4.10.13

Μάρτυς μου ο Θεός



Μάκης Τσίτας
«Μάρτυς μου ο Θεός»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κίχλη

Έντονη και ουσιαστική η παρουσία του Μάκη Τσίτα στο καθημερινό γίγνεσθαι της ελληνικής λογοτεχνίας.
Δεν είναι μόνο η συνεπής παρουσία του στο χώρο του παιδικού βιβλίου, αλλά και η για χρόνια τώρα επαγγελματική του σχέση με το βιβλίο. Εργάστηκε σε εκδοτικούς οίκους και έχει ιδρύσει δυο ηλεκτρονικά περιοδικά για το βιβλίο.
Παράλληλα έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες, έχουν ανέβει στο θέατρο.
Το μυθιστόρημα «Μάρτυς μου ο Θεός» δεν είναι η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία των ενηλίκων. Έχει προηγηθεί , το 1996, η συλλογή διηγημάτων «Πάτυ εκ του Πετρούλα».
Πολυεπίπεδος και ανήσυχος, λοιπόν, ο Τσίτας, με το τελευταίο του αυτό βιβλίο (υπενθυμίζω πως είναι όμως το πρώτο του μυθιστόρημα) ξαφνιάζει. Τόσο με το θέμα του, όσο και με τη γραφή του. Στην ουσία αυτό που θα ξαφνιάσει τον αναγνώστη είναι ο ίδιος ο ήρωας, που σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιλά για τον εαυτό του.
Πενηντάχρονος,  πια, ο Χρυσοβαλάντης μιλά με ένα δικό του τρόπο και με ένα δικό του τρόπο άλλοτε σχολιάζει τον ίδιο του τον εαυτό κι άλλοτε την κοινωνία μέσα στην οποία προσπαθεί να ζει και την οικογένεια μέσα από την οποία δεν κατάφερε να ξεφύγει.
Αλλά ακριβώς γιατί στην ουσία αποτελεί προϊόν μιας οικογενειακής και κοινωνικής συνύπαρξης καταπιέσεων και στρεβλώσεων, η αφήγησή του από ένα σημείο και μετά παύει να είναι η αφήγηση ενός ανθρώπου και γίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας χώρας.
Μικροαστός, μόνιμα να αισθάνεται πως τον αδικούν, μόνιμα να τον καταπιέζει μια σεξουαλική πείνα, μόνιμα να ζητά διέξοδο στον αγοραίο έρωτα ενώ ονειρεύεται την ιδανική γυναίκα ως σύντροφό του.
Αεροβατεί, την ίδια ώρα που αυτομαστιγώνεται. Και αναζητά την βοήθεια πάντα ενός ανώτερου –κοινωνικά, επαγγελματικά, βιολογικά. Θα καταλήξει να βρει σκέπη κάτω από την προστασία του Θεού. Μα αυτό θα γίνει όταν πλέον θα έχει χάσει την όποια επαφή με την πραγματικότητα και θα κυκλοφορεί στα δώματα των φαντασιώσεων μιας ψυχασθένειας.
Είναι νομίζω εμφανές πως ο ήρωας του Τσίτα εκπροσωπεί τη σημερινή Ελλάδα. Πιο σωστά πάνω στο πρόσωπό του η χώρα μας απεικονίζεται. Και η πορεία των τελευταίων πενήντα χρόνων της, με τη ίδια τη ζωή του Χρυσοβαλάντη μοιάζει.
Θεωρώ πως ο Μάκης Τσίτας κατάφερε να φτιάξει έναν τύπο που μέσα από αυτόν περιγράφεται μια κοινωνία. Κάτι παρόμοιο μέχρι τώρα συνήθως άλλοι συγγραφείς το έχουν επιτύχει χρησιμοποιώντας θηλυκά πρόσωπα (Ταχτσής, Μάτεσης). Ο Μάκης Τσίτας ακολουθώντας -από μια απόσταση πάντως-  τα αχνάρια του «Λούσια» (1987) του Νίκου Χουλιαρά δίνει στην πινακοθήκη των κεντρικών χαρακτήρων της λογοτεχνίας μας ένα παθογόνο τύπο που χωρίς να μπορείς να πεις πως σε έχει κερδίσει συναισθηματικά, σίγουρα σε έχει κάνει να στρέψεις το βλέμμα προς τον πρώτο καθρέφτη που θα βρεις μπροστά σου.

2.10.13

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ και ΓΡΑΦΗΣ

Ο Συγγραφέας και Κριτικός Λογοτεχνίας

Μάνος Κοντολέων  

μας  εισάγει σε

 Οκτώ      Κύκλους    Συναντήσεων   

Δημιουργικής   Ανάγνωσης

   και   

Δημιουργικής    Γραφής

από το Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιούνιο 2014

στο   Έναστρον   Βιβλιοκαφέ,   Σόλωνος 101,   Αθήνα.

Σκοπός του κύκλου μαθημάτων θα είναι η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των συμμετεχόντων στη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων, αφ’ ενός μέσα από τη διεξοδική ανάλυση έργων καταξιωμένων συγγραφέων και αφετέρου μέσα από τη δική τους συγγραφική δημιουργία.
Αναλυτικότερα, κάθε κύκλος θα περιλαμβάνει δύο τρίωρες συναντήσεις ανά δεκαπενθήμερο, δηλαδή θα πραγματοποιείται ένας κύκλος ανά μήνα.
Στην πρώτη συνάντηση οι συμμετέχοντες θα έχουν διαβάσει συγκεκριμένα λογοτεχνικά κείμενα που θα τους ανακοινωθούν έγκαιρα (διηγήματα κυρίως ή και σύντομες νουβέλες) ενός συγγραφέα και θα συζητήσουν πάνω στις τεχνικές συγγραφής που ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει.
Στο δεκαπενθήμερο που θα μεσολαβήσει, οι συμμετέχοντες θα προσπαθήσουν μόνοι τους να γράψουν το δικό τους κείμενο δοκιμάζοντας τις τεχνικές αφήγησης του συγγραφέα του οποίου μελέτησαν το έργο. Στην επόμενη συνάντηση της ομάδας θα διαβαστούν τα κείμενα αυτά και θα συζητηθούν.
Οι Κύκλοι Δημιουργικής Ανάγνωσης και Δημιουργικής Γραφής θα βασιστούν σε έργα καταξιωμένων συγγραφέων (Ελλήνων και ξένων, συγχρόνων και παλαιότερων) και θα γίνει προσπάθεια να αναλυθούν διάφορες τεχνικές αφήγησης (ρεαλιστική, μαγικού ρεαλισμού, συμβολική, μυστηρίου, παραμυθιού κ.λπ.).
Στην ουσία πρόκειται για ένα Κύκλο Μαθημάτων όπου γίνεται συνδυασμός του τρόπου εργασίας των Λεσχών Ανάγνωσης και των Σεμιναρίων Δημιουργικής Γραφής.
Ενδεικτικά αναφέρονται συγγραφείς που το έργο τους θα είναι η βάση κάθε Κύκλου: Σωτήρης Δημητρίου, Περικλής Σφυρίδης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ρεμπέκα Μίλλερ, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.ά.

Πληροφορίες και αιτήσεις συμμετοχής στα τηλέφωνα 2103828161 και 2103828139 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση vivlio@enastron.com.gr
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Κόστος:  15 ευρώ ανά συνάντηση
Ώρες συναντήσεων:  15:30 – 18:30
Ημέρες συναντήσεων:  
9/11 & 23/11 2013,  
7/12 & 21/12 2013, 
11/1 & 25/1 2014,
8/2 & 22/2 2014,  
8/3 & 22/3 2014,  
5/4 & 12/4 2014,  
10/5 & 24/5 2014, 
7/6 & 21/6 2014

28.9.13

Συνέντευξη στο literature.gr

Το ερωτηματολόγιο του Literature


http://goo.gl/HIK13Q

* Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack.

Ένα μονό κρεβάτι – ντιβάνι με μαξιλάρια στην πλάτη και με κάλυμμα από ύφασμα με μαύρα και κόκκινα καρό έπιανε τον ένα τοίχο. Μπροστά ένα μακρύ χαμηλό τραπέζι.
Στους άλλους τρεις τοίχους από μια βιβλιοθήκη και ένα έπιπλο για το πικ απ, το μαγνητόφωνο και τους δίσκους.
Στο πάτωμα ένα μεγάλο παλιό πέρσικο χαλί-  μια μελιτζανιά μπουχάρα.
Πάνω από το ντιβάνι τέσσερις μαυρόασπρες φιγούρες καραγκίοζη –αντίγραφα με σινική που είχα μόνος μου φτιάξει από τα πρωτότυπα του Σικελιώτη.  Κάποια ακόμα αντίγραφα έργων του Τέτση. Και μια φωτογραφία της Έλλης Λαμπέτη.
Αν και ήταν ένα δωμάτιο μέσα στο διαμέρισμα των γονιών μου, εντούτοις ήταν ένας πολύ προσωπικός χώρος. Συνυπήρχαν τα βιβλία που διάβαζα, τα τραγούδια που άκουγα και το κορίτσι που αγάπησα.
Λογικό αυτά τα τρία να μου τα θυμίζει το τραγούδι Barbara, σε στίχους του J. Prevert,  στην αξεπέραστη ερμηνεία του Yves Montand
http://www.youtube.com/watch?v=AW8kS7zjpyU


* Αν παρομοιάζατε το έργο σας με ζωγραφική, ποιος ζωγράφος θα ήσασταν?

Νομίζω ο Καραβάτζο… Δεν είμαι σίγουρος αν θα ήθελα να ζούσα μια ζωή σαν τη δική αλλά σίγουρα θα ήθελα να ήμουνα κάποιος που θα τον διάλεγε ως μοντέλο του.



* Με ποιον λογοτεχνικό ήρωα θα θέλατε να έχετε ερωτική σχέση;

Μα με μία και μόνη –την Μπλανς Ντυμπουά από το «Λεωφορείο ο Πόθος». Ίσως γιατί όπως εκείνη, έτσι και… «Εγώ δε θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία…»


* Ποια η ιδανική θερμοκρασία περιβάλλοντος (υπό σκιά η μέτρηση) για να διαβάζετε ή να γράφετε;

Συνηθίζω να λέω πως αν για κάποιο λόγο θα ήθελα να ήμουνα πολύ, μα πολύ πλούσιος, είναι για να κυνηγώ τον χειμώνα. Το καλοκαίρι το αντιπαθώ… Απρεπής εποχή!... Όλα τα φανερώνει, δεν κρύβει τίποτε.


* Υπάρχει κάτι ή κάποιος λόγος που θα σας έκανε να σταματήσετε το γράψιμο;

Πολλά θα μπορούσα να αναφέρω… Η μεγάλη φτώχεια, η μεγάλη δόξα, η σοβαρή αρρώστια, ο απροσδόκητος μεγάλος έρωτας, η τεράστια περιουσία, μια αναπηρία… Εύχομαι τα περισσότερα από αυτά να μη μου συμβούνε… Αλλά ξέρω πως υπάρχει κάτι που θα με κάνει κάποια στιγμή να σταματήσω –έτσι κι αλλιώς- να γράφω. Ο θάνατος.

* Έχετε κλάψει ποτέ για ένα στίχο ή για μια φράση που διαβάσατε;
Πολλές φορές και για πολλές φράσεις ή στίχους… Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι οι στίχοι από ποίημα της Λιλής Ιακωβίδου –Ο ζωντανός ο χωρισμός , το λέει και το τραγούδι, παρηγοριά δεν έχει… Παρηγοριά έχει ο θάνατος και λησμοσύνη ο χάρος…

* Ποια θα ήταν η πιο ακραία πράξη θυσίας που θα κάνατε για έναν άνθρωπο που αγαπάτε πολύ;
Να τον κάνω ήρωα σε ένα μου μυθιστόρημα… Έτσι θα έχανα τη δικιά μου την προσωπικότητα και θα δεχόμουνα εγώ να γίνω εκείνος. Μοίρα του συγγραφέα είναι να ζει μέσα από τα πρόσωπα που ο ίδιος έπλασε, άρα και πολύ αγαπά.

* Αν ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα δύο μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, ποιο είναι για σας το τρίτο κατά σειρά;
Νομίζω ο ίδιος μας ο εαυτός. Και μάλιστα θεωρώ πως αυτό είναι και το πρώτο θέμα. Γιατί τα άλλα δύο –έρωτα και θάνατο- πάντα μέσα από τον εαυτό μας τα βιώνουμε ή τα φοβόμαστε.


* Ποιο είναι το πιο υπερτιμημένο βιβλίο όλων των εποχών;

Δεν πρωτοτυπώ αν πω τον «Οδυσσέα» του Τζόυς


* Γιατί δε λέμε πάντα την αλήθεια;

Μα για δυο λόγους. Ή γιατί πιστεύουμε πως δεν θα αντέξει να την ακούσει ο άλλος ή γιατί φοβόμαστε πως δεν θα αντέξουμε να την ακούσουμε εμείς οι ίδιοι.




1.9.13

Περί διδακτισμού και πωλήσεων – μια ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Ισίδωρο Ζουργό και σ’ εμένα


Με τον Ισίδωρο Ζουργό μας συνδέει μια αληθινή φιλία. Εκτιμώ το έργο του και μάλιστα θα έλεγα πως είμαι από  τους πρώτους που στάθηκαν δίπλα του και υποστήριξαν τα πρώτα του βήματα.
Μου αρέσει όχι μόνο να διαβάζω τα βιβλία του, αλλά και να συζητώ μαζί του. Ο Ισίδωρος θέλει τα συγγραφικά του οράματα να τα βλέπει να υπάρχουν και μέσα στην καθημερινότητά του. Κάτι αντίστοιχο μου αρέσει και μένα. Λογικό είναι, λοιπόν, να έχουμε μια σχέση όχι μόνο στενή, μα και ουσιαστική.
Οι σκέψεις που ακολουθούν και οι οποίες θα διατυπώσουν κάποιες διαφωνίες μου σε δυο σημεία που σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ζουργός κατέθεσε, θα ήθελα να διαβαστούν ως μια αφορμή ανταλλαγής απόψεων σε ζητήματα της λογοτεχνίας ανάμεσα σε δυο συγγραφείς που αν και θαυμάζει ο ένας τον άλλον, συχνά χρησιμοποιούν διαφορετικές παραμέτρους στην αξιολόγηση των λογοτεχνικών έργων, αλλά και στη συγγραφή των δικών τους.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση, λοιπόν, http://www.protagon.gr , οι συνεργάτες αυτού του διαδικτυακού περιοδικού  Κώστας Δρουγαλάς και Διονύσης Ζαρώτης, ζήτησαν από τον Ισίδωρο Ζουργό να απαντήσει, μεταξύ άλλων  και στην παρακάτω ερώτηση:

Το μυθιστόρημα και πόσο μάλλον το παιδικό βιβλίο θέτουν πρότυπα; Μπορεί να επηρεάσουν τη στάση και τη συμπεριφορά ενός νέου ανθρώπου; Και αν ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει ένα νέο, πώς φαντάζεστε αυτή την επίδραση;

Ο Ζουργός έδωσε την εξής απάντηση:

Αν μιλάμε με όρους παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, υπάρχει αναπόφευκτα μια παιδευτική και διδακτική διάσταση, είναι κάτι το οποίο το συμμερίζομαι και ως δάσκαλος. Ούτως ή άλλως υπάρχει μίμηση προτύπων, διότι υπάρχουν πάρα πολλοί σημαντικοί χάρτινοι ήρωες που επηρεάζουν τα παιδιά. Αν πάμε όμως στη λογοτεχνία των ενηλίκων, όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί της ηλικίας, νομίζω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις. Η περίπτωση της παιδικής λογοτεχνίας είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα ενηλίκων, τα πρότυπα μπορεί να υπάρχουν, γιατί όχι; Ο διδακτισμός όχι. Ο διδακτισμός και η τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί.
Θα συμφωνήσω μαζί του πως διδακτισμός και τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί. Μόνο που εγώ σε αυτό το ‘ποτέ’ δεν βάζω όρια ανάμεσα στα είδη της λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και σε αυτήν για ενήλικες αναγνώστες.
Μια ιστορία για παιδιά που θέλει να διδάξει δεν είναι λογοτεχνία. Η λογοτεχνικές ιστορίες μπορεί να ενημερώνουν, μα κυρίως ευαισθητοποιούν. Προσπαθούν να κατανοήσουν τις πράξεις των ανθρώπων και να τις ερμηνεύσουν. Και αυτήν την κατανόηση και την ερμηνεία την μεταδίδουν στον αναγνώστη τους.
Την ηλικιακή ταυτότητα των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνονται  δεν πρέπει να τη δίνουν τα ίδια τα κείμενα, αλλά οι αναγνώστες τους.
Οι αναγνώστες διαχωρίζονται με βάση τα ενδιαφέροντά τους, τις γνώσεις τους, τις ψυχολογικές και συναισθηματικές ανάγκες τους, τις εμπειρίες τους, την κοινωνική τους τάξη.
Αυτή η θέση, στην χώρα μας εμφανίστηκε αμέσως μετά την δικτατορία (ίσως και με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και λίγο πιο πριν) και μέσα στη δεκαετία του ’80 εδραιώθηκε. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν και με το ήθος τους καθόρισαν την λογοτεχνία για παιδιά και νέους, συγγραφείς όπως η Ζέη, η Σαρή, η Λοίζου, ο Καλιότσος, η Πέτροβιτς, η Μάρα, η Φίλντιση, ο Ι. Δ. Ιωαννίδης, η Γκέρτσου – Σαρρή και κάμποσοι ακόμα άλλοι.
Μα σήμερα υπάρχει –το αναγνωρίζω- μια τάση να γράφονται και να εκδίδονται ‘λογοτεχνικά’ έργα για παιδιά με έντονη διάθεση διδακτισμού. Αυτό γίνεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της έκπτωσης των αξιών και της προώθησης κάθε τι που μπορεί να αποφέρει άμεσο κέρδος.
Είναι κρίμα να βλέπει κανείς αυτήν την οπισθοδρόμηση στο χώρο του παιδικού – νεανικού βιβλίου και ασφαλώς όσοι αγαπάμε την λογοτεχνία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η εξοικείωση με αυτήν ξεκινά από τα πρώτα μας χρόνια  με τα πρώτα μας αναγνώσματα.   
Αλλά δίπλα σε αυτά τα βιβλία κυκλοφορούν ακόμα κάποια άλλα που δεν αναζητούν τρόπους να διδάξουν το νεαρό αναγνώστη, αλλά να τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι εσωτερικών εξερευνήσεων και ανακαλύψεων του κόσμου των άλλων. Και σε τέτοια ταξίδια κανένας διδακτισμός δεν μπορεί να υπάρξει.
Έτσι, λοιπόν, –για να επανέλθω στη σκέψη του Ισίδωρου- πιστεύω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις όχι μόνο σε ένα είδος της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Και η πορεία που ένα παιδί ακολουθεί για να επιλέξει το ποιος λογοτεχνικός ήρωας μπορεί να γίνει το πρότυπο, ακολουθεί τον ίδιο δαιδαλώδη διάδρομο που διασχίζει ο κάθε ενήλικος για να ανακαλύψει τη λογοτεχνική περσόνα που θα θαυμάσει και ίσως ταυτιστεί μαζί της.
Τα παιδιά δεν είναι ένα ξεχωριστό βιολογικό είδος, μα άνθρωποι σε μια  φάση της ζωής τους. Πονούν, φοβούνται, αγαπούν, ονειρεύονται, ελπίζουν, θυμώνουν όπως ακριβώς και κάθε άλλο άτομο είτε είναι 10 χρονών ή 20, 40, 60 ή 80. Αν σε κάτι διαφέρει ο τρόπος που βιώνουν και εκφράζουν όλα αυτά τα συναισθήματα, είναι πως δεν τα έχουν πολλές φορές γνωρίσει. Μα έτσι κι αλλιώς και ο εξηντάχρονος περισσότερες φορές έχει φοβηθεί, αγαπήσει κλπ από τον τριαντάχρονο.  Η ποσοτική διαφορά όσο σημαντική κι αν είναι δεν γίνεται σημαντικότερη της ποιοτικής  ομοιότητας.
Γι αυτό και ας θυμόμαστε πως εν τέλει από τη μια πλευρά είναι τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Δεν είναι τα κείμενα που επιλέγουν τους αναγνώστες τους, αλλά αυτοί εκείνα που θα θελήσουν να διαβάσουν.
                                *****
Στην ίδια συνέντευξη ο Ισίδωρος δέχτηκε και μια άλλη ερώτηση:

Θεωρείτε προσβλητική την ευχή «καλές πωλήσεις», όταν γίνεται λόγος για τα βιβλία σας;

Και εκείνος έδωσε την παρακάτω απάντηση:

Εάν καθίσεις και το εξετάσεις προσεκτικά, ενέχει κάτι το προσβλητικό. Από κει και πέρα αυτά τα λόγια δεν είναι μόνα τους, εκστομίζονται από συγκεκριμένους ανθρώπους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν λέγεται αυτό, οι άνθρωποι έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Ας μη μένουμε στη σύνταξη και στο περιεχόμενο δύο λέξεων και ας τα συνδυάσουμε κάθε φορά με τον άνθρωπο που μας το εύχεται. Μπορεί όταν το λέει κάποιος, από πίσω να υποκρύπτεται μια επιθετικότητα και μια ειρωνεία. Αλλά υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις, οι περισσότερες, στις οποίες ο άλλος σου εύχεται κάτι από την καρδιά του, οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς;
Ξέρω –το δήλωσα και πιο πριν- πολύ καλά τον Ισίδωρο Ζουργό. Και έτσι νομίζω πως δεν κάνω λάθος που θεωρώ πως η έμφυτη σεμνότητά του δεν τον άφησε να πει με πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως η ευχή Καλές Πωλήσεις! είναι ευπρόσδεχτη από τον κάθε συγγραφέα.
Γιατί –εγώ τολμώ να το πω- γιατί να μην θέλει ένας συγγραφέας να δει το βιβλίο του να πουλά πολλά αντίτυπα;  Ίσως η λέξη πούλησε να έχει το βάρος μια φτήνιας, μια διάσταση αγοραίας αντιμετώπισης. Αλλά αν ξεπεράσουμε αυτόν το αστικό καθωσπρεπισμό μας, εύκολα θα δούμε πως μόνο χαρά φέρνει στον κάθε δημιουργό ο μεγάλος αριθμός αντιτύπων που το βιβλίο του πούλησε.
Κάτι τέτοιο, πρώτα απ΄ όλα, σημαίνει πως πολλοί αναγνώστες είναι αυτοί που το αγάπησαν. Και ποιος δε θέλει να αγαπάνε πολλοί αυτό  που για έξι μήνες ή ένα χρόνο ή και περισσότερο μόχθησε για να το φτιάξει;
Σημαίνει ακόμα πως οι ώρες που μόχθησε πέρα από την προσωπική του ικανοποίηση  τώρα του χαρίζουν και μια οικονομική κάλυψη.
Γιατί είναι ντροπή να πάρεις χρήματα από κάτι που με αγάπη και ευθύνη δημιούργησες;. Ντροπή θα ήταν αν αυτό που έφτιαξες ενώ το έκανες με μόνο σκοπό το οικονομικό όφελος, φροντίζεις να το παρουσιάζεις ως έργο που σε εκφράζει ως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Κι έπειτα όταν ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο φτάσει να επανεκδίδεται ξανά και ξανά, αυτό σημαίνει πέραν των άλλων πως και ο εκδότης που το πίστεψε και χρηματοδότησε την έκδοσή του έχει κι αυτός κερδίσει. Και επειδή κάθε εκδοτικός οίκος είναι και μια εμπορική επιχείρηση, λογικό είναι να θέλει να βλέπει τα προϊόντα του να είναι κερδοφόρα. Κι έτσι μάλιστα στο μέλλον θα προχωρήσει και στην έκδοση κι άλλων παρόμοιας ποιότητας έργων… Με άλλα λόγια, τα καλά λογοτεχνικά βιβλία θα συνεχίζουν όχι μόνο να γράφονται, αλλά και να εκδίδονται, πράγμα που σημαίνει πως θα φτάνουν στα χέρια των αναγνωστών που θέλουν την καλή λογοτεχνία να βρίσκουν στα βιβλιοπωλεία.
Και αν κάποιοι ισχυριστούν πως δεν είναι πρέπον ο συγγραφέας να έχει ως στόχο του να κερδίζει από τα βιβλία του, θα ήθελα να τους υπενθυμίσω δυο πράγματα:
Α. Αν ένας συγγραφέας μπορεί να ζει από τα βιβλία του χωρίς να κάνει παραχωρήσεις σε μια εμπορική υλοποίησή τους, τότε με μεγαλύτερη άνεση θα μπορέσει να αφιερώνει όλο το χρόνο του στο να γράφει καλά έργα καθώς δεν θα είναι υποχρεωμένος να ξοδεύει σημαντικό μέρος της ζωής του σε μια αλλοτριωμένη βιοποριστική εργασία
Β. Πολλοί μεγάλοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα ζούσαν, του 20ου  και του 21ου  ζούνε (πλούσια ή φτωχά) από τα βιβλία τους. Θυμίζω πρόχειρα τον Ντοστογιέφσκι, τον Ντίκενς, τον Μπαλζάκ, τον Τσβάιχ, μα και τον Ροθ και τον Ρουσντί, τον Νταλ και την Ρόουλινγκ.
Έτσι λοιπόν, συμφωνώ με την τελευταία φράση του Ισίδωρου - οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς; Και σε αυτήν μένω.
                                  ***
Μας αρέσει στον Ισίδωρο και σε μένα να μιλάμε. Μα μένουμε σε διαφορετικές πόλεις. Και ο Ζουργός δεν είναι και μεγάλος λάτρης των τηλεφωνικών συζητήσεων, όπως ας πούμε ο άλλος φίλος μας ο Θανάσης Τριαρίδης.
Τα πιο πάνω που έγραψα θα προτιμούσα ίσως να τα κουβέντιαζα μαζί του, πίνοντας εκείνος την μπύρα του κι εγώ το τσίπουρό μου, σε κάποια από τα σαλονικιότικα στέκια που τόσο καλά εκείνος γνωρίζει. Μα μιας και κάτι τέτοιο δεν γινότανε, σκέφτηκα να μεταφέρω αυτές τις ανταλλαγές απόψεών σε ένα άλλο στέκι –πιο σύγχρονο, ίσως, μα και περισσότερο ψυχρό. Στο blog μου.
Σημεία των καιρών. Που όμως τελικά δεν αλλάζουν την ουσία αυτού που και οι δυο μας πιστεύουμε –η λογοτεχνία είναι ένα τρόπος ζωής.

Όλη η συνέντευξη του Ισίδωρου Ζουργού : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=27230

15.7.13

Η γεύση της ερήμου


Ιφιγένεια Θεοδώρου
"Η γεύση της ερήμου"
Εκδόσεις Πατάκη

Η Ιφιγένεια Θεοδώρου είναι πεζογράφος.  Τούτο το μυθιστόρημα είναι το τέταρτο έργο της. Και το τρίτο της μυθιστόρημα. Η πρώτη της εμφάνιση είχε γίνει το 1997 με μια συλλογή διηγημάτων.
Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, λοιπόν, τέσσερα βιβλία.
Για τα συγγραφικά δεδομένα της εποχής μας, μάλλον λίγα. Αλλά δεν είμαι από αυτός που συνδέουν ποιότητα και ποσότητα. Έχω διαβάσει συγγραφείς που τους θεώρησα πολύ καλούς κι όμως είχαν γράψει και πολλά έργα, όπως επίσης και άλλους που επίσης μου κέρδισαν την εμπιστοσύνη με τα λίγα βιβλία τους.
Το συγγραφικό ήθος σε κάθε περίπτωση έχει μια πολύ προσωπική πορεία.
Αλλά στη περίπτωση της Ιφιγένειας Θεοδώρου μάλλον και δε μπορούσε να γινότανε διαφορετικά.
Η ίδια πολύ συχνά δηλώνει πως τα μέρη που πάει να ζήσει δεν τα επιλέγει η ίδια, μα προέρχονται από τις εργασιακές συνθήκες του συντρόφου της. Αλλά αν δεν έχεις με τα δικά σου μέτρα και σταθμά επιλέξει το που θα ζήσεις, τότε υπάρχει ο κίνδυνος ο τόπος που αναγκάστηκες να ζεις να σου γίνει στη χειρότερη περίπτωση θηλιά, στην καλύτερη να σε κάνει να περνάς με τρόπο ουδέτερο τις μέρες σου.
Μα αν είσαι άνθρωπος που θες να εκφραστείς με τη συγγραφή, αν η λογοτεχνία είναι ο δικός σου δρόμος για να κατανοήσεις τους άλλους και να ζητήσεις από εκείνους εσένα να προσέξουν, τότε μήτε τη θηλιά μπορείς να αποδεχτείς μήτε την πλήξη.
Και έτσι –να ο δρόμος που ακολούθησε η Ιφιγένεια Θεοδώρου- αποφασίζεις να χωθείς όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα στον τόπο που βρέθηκε σαν ζεις, να τον κατανοήσεις και να τον μετατρέψεις παράλληλα σε σκηνικό όπου τα δικά σου όνειρα και συγγραφικά οράματα θα σαρκώνονται.
Δεν έχω διαβάσει τα προηγούμενα έργα της συγγραφέα για την οποία σήμερα ομιλώ. Το μυθιστόρημα «Η γεύση της ερήμου» ήταν η πρώτη μου γνωριμία μαζί της.
Και δε σας κρύβω πως πήγα στο αναγνωστικό μου ραντεβού με πολλές προσδοκίες –ένα από τα προηγούμενα έργα της είχε ιδιαιτέρως επαινεθεί από την κριτική και ήταν υποψήφιο για σοβαρό λογοτεχνικό βραβείο.
Ξεκίνησα, λοιπόν, την ανάγνωση με απαιτήσεις.
Πριν ανοίξει ακόμα τα μάτια, έρχεται στ΄ αυτιά της το ξένο άκουσμα. Μακρόσυρτη, βραχνή, όλο παράπονο η φωνή του μουεζίνη χαϊδεύεται πάνω στο μισάνοιχτο τζάμι, παραμερίζει την κουρτίνα και στρώνεται στα σεντόνια της. Ξύπνημα και νανούρισμα μαζί. Την τραβάει από τον πρωινό ύπνο και την ίδια στιγμή τη σπρώχνει να ξαναβρεί τον μίτο του ονείρου της.
Οι πρώτες αράδες αμέσως σε κερδίζουν. Και αμέσως σε φέρνουν μέσα στο κλίμα που θα κυριαρχήσει και στις 477 σελίδες. Ηδυπάθεια, ερωτισμός, όνειρο και εφιάλτες. Με μια λέξη –Ανατολή.
Λοιπόν, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από τον πρωταγωνιστή… Την πρωταγωνίστρια πιο σωστά. Την Συρία. Μάλιστα αυτή η χώρα πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο. Η Συρία των πόλεων και της ερήμου. Η Συρία του παρόντος και του παρελθόντος. Η Συρία η τόσο κοντινή μας κι όμως και τόσο μακρινή μας. Η Συρία των παθών και των πόθων.
Η Συρία, λοιπόν είναι ο τόπος που η Ιφιγένεια Θεοδώρου βρέθηκε να ζει για μερικά χρόνια και με πάθος ζωής αποφάσισε να την αγαπήσει και να την γνωρίσει.
Μα η Θεοδώρου είναι πεζογράφος. Δεν θέλησε να γράψει ένα ταξιδιωτικό και μόνο χρονικό (που εν τέλει και αυτό έγραψε). Θέλησε να γράψει μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως αναζήτησε πρόσωπα για να ζήσουν όσα εκείνη είχε παρατηρήσει. Πρόσωπα που δεν ξέρω πόσο κάποια από αυτά στηρίχτηκαν σε υπαρκτούς ανθρώπους, αλλά ως αναγνώστης πολλές φορές αναρωτήθηκα αν έτυχε μερικά από αυτά να συναντήσω στις παράλληλες πορείες σε αθηναϊκά στέκια των προηγούμενων χρόνων.
Μα πέρα από τα αθηναϊκά στέκια που ήδη γνώριζα λίγο ή πολύ, επίσης έμαθα –σχεδόν έζησα- γωνιές της Δαμασκού και της Παλμύρας, νύχτες στην έρημο και συναντήσεις σε παραδοσιακά καφενεία των τόπων εκείνων.
Μαζί με τα στέκια και τα ξενοδοχεία, μαζί με τους δρόμους των πόλεων και τις οάσεις των ερήμων, γνώρισα –όπως και ο κάθε αναγνώστης θα γνωρίσει- τις ζωές ανθρώπων που έρχονται άλλοι από τη Συρία και άλλοι από την Ελλάδα.  Άνθρωποι τριών στην ουσία γενιών που καθώς η καθημερινότητά του ενός περνά από την καθημερινότητα των άλλων, καθώς οι σχέσεις τους άλλοτε ισχυροποιούνται έως πάθους και άλλοτε εξασθενούν ως μαραμένα άνθη, αφήνουν να φανεί το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στις ζωές των ανθρώπων το τυχαίο και εν τέλει το πόσο συχνά αυτό που σήμερα κάποιος πράττει και αισθάνεται είναι παρόμοιο με ότι έπραξε και αισθάνθηκε άτομο που έζησε πριν από 150 τόσα χρόνια.
Γιατί η Θεοδώρου πέρα από τους δικούς της ήρωες, πέρα δηλαδή από τα μυθιστορηματικά της πρόσωπα, χώνει μέσα στις σελίδες του βιβλίου της και ένα ακόμα –αληθινό αυτό πρόσωπο. Μια ιδιότυπη γυναίκα του 19ου αιώνα που από τα αρχοντικά της Αγγλίας βρέθηκε να ζει σε σκηνές βεδουίνων.  Η δική της ζωή πυροδοτεί τις ζωές των ανθρώπων της εποχής μας, ίσως γιατί πάντα υπάρχουν πρόσωπα που αναζητούν την ατομική τους ελευθερία ή και ακόμα πιο σημαντικό της ελεύθερη παρουσία τους δίπλα στη ζωή κάποιου άλλου.  
Ένα οδοιπορικό στα σταυροδρόμια της Μέσης Ανατολής, στην απεραντοσύνη της στέπας και στα δαιδαλώδη σοκάκια του πιο κρυφού εαυτού μας, εκεί που οι συμπτώσεις καιροφυλακτούν, η πραγματικότητα συναντάει το παραμύθι και το απρόβλεπτο δεν θέλει πολύ για να γκρεμίσει τον βράχο της ρουτίνας μας.
Με αυτά τα λόγια κλείνει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και ομολογώ πως δεν έχω περισσότερα εγώ να προσθέσω για τον πυρήνα του θέματός του.
Απλώς να τονίσω το πόσο ζωντανά περιγράφονται όχι μόνο οι τόποι αλλά και οι άνθρωποι. Να σημειώσω την πλούσια γλώσσα (τα μικρά αποσπάσματα που διάβασα το μαρτυρούν αυτό) και ακόμα πως θα τοποθετούσα τη «Γεύση της ερήμου» στο είδος του κοσμοπολίτικου μυθιστορήματος, ενός είδους που τον τελευταίο καιρό έχει επανέλθει με δύναμη στην ελληνική λογοτεχνία. Είναι μυθιστορήματα που ταξιδεύουν τον αναγνώστη στο χώρο και στον χρόνο με όχημα μεγάλους έρωτες και δυνατά πάθη (αυτά τα τελευταία όχι μόνο διαπροσωπικά, μα και πολιτικά, ιστορικά, οικονομικά κλπ). Κυρίως το υπηρετούν άνδρες συγγραφείς. Μα εδώ μια γυναίκα καταθέτει την δική της εκδοχή και όπως είναι αναμενόμενο αυτή η εκδοχή είναι περισσότερο ευαίσθητη, ίσως πλέον εσωτερική και σίγουρα πιο θηλυκή.

Και μια φράση πλέον προσωπική. Θαύμασα έως ζήλειας την ικανότητα της Ιφιγένειας Θεοδώρου να γράφει για ένα τόπο που ελάχιστα γνώριζε προτού με τα πάθη του καταπιαστεί, να γράφει λέω με τόσο μεγάλη γνώση της ιστορίας του, κι όμως να δείχνει πως ότι έγραψε υπήρξε βιωμένη εμπειρία ζωής.

(Κείμενο παρουσίασης στην ΔΕΘ, Μάιος 2013)

6.7.13

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη



Τέσυ Μπάιλα
«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη»

Μυθιστόρημα 
Εκδόσεις Ψυχογιός

Υπάρχουν μυθιστορήματα που εστιάζουν την προσοχή τους πάνω  στη ζωή και τα πάθη, τις σκέψεις και τα όνειρα ενός, δύο, έστω τριών προσώπων. Στα έργα αυτά, οι συγγραφείς τους ακολουθούν λεπτομερώς τις απαιτήσεις των ηρώων τους και αφήνουν σε εκείνους την ευθύνη να μιλήσουν με τη δικιά τους φωνή και να πούνε τις όποιες δικές τους απόψεις.
Υπάρχουν όμως –πιο σωστά, θα έπρεπε μα γράψω πως από πάντα υπήρχαν- μυθιστορήματα που γύρω από το ένα ή τα δυο κεντρικά πρόσωπα, κυκλοφορούν και άλλοι χαρακτήρες που εισέρχονται άξαφνα στη ζωή των πρωταγωνιστών, κάποια στιγμή αποχωρούν, μα μπορεί και συνεχώς δίπλα τους να παραμένουν. Οι δικές τους ζωές παρουσιάζονται συμπληρωματικά μα και παραπληρωματικά  σε σχέση μα τις ζωές των κεντρικών προσώπων. Όπως και να είναι, σε αυτά τα μυθιστορήματα είναι ο συγγραφέας – αφηγητής που ελέγχει συνεχώς τη ροή της αφήγησης, ελέγχει διαρκώς το τι θα πράξουν οι ήρωες (πρωταγωνιστές και μη)  και αυτός είναι που αποφασίζει αν και πότε θα εξηγήσει το γιατί έγινε ότι έγινε, αποφασίστηκε μια πράξη και δεν εκτελέστηκε μια άλλη.
Έγραψα πιο πάνω πως πάντα τέτοια μυθιστορήματα υπήρχαν (όπως και υπάρχουν) υπονοώντας πως τέτοιας μορφής είναι τα κλασικά έργα – να θυμηθούμε, για παράδειγμα, τους Ουγκώ και Μπαλζάκ και Ντοστογιέφσκι, μα και όλους εκείνους, τους ξεχασμένους πια, "παραμυθάδες" των αστικών κοινωνιών της Δύσης. 
Το μυθιστόρημα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» της Τέσυς Μπάιλα σε αυτήν την κατηγορία μυθιστορηματικής στάσης ανήκει. Είναι το τρίτο της έργο, μα το πρώτο και το μόνο που εγώ διάβασα. Κα με βάση αυτό και μόνο γνώρισα μια νέα συγγραφέα που διαθέτει τη συγγραφική εκείνη τόλμη να σκορπά (το ρήμα το χρησιμοποιώ με την έννοια τους άδολου  και ανυστερόβουλου δοσίματος) πρόσωπα και γεγονότα -που το καθένα από αυτά θα μπορούσε πάνω στις πλάτες του να πάρει ένα ολόκληρο λογοτεχνικό έργο- μέσα σε λίγες σελίδες, για να γίνουν όλοι και όλα τους όχι τόσο ακόλουθοι των δυο κεντρικών προσώπων, όσο στο να περιγράψουν εποχές και περιοχές.
Στην προπολεμική Κρήτη θα γνωρίσουμε την Κατίνα και μαζί της θα περιηγηθούμε σε μια εποχή και σε μια περιοχή όπου η γυναίκα ήταν κτήμα του αρσενικού και θύμα μιας ενδοοικογενειακής βίας. Και μαζί της, πάντα, θα φτάσουμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, στη Δραπετσώνα πια και καθώς δίπλα στην Κατίνα θα σταθεί ο σύντροφός της ο Θέμελης, θα συνειδητοποιήσουμε  πως η ύπαρξη της βίας δεν είναι μόνο έργο του βιαστή, μα και αυτού που δέχεται να βιάζεται.
Δίπλα σε αυτό τα δίδυμο Κατίνας – Θέμελη, κυκλοφορούν πολλοί χαρακτήρες που άλλοι από αυτούς μας κρατάνε μέσα στο εσωτερικό των σπιτιών της Κρήτης, άλλοι μέσα στους προσφυγικούς μαχαλάδες, άλλοι μας τραβάνε μέχρι τη ναζιστική Γερμανία, άλλοι μας πιάνουν από το χέρι και μας φιλοξενούν σε αυλές όπου τα βασιλικά και τα άλλα μυριστικά δίνουν τη δικιά τους άποψη για το πώς στήνεται η ζωή, πως στήνονται οι ζωές των απλών ανθρώπων.
Πολυσέλιδο μυθιστόρημα, όπου η συγγραφέας του είναι συνεχώς παρούσα και με διακριτικότητα καταγράφει αυτά που ενεργοποίησαν τις εμπνεύσεις της. Κατανοεί τους ήρωές της ακόμα  κι όταν διαφωνεί μαζί τους. Μένει κοντά τους ακόμα κι όταν θα έπρεπε –ίσως- να τους αφήσει μόνοι τους να ανασάνουν. Τους προστατεύει, με άλλα λόγια. Μα δεν τους πνίγει. Η Κατίνα, ο Θέμελης, η  Αντωνία, η Κωνσταντάκαινα, ο Κωνσταντής, η Ρόζα, η Μαρίτσα ζούνε έτσι όπως ζήσανε και ζούνε όλοι οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Υφίστανται  την Ιστορία και βιώνουνε τις ιστορίες τους.
Μυθιστόρημα κοινωνικό, ιστορικό, ερωτικό. Αναντίρρητα χορταστικό.

Δημοσιεύτηκε και στο: 
http://www.culturenow.gr/22223/book-review-to-mystiko-htan-h-zaxarh-tesy-mpaila


     

1.7.13

Μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύτηκε

Η συνεργάτης του περιοδικού 'Ραδιοτηλεόραση", κα Τίνα Πανώριου, μου είχε ζητήσει να δημοσιεύσει μια συνέντευξή μου στο περιοδικό με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του μυθιστορήματος μου "Μέλι κόλλησε στα χείλη".
Δέχτηκα με χαρά και απάντησα στις ερωτήσεις που μου είχε στείλει.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν στάθηκαν η αφορμή η συνέντευξη αυτή ποτέ να μη δημοσιευθεί.
Την αναρτώ, τώρα, στον προσωπικό μου ιστότοπο και εύχομαι (χωρίς, όμως, και να το ελπίζω) σύντομα να λειτουργήσουν και πάλι όλα τα Τμήματα της Κρατικής Τηλεόρασης και του Κρατικού Ραδιοφώνου.
Μας λείπουν.



«Όταν φοβάμαι τότε γράφω για ενήλικες »γράφετε κάπου στο τέλος του βιβλίου σας
Και σε τούτο  το Μέλι σας νομίζω όμως ότι  εκτός από φόβο βγάζετε   και πολύ θυμό; Γιατί ;
Μα είναι, νομίζω, πολύ φυσικό. Αυτός που φοβάται, εκφράζεται και με θυμό.

Η ιστορία σας ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1998 και τελειώνει στο καλοκαίρι του 2006 Δεν επιλέξατε τυχαία αυτή την περίοδο;
Καθόλου τυχαία. Η περίοδος αυτή είναι εκείνη που η Ελλάδα έζησε την ψευδαίσθηση  μιας ποικιλόμορφης άνθησης και –κυρίως- θήτευσε στις αρχές μιας ανοργάνωτης κατανάλωσης. Πιστεύω πως τα σημερινά αδιέξοδά μας, σ΄ εκείνα τα χρόνια θεμελιώθηκαν.

Η Μέλω αυτό το ατίθασο κινηματογραφικό κορίτσι που ο κόσμος όλος δεν το χωρά ,αυτό που δεν μπορεί να ξεπεράσει  τελικά μήπως δεν είναι η μικρή ασφυκτική κοινωνία αλλά ο ίδιος  ο εαυτός της;
Αν θελήσουμε να ξεφύγουμε από τη μυθιστορηματική πλοκή και να δούμε τι μπορεί να συμβολίζει το κάθε πρόσωπο του έργου και κυρίως η ηρωίδα του, τότε νομίζω πως είναι καθαρό το ότι η Μέλω εκφράζει το άτομο που αναζητά λάθος πράγματα σε λάθος τόπο και με λάθος τρόπο.

Οι δυο  άντρες γύρω της όμως είναι  λίγοι. Κι ό πρώτος έρωτας ο Αργύρης με τους κλειστούς ορίζοντες και ο Ελληνάρας σύζυγος .Τόσο υπαρκτά πρόσωπα όμως γύρω μας Σαν να τους βλέπεις δίπλα σου .
Χαίρομαι που διαπιστώνετε κάτι τέτοιο. Θέλω πάντα να χαρίζω ζωντάνια στους ήρωες των έργων μου. Να είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα, διπλανά μας. Χαρακτηρίζετε τους δυο αυτούς άντρες ως λίγους. Φαντάζομαι πως εννοείτε ότι δεν ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να βοηθήσουν καίρια την ηρωίδα μου. Ναι, έτσι είναι. Όμως ας στραφούμε και προς αυτήν και ας την ρωτήσουμε γιατί με τόση απρονοησία τους επέλεξε; Η Μέλω δεν υπήρξε μόνο θύμα των άλλων, μα και του ίδιου της του εαυτού… Όπως πολλοί από εμάς.

Όσο για τον Λαέρτη Αν κι αυτός δεν είχε ακολουθήσει τη μοίρα της φυλής του και αυτόν δεν θα εγκατέλειπε η Μέλω;
Μπορεί… Ο Λαέρτης είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί την ομορφιά, την προσφέρει στους άλλους, αλλά κρατά για τον εαυτό του την ίδια του την ψυχή. Λάθος επιλογή της Μέλως κι αυτός; Δεν ξέρω… Και για μένα η σχέση Μέλω – Λαέρτη παραμένει μια σχέση που δεν ξέρω αν θα μπορούσε κάπου να οδηγούσε. Με άλλα λόγια, μέσα από αυτήν τη σχέση θέλω να καταθέσω μια ερώτηση –πόσο τελικά ισχυρή είναι η Τέχνη απέναντι στην ίδια τη Ζωή;

Λίγο πολύ συμπαθείς -αντιπαθείς οι χαρακτήρες σας είναι θύτες και θύματα μαζί Μόνο η μάνα του Σήφη είναι φτιαγμένη από κακή στόφα.
Είναι η κλασική συντηρητική μάνα των αρσενικών. Θύμα όσο και θύτης κι αυτή. Ο καταπιεσμένος που αντί να δημιουργεί τον επαναστάτη, φτιάχνει τον νέο καταπιεστή.
Η μάνα του Σήφη από τη μια και η μάνα της Μέλως από την άλλη. Κι οι δυο γυναίκες κι οι δυο μάνες. Το ότι η μια γέννησε αγόρι και η άλλη κορίτσι, δεν άλλαξε τη μοίρα τους ως γυναίκες.  Άλλαξαν μόνο οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τους.


Σε ποιο σημείο του γραψίματος σας αποφασίσατε ότι η μελένια αυτή ιστορία θα μετατρεπόταν σε «θρίλερ»;
Από την αρχή. Προτού ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, φτιάχνω το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθώ. Αλλαγές κάνω, αλλά δεν ξεφεύγω από τον αρχικό σχεδιασμό και στόχο μου. Μια ιστορία αθωότητας που μετατρέπεται σε ιστορία ενοχών. Αυτό έζησα –ζήσαμε- εκείνη την περίοδο. Αυτό θέλησα και να καταγράψω με τη μορφή ενός μυθιστορήματος.

Βάζοντας τελεία  στο Μέλι. Η Μέλω βγήκε ολοκληρωτικά από το μυαλό σας;
Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να την αποχωριστώ…

Έργα σας κυκλοφορούν  εκτός από ευρωπαϊκές χώρες και στην Ταϊλάνδη. Δεν είναι παράξενο  πχ  πως ένας Ταϊλανδός θα μπορέσει να μπει στον κόσμο ενός πανέμορφου χωριού του Πηλίου και στον ιδιαίτερο κόσμο του;
Μα ένα από τα δώρα της λογοτεχνίας είναι να μας ταξιδεύει. Όχι τουριστικά, αλλά με συναίσθημα και βαθιά γνώση. Γνωρίζουμε λκαούς και τόπους και μέσα από ένα μυθιστόρημα.

Στο κέντρο της Αθήνας βιβλιοπωλεία με μεγάλη ιστορία βάζουν λουκέτο ,εκδοτικοί οίκοι πλέουν τα λοίσθια .Τι  θα γίνει στη χώρα μας όλα θα καταρρεύσουν η υπάρχει μια μικρή ελπίς;
Αν απαντήσω με το κλίμα του μυθιστορήματός μου θα έλεγα πως υπάρχει ελπίδα να βρούμε μια σανίδα σωτηρίας, αφού πρώτα όμως συνειδητοποιήσουμε το τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ. Μα οι απώλειες στο μεταξύ θα είναι –είναι- πολλές και πονάνε.

Το καλοκαίρι τούτο που θα σας βρει;
Μα πού αλλού;… Στο Πήλιο.

Κλείνοντας Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο ;
Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει ένα ιδιαιτέρως αισθαντικό κείμενό μου – «Μανόλο και Μανολίτο». Θα ανήκει στη παιδική λογοτεχνία, αλλά έτσι όπως εγώ την βλέπω και την υπηρετώ. Ως λογοτεχνία της φανερής αθωότητας και των κρυμμένων ενοχών. Η παιδική ηλικία είναι η καταγωγή όλων μας. Η πατρίδα μας. «Γράφω για παιδιά» σημαίνει «Γράφω για τον τόπο που με έθρεψε»

.
Ευχαριστώ και πάλι για την συνεργασία

Εγώ σας ευχαριστώ. Και εύχομαι σε όλους μας Καλό Καλοκαίρι.

Τίνα Πανώριου για το περιοδικό "Ραδιοτηλεόραση"