27.12.22
Κατάσκοποι της γεωγραφίας
Θωμάς Κοροβίνης "Μπέμπης"
Η παρουσία του Θωμά Κοροβίνη στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι απόλυτα προσωποποιημένη -εννοώ πως τόσο η θεματική του όσο και οι τεχνικές αφήγησης που χρησιμοποιεί είναι με απόλυτα διακριτές πρακτικές εφαρμοσμένες.
Από τη μια κινείται και αναζητά τους ήρωές του ανάμεσα σε μέρη του κοινωνικού περιθωρίου και από την άλλη περιπλανιέται σε περιόδους όπου έχουν λειτουργήσει και παράξει έργο διάφορα κομβικά πρόσωπα της λογοτεχνίας κυρίως, αλλά και της ιστορίας μα και γενικότερα της κοινωνίας.
Από τον Ανδρούτσο στον Παγκρατίδη, από τον Καβάφη στον Παπαδιαμάντη και με άλλες παρόμοιες συναντήσεις με πρόσωπα από τη σχετικά πρόσφατη εθνική μνήμη -κάποια δε από αυτά που προέρχονται από συγγραφική συνύπαρξη αλήθειας και επινόησης- ο Κοροβίνης στην ουσία έχει επεκτείνει τις αρχικές λαογραφικές έρευνές του στο λαϊκό τραγούδι και στα γύρω από την Πόλη τεκταινόμενα, αποκτώντας έτσι την εντελώς προσωπική ιδιότητα ενός λογοτέχνη λαογράφου.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το τελευταίο του βιβλίο "Μπέμπης"
Πρόκειται για τη μυθιστορηματική βιογραφία του Δημήτρη Στεργίου (1927 - 1972), λαϊκού μουσικού που έγινε γνωστός τόσο για τη δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι και στην κιθάρα, όσο και για την ομορφιά, αλλά και τον αυτοκαταστροφικό τρόπο ζωής του.
Η ζωή αυτού του καλλιτέχνη δίνει την ευκαιρία στον Κοροβίνη να απλώσει στα όρια ενός μυθιστορήματος την εξιστόρηση μιας εποχής που σφράγισε την ιδιότυπα αστική ελληνική κοινωνία, ενώ παράλληλα να φωτίσει μια προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις και πάθη.
Όλα αυτά τα επιτυγχάνει και με τη βαθιά γνώση που έχει για ότι αφορά το λαϊκό τραγούδι, αλλά και με την έλξη που τον διακρίνει προς άτομα τα οποία ξεχωρίζουν από το σύνολο με συμπεριφορές παρόμοιες με εκείνες που περιγράφονται από το πέταγμα μιας πεταλουδίτσας που έλκεται και τελικά καταστρέφεται από τη θέρμη μιας φλόγας.
Μα πέρα από αυτά τα εφόδια, ο Κοροβίνης διαθέτει και ένα ακόμα -το μέγιστο και κεντρικό για όποιον επιχειρεί να συνθέσει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την εξιστόρηση της ζωή ενός ανθρώπου που διαφέρει από τους πολλούς. Αναφέρομαι στην ευλυγισία με την οποία χρησιμοποιεί φράσεις και εκφράσεις, ιδιωματισμούς και λέξεις ξεχασμένες έτσι ώστε ο προσφορικός λόγος να ταυτίζεται με το αφηγούμενο πρόσωπο.
"Σ΄ όλα μου τα χρόνια είχα μια θέση στην ψυχή μου για κείνα τα άτυχα τα αρσενικά που κακοπέφτουν σε χέρια γυναίκας άτιμης, σατράπισσας, αυτές που τις λέμε μαυρομούνες και φαρμακομούνες στη γλώσσα της πιάτσας, ακόμα πιο πολύ για κείνους που παγιδεύονται σε μεγάλη κάψα, μαρτυρούν κι άδικα χτυπιούνται και ξαγρυπνούν πάνω στην ίδια ακατάδεχτη πόρτα μέχρι να λειώσουν..."
Στην ουσία ο Θωμάς Κοροβίνης και γράφει και σκηνοθετεί και ερμηνεύει τα πάθη του ήρωά του.
Μια ακόμα έκδοση που έρχεται να διευρύνει τις λογοτεχνικές καταθέσεις του θεσσαλονικιού συγγραφέα με τα λαογραφικά και ψυχογραφικά ενδιαφέροντα.
(Προσωπική σημείωση: Η χρήση πολυτονικού από τη μια παραπέμπει στην εποχή των αφηγούμενων, αλλά από την άλλη δίνει στον λαϊκό προφορικό λόγο μια χροιά επισημότητας. Δεν μπορώ να αποφασίσω -αν υποτίθεται θα με ρωτούσε κάποιος- ποιο από τα δυο θεωρώ περισσότερο σημαντικό. Γενικότερα πάντως, η άποψή μου είναι πως η χρήση πολυτονικού είναι μια κάπως εξεζητημένη και δίχως προοπτική στάση)
https://www.fractalart.gr/mpempis/
Δημήτρης Στεργίου, γνωστός ως Μπέμπης (Πειραιάς 16.4.1927-24.12.1972), υπήρξε μια ιδιότυπη πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της ελληνικής λαϊκής μουσικής που, λόγω της ιδιοφυΐας, της μόρφωσης, της απαράμιλλης δεξιοτεχνίας του στο μπουζούκι και στην κιθάρα, της καθηλωτικής γοητείας του και της αυτοκαταστροφικής αγωνίας του, απέκτησε, τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον, διαστάσεις θρύλου.
7.12.22
Ελένη Πριοβόλου "Το δένδρο με τις φωλιές"
Η Ελένη Πριοβόλου είναι ως συγγραφέας γνωστή κυρίως για τα
κοινωνικό-ιστορικά της μυθιστορήματα και για τα μυθιστορήματά της για εφήβους
και νέους.
