναπτυσσόταν  κυρίως στην Αμερική του ’60. Μα δημοσιογραφούσα στην Ελλάδα  του ’70 και του ‘80, όπου το κύριο ζήτημα των γυναικών ήταν η  νομική ισότητα μεταξύ  των δύο φύλων. Και το κρυφό, ανομολόγητο μα τυραννικό υστέρημα της γυναικείας σεξουαλικότητας ήταν η υποταγή στον  ανδρικό κώδικα. Στα δάχτυλα --- για ν’ ακουμπήσω το θέμα του βιβλίου --- που έπαιρναν απ’ το σώμα και την ηδονή όχι ό,τι ήθελε να δώσει Εκείνη, αλλά ό,τι πίστευε επί χιλιετίες πως δικαιούτανε Εκείνος.  Κι αργότερα, στα μυθιστορήματά μου, αυτή η κραυγή ενάντια στην βία  καταγράφηκε και καταγράφεται ως τώρα, ενώ στα διηγήματα της ‘Ελενας Μαρούτσου κοχλάζουνε καινούργιες αγωνίες.        
Κι ο Μάνος Κοντολέων συνεχίζει ν’ αφουγκράζεται  τις γυναίκες ηρωίδες του στις νεανικές  κραυγές τους. Συνεχίζει να γράφει για την υγρασία των εσωρούχων τους* να καταγγέλλει την άρνηση της κοινωνίας να την αποδεχτεί* να τις κρατά απ’ το χέρι, όχι για να τις «συνετίσει» , μα για να δώσει φωνή  σε όσα μυστικά αναπνέουν μέσα τους.
Τόσο με τα προτελευταία μυθιστορήματά  του «Μέλι κόλλησε στα χείλη» και «δυο φορές άνοιξη», όσο και με το τωρινό, το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», αυτό κάνει: Παρακολουθεί την ενηλικίωση --- καθώς, μυθιστορήματα ενηλικίωσης είναι και τα τρία --- της Μέλως  της Ανθής και της Λίας --- που πάει να πει: Την πορεία από το δοτό,  στο αυθεντικό της ταυτότητας.  Και παρακολουθεί αυτή την επώδυνη ενηλικίωση --- κάτι που έτσι ή αλλιώς κάνει κάθε μυθιστόρημα  με νεαρούς  πρωταγωνιστές --- δίχως τη ταμπέλα  «Μυθιστόρημα για ανήλικους αναγνώστες.
Έχω  βέβαια ήδη πει ότι  αυτή είναι μια    από τις αρχές που έχει διαμορφώσει ο Κοντολέων με τα πάμπολλα βιβλία του. Τώρα  θα  πω δυο λόγια και για την άλλη του αρχή, τη σχετική με τη  σεξουαλική ταυτότητα .   
Με το δοκιμιακό  μυθιστόρημά του «Ερωτική αγωγή» που κυκλοφόρησε  από τις εκδόσεις Πατάκη το 2003, ο Μάνος  συμπλήρωνε , λες, την κατάθεση της προσωπικής του οπτικής για τον ερωτισμό* μια οπτική που είχε εκφραστεί λυρικά  τόσο με το «Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας» το 1996 όσο και με το αξεπέραστο κατά την γνώμη μου, μυθιστόρημά του «Ιστορία Ευνούχου» το 2000. ‘Έτσι, με το «Ερωτική αγωγή» καταπιάστηκε να σχολιάσει   τη  στάση ολόκληρου του 20ου αιώνα απέναντι στον ερωτισμό, που τον ονόμαζε «έρωτα»,  αντιπαραθέτοντας τις  βιογραφίες των πρωταγωνιστών του με την κοινωνική εξέλιξη μέσα στον αιώνα. Για τις τολμηρότατες   περιγραφές των ερωτικών πράξεων  χρησιμοποίησε   ως πέπλο αιδούς  αγοραίες μεν αλλά αρχαιότατες λέξεις, και για τις περιγραφές   των διαδεχόμενων κοινωνικών καταστάσεων κατέφυγε   σε δοκιμιακές παραγράφους, όπου οι επιστημονικές και καλλιτεχνικές κατακτήσεις  σηματοδοτούσαν και τις αλλαγές στην ερωτική αγωγή των ανθρώπων.
Συγγραφέας που δοκιμάζει συνεχώς νέες φόρμες, ψηλαφεί  τη σεξουαλικότητα του νέου αιώνα σε σύντομα και αφαιρετικά διηγήματα το 2006, με τον τίτλο «Σχεδόν έρωτας», για να  φτάσει το 2013 στο «Μέλι κόλλησε στα χείλη» και το 2014 στο «Δυο φορές ‘Άνοιξη»  σ’  έναν εκφραστικό τρόπο που συνεχίζεται και στο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»:
‘Έναν τρόπο που  ο Κοντολέων τον έχει καλά ασκήσει στα μυθιστορήματα για νέους: Την γραμμική αφήγηση  της εσωτερικής περιπέτειας  από την παιδική αθωότητα στην εφηβική αμφισβήτηση, και τελικά στην αυτοκατάφαση του αληθινού ενήλικου εαυτού. . 
Την  αφήγησή του αυτή την κάνει με δημοσιογραφική προσέγγιση, προσέχοντας ιδιαίτερα  το πραγματολογικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν οι σύγχρονοι νέοι, ανάλογα βέβαια με την κοινωνική και μορφωτική τους καταγωγή.
Στο «Δάχτυλα στο σώμα της» το περιβάλλον είναι η πολύβουη  Αθήνα, η πανεπιστημιακή Θεσσαλονίκη, οι  ανήλιαγες γκαρσονιέρες και τα  λουξ μεσοαστικά διαμερίσματα, οι παρόντες και απόντες γονείς, τα τραγούδια των νυχτερινών μπαρ και των περιθωριακών κουτουκιών, νεαρές μητέρες κι  εναλλακτικές απαντήσεις στην κάθε είδους κρίση, ετερόφυλα  και τα ομόφυλα ζευγάρια σε εναλλαγή, οι μισοτελειωμένες φράσεις κλισέ, αλλά κι οι  επιχειρούμενες εξομολογήσεις. Και βέβαια το εύρημα των δαχτύλων, που πότε  αρπαχτικά, πότε βελούδινα,   διασχίζουν και εμβολίζουν το σώμα.
Να πώς τα βλέπει αυτά τα δάχτυλα η Λία, όσο οι πελάτες κι οι πελάτισσές της στο οδοντιατρείο, τα αφήνουν ακίνητα στις ποδιές τους.
Σελ326-327 Διαβάζω :  
Φίλες και φίλοι, 
Μόλις υποστήριξα ότι ο Κοντολέων αφηγείται τον κόσμο του τελευταίου του Μυθιστορήματος δημοσιογραφικά. Χωρίς δηλαδή να κρίνει, χωρίς να στοχάζεται, χωρίς να υπονοεί. Την παρακολούθηση  όμως της εσωτερικής πορείας της ηρωίδας του κατά τον  μυθιστορηματικό χρόνο,  την ασκεί σα σκηνοθέτης και σα   ψυχολόγος. Παρατηρεί και περιγράφει κάθε κίνηση της Λίας, λες σε slow motion, ώστε να μη ξεφύγει στιγμή το μάτι του αναγνώστη από πάνω της. Παρακολουθεί και περιγράφει   κάθε αίσθησή της  --- όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση, και κυριότατα αφή --- ώστε να συμπεράνουμε τις ανεπαίσθητες αλλαγές της αυτογνωσίας της.
Ώστε, εξωτερικοί μάρτυρες, εμείς, να την βοηθήσουμε  να παραδεχτεί τελικά τη λεσβιακή της κλίση και  να την αναγγείλει πρώτα στη μάνα κι ύστερα στο σύζυγο.
 Γιατί,    όπως πάντα συμβαίνει στα μυθιστορήματα ενηλικίωσης, η κουρτίνα της αλήθειας δεν τραβιέται αιφνίδια και δραματικά. Δεν έρχεται η στιγμή να τα πάρει και να τα σηκώσει όλα, και να δείξει τα πράγματα αλλιώς. Η διεργασία ωρίμασης και παραδοχής γίνεται βαθμιαία, βασανιστικά* και για τους έξω απ’ τη ψυχή του πάσχοντα,  γίνεται ανεπαίσθητα.
Μα γιατί πάσχουσα η νεαρή Λία Λυγερού; Και ποια είναι αυτή η Λία;
Είναι το κοριτσάκι της διπλανής μας πόρτας  --- για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συρμού* μια απ’ αυτές τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Κοντολέων, προκειμένου να δώσει στο μυθιστόρημά του την αληθοφάνεια της καθημερινότητας. Είναι η μοναχοκόρη δυο αγαπημένων μεσοαστών γονιών, αναθρεμμένη με τις ελευθερίες και τους περιορισμούς της εποχής μας. Τελειώνοντας  το Λύκειο, σπουδάζει  στην   Οδοντιατρική Θεσσαλονίκης, φεύγοντας από το πατρικό σπίτι, δίχως δράματα κι εξάρσεις.
‘Όλα φαίνονται κανονικά, πάνω στο μέτρο, χωρίς ανταρσίες ιδεολογικές, χωρίς πνευματικές, μήτε και μεταφυσικές  ανησυχίες. 
Σας Διαβάζω
σελ163 –164, 145
Ιδρώνει.  Αφού, η μέγιστη αγωνία που κατατρώει νου και ψυχή, μπορεί να μην  είναι αυτή των σπουδών και της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όπως σε πολλά από τα βιβλία για νέους που έχει καταθέσει ο συγγραφέας* μπορεί να μην είναι η τάση προς την Τέχνη και το στοχασμό, όπως στο βραβευμένο του μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι». Μπορεί να μην είναι η απομυθοποίηση των γονιών, όπως με τραγικότητα συμβαίνει στο «Ανίσχυρος Άγγελος»* μπορεί να μην είναι η δυσκολία ένταξης  στη νεολαία της εποχής, όπως στο «Ροκ Ρεφρέν», ούτε η έγνοια της αποκατάστασης  δια του γάμου, που κατάφαγε την πρωταγωνίστρια του «Μέλι κόλλησε στα χείλη», και τινάζεται στον αέρα από εκείνη του «Δυο φορές Άνοιξη»,  στα πρώτα από τα μυθιστορήματα  ενηλικίωσης που ο εκδότης δεν κατέταξε σε ηλικιακή σειρά αναγνωστών.
‘Όμως η Λία, που, όπως είπαμε, έχει όλα τα καλά του κόσμου και καμιά ανησυχία άλλη από το πού τη σπρώχνει  ερωτικά η φύση,  στην πραγματικότητα βιώνει τη μεγαλύτερη  αγωνία. Γιατί ακριβώς πρόκειται για  υπαρξιακή αγωνία.
Κι αυτή δεν χτυπά μόνο τους άντρες ή τις γυναίκες, δεν χτυπά μόνο τους έξυπνους και τις έξυπνες, τους καλλιεργημένους  και τις καλλιεργημένες,  τους εύπορους και τις εύπορες, τους φτωχούς  και τις φτωχές. Η υπαρξιακή αγωνία --- το ποιά είναι δηλαδή η ταυτότητά μου --- που τρέφεται από ορμόνες και μνήμες, από αισθήσεις και συλλογισμούς, από τυχαία ή επιδιωκόμενα περιστατικά* η υπαρξιακή αγωνία είναι η μήτρα κάθε ανθρώπου.  
Για να γεννηθούμε  ενήλικοι και ταιριαστοί με το μέσα και τον  γύρω μας κόσμο πρέπει να ζήσουμε τον θάνατο του ετεροπροσδιορισμού. Πρέπει να ξεχάσουμε τα σκληρά  κι άκαμπτα δάχτυλα του πατέρα, να συμφιλιωθούμε με την ιδέα της μάνας που συνουσιάζεται τα Κυριακάτικα μεσημέρια, να αποποιηθούμε τον  ανάρμοστο γάμο, να    αγαπήσουμε τον φίλη ή την φίλη με σώμα ή καρδιά ή με τα δυο μαζί.          
Ο Μάνος Κοντολέων  είναι άνθρωπος πεισματάρης και μεθοδικός. Έχοντας αφήσει --- προς λύπην κάποιων αναγνωστών  του, κι εμού συμπεριλαμβανομένης --- έχοντας  περιορίσει   τη λυρικότητα και την αφαιρετική γραφή στα παραμύθια του, τα τελευταία χρόνια γράφει   ρεαλιστικά μυθιστορήματα, ριζωμένα στην καθημερινότητα της εποχής μας.
Πάντοτε ιδεολογικά ανοιχτός στο διαφορετικό* πάντα πολέμιος της όποιας αδικίας,  στο «Δάχτυλα άνω στο σώμα της» στρέφει το μεγεθυντικό φακό του συγγραφέα  σε μια καθημερινότητα που  ασφαλώς δεν βιώνεται από   την πλειονότητα των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, της εποχής μας. Αριθμητικά, οι ετεροφυλόφιλοι υπερισχύουν.
«Αλλά μόνον αριθμητικά* μόνο στατιστικά», μοιάζει να δηλώνει ο  δημιουργός της Λίας και των άλλων γυναικών που  την  πλαισιώνουν στις ερωτικές της αναζητήσεις. 
 Αλλά η στατιστική ουδέποτε ενδιέφερε τη Μυθοπλασία. ‘Όπως δεν ενδιαφέρει την ατομικότητά μας.  ‘Έτσι η Λία, έτοιμη πια να πετάξει στην Μασσαλία, για να σμίξει με την αγαπημένη της,
«από τη τσάντα που μοιάζει με μαθητικό σακίδιο, βγάζει το πορτοφόλι της,» μας λέει ο Μάνος που την παρακολουθεί σε 410 σελίδες.
‘Έτσι τελειώνει το βιβλίο :
«Ψάχνει», μας λέει.
«Και  με τα δικά της δάχτυλα κρατά την ταυτότητά της».        


5.2.16

Τηλέμαχος Κώτσιας - Δυο νουβέλες


Τηλέμαχος Κώτσιας
«Οι δεινόσαυροι των Αθηνών – Ταξίδι σε λάθος χώρα»
Εκδόσεις Πατάκη

                                

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε στην περιοχή Δρόπολης, στον χώρο της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας.
Στην Ελλάδα ζει από το 1991.
Ασχολείται κυρίως με την πεζογραφία και με μια σειρά πεζογραφημάτων του (μυθιστορήματα, διηγήματα κ.α.) έχει κάνει ιδιαίτερα γνωστή τη συγγραφική του ταυτότητα στο πεδίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Είναι λογικό ένας συγγραφέας που έχει γεννηθεί και ζήσει στη γειτονική χώρα να γράφει έργα που στηρίζονται σε ανθρώπους και καταστάσεις εκείνης της περιοχής και μάλιστα
με κεντρικά πρόσωπα ανθρώπους με εμπειρίες από της συνθήκες της εκεί ζωής, αλλά και της εδώ μετεγκατάστασης.
Το τελευταίο του βιβλίο όμως έχει να κάνει με την αθηναϊκή μας καθημερινότητα και μάλιστα στα χρόνια τα τελευταία, τα χρόνια λίγο πριν την κρίση και κατά τη διάρκειά της.
Δυο νουβέλες απαρτίζουν τούτη την έκδοση.
Κοινό στοιχείο τους μια σαρκαστική ματιά και ένα υπόγειο χιούμορ που όμως κρύβει εντέλει ένα λυγμό. Κι ακόμα πιο πέρα –μια σουρεαλιστική κριτική στάση στα όσα συμβαίνουν στην πρωτεύουσά μας
Στην πρώτη ο χώρος μιας Τράπεζας σιγά, σιγά μετατρέπεται σε χώρο συμβίωσης ανθρώπων, σε χώρο έκφρασης ποικίλων συναισθημάτων.
Οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης από τα σπίτια τους και τα γραφεία τους λες και μετακομίζουν στο κεντρικό κτήριο μεγάλης τράπεζας και ενώ ξεκινούν να λύσουν πρακτικά και οικονομικά ζητήματα βρίσκονται να παλεύουν με άλλης μορφής πάθη και όνειρα.
Ο Κώτσιας κλείνει το μάτι και μας ψιθυρίζει πως ίσως ο πλέον ιδιωτικός μας χώρος είναι αυτός του ναού του χρήματος.
Στη δεύτερη νουβέλα, το σουρεαλιστικό στοιχείο αποκτά κάτι το κωμικό που όμως δεν καταφέρνει να κρύψει και το δράμα.
Το πέρα από κάθε λογικής συμβάν -ένας σουηδός τουρίστας να συλληφθεί ως αλβανός παράνομος μετανάστης και να μεταφερθεί με λεωφορείο της αστυνομίας στην Αλβανία- μετατρέπεται σε ένα καθρέφτη της απρονοησίας κράτους και κοινωνίας που τελικά οδήγησε μετά από λίγο καιρό σε ένα δράμα –αυτό που σήμερα ζούμε.
Ασυνήθιστα κείμενα, απρόσμενα σατυρικά, γραμμένα με την γνωστή αδρή γλώσσα του Τηλέμαχου Κώτσια.


Πρώτη δημοσίευση:

27.1.16

Η Ζωή που περισσεύει…

Ιωάννα Μπαμπέτα
«Η Ζωή που περισσεύει…»
Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου

Πατάκης

Μια από τις πλέον δυναμικές μια και νέες φωνές του χώρου των βιβλίων για παιδιά είναι η Ιωάννα Μπαμπέτα.
Ποικίλες οι πηγές όπου αναζητά τα θέματα των ιστοριών της –κυρίως από στιγμές της καθημερινότητας των παιδιών.
Εδώ το θέμα που η Μπαμπέτα το μετατρέπει σε μια μικρή  πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έχει να κάνει με τη μοναξιά που βιώνει ένα μικρό κορίτσι όταν βρεθεί σε ένα νέο σχολικό περιβάλλον.
Οι επιλογές των μικρών καθημερινών στιγμιότυπων είναι εύστοχες, και με τρόπο απλό, αλλά ολοζώντανο περιγράφονται.
Η ματιά του παιδιού διατρέχει την αφήγηση, μέσα από αυτή εντοπίζεται το πρόβλημα, οι λάθος στην αρχή λύσεις του και στο τέλος η εύρεση της σωστής.
Ο κόσμος των παιδιών μπορεί στα μάτια των ενηλίκων να φαντάζει ιδανικός, αλλά για τα ίδια τα μικρά παιδιά συχνά είναι πολύ σκληρός.
Η Ιωάννα Μπαμπέτα το ξέρει αυτό (ποιο σωστά δεν το έχει ξεχάσει από τότε που ήταν κι εκείνη παιδί) και με τη βοήθειά του στήνει μια όμορφη όσο και απλή ιστορία.
Την ίδια παιδική ματιά ακολουθούν και οι ολοσέλιδες εικόνες της Σοφίας Τουλιάτου.


Η γιαγιά μου η κλέφτρα

Ντέιβιντ Ουάλιαμς
«Η γιαγιά μου η κλέφτρα»
Εικονογράφηση: Τόνι Ρος
Εκδόσεις Ψυχογιός


Σπάνια οι έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας χρησιμοποιούν το χιούμορ όχι ως ένα απλό στοιχείο της αφήγησης, αλλά ως δομικό συστατικό της ίδιας της ιστορίας που αφηγούνται.
Ας είμαστε ειλικρινείς και ας παραδεχτούμε πως ως λαός δεν ξέρουμε τις πολλές μορφές χρήσης του χαμόγελου.
Μα οι αγγλοσάξωνες το γνωρίζουν. Και πολλοί είναι οι συγγραφείς τους που με το βασικό όπλο μια χιουμοριστική ενατένιση του κόσμου στήνουν τις ιστορίες τους.
Νομίζω πως ο τελευταίος μεγάλος χιουμορίστας συγγραφέας της αγγλικής παιδικής λογοτεχνίας ήταν ο Ρόαλντ Νταλ.
Μα φαίνεται πως υπάρχει πλέον ο διάδοχός του.
Ο Ντέιβιντ Ουάλιαμς με το βιβλίο του «Η γιαγιά μου κλέφτρα» δείχνει πως γνωρίζει καλά να χρησιμοποιεί τις τεχνικές του μεγάλου δασκάλου και έτσι να ολοκληρωνέι με αυτές μιας ιστορίας που μαζί με το χαμόγελο προσφέρει κοινωνική κριτική, συναισθηματική φόρτιση και ηθικές αξίες.
Σε μια κοινωνία όπου ανάμεσα στους διάφορους ρατσισμούς διαθέτει κι αυτόν που έχει να κάνει με την ηλικία, ο ενδεκάχρονος Μπεν αντιμετωπίζει ως καταναγκαστικά έργα τα βράδια κάθε Παρασκευής που πρέπει να τα περνάει στο σπίτι της βαρετής και ηλικιωμένης γιαγιάς του.
Αλλά αυτό που φαίνεται δεν είναι πάντα και ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει. Μεγάλο μάθημα ζωής κάτι τέτοιο και η γιαγιά του Μπεν θα φροντίσει να το μάθει στον εγγονό της.
Κι έτσι θα φωτιστεί στην ψυχή του μικρού Μπεν μια άλλη πλευρά της γιαγιάς.
Την περιπέτεια και την διασκέδαση μπορεί κάποιοι –όπως οι γονείς του Μπεν- να τις αναζητούν στα τηλεοπτικά παιχνίδια, αλλά κάποιοι άλλοι –όπως η γιαγιά- ξέρουν να τη δημιουργούν μόνοι τους.
Και να που η βαρετή ηλικιωμένη χαρίζει στον εγγονό της αυτό που όλοι –και κυρίως τα παιδιά- έχουμε ανάγκη. Τη φαντασία και μαζί με αυτήν την πίστη στον ίδιο μας τον εαυτό.
Ο Ουάλιαμς προχωρεί πιο πέρα ακόμα την ιστορία του και τολμά να θέσει και το θέμα ‘θάνατος’. Το διεκπεραιώνει με ρεαλισμό όσο και διακριτικότητα.
Το μυθιστόρημα εικονογραφείται από τον Τόνι Ρος, βασικό εικονογράφο του Νταλ.
Τελικά με το χιούμορ πολλά μπορείς να πεις. Πολλά μπορείς και να πετύχεις. 

Μακάρι να το αποκτήσουν τα παιδιά μας.

14.1.16

Ο θάνατος στα βιβλία για παιδιά




Αργυρώ Πιπίνη                                                                              Benji Davies
«Το δικό τους ταξίδι»                                                                   «Το νησί του παππού»
Εικ. : Μαριλένα Μελισσηνού                                                        Εικ. : του συγγραφέα
Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο                                                               Εκδόσεις Ίκαρος


Είναι πλέον δεδομένο πως όλα τα θέματα μπορεί κανείς να τα βρει να αναπτύσσονται σε μια ιστορία που γράφτηκε με στόχο να διαβαστεί (ή να ακουστεί) από ένα μικρό παιδί.
Οι σύγχρονες αντιλήψεις των ψυχολόγων και των παιδαγωγών από τη μια απελευθέρωσαν τις εμπνεύσεις των συγγραφέων και από την άλλη τους προσφέρανε και μια επιστημονική κάλυψη ως προς το πως μπορεί κανείς να χειριστεί ευαίσθητα ζητήματα χωρίς να υποβιβάζει τη λογοτεχνική τους οντότητα.
Μα όσο και αν όλα πλέον μπορεί να ειπωθούν σε ένα παιδί, υπάρχει ένα θέμα που ακόμα δεν έχει ολότελα πείσει τους γονείς, πρώτιστα, αλλά και τους συγγραφείς σε ένα μεγάλο ποσοστό, ότι  μπορεί κι αυτό να γίνει η βάση μιας ιστορίας.
Ο θάνατος αν δεν παραμένει ακόμα ένα θέμα ταμπού, σίγουρα θεωρείται ένα δύσκολο γνωστικό πεδίο που τα παιδιά θα το ενσωματώσουν στις αναγνωστικές τους εμπειρίες χωρίς να πληγωθούν ή και να τρομάξουν.
Σε ένα βαθμό είναι λογική αυτή η αντιμετώπιση. Η κοινωνία μας στρέφει μακριά το βλέμμα από το βιολογικό τέλος των ανθρώπων. Προτιμά να συζητά το παρόν, να κοιτά το παρελθόν, να ονειρεύεται το μέλλον.
Αλλά ο θάνατος πάντα υπάρχει και δεν θα μπορούσε παρά να δηλώσει το παρόν του και σε κάποια παιδικά βιβλία.
Ο θάνατος με την μορφή της απώλειας κυρίως και όχι τόσο ως βιολογικό γεγονός.
Ο πλέον συνηθισμένος, μα και ο πλέον ελεγχόμενος τρόπος να γράψει κάποιος μια ιστορία για παιδιά με θέμα την απώλεια από ένα θάνατο, είναι να χρησιμοποιηθεί ένα ζώο.
Σκυλάκι, γατάκι κ.α δίνουν την ευκαιρία στον συγγραφέα να περιγράψει το βάθος της απώλειας, χωρίς να διακινδυνεύει να πληγώσει τον άγνωστο του αναγνώστη.
Γιατί αυτό που ο συγγραφέας της παιδικής  λογοτεχνίας συνεχώς έχει μπροστά του άλλοτε ως δίλλημα και άλλοτε ως πρόκληση είναι πως δεν ξέρει το πως θα αντιδράσει ο αναγνώστης του –ένας αναγνώστης που λόγω ηλικίας είναι πολύ περισσότερο ευάλωτος απ΄ ότι κάποιος ενήλικος.
Μα οι συγγραφικές δεσμεύσεις όταν μάλιστα φτάνουν στα όρια της αυτολογοκρισίας, δεν μπορούν να εγγυηθούν ένα λογοτεχνικά άρτιο αποτέλεσμα.
Κι έτσι κάποιοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να βρούνε τρόπους να παρουσιάσουν τον θάνατο με τρόπο που ενώ θα είναι ρεαλιστικός δεν θα πληγώνει ή τρομάζει το παιδί που θα διαβάσει (ή ακούσει) την σχετική ιστορία.
Δεδομένο είναι πως για ένα παιδί το πλέον δύσκολο να αποδεχτεί είναι ο πιθανός θάνατος της μητέρας ή του πατέρα του.
Αλλά αν η ιστορία αναφέρεται στην απώλεια των αμέσως πιο κοντινών προσώπων, τότε η όλη κατάσταση είναι αρκούντως αντιμετωπίσιμη.
Κι έτσι οι συγγραφείς επιλέγουν μια γιαγιά ή ένα παππού για να μυήσουν τον αναγνώστη τους στο γεγονός του θανάτου.
Και επειδή ο παππούς συνήθως είναι και ο πλέον ηλικιωμένος στον μικρόκοσμο ενός παιδιού, αλλά και αυτός -σε σχέση τουλάχιστον με τη γιαγιά- που αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στην κλειστή οικογένεια και τον ανοιχτό περίγυρο, οι συγγραφείς προτιμούν αυτόν να επιλέξουν για να αναλάβει το βάρος της ευαίσθητης αυτής μύησης.
                         ********************************
Οι παραπάνω σκέψεις προήλθαν από την ανάγνωση δυο πολύ καλών παιδικών εικονογραφημένων βιβλίων που αναφέρονται στην απώλεια και στον θάνατο του παππού.
Το πρώτο –αυτό που έχει γραφτεί από την Αργυρώ Πιπίνη- η μορφή του παππού κρατιέται σε μια απόσταση από τα δυο εγγόνια καθώς πριν από το θάνατό του, τα παιδιά ‘βλέπουν’ και τη βιολογική του φθορά.
Ο παππούς ξεχνά, ασθενεί από Αλτσχάιμερ. Μετά πεθαίνει.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τα δυο εγγόνια για να περιγράψει αυτήν την πορεία προς το τέλος. Η περιγραφές μέσα από τα λόγια των δυο παιδιών, έχουν αμεσότητα και διακριτικότητα. Και μια πολυφωνία, καθώς δύο είναι τα εγγόνια –ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Και αυτή η πολυφωνία είναι νομίζω που δικαιολογεί την παρουσία δυο εγγονιών, μιας και οι παρατηρήσεις και οι  αντιδράσεις τους δεν διαφέρουν ούτε ως προς το φύλλο τους, ούτε ως προς μια διαφοροποιημένη ωριμότητα που μπορεί να τα χαρακτήριζε.
Η εικονογράφηση στην αρχή εστιάζεται στα πρόσωπα των δυο παιδιών. Αποφεύγει να δείξει το πρόσωπο του φθίνοντος παππού και στο τέλος  -καθώς ο παππούς ‘αναχωρεί’- οι εικόνες στρέφονται προς το περιβάλλον της γης αλλά και του σύμπαντος.
Θέση λοιπόν κείμενου και εικόνας είναι αυτό που και στο οπισθόφυλλο, μεταξύ άλλων, σημειώνεται:
Μια ιστορία για τη δύναμη της μνήμης, για όσους μας ακολουθούν στα όνειρά μας…

                 *************************************

Κάτι αντίστοιχο αναγράφεται και στο  οπισθόφυλλο του άλλου βιβλίου «Το νησί του παππού» - οι πολύ αγαπημένοι μας μένουν κοντά μας όσο μακριά κι αν φαίνονται.
Εδώ η αναφορά στην απώλεια του θανάτου γίνεται περισσότερο με τους όρους μιας ιστορίας με δράση. Ο παππούς περνάει μαζί με τον εγγονό του από μια  μαγική πόρτα (στοιχείο από τυχόν παραμύθια που παππούς και εγγονός είχαν κάποτε μοιραστεί) και βρίσκονται και οι δυο σε ένα ερημικό νησί. Εκεί θα περάσουν κάποιες περιπέτειες, εκεί θα είναι που ο παππούς θα αποφασίσει πως θέλει για πάντα να μείνει, αλλά πείθει τον εγγονό μόνος του να κάνει το ταξίδι της επιστροφής.
Από τη σχέση μένει η εμπειρία των όσων βιωθήκαν και η πολύτιμη ανάμνηση μιας ίσως σύντομης, αλλά έντονης περιπέτειας.
Ο παππούς δεν φθείρεται βιολογικά. Ο θάνατος έρχεται με τη μορφή μιας αποχώρησης που ο ενήλικος ήρωας με αξιοπρέπεια αποδέχεται.
Και πάλι ο χώρος όπου ο ηλικιωμένος πηγαίνει είναι ένας χώρος μαγευτικός, ίσως όχι τόσο συμπαντικός όσο στο προηγούμενο βιβλίο, αλλά σίγουρα ένα μέρος όπου το αγαπημένο μας πρόσωπο μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως θα υπάρχει μέσα σε μια διαρκή χαρά.
Αυτή την διάθεση να περιγραφτεί το ταξίδι της ζωής και του θανάτου ως μια περιπέτεια, πέρα από το κείμενο την επιτελεί και η εικονογράφηση. Εικόνες όπου το φως δείχνει να συνυπάρχει με τις σκιές, έτσι όπως ακριβώς συνυπάρχει και μέσα σε ένα τροπικό δάσος.

Δυο βιβλία που με τρόπο επιτυχημένο προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη τους να μπορέσει να αντιμετωπίσει μια πρώτη εξοικείωση με το γεγονός του θανάτου. Και βέβαια δίνουν ακόμα τη δυνατότητα στον ενήλικο που συμπαραστέκεται στις αναγνωστικές αναζητήσεις του παιδιού, να συνομιλήσει μαζί του και να τον βοηθήσει να συμφιλιωθεί με την μεγίστη απώλεια.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.thinkfree.gr/thanatos-paidiki-logotechnia-kontoleon/