12.9.18

NON OMNIS MORIAR by Literature.gr: Μάνος Κοντολέων





https://www.literature.gr/non-omnis-moriar-by-literature-gr-manos-kontoleon/


https://www.youtube.com/watch?v=_dYYzPEIaCA&t=8s

«Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται».    γράφει ο Μάνος Κοντολέων δημιουργώντας μια ασαφή αίσθηση μυστηρίου γύρω από τον εαυτό του, που κάνει τον αναγνώστη να θέλει να ανακαλύψει ποιες αλήθειες μπορεί ακόμα να κρύβει ο συγγραφέας περισσότερων από ογδόντα βιβλίων. Άλλωστε και ο ίδιος, οριοθετώντας την προσωπική του πορεία στην αυτογνωσία, έχει πει ότι:   «Τελικά, μετά από κάθε βιβλίο, έχω ανακαλύψει μία ακόμα κρυφή πτυχή του εαυτού μου. Μια επίπονη ανακάλυψη. Αλλά ιδιαίτερα γοητευτική».   Από την άλλη, όλα όσα θέλει ο ίδιος να γνωρίζουμε για τη ζωή του είναι γνωστά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία λοιπόν ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Aθήνα από γονείς που κατάγονταν απ’ τη Σμύρνη. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία τον έστρεψε, από τα παιδικά του κιόλας χρόνια, στη δημοσίευση κειμένων του στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων». Η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1969 με την συμμετοχή του σε ανθολογία νέων πεζογράφων. Δέκα χρόνια μετά κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο. O Mάνος Kοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι και δοκίμιο. Είναι ταχτικός συνεργάτης διαφόρων περιοδικών και εφημερίδων όπου και δημοσιεύει κριτικές, άρθρα και λογοτεχνικά κείμενα. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Διαδρομές στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους». Γράφει σενάρια τηλεοπτικών προγραμμάτων για παιδιά με θέματα σχετικά με το βιβλίο και κάνει πολύ συχνά ομιλίες για τα προβλήματα και τους στόχους της Λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Bιβλία του έχουν κατά καιρούς βραβευθεί από την Εταιρεία Eλλήνων Λογοτεχνών και από τον Kύκλο του Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου. Kείμενα του έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων  και του του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ, ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Έρευνας και Μελέτης της Παιδικής Λογοτεχνίας «Διαδρομές». Έχει διατελέσει  μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων για την παιδική λογοτεχνία, όπως και των βραβείων των  περιοδικών «Διαβάζω» και «Κλεψύδρα» και πρόεδρος της επιτροπής κρατικών βραβείων της Κύπρου. Διδάσκει δημιουργική γραφή και συντονίζει Λέσχες Ανάγνωσης που έχει δημιουργήσει ο ίδιος. Είναι παντρεμένος με τη συγγραφέα και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων και έχει δύο παιδιά κι έναν εγγονό που υπεραγαπάει. Παρόλα αυτά, τις μυστικές εντάσεις των πιο κρυφών του σκέψεων, τις λεπταίσθητες ισορροπίες των προσωπικών του αγωνιών και την αστείρευτη ευαισθησία του μπορούμε να τις διακρίνουμε όσοι ασκηθούμε στη γραφή του. Μια εξαιρετική συναίσθηση ευθύνης καθορίζει τη συνέπειά του απέναντι σε όλα όσα η συνείδησή του δεν αποδέχεται και γι’ αυτό βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίσει, κάνοντάς τον τα τελευταία χρόνια να επιλέγει μια τολμηρή θεματογραφία. Εισηγητής του cross over μυθιστορήματος στη ελληνική γραμματεία έθεσε τις λογοτεχνικές γέφυρες που οδηγούν στην ένωση των εφηβικών και ενήλικων ανησυχιών σε ένα έργο που στοχεύει στην αναγνωστική ενηλικίωση την εποχή της χαμένης αθωότητας, των απωλειών και των ανελεύθερων ονείρων. Δηλώνει απαλλαγμένος από το παρελθόν και εστιάζει μόνο στο μέλλον με την πεποίθηση ότι ανήκει στα παιδιά, στα οποία έχει αφιερώσει το έργο του. Όσοι πάλι έχουμε το προνόμιο να τον γνωρίζουμε προσωπικά ξέρουμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο προσηνή, φιλικό, γενναιόδωρο απέναντι στους νεότερους λογοτέχνες, χωρίς κανενός είδους έπαρση. Έχει ορίσει τη ζωή του στις προσταγές της λογοτεχνίας και έχει κάνει οίστρο της την ανάγκη να προασπίσει τα ιδανικά και τις αξίες της. Η γλυκιά, βελούδινη, γραφή του που μπορεί την ίδια στιγμή να μετατρέψει την αφηγηματική γλυκύτητα της σε αιχμηρό όργανο τολμηρής κοινωνικής κριτικής είναι πάνω από όλα ειλικρινής και ακριβής. Το Literature.gr εγκαινιάζει τη νέα σειρά βίντεοσυνεντεύξεών του υπό τον τίτλο: «NON OMNIS MORIAR» με τον Μάνο Κοντολέων, ο οποίος δέχτηκε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του για μια εκ βαθέων προσωπική εξομολόγηση και να μας μιλήσει για τη γραφή, τη σχέση του με την παιδική, εφηβική και ενήλικη λογοτεχνία, τους ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του, τα όνειρά του, τα αντικείμενα που από παιδί αγάπησε, για την ίδια του τη ζωή και την απόλυτη μοναξιά του συγγραφέα που τον ενώνει με τους αναγνώστες. Κι έτσι, τελικά, ακούγοντάς τον καταλάβαμε απόλυτα το μότο που χρησιμοποιεί στην προσωπική του ιστοσελίδα: «Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες». Και ίσως αυτό μόνο να είναι ό,τι χρειάζεται να ξέρουμε στην πραγματικότητα για τον Μάνο Κοντολέων προτού βυθιστούμε στη γοητεία του έργου του, έχοντας πάντα κατά νου ότι τίποτα από εκείνον δε θα φανεί αν ο ίδιος δεν το φανερώσει. 

 Τέσυ Μπάιλα, Σεπτέμβριος 2018   


Read more at: https://www.literature.gr/

1.8.18

«ΩΣ ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ»: ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΜΜΟ» ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ



Ο Μάνος Κοντολέων στο βιβλίο του καταπιάνεται με το θέμα του μύθου. Μύθος και λογοτεχνία, μια σχέση που εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κάποιος, αλλά δύσκολα μπορεί να ορίσει και να αποσαφηνίσει. Δεν αντιμετωπίζει τον λογοτεχνικό μύθο μόνο ως προς τη συγγραφική διαδικασία «πρόσληψης της Αρχαιότητας», αλλά εξετάζει την πολυεπίπεδη ενδοκειμενική παρουσία του ως μίτο της Αριάδνης για την περιπλάνηση από λογοτεχνικό είδος σε λογοτεχνικό είδος και ως καθοριστικό παράγοντα για μια νέα ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου, που φωτίζει κρυφές πτυχές του και επηρεάζει την αναγνωστική διαδικασία προς την αξιολόγηση μιας καίριας ετερότητας, μιας γόνιμης δυσαρμονίας «παλαιού»-«νέου».
Ο Μάνος Κοντολέων “φωτίζει” στο κείμενό του την Κασσάνδρα. Την παρολίγο προικισμένη με το χάρισμα της μαντικής την οποία όμως αρνήθηκε. Τότε ο θεός την εκδικήθηκε δίνοντάς της την κατάρα του να μη δίνει κανένας πίστη στις προφητείες της.
Η γλώσσα του βιβλίου έχει ξεχωριστό πλούτο και εκφραστικότητα, ιδίως δε τεχνικές λεπτομέρειες. Η γνωστή σταθερότητα ύφους του Κοντολέων υπάρχει πάντα στο προσκήνιο, που είναι μια από τις σφραγίδες της γραφής του. Σημαντικές είναι επίσης οι αναφορές του σε Ιλιάδα, τον Αγαμέμνονα και τις Τρωάδες.
Στο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων βρίσκει κανείς το γνώριμο εκείνο συναίσθημα, τον κόμπο στο στομάχι, όταν διαβλέπει την επερχόμενη αλλαγή στον κόσμο γύρω του. Όταν τα πράγματα αλλάζουν αμετάκλητα και ο χρόνος κινείται μονόφορα.

Ι. Μπελεσιώτης // Booking Forward

https://bookingforward.wordpress.com/2018/07/26/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

28.7.18

Η Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου στις Διαδρομές Νο 125





Ο Μάνος Κοντολέων επιτέλεσε έναν άθλο: Διασκευάζοντας ελεύθερα το γνωστό κλασικό έργο του Θερβάντες, δημιούργησε με την ξεχωριστή του πένα ένα τρισχαριτωμένο αφήγημα που διαβάζεται απνευστί από τον σύγχρονο αναγνώστη, και μάλιστα τον νεαρό, κάτι που αμφιβάλλει κανείς αν θα συνέβαινε με το πρωτότυπο, το οποίο, παρότι αριστούργημα, φέρει πια τα ίχνη του χρόνου. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο με την καλαίσθητη έκδοση ευτύχησε και στην εικονογράφηση. Κοσμήματα πραγματικά οι ασπρόμαυρες εικόνες του κορυφαίου ζωγράφου -σκιτσογράφου Βαγγέλη Παυλίδη, «έδεσαν» απόλυτα με το τόσο καλογραμμένο κείμενο.
Λ.Π. –Α

26.7.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο -βίντεο από εκδηλώσεις

Μια περιπέτεια είναι η αναζήτηση της λέξης




 Συνέντευξη: Πιερής Παναγή   
http://www.philenews.com/politismos/anthropoi/article/557312/manos-kontoleon-mia-peripeteia-einai-i-anazitisi-tis-lexis
 26 Ιουλίου 2018, 10:30 πμ 
   
«Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναζητάς τις λέξεις, όσες έρχονται από τα παλιά και όσες μόλις γεννηθήκανε. Να ανασταίνεις όσες έχουν πεθάνει.» Τι σας σπρώχνει να αρχίσετε κάθε φορά το γράψιμο;
Γράφω από τότε που ήμουν έφηβος. Θυμάμαι, λοιπόν, πως ένα χάραμα με είχε βρει άγρυπνο καθώς ήθελα να ολοκληρώσω ένα διήγημα. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί το έκανα αυτό… Την κοίταξα και της απάντησα «Δεν ξέρω… Απλώς το ήθελα». Μέχρι σήμερα δεν έχω άλλη απάντηση να δώσω.

Και αυτή τη φορά με το «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο»; Ποια ήταν η αφορμή;
Μετά από τόσα χρόνια συγγραφής, η ανάγκη μου για γράψιμο στηρίζεται σε πιο συγκεκριμένους λόγους. Θα έλεγα, λοιπόν, πως πάντα υπάρχει μια αφορμή για να ξεκινήσω ένα νέο βιβλίο. Άλλοτε την κατανοώ, άλλοτε πάλι όχι. Αλλά για την Κασσάνδρα την ξέρω την αφορμή. Είναι γιατί ήθελα να ζωντανέψω εκείνη τη γυναίκα που μπορούσε να βλέπει με τη λογική, το πού οδηγούν οι αποφάσεις των άλλων όταν λαμβάνονται ασυλλόγιστα, χωρίς τον όποιο έλεγχο των μαζικών παθών. Ένα διαχρονικό σύμβολο των θυμάτων της μαζικής παράκρουσης είναι η Κασσάνδρα. Διαχρονικό και τόσο, μα τόσο επίκαιρο συγχρόνως.

Είστε αντικειμενικός όταν γράφετε; Δηλαδή, σας επηρεάζουν οι προσωπικές σας αντιλήψεις, απόψεις για την κοινωνία, την πολιτική;
Αντικειμενικός; Μα η λογοτεχνία δεν είναι επιστήμη. Στηρίζεται στην υποκειμενικότητα αυτού που τη δημιουργεί και επικοινωνεί με την υποκειμενικότητα αυτού που τη διαβάζει. Όχι, αντικειμενικός δεν μπορεί να είναι ένας συγγραφέας. Αλλά πρέπει –το τονίζω αυτό το πρέπει- να μην είναι μονόπλευρος. Πρέπει να προσπαθεί να κατανοεί τους άλλους –τον καθένα να τον πλησιάζει με διάθεση να τον γνωρίσει σε βάθος και έτσι με ζωντάνια να τον φέρει να κατοικήσει μέσα στο έργο του. Μα όλα αυτά δεν σημαίνουν πως ο συγγραφέας δεν έχει τις απόψεις του. Και πως θέλοντας και μη, αυτές τις απόψεις υποστηρίζει με τα έργα του. Αλλά πρέπει να τις υποστηρίζει καθώς θα τις αφήνει να αντιμετωπίσουν τις απόψεις των άλλων με ίσους όρους ανταγωνισμού. Και αν νικήσουν, να το κάνουν με επιχειρήματα και όχι με προκατασκευασμένα τερτίπια.

Γράφετε κάποια στιγμή «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν». Το κυνήγι των λέξεων για ένα βιβλίο είναι επώδυνο εγχείρημα;
Χωρίς τις λέξεις δεν υπάρχει λογοτεχνία. Χωρίς τις λέξεις δεν θα υπήρχε ο δυτικός πολιτισμός. Και όλες οι μεγάλες και με ιστορία γλώσσες εξελίσσονται. Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναζητάς τις λέξεις της δικής σου γλώσσας. Όσες έρχονται από τα παλιά κι όσες μόλις πριν από λίγο γεννηθήκανε. Να ανασταίνεις όσες έχουν πεθάνει. Μια περιπέτεια είναι η αναζήτηση της κατάλληλης λέξης. Το κάθε βιβλίο και μια καταγραφή πολλών τέτοιων περιπετειών.

20.7.18

Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


της Βασιλικής Ρεσβάνη

«Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο»
Εκδόσεις Πατάκη, 2018

Ένα νέο μυθιστόρημα το οποίο εμπλουτίζει τη γνώση μας για μια μορφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η Κασσάνδρα, δευτερεύουσα ηρωίδα στο κλασσικό έπος, γίνεται πρωταγωνίστρια και φανερώνεται μπροστά μας, σύγχρονη, ευθύς, αποκαλυπτική χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτε. Διαχρονική και διεκδικητική σε μια εποχή όπου τότε η γυναίκα δεν είχε τόσα δικαιώματα. Κι όμως στο ‘Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο’ ο Κοντολέων αφηγείται και πραγματεύεται το αρχαίο δράμα της Τροίας με την Κασσάνδρα να είναι αυτή που με το δυναμισμό της, οδηγεί τον αναγνώστη να θεωρεί ότι είναι εκείνη που τυχόν μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα γνωστή εξέλιξη του αρχαίου δράματος.
Γνώστης τόσο των γεγονότων όπως περιγράφονται στα έργα των αρχαίων τραγικών, μελετητής των αναλύσεων των έργων αυτών και δεξιοτέχνης στην σύνδεση των στοιχείων που συνθέτουν γεγονότα και πρόσωπα, ο Μάνος Κοντολέων μάς μεταφέρει στην τότε εποχή μέσα από την φωνή μίας γυναίκας και μάλιστα δίνοντάς της ένα ύφος που καθηλώνει τους αναγνώστες, αλλά και πιθανούς θεατές μιας θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος.
Άλλωστε, κι έτσι όπως είναι γραμμένο το έργο, βοηθά τον  αναγνώστη να φαντάζεται από μόνος του τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Δίνει στον εαυτό του την ευχαρίστηση να σκηνοθετεί ο ίδιος τις εικόνες του λογοτεχνικού κειμένου. Μεταβαίνει από την απόλαυση μιας μορφής Τέχνης σε μια άλλην…. Αν ένα βιβλίο το κατορθώνει αυτό έχει πετύχει έναν από τους βασικούς στόχους της δημιουργικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης ‘ταξιδεύει’ διαβάζοντας την Κασσάνδρα.
Το βιβλίο αυτό εμπνέει κάθε γυναίκα να θέλει να παλέψει για ό,τι θεωρεί σωστό. Η Κασσάνδρα πριγκίπισσα με προκαθορισμένο από άλλους το δικό της μέλλον θέλει να το αλλάξει και εν μέρει το καταφέρνει. Αρνείται την επιβολή του θεού και την πρότασή του, αρνείται να δει το επικείμενο τέλος ενώ το ξέρει ότι θα έρθει. Μάντισσα η ίδια στο ιερό του Απόλλωνα διακατέχεται από το βάρος της ικανότητάς της να βλέπει το μέλλον στην Μαύρη Άμμο –χώρο ενσάρκωσης των εφιαλτικών οραμάτων της. Είναι η ίδια που ξέρει αλλά και η ίδια αυτή που δεν γίνεται πιστευτή. Πόσο τραγικό πρόσωπο αλήθεια!
Η Κασσάνδρα –ως θεατρική ηρωίδα-  έχει ενσαρκωθεί αρκετές φορές στο θέατρο, και ίσως πολλές από αυτές τις φορές οι θεατές να έχουν συγκλονιστεί από το γεγονός ότι αυτή ξέρει -και μαζί της και οι ίδιοι-  ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου οδηγούνται στην πτώση και τελικώς στη γνώση μέσα από την κάθαρση που κάθε έργο αρχαίας τραγωδίας ενέχει. Ο αναγνώστης της Κασσάνδρας στην Μαύρη Άμμο είναι υποψιασμένος περίπου τι θα διαβάσει αλλά…. όταν ο συγγραφέας είναι ο Μάνος Κοντολέων το αποτέλεσμα τον εκπλήσσει για ακόμη μία φορά.
Πριν διαβάσω την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο έκανα σκέψεις πάνω στον τίτλο. Μπορεί η άμμος να αποτελέσει υλικό να εμπιστευτείς και να στηρίξεις ιδέες ή να δημιουργήσεις; Μπορεί το χρώμα της να προμηνύει το θέμα του βιβλίου; Μπορεί το όνομά της ηρωίδας, αν δεν είχα διαβάσει ποτέ μου τα αριστουργήματα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, να μου φανέρωνε κάτι; Στη συνέχεια μετά την ανάγνωση έψαχνα να βρω λέξεις για να γράψω τις σκέψεις μου για το βιβλίο «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν… Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…» -τα λόγια της ίδιας της Κασσάνδρας γίνανε δικά μου.
Το έργο αυτό μεταφέρει έμμεσα τις ελπίδες μιας εποχής, τις αγωνίες και τα θέλω των δυνατών του τότε. Και με ένα απρόβλεπτο τρόπο ενώνει τις θέσεις του με τις αντίστοιχες θέσεις προηγούμενου έργου του ίδιου του συγγραφέα. «Μετά ήταν που ήρθε η άλλη μέρα. Και η άλλη εποχή.  Η χώρα χωρίστηκε στα δύο, όσοι μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ, αυτοί που είχαν το Εδώ θέλανε να κάνουν δικό τους και το Εκεί.…. Αυτοί που είχαν το Εκεί βρέθηκαν να είναι οι νικητές. Και αυτούς που μένανε στο Εδώ τους άφησαν με λίγο φαΐ, λίγο νερό λίγα χρήματα». (απόσπασμα από το ‘Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε’ του Μ. Κοντολέων).
Η Κασσάνδρα ξέρει τι πρόκειται να γίνει, ξέρει τι θέλει αλλά άλλοι έχουν αποφασίσει τόσο για τους ίδιους όσο και για την ίδια, το μέλλον τους και το μέλλον της. Είναι οι θεοί πάντοτε που εμπλέκονται στα μελλούμενα; Πάντοτε; Δεν το νομίζω αυτό. Ακόμη και η ίδια η Κασσάνδρα αν άλλαζε κάποιες από τις επιλογές της ή αν παρουσίαζε διαφορετικά τα γεγονότα και τελικά έπειθε, θα μπορούσε να αλλάξει το τέλος που θα ερχόταν;
Ο Πρίαμος, ο Έκτορας, ο Πάρης άνδρες που ως…. «βασιλίσκοι δεν τολμούν να ρισκάρουν την ασημαντότητά τους». Η Κασσάνδρα ακούει, βλέπει, νιώθει ερμηνεύει τα σημερινά και μαντεύει τα μελλούμενα φτάνοντας στο πιο σημαντικό -«Η ιστορία το έμαθα πλέον και το βλέπω να επιβεβαιώνεται- γράφεται από την αλαζονεία των ηγετών και από τις προσπάθειες να στολίσουν το βίο τους με λάμψεις φθαρτές- ένα κομμάτι γης, κάποια χρυσά νομίσματα, ύμνους που να αναφέρονται στις πράξεις τους και γυναίκες που πριν από το όνομά της καθεμιάς τους θα μπορεί να τοποθετηθεί ένα επίθετο- Μεγάλη, σεβαστή, Θεά…. Ωραία».
Υπήρξαν πολλές φορές που θεώρησα ότι το κείμενο είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και προσεγμένο που δεν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει με ευκολία ένα απόσπασμα με μονόλογο της Κασσάνδρας στο νέο έργο από κάποιο αντίστοιχο του αρχαίου κειμένου. Είναι η πένα του συγγραφέα που συνταιριάζει ύφος, προτάσεις, λέξεις, εποχές και αναδεικνύει ήρωες που πλέον συνομιλούν μαζί του και αλληλεπιδρώντας δημιουργείται τελικά ένα μοναδικό νέο κείμενο. Όταν το τελευταίο έρχεται στα χέρια των αναγνωστών, τότε  αρχίζει μία άλλη συνομιλία…..
Δεν θα το τοποθετούσα αυστηρά στα υπόλοιπα έργα του Μ. Κ. για ενήλικες, διότι θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί ένα υπέροχο παράλληλο βιβλίο για τον φιλόλογο που αναζητά πέραν από το αναλυτικό πρόγραμμα να εμπνεύσει τους μαθητές του. Η Κασσάνδρα της Ιλιάδας και της Ορέστειας πόσο κοντά είναι αλήθεια με την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο; Γνωρίζει περισσότερα για τις εποχές του τότε και του τώρα η Κασσάνδρα του Μάνου Κοντολέων; Είναι διαχρονική; Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο, έχω την αίσθηση ότι θα αποτελεί για καιρό σημείο αναφοράς και βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές γιατί πολύ απλά είναι γραμμένο έτσι ώστε να μαγεύει και σε αυτό συνηγορεί η ίδια η ηρωίδα του – η μάντισσα και μάγισσα Κασσάνδρα!

Η  Βασιλική Ρεσβάνη είναι Εκπαιδευτικός  & Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών
Πρώτη ανάρτηση:
https://iporta.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF/

30.6.18

Με πρωταγωνιστή τη… σιωπή



Μάκης Τσίτας
«Δώρο Γενεθλίων»
Εικονογράφηση: Νίκος Γιαννόπουλος

  



Όταν αμέσως μετά την Μεταπολίτευση ξεκίνησε η άνθηση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά, οι μελετητές εκείνης της εποχής εστιάσανε  με ιδιαίτερη ευαισθησία την προσοχή τους σε μια νέα φόρμα αφήγησης.
Μικρές Ιστορίες, λοιπόν, ονομάστηκαν εκείνα τα κείμενα που δεν διέθεταν τα στοιχεία που θα τα κατηγοριοποιούσαν ως σύγχρονα παραμύθια (με άλλα λόγια ο ρεαλισμός υπερτερούσε σχεδόν ολοκληρωτικά του μαγικού στοιχείου, ενώ άφηνε χώρο στην ύπαρξη του φανταστικού).
Οι Μικρές Ιστορίες ήταν ολιγοσέλιδες, αλλά εκδίδονταν όλες μαζί σε μια ενιαία μορφή βιβλίου, κάτω από το όνομα συγκεκριμένου, κάθε φορά,  συγγραφέα.
Ήταν ακόμα η εποχή όπου τα βιβλία για παιδιά ίσως να αποκτούσαν πια μια καλοδουλεμένη και με αισθητικές απαιτήσεις εικονογράφηση, αλλά παρέμεναν (ή και προσπαθούσαν να παραμείνουν)  πάντα  και πρώτιστα λογοτεχνικά βιβλία και δευτερευόντος εικονογραφημένα.
Με την είσοδο του 21ου αιώνα και καθώς  η παρουσία της λογοτεχνίας στα σχολεία έτυχε της υποστήριξης  ενδοσχολικών προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας, τα βιβλία που θέλανε από το παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα  να χρησιμοποιηθούνε,  άρχισαν από τη μια να προσαρμόζουν το λεξιλόγιό τους σε μια άποψη που είχε να κάνει με το ποιες μπορεί (αλλά και πρέπει) να είναι οι γνωστές λέξεις κάθε παιδιού ανάλογα με την ηλικία του, άρα και την τάξη του και από την άλλη να εστιάζουν το θέμα τους κάθε φορά με μια όσο γίνεται περισσότερο έκκεντρη στόχευση. Με άλλα λόγια η ελεύθερη λογοτεχνική έκφραση, υπέκυπτε στις δεσμεύσεις της παιδαγωγικής.
Για παράδειγμα βιβλία που λένε μια ιστορία (με τη χρήση λίγων λέξεων)  με θέμα τον ενδοσχολικό εκφοβισμό* άλλα που  έχουν να κάνουν με την καλή κοινωνική συμπεριφορά ή με τον υγιεινό τρόπο διατροφής κλπ. Όλα αυτά ήταν και είναι από τους πλέον ζητούμενους τίτλους  βιβλίων για παιδιά  -τα προτείνουν εκπαιδευτικοί, τα προτιμούν γονείς. Είναι εύκολη η ανάγνωσή τους, απλός ο σχολιασμός τους, συνήθως χαμηλή η τιμή τους.  Και –ας το τονίσουμε κι αυτό- εύκολα βρίσκονται κι εκείνοι που θα τα συγγράψουν και στη συνέχεια με την προσωπική τους παρουσία μέσα στην τάξη θα τα υποστηρίξουν, όχι τόσο με αναλύσεις και διαπροσωπικές επαφές,  όσο κυρίως με φαντεζί εμψυχώσεις. Ο συγγραφέας  μετατρέπεται σε εξάρτημα του βιβλίου του.
Με άλλα λόγια το επιζητούμενο ‘ λογοτεχνικό’ βιβλίο, τουλάχιστον για τις πρώτες (μέχρι την Τετάρτη) τάξεις του Δημοτικού, φαίνεται να είναι μια ολιγοσέλιδη Μικρή Ιστορία, αλλά στην ουσία είναι ένα εκπαιδευτικό εγχειρίδιο ενδεδυμένο με λογοτεχνικό ένδυμα και υποστηριζόμενο από μια πλούσια  εικονογράφηση και  παράλληλες δημιουργικές δραστηριότητες.
Ήταν αναμενόμενο  - οι μελετητές πρώτα, οι εκδότες στη συνέχεια και στο τέλος οι ίδιοι οι συγγραφείς, εγκατέλειψαν τον όρο Μικρή Ιστορία και πλέον ομιλούν για Μικρή Φόρμα.
Εκ πρώτης όψεως, καθόλου κατακριτέο κάτι τέτοιο. Έτσι κι αλλιώς το διήγημα που στις μέρες μας γράφεται δεν έχει το μέγεθος που είχε την εποχή του Παπαδιαμάντη, αλλά και επίσης αυτή η μικρή φόρμα (συχνά φτάνει στα όρια  της μιας παραγράφου ή των 100 λέξεων) μπορεί να διεκδικήσει το ρόλο του συνομιλητή της λογοτεχνίας με την εικόνα.
Παρόλα αυτά –για να επανέλθουμε στην περιοχή του παιδικού βιβλίου-  οι εκδόσεις με κείμενα που χαρακτηρίζονται από το πόσες πρέπει να είναι οι λέξεις τους και από το κατά πόσο είναι απολύτως εστιασμένα σε ένα συγκεκριμένο στόχο, μπορεί να  συνεχίζουν από τη μια να χρησιμοποιούνται από εκπαιδευτικούς και άλλους ενήλικες, αλλά από την άλλη, να μη λησμονούμε πως εθίζουν τον μικρό αναγνώστη στην ανάγνωση ιστοριών επίπεδων και χωρίς πολυπλοκότητα στον αναστοχασμό.
Ο κίνδυνος αν όχι του θανάτου της παιδικής λογοτεχνίας , σίγουρα πάντως του τραυματισμού της είναι ορατός –ίσως και να έχει επιτελεσθεί.
Τελικά αποδεικνύεται πως είναι μάλλον εύκολο να γράψει κανείς 1000 λέξεις χωρίς στην ουσία να λέει κάτι το λογοτεχνικά ουσιώδες, αφού αυτές οι λέξεις θα συνοδεύονται (συχνά και θα καλύπτονται) από πλούσιες και ευρηματικές εικόνες και θα υποστηρίζονται από παιχνίδια και άλλες κατασκευές.
                                              ********************
Δεν είμαι καθόλου αντίθετος με τα λογοτεχνικά κείμενα που καταφέρνουν με λίγες λέξεις να αφηγηθούνε μια ολοκληρωμένη σκέψη και ένα πλήρες συναίσθημα. Και μάλιστα θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα απαιτητικός αυτός ο τρόπος λογοτεχνικής  κατάθεσης.
Απλώς επισημαίνω τους κινδύνους από την αστόχαστη έκδοση – και προώθηση- έργων που δεν βοηθούν στην εδραίωση μιας λογοτεχνικής αναγνωστικής ταυτότητας, αλλά αντίθετα  επιβάλλουν την μετατροπή του λογοτεχνικού λόγου σε δημοσιογραφικό, του συγγραφέα από δημιουργό σε διασκεδαστή, του δε αναγνώστη από άτομο που θα αποδεχότανε κάτι αφού προηγουμένως το κρίνει,  σε άτομο που απλώς θα καταναλώνει  γεγονότα.
Καθόλου, λοιπόν, δεν είμαι αντίθετος στη συγγραφή και ανάγνωση Μικρών Ιστοριών, και χαίρομαι όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να διαβάσω  ένα καλό βιβλίο που έχει μεν εκδοθεί κάτω από αυτές τις συνθήκες που πιο πριν ανέφερα, αλλά που στην ουσία τις αμφισβητεί και ολοκληρώνει την εκδοτική του παρουσία με ένα καθαρό κι ειλικρινή τρόπο.
Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι –αρκετοί ίσως- συγγραφείς που με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο συνηθίζουν να γράφουν τέτοιες Μικρές Ιστορίες (αν θέλετε ας τις πούμε και Μικρές  Φόρμες).
Ένας από αυτούς –ίσως ο πλέον σημαντικός – είναι Μάκης Τσίτας.
Ο Τσίτας στα βιβλία του αυτά συνήθως περιγράφει διαπροσωπικές σχέσεις (οικογενειακές, σχολικές, φιλικές). Τα κεντρικά του πρόσωπα είναι παιδιά παρόμοιας ηλικίας μ ‘ αυτά που θα διαβάσουν τούτες τις ιστορίες.
Με άλλα λόγια χρησιμοποιεί, εκ πρώτης όψεως, όλες τις συνηθισμένες προδιαγραφές  παρόμοιων ιστοριών. Όλες, εκτός από μία.
Ο Μάκης Τσίτας … δεν τα λέει όλα. Δεν εξηγεί τα πάντα. Στην ουσία δεν ενδιαφέρεται ούτε να υποστηρίξει, μήτε και να καταγγείλει. Αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν και κρατά κάπου κρυμμένες τις προθέσεις των ηρώων του. Κι έτσι  βέβαια καταφέρνει με 1500 λέξεις να κάνει λογοτεχνία.
Γιατί τελικά η αξία της Τέχνης του Λόγου είναι …η σιωπή.
Από τα πλέον επιτυχημένα βιβλία του και αυτό το «Δώρο γενεθλίων»
Δυο παιδιά –αδελφή και αδελφός-  μαζεύουν χρήματα για να αγοράσουν ένα ακριβό δώρο για τον πατέρα τους. Ο καθένας τους  τοποθετεί σε κοινό κουτί τις οικονομίες του, αλλά θα είναι η αδελφή που ως μεγαλύτερη θα αναλάβει την αγορά του δώρου. Θα επιστρέψει  με το δυσάρεστο νέο πως έχασε τα χρήματα.  Μα αργότερα θα αποδειχτεί η πλεκτάνη. Και ο μικρός  αδελφός θα αναζητήσει τρόπους εκδίκησης. 
Η όλη εξιστόρηση καταλήγει σε ένα αίσιο τέλος –ο δράστης αναγνωρίζει ο σφάλμα του.
Αλλά ο Μάκης Τσίτας έχει στο ενδιάμεσο καταφέρει να σκιαγραφήσει με απόλυτη πληρότητα τους χαρακτήρες.  Όχι μόνο των δυο αδελφιών, αλλά και του πατέρα τους –αυτού, του τελευταίου μάλιστα με ένα τόσο… σιωπηλό τρόπο που αξίζει να χρησιμοποιείται ως παράδειγμα  στα διάφορα σεμινάρια δημιουργικής γραφής.
Η εικονογράφηση του Νίκου Γιαννόπουλου είναι εκρηκτική χωρίς να θέλει –και πολύ σωστά- να αναζητήσει τρόπους  φωτισμού των σημείων όπου η σιωπή πρωταγωνιστεί.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://www.literature.gr/me-protagonisti-ti-siopi-grafei-o-manos-kontoleon-doro-genethlion-makis-tsitas/