Έχει ακόμα γράψει βιβλία για αναγνώστες μικρής ηλικίας και
τέλος μυθιστορήματα με φαινομενικά ρεαλιστική υπόθεση, αλλά που στην ουσία
χρησιμοποιούν με ένα εντελώς πρωτότυπο τρόπο, την φαντασία ως υποστηρίκτρια του
ρεαλισμού και της πολιτικής κριτικής.
Αναφέρομαι στο «Η Καραμέλα» (2017) και σε αυτό το πλέον
πρόσφατο έργο της, «Το δέντρο με τις φωλιές»
Και υποστηρίζω πως έχουμε τη χρησιμοποίηση της φαντασίας ως
υποστηρικτή μια πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, κυρίως από τον τρόπο που
‘στήνει’ στα δυο αυτά έργα, το κεντρικό της πρόσωπο, πιο σωστά την κεντρική της
ηρωίδα.
Πλέον συγκεκριμένα, στο έργο αυτό, η ηρωίδα, η Μαρία, είναι
μια γυναίκα που ανήκει σε μια πλούσια επαρχιακή οικογένεια, καθώς ο πατέρας της
με αγάπη από τη μια προς τη γη και από την άλλη με τη διάθεση να ξεχωρίσει από
τους άλλους συντοπίτες του, έχει καταφέρει κατά τη διάρκεια της ζωής του να
αποκτήσει πολλά καλλιεργήσιμα στρέμματα, τα οποία και μετά τον θάνατό του
μοιράζονται ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά του -δυο γιους και δυο κόρες. Η μια κόρη
είναι η Μαρία.
Η Μαρία είναι μια γυναίκα που από παιδί ακόμα είχε κερδίσει
την ιδιαίτερη αδυναμία του πατέρα της καθώς τη διέκρινε μια έντονη αγάπη όχι
μόνο προς κάθε πετούμενο, αλλά και προς την ίδια τη γη και τα όσα πάνω της
φυτρώνουν.
Χωρίς κάποια άλλη ξεχωριστή ιδιότητα και με μια μάλλον
αδιάφορη εμφάνιση και σίγουρα με την εντελώς ιδιόμορφη συμπεριφορά της, τόσο τα
αδέλφια της, όσο και η ίδια η μητέρα της, σχεδόν τη θεωρούν ως άτομο ειδικών
αναγκών κι έτσι δεν ξαφνιάζονται όταν εκείνη, ως δικό τη μερίδιο από την
πατρική γη, ζητά μόνο ένα μικρό κομμάτι μέσα σε όλη την οικογενειακή
ιδιοκτησία, που όμως για την ίδια είναι ιδανικό για να στήσει εκεί τη δική της
μικρή και ανεξάρτητη επιχείρηση -ένα φυτώριο λουλουδιών και ένα απλό, μικρό
σπίτι.
Τα αδέλφια της μετατρέπονται σε σύγχρονους και καλλιεργητές
και νοικιάζουν παράνομους μετανάστες από τα κυκλώματα εκείνα που
εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο και δυστυχία.
Η Μαρία από το δικό της σπίτι παρακολουθεί αυτούς τους
ανθρώπους να ζούνε και να εργάζονται κάτω από απαράδεχτες συνθήκες, έρχεται σε
σύγκρουσή με τα αδέλφια της για την τακτική με την οποία λειτουργούν τις
επιχειρήσεις τους και τελικά ακόμα και σε ρήξη καθώς αποφασίζει να παντρευτεί
έναν από αυτούς για να μπορέσει να του χαρίσει ένα όνομα, μια ταυτότητα, το
δικαίωμα να ζει ελεύθερος. Παράλληλα, δε, στέκεται υποστηρικτικά και απέναντι
των άλλων εργατών.
Η στάση της αυτή, θα δημιουργήσει ένα μεγάλο οικογενειακό
πρόβλημα, καθώς η αυταρχική μητέρα της θα πάθει βαρύ εγκεφαλικό και στην ίδια
τη Μαρία θα ανατεθεί η φροντίδα της.
Αλλά εκείνη σε όλα αυτά ξέρει να βρίσκει τον τρόπο να
αποδεικνύει πως πρέπει και αξίζει να λειτουργεί ένα γνήσιος άνθρωπος και κρατά
πάντα τη στενή της σχέση με τα πουλιά -συνομιλεί μαζί τους, στο τέλος και ακόμα
συγκατοικεί με αυτά.
Αυτή είναι -με λίγα και ασφαλώς στεγνά- λόγια η υπόθεση του
έργου, μια υπόθεση που ισχυρίζομαι πως ακουμπά σε μια φανταστική απεικόνιση
μιας ρεαλιστικής κατάστασης, όχι τόσο γιατί τα αφηγούμενα γεγονότα δεν είναι
από αυτά που μπορούν κάλλιστα να συμβούν ή και ήδη να συμβαίνουν, αλλά κυρίως
στηρίζω τον ισχυρισμό μου στον τρόπο όπου η Πριοβόλου πλάθει την ηρωίδα της.
Η Μαρία είναι μια γυναίκα που κινείται με άλλους ρυθμούς και
σε διαφορετικές συχνότητες από αυτές που μπορεί κανείς να συναντήσει στην εποχή
μας. Ας την δούμε ως μια ιδιότυπα μαχητική νεράιδα που με τον δικό της τρόπο
καταφέρνει αν όχι να αλλάξει τον κόσμο, σίγουρα όμως να βοηθήσει κάποιους να
κατανοήσουν προς τα που γέρνει η ανθρωπιά μας.
Με μια γραφή κοφτή, με καθημερινές τρυφερές λέξεις από τη