10.9.09

Για την Ελίτσα ή Παπαρούνα


Ελίτσα ή Παπαρούνα;

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ
(τεύχος 499, Σεπτέμβριος 2009)

γράφει ο Γιάννης Σ. Παπαδάτος

Ο συγγραφέας είναι από τους λίγους δημιουργούς λογοτεχνίας για παιδιά που καταπιάνονται και με το διήγημα. Είναι γνωστό ότι το διήγημα έχει ιδιόμορφη τεχνική, απαιτεί αφαίρεση, συνοπτικό περιεχόμενο, στοιχεία που ανιχνεύονται στην ιστορία που παρουσιάζουμε.
Και σε όλα αυτά να προσθέσουμε το ύφος του που απογειώνεται λυρικά με συγκρατημένο συγκινησιακό τρόπο, διοχετεύοντας στον αναγνώστη αγάπη για τα ζώα, φροντίδα και έγνοια γι αυτά, έννοιες που μεταλλάσσονται σε αγάπη, φιλία και κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων.
Η ηρωίδα, μια σκυλίτσα που βρίσκει ένα μικρό αγόρι, είναι η αφορμή, ώστε μέσα σε μια ανεπαίσθητη διαδρομή από τη ζωή και το παιχνίδι ως το θάνατο, να αναδυθεί η αγάπη που όταν δίνεται απλόχερα, επιστρέφει σε αυτόν που τη δίνει πολλαπλάσια.
Μια ευαίσθητη ιστορία από ένα συγγραφέα που ξέρει να ισορροπεί το συναίσθημα και να οδηγεί τον αναγνώστη σε εξαίσιες περιοχές αγάπης και ποίησης.
Η εικονογράφηση προσφέρει τρυφερά στιγμιότυπα στο ύφος του κειμένου.

4.9.09

Οι πειραματισμοί με ελκύουν


Λεβάντα της Άτκινσον...
Τέταρτη Εποχή...
Λεβάντα...
Τέταρτη...
Άτκινσον...
Εποχή...
(Συνέντευξη στην Ειρήνη Μπέλλα – «Φιλολογική Βραδυνή», 14/8/2009)
Καταξιωμένος συγγραφέας ο Μάνος Κοντολέων δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι από τις μοναδικές περιπτώσεις έλληνα συγγραφέα που έχει μια έντονη παρουσία σε πολλά είδη λογοτεχνίας.
Πάντα μας ξαφνιάζει με την ευχέρεια με
την οποία μπορεί να κινείται στο χώρο του παιδικού και εφηβικού βιβλίου, αλλά και σε αυτόν του θεάτρου, του μυθιστορήματος και του διηγήματος.
Διαθέτοντας πάντα τη δυναμική να πειραματίζεται, να μη μένει ποτέ στάσιμος, αναζητά νέες φόρμες και τρόπους έκφρασης. Με το νέο του μυθιστόρημα»Λεβάντα της Άτκινσον» (Εκδόσεις Πατάκη) ανοίγει αυτή τη φορά τους συγγραφικούς λογαριασμούς του με το ίδιο του το έργο, μετασχηματίζοντας το θεατρικό του «Τέταρτη Εποχή» σε μυθιστόρημα.
Διερευνά τη σχέση του ίδιου του θεατρικού του ζευγαριού, της Κλέας και του Μενέλαου, μέσα από την τεχνική του μυθιστορήματος, θέτοντας στον εαυτό του μια σειρά από δεσμεύσεις: ίδιοι ήρωες, ίδιος αφηγματικός χρόνος.
Ο ίδιος μιλά στη «Φιλολογική Βραδυνή» για το συγγραφικό του στοίχημα.

Η Λέβάντα Άτκινσον δεν πρόκειται για ένα απλό μυθιστόρημα. Με την έννοια ότι βασίστηκε σε ένα προηγούμενο θεατρικό σας έργο. Θέσατε μάλιστα στον εαυτό σας μια σειρά από δεσμεύσεις: ίδιοι ήρωες, ίδιος αφηγηματικός χρόνος.
Όλα αυτό το εγχείρημα μας γεννά μια σειρά από ερωτήματα;

1. Ποια ανάγκη σας ώθησε να ξαναπιάσετε μια ιστορία που ήδη έχετε αφηγηθεί μέσω ενός άλλου λογοτεχνικού είδους;


Είναι γεγονός πως οι πειραματισμοί με ελκύουν. Και στο πλαίσιο ενός πειραματισμού έγραψα το θεατρικό Η Τέταρτη Εποχή - ήθελα να διαπιστώσω αν μπορώ να εγκαταλείψω την άνεση του πεζογράφου και να γράψω κάτω από την συμπιεσμένη τεχνική ενός θεατρικού συγγραφέα. Αλλά όταν το θεατρικό τελείωσε, διαπίστωσα πως τα πρόσωπα του έργου εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα και γύρω μου. Λες και μου ζητούσαν να χαρίσω και σε αυτά τον άνετο χώρο έκφρασης που είχα στο παρελθόν προσφέρει στους άλλους ήρωές μου. Κι εγώ τους άκουσα, τους έκανα το χατίρι. Αλλά επειδή, όπως είπαμε, πάντα οι πειραματισμοί με ελκύουν, αποφάσισα το μυθιστόρημα που θα έγραφα να είχε κάποιους περιοριστικούς κανόνες. Μυθιστορηματικός χρόνος αφήγησης ίδιος με αυτόν του θεατρικού και οι διάλογοι του μυθιστορήματος μόνο αυτοί που ήταν και μέσα στο θεατρικό έργο. Με άλλα λόγια συνέχισα να ανιχνεύω τεχνικές αφήγησης και να πειραματίζομαι σε νέες δομές.

2. Γιατί υποβάλλατε τον εαυτό σας σε αυτούς τους περιορισμούς;

Μου αρέσει να παίρνω ρίσκα. Όταν θεωρώ πως έχω κατακτήσει μια τεχνική αφήγησης, αμέσως ψάχνω να βρω μια άλλη. Μπορεί να αποτύχω, αλλά από την άλλη αισθάνομαι πως αν ακολουθώ συνέχεια τον ίδιο συγγραφικό δρόμο θα είναι μια ρουτίνα για μένα και κάτι το βαρετό για τον αναγνώστη μου –έστω αυτόν τον ιδεατό αναγνώστη που κάθε συγγραφέας πιστεύει πως υπάρχει κάπου κρυμμένος.
Άλλωστε ακριβώς και γι αυτό το λόγο της συνεχούς ανανέωσης και ανίχνευσης άλλοτε γράφω για ενήλικες, άλλοτε για εφήβους και άλλοτε για παιδιά. Συνεχείς πειραματισμοί, κατακτήσεις, πισωγυρίσματα ίσως… Πάντως προσωπικά δεν πλήττω.

3. Οι ίδιοι διάλογοι, ο ίδιος αφηγηματικός χρόνος δεν δεσμεύει ένα συγγραφέα;

Α, πολύ. Πραγματικά έπρεπε να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, τις φράσεις και το πότε, μα και το γιατί αυτές λέγονται. Αλλά ενώ αυτοπεριοριζόμουνα στο πλάτος της αφήγησης, έφτανα σε ολοένα και μεγαλύτερα βάθη κατανόησης των ηρώων μου. Τελικά λειτούργησα κάπως παραπλανητικά… Τον ξεγέλασα τον χρόνο. Η «Λεβάντα της Άτκινσον» δεν παρουσιάζει το πως το παρελθόν καθορίζει το παρόν μας, αλλά αντίθετα είναι το παρόν που αναπλάθει το παρελθόν για να μπορέσει να προχωρήσει προς ένα μέλλον που επιλέγει.

4. Ο πειραματισμός της γραφής έχει βαρύνουσα σημασία για ένα συγγραφέα;

Για μένα, ναι έχει. Πειραματίζομαι σημαίνει πως συνεχώς προσπαθώ να δω τα γεγονότα με μια άλλη ματιά. Γιατί η μορφή στην λογοτεχνία καθορίζει όχι τόσο το τι περιγράφεται, όσο το τι φωτίζεται, υπονοείται ή αποκρύπτεται. Η λογοτεχνία είναι συνεχείς φωτοσκιάσεις και οι κατά καιρούς συγγραφικοί πειραματισμοί είναι ανιχνεύσεις νέων συγκινήσεων, ίσως και νέων σιωπών.

5. Στο μυθιστόρημα σας εστιάζεται στη φθορά των σχέσεων ενός ζευγαριού. Η εποχή της Διάλυσης ή του Συμβιβασμού μπορεί να γίνει και η εποχή της Αναγέννησης;

Όλα είναι στα δικά μας χέρια. Κάθε εποχή για τον κάθε ζευγάρι και κάτι άλλο μπορεί να σημαίνει, δίπλα σε αυτό που είναι κοινά αναγνωρίσιμο. Πάντως άλλη η δυναμική της εποχής της Διάλυσης ενός δεσμού και άλλη εκείνη του Συμβιβασμού.
Οι δικοί μου συγκεκριμένοι ήρωες –ο Μενέλαος και η Κλέα- μήτε διαλύουν τη σχέση τους, μήτε και συμβιβάζονται. Αναπροσαρμόζονται θα έλεγα, γιατί το να πω αναγεννώνται ίσως να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο. Και όταν πια κανείς ζει τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του (όπως οι ήρωές μου) μάλλον έχουν διάθεση προσαρμογής και όχι αναγέννησης.

6. Είναι αναπόφευκτη η φθορά στον έρωτα; Πώς μπορεί να διασωθεί;

Φθείρεται κάτι που ή είναι στατικό ή διανύει μια συγκεκριμένη πορεία –από τη γέννηση, πχ , στον θάνατο. Αλλά ο Έρωτας (παρακαλώ το έψιλον με κεφαλαίο) δεν έχει στοιχεία στατικότητας μήτε και φθοράς. Ξαφνικά εμφανίζεται, ξαφνικά εξαφανίζεται. Αν έχει αφήσει απόγονό του, αυτό εξαρτάται από το πόσο καρπερό ήταν το έδαφος που κυκλοφόρησε. Με άλλα λόγια στο ζευγάρι εναπόκειται αν ο Έρωτάς τους (πάντα το έψιλον με κεφαλαίο) θα αναγεννάται. Στην περίπτωση του Μενέλαου και της Κλέας αυτό έχει γίνει κατορθωτό μέσα από ένα παιχνίδι, μέσα από τη σκηνοθεσία των δικών τους στιγμών –αυτών που έζησαν και αυτών που επιλέγουν να ζήσουν. Πραγματοποιούν, δηλαδή, αυτό που πιο πάνω είπα. Σχεδιάζουν το μέλλον τους βασισμένοι σε ένα νέο τρόπο ανάγνωσης του παρελθόντος τους.

7. Πέρα από τον έρωτα αυτή τη φορά εισχωρείτε και στο θεσμό της οικογένειας. Ποια είναι η άποψη σας;

Η οικογένεια είναι ένα κύτταρο. Είναι και ένας θεσμός. Ως κύτταρο μπορεί να αυτοαναπαρχθεί ή να ενωθεί με ένα άλλο κύτταρο. Ως θεσμός μπορεί να καταπιέσει, να ευνουχίσει, μα και να στηρίξει, να παρηγορήσει.
Το τι είδους οικογένεια φτιάχνουμε ή δεχόμαστε να είμαστε μέλη της, εξαρτάται από τις απόψεις μας, αλλά και από τις αδυναμίες μας.

8. Με ποιον από τους δυο ήρωες είστε πιο κοντά;

Θα έλεγε κανείς με τον άντρα. Τον Μενέλαο. Αλλά και η Κλέα μπορεί να εκφράζει τη θηλυκή πλευρά μου. Μπορεί ακόμα και τα δυο παιδιά –η Αντιγόνη και ο Δήμος – κάτι πολύ δικό μου να αρπάξανε.
Τελικά είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο και κυκλοφορώ στο αίμα των ηρώων του και συγχρόνως είμαι πολύ μακριά τους.
Όσο το έγραφα –ίσως γιατί με απασχολούσε πολύ η τεχνική αφήγησης του, όπως και πιο πριν εξήγησα- δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο πολύ δικό μου ήταν. Το έβλεπα περισσότερα ως πείραμα. Αλλά τώρα που έχει πια ολοκληρωτικά και τελεσίδικα φύγει από την όποια συγγραφική μου επιρροή, τώρα το αισθάνομαι… Ναι, ας το ομολογήσω ! Είναι το πιο αγαπημένο μου βιβλίο.

15.8.09

Καλέ πνίγομαι


Αρχές Αυγούστου κυκλοφόρησε.
Ζήτησα να μου στείλουνε ταχυδρομικώς, εδώ στον Άγιο Λαυρέντιο που περνάω αυτόν τον μήνα, ένα αντίτυπο -έτσι για να το πιάσω στα χέρια μου και να το καμαρώσω.
Μια ιστοριούλα είναι. Απλή όπως μια μέρα του καλοκαιριού. Αλλά για μένα πολύτιμη. Κι όχι μόνο γιατί την έκανα ιστορία, αλλά κυρίως γιατί την έζησα εγώ ο ίδιος... Κάποτε. Σε έναν άλλον Αύγουστο... Μιας άλλης χρονιάς.
(Αυτό που λατρεύω στη δουλειά του συγγραφέα είναι πως μπορεί να ενώνει εποχές... Και να φέρνει πίσω πρόσωπα που έχουν φύγει)

Από το οπισθόφυλο:
Καλοκαιράκι και πήγαμε διακοπές στη θάλασσα… Και ξέρετε τι πάθαμε; Κοντέψαμενα πνιγούμε! Μάλιστα, ακριβώς αυτό. Και μάλιστα σε μια κουταλιά νερό – όπως λέει ο αδερφόςμου. Και από τότε με κοροϊδεύει…Αλλά εγώ δε θα τον αφήσω έτσι ατιμώρητο… Γιατί μετά το νησί θα πάμε στο βουνό. Κι εκεί ο αδελφός μου θα βρει τον μάστορά του. Ξέρω εγώ τι θα του σκαρώσω...
Εικόνες: Αλεξάνδρα Αντωνοπούλου

26.7.09

Πλήθος είμαι



Ελένη Γκίκα

"Πλήθος είμαι"

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Άγκυρα


Μονάχα όσοι από εμάς έχουμε τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής, μονάχα εμείς μπορούμε να κατανοήσουμε απόλυτα αυτό που το τελευταίο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα θέλει να τονίσει.
Γιατί το "Πλήθος είμαι" μπορεί άνετα να το διαβάσει κανείς ως ένα ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως αισθαντικό μυθιστόρημα, μπορεί να το χαρεί ως ένα βαθιά υπαρξιακό κείμενο, μπορεί να φύγει μαζί του σε χώρους όπου ο έρωτας προσπαθεί να ταυτίσει το 'εγώ' με το 'εσύ'... Όλα αυτά ο αναγνώστης του έργου μπορεί να τα βρει, όπως βέβαια και να αναγνωρίσει την απόλυτη λογοτεχνική του ταυτότητα.
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα -αυτό το κάτι που κατά τη γνώμη μου έκανε τη συγγραφέα να δομίσει με τέτοιο τρόπο το υλικό αφήγησής της. Κι αυτό το κάτι μόνο όσοι έχουν τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής μπορούν να το χαρούνε.
Το έργο αποτελείται στην ουσία από δυο είδη αφηγηματικού λόγου. Στο ένα παρουσιάζεται η ζωή, οι σκέψεις, τα συναισθήματα της ηρωίδας -είναι το κύριο μυθιστορηματικό μέρος. Το άλλο αποτελείται από κριτικές προσεγγίσεις διαφόρων βιβλίων. Είναι τα βιβλία που η ηρωίδα διαβάζει.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η Ελένη Γκίκα αυτές τις κριτικές -ίσως θα ήταν πιο σωστό να τις ανέφερα ως αναγνωστικές- προσεγγίσεις τις μετατρέπει σε στοιχεία της μυθιστορηματικής πλοκής.
Αυτά που διαβάζει η ηρωίδα τη βοηθούν να κατανοήσει τα όσα της συμβαίνουν.
Ή μήπως -και εδώ είναι που οι λάτρεις της λογοτεχνίας χειροκροτούν το συγγραφικό εύρημα- αυτά που διαβάζει είναι και εκείνα που θα καθορίσουν τα όσα θα ζήσει;
Με άλλα λόγια μια αμφίδρομη σχέση ζωής και τέχνης μας παρουσιάζει η Ελένη Γκίκα.
Το έχει κάνει κατά κάποιο τρόπο και σε προηγούμενα έργα της. Μόνο που τώρα αυτή τη συγγραφική της (ίσως και υπαρξιακή της) θέση της υλοποιεί με μαεστρία βιρτουόζου και λεπτομέρεια χειρούργου.
Οι επιλογές των έργων που πάνω τους θα στηριχτεί η ερμηνεία των πράξεων της ηρωίδας ή η εξέληξη των γεγονότων που θα ζήσει (όπως θέλει κανείς ας το δει) δεν ακολουθούν κάποιο κανόνα -δεν είναι όλα τους έργα σύγχρονα, μήτε όλα κλασικά, μήτε όλα ελλήνων συγγραφέων. Κυρίως δεν έιναι όλα της ίδιας λογοτεχνικής αξίας. Αλλά ακριβώς έτσι έπρεπε να ήταν. Γιατί ο μεγάλος λάτρης της λογοτεχνίας, αυτός που την κάνει στάση και τρόπο ζωής, δεν καθορίζει τις επιλογές του σύμφωνα με ψυχρά κριτικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τις εκάστοτε διαθέσεις του, τις ψυχολογικές του καταστάσεις, τα προσωπικά του βιώματα.
Έργο ασυνήθιστο, χαμηλών τόνων και έντονων σιωπών.

Η Ελένη Γκίκα είναι πεζογράφος, ποιήτρια και δημοσιογράφος.
Τη λογοτεχνική γραφή της τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερα αισθαντική χρήση των λέξεων, ενώ τα συναισθήματα των ηρώων της συχνά αγγίζουν τα όρια του υποσεινήδητου. Παράλληλα με τη λογοτεχνία εξασκεί και την κριτική, έχοντας την ευθύνη του ειδικού ένθετου της εφημερίδας 'Εθνος".
Με την ιδιότητα της υπεύθυνης της λογοτεχνικής σειράς των Εκδόσεων Άγκυρα, έχει δόσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους έλληνες συγγραφείς να δουν δημοσιευμένο το έργο τους.
<>

Η ζωή είναι ένας έρωτας

Συνέντευξη στην Εύη Καρκίτη για τον Αγγελιοφόρο της Κυριακής
(Ιούλιος, 2009)



Ο Μενέλαος και η Κλέα είναι πάνω από τριάντα χρόνια παντρεμένοι, είναι επιτυχημένοι επαγγελματικά, έχουν μια καλή ζωή, δυο παιδιά, τα έχουν όλα. Μεταξύ τους τι μπορεί να πάει
στραβά; Με θέμα και ήρωες που πρωτοπαρουσίασε στο θεατρικό του έργο «Τέταρτη εποχή» και με διάθεση πειραματισμού, ο γνωστός πεζογράφος Μάvos Κοντολέων επιχειρεί
να τους προσεγγίσει εκ νέου, με μια διαφορετική τεχνική.

Για τη δουλειά του μίλησε στον «ΑτΚ»:


- Η φθορά των σωμάτων είναι εκείνη που σηματοδοτεί τη φθορά του έρωτα και υπάρχουν στα αλήθεια τρόποι για να ανανεώσουν κάποιοι τα συναισθήματα τους χωρίς αυτά να γεράσουν μαζί τους;
* Η φθορά των σωμάτων μπορεί να σηματοδοτήσει τη φθορά του έρωτα, μόνο αν της το επιτρέψουν οι εραστές. Ένα σώμα, ακόμα και αυτό με τα σημάδια του χρόνου πάνω του, εκπέμπει ερωτισμό. Φτάνει από τη μια αυτό το σώμα να αισθάνεται πως μπορεί να είναι ακόμα ερωτικό αντικείμενο του πόθου και από την άλλη να βλέπει με το ίδιο πνεύμα και το σώμα του άλλου. Με άλλα λόγια, αν αφήσεις τον έρωτα να φθαρεί, αυτό θα γίνει ακόμα και όταν είσαι νέος. Γιατί –αν θέλουμε να δούμε κάπως πιο γενικά το ζήτημα- η ίδια η ζωή είναι ένα έρωτας. Αν θες πραγματικά να ζήσεις δεν μπορεί παρά κάθε στιγμή να είσαι ερωτευμένος. Υποκείμενο και αντικείμενο ερωτικό. Αλλά ζούμε σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην κατανάλωση, πάει να πει σε μια κοινωνία που δεν δημιουργεί, μα καταναλώνει. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα οι άνθρωποι χάνουν την ερωτική τους διάθεση και την αντικαθιστούν από ένα φτηνό ερωτισμό που στηρίζεται σε συγκεκριμένα πρότυπα –νεότητα, πλούτος κλπ. Τον έρωτα δεν μας τον προσφέρει κανείς, μα εμείς οι ίδιοι τον δημιουργούμε. Και τον συντηρούμε.

- Το ζευγάρι είναι ένα κλειστός κόσμος; Υπάρχουν πάντα κομμάτια της σχέσης αθέατα από τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και από τα ίδια τους τα παιδιά;
*Κλειστό βέβαια. Όπως και το άτομο είναι κι αυτό κλειστό. Πιστεύω στη μοναξιά του ατόμου –είναι η μοίρα του. Και αναγνωρίζω την διάθεσή του, την τάση του να τη σπάσει αυτή τη μοναξιά. Δεν θα το καταφέρει –πάντα μόνοι μας ζούμε. Αλλά έτσι όπως προσπαθούμε, φτιάχνουμε ζευγάρια. Δυο άτομα τολμούν να αφήσουν να φανεί ένα μέρος της προσωπικότητάς τους και γίνονται ζευγάρι. Η ζωή του ζευγαριού είναι σε ένα μεγάλο βαθμό αθέατη από τους άλλους –μοναχική κι αυτή. Αλλά πρέπει έτσι νάναι. Η μοναξιά του ατόμου, όπως και του ζευγαριού κάνει πιο δυνατά και τα άτομα και τα ζευγάρια. Από εκεί και πέρα η παρουσία άλλων δίπλα στο ζευγάρι δημιουργεί άλλες κοινωνικές μονάδες –την οικογένεια για παράδειγμα. Στο μυθιστόρημά μου εξερευνώ και τις σχέσεις ενός ζευγαριού, μα και τις αντίστοιχες μεταξύ των μελών αυτής της οικογένειας που το ζευγάρι έχει δημιουργήσει.

-Η «Λεβάντα Άτκινσον» προέρχεται από το θεατρικό σας η «Τέταρτη Εποχή». Ακολουθήσατε μάλιστα τον ίδιο χρόνο στην αφήγηση, ενώ οι διάλογοι των προσώπων είναι όσοι υπάρχουν και στο θεατρικό. Τι επιδιώξατε με αυτούς τους κανόνες που θέσατε ο ίδιος στον εαυτό σας;
*Μου αρέσουν οι συγγραφικοί πειραματισμοί. Πιστεύω πολύ στην τεχνική της γραφής. Γι αυτό κι όταν αποφάσισαν να μεταφέρω την ιστορία που είχα κάνει θεατρικό κείμενο στη μορφή ενός μυθιστορήματος, θέλησαν να βάλω κάποια όρια στην άνεση της αφηγηματικής μου ευκολίας. Αλλά παράλληλα θεωρώ πως κάθε νέα τεχνική και κάθε νέα δομή, προσφέρει και μια νέα θεώρηση των γεγονότων. Με τον τρόπο που έγραψα το μυθιστόρημα, νομίζω πως φωτίζω πιο καθαρά μερικά πράγματα που δεν έχουμε συνηθίσει να παρατηρούμε.

- Με τη συγγραφή του μυθιστορήματος φωτίσατε από επιπλέον οπτικές γωνίες του δυο κεντρικούς σας χαρακτήρες Κλέα και Μενέλαο; Και είναι χρήσιμο για τον αναγνώστη σας να γνωρίζει και το θεατρικό έργο ώστε αν επικοινωνήσει μαζί τους καλύτερα;
* Όχι, δεν το νομίζω. Τα δυο έργα είναι αυτόνομα. Άλλα αν κάποιος αναγνώστης θελήσει να προχωρήσει περισσότερο στις λεπτομέρειες της συγγραφικής τέχνης, θα του ήταν χρήσιμο να διαβάσει και τις δυο μορφές της συγκεκριμένης ιστορίας.
Προσωπικά μου αρέσει να ανακαλύπτω νέες τεχνικές αφήγησης. Να τις ανακαλύπτω σε όχι μόνο ως συγγραφέας, αλλά και ως αναγνώστης.

7.7.09

Ο αδελφός του προηγούμενου



ΖΑΝ - ΜΠΕΡΤΡΑΝ ΠΟΝΤΑΛΙΣ

Ο αδελφός του προηγουμένου

Βιβλιοπωλειον της Έστιας


Πάντα δήλωνα πως ήμουνα μοναχοπαίδι. Έλεγα και αλήθεια και ψέματα.
Οι γονείς μου δεν κάνανε άλλο παιδί.
Αλλά ο πατέρας μου από τον πρώτο του γάμο είχε αποκτήσει μια κόρη. Έχασε γυναίκα και παιδί σε ένα δυστύχημα.
Μια οικογενειακή τραγωδία που από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου την είχα μάθει.
Και τη φωτογραφία εκείνου του κοριτσιού την έβλεπα κάθε μέρα, μέσα σε μια κορνίζα στο σαλόνι μας.
Ήξερα το όνομά της, καταλάβαινα πως είχαμε κι οι δυο τον ίδιο πατέρα, αλλά αδελφή μου δεν μπορούσα να τη θεωρήσω. Δεν μπορούσα ή δεν ήθελα; Μήπως δεν το τολμούσα;
Αυτή την οικογενειακή ιστορία την έχω κάνει και διήγημα. Μα απόλυτα μέσα μου ποτέ δεν είχα ξεκαθαρίσει ποια συναισθήματα με δένανε με ένα πλάσμα που είχε πεθάνει προτού εγώ γεννηθώ και που είχαμε κοινή πατρική ρίζα. Πλάσμα -έγραψα. Ναι, πώς διαφορετικά να ονομάσω την εικόνα ενός χαμογελαστού μικρού κοριτσιού, με μπούκλες και δαντελίτσες που υπήρχε στη ζωή μου μαζί με μια κορνίζα;
Αλλά είχαμε τον ίδιο πατέρα. Είχαμε ζεσταθεί μέσα στην ίδια αγκαλιά, είχαμε παρηγορηθεί από το ίδιο χάδι, ή ίδια φωνή να τραγουδά τα ίδια τραγούδια μας είχε νανουρίσει.
Μια αδελφή.
Όχι, δεν υπήρξα μοναχοπαίδι.
Και ήταν αυτό το βιβλίο που με έκανε να το καταλάβω. Και αυτό είναι που με έχει τώρα ξεκινήσει να ανιχνεύω μια σχέση που στην ουσία δεν υπάρχει όνομα να την περιγράψει.
Ο Πονταλίς, βέβαια, στο βιβλίο του αυτό, αναφέρεται αυστηρά και μόνο στις σχέσεις αδελφών που και οι δυο ανήκουν στο αρσενικό γένος. Αλλά είναι τόσο ευαίσθητες και τόσο βαθιές οι αναλύσεις που επιχειρεί, ώστε εύκολα ο αναγνώστης του μπορεί να ανακαλύψει δικές του υπόγειες διαδρομές αδελφικών σχέσεων.
Δοκίμιο θα πρέπει κανείς να το χαρακτηρίσει, αλλά δεν έχει την αυστηρή δομή και γλώσσα αυτού του είδους. Τα κεφάλαιά του σου θυμίζουν και διηγήματα ή σελίδες ημερολογίου.
Βιβλίο με μεγάλο ενδιαφέρον, αν μάλιστα σκεφτούμε πως οι σχέσεις αδελφών γυναικών είναι συνήθως εκείνες που μας απασχολούν στην καθημερινότητά μας. Αλλά έχουν και οι άνδρες - αδέλφια τις κρυφές στιγμές τους. Και ο Πονταλίς τις φωτίζει με μεγάλη αισθαντικότητα.
Τελικά ένα βιβλίο ψυχανάλυσης όσο και κοινωνιολογίας, αλλά και σίγουρα ένα βιβλίο περιδιάβαση σε μεγάλες στιγμές της τέχνης (ανάμεσα στα ζευγάρια αδελφών που ο Πονταλίς αναλύει τις σχέσεις τους είναι ζωγράφοι, συγγραφέις, ήρωες μυθιστορημάτων).
Ενδιαφέρουσα η συλλογική μετάφραση του γαλλόφωνου τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ, κατατοπιστικό το επίμετρο της Ελένης Τζαβάρα και άξια συγχαρητηρίων το χρονολόγιο και η εργογραφία που επιμελήθηκε ο δντης της σειράς Γεράσιμος Στεφανάτος.


Ο Ζαν-Μπερτράν Πονταλίς γεννήθηκε στο Παρίσι το 1924. Ψυχαναλυτής και άνθρωπος των γραμμάτων (agrege φιλοσοφίας, διδάκτωρ ψυχολογίας, διευθυντής ερευνών στο εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας), δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος, διευθυντής και επιμελητής εκδοτικών σειρών στον οίκο Gallimard, βασικός συντελεστής στη μετάφραση του φροϋδικού έργου στα γαλλικά, μισόν αιώνα τώρα βρίσκεται στο επίκεντρο της διανοητικής και ψυχαναλυτικής ζωής στη Γαλλία. Αναλυόμενος του Λακάν, ο Πονταλίς συνδέθηκε στενά με τον Μερλώ-Ποντύ και τον Σαρτρ. Αποτελεί κεντρική μορφή στην ιστορία του γαλλικού ψυχαναλυτικού κινήματος και στις εξελίξεις που οδήγησαν, μετά τη ρήξη με τον Λακάν, στην ίδρυση της Ψυχαναλυτικής Ένωσης Γαλλίας (Α.Ρ.F.) το 1964, όπου διετέλεσε γραμματέας και πρόεδρος. Η διεθνής απήχηση του έργου του οφείλεται κυρίως στο ιστορικό, πλέον, "Λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης" (1967), το οποίο συνέγραψε με τον Ζαν Λαπλάνς, αλλά και στην έκδοση της περίφημης "Nouvelle revue de psychanalyse" (1970-1994), που την διηύθυνε μέχρι το τέλος της. Το αυτοβιογραφικό του έργο "Η αγάπη των απαρχών" (βραβείο Femina-Vacaresco) έχει μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες. Ο Ζαν-Μπερτράν Πονταλίς τιμήθηκε το 2006 με το Βραβείο Medicis για το βιβλίο του "Frere du precedent" (Αδελφός του προηγουμένου"].

30.6.09

Ομορφιά και Θλίψη


Γιασουνάρι Καουαμπάτα
"Ομορφιά και Θλίψη"
Μετάφραση: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κστανιώτη
Με την ευφορία που σε κατέχει μετά από το τέλος της ανάγνωσης έργου μεγάλου συγγραφέα, γράφω αυτές τις γραμμές.
Γιατί ο Καουαμπάτα (Καβαμπάτα, τον ήξερα στα χρόνια της εφηβείας μου, όταν πρωτοδιάβασα έργο του) είναι αληθινά μάστορας μεγάλος του λογοτεχνικού ύφους, αλλά και σπουδαίος ανατόμος των ανθρώπινων παθών.
Στο μυθιστόημα του αυτό (που είναι, νομίζω, και το τελευταίο που έγραψε προτού αυτοκτονήσει) πρωταγωνιστεί η ζήλεια.
Η ζήλεια και η εκδίκησή της, δίπλα όμως στο μεγάλο έρωτα, στο μεγάλο πόθο. Το ίδιο δίπλα και στον καθημερινό συμβιβασμό, το ίδιο δίπλα και στην ανάλυση των έργων τέχνης.
Χαλαρή αφήγηση που ξαφνικά αποκτά μια τρομερή ένταση, και που αμέσως μετά θα χρησιμοποιήσει τη διακριτικότητα μιας γιαπωνέζικης στάσης ζωής.
Οι μεγάλοι συγγραφείς δε διστάζουν να αναμετρηθούν με το παρελθόν, τολμούν να γράψουν για πάθη αρχέγονα, έχουν την ικανότητα να τα φωτίσουν με νέες, μικρές μα και ουσιαστικές λεπτομέρειες.
Το κλασικό ερωτικό τρίγωνο, εδώ μετατρέπεται σε τετράγωνο, γίνεται πεντάγωνο. Και κάθε γωνία του -ο κάθε ήρωας του, δηλαδή- ισότιμα αναλύεται και με δικαιοσύνη δικάζεται.
Λογοτεχνιά υψηλών προδιαγραφών. Λογοτεχνία συναισθημάτων και αισθήσεων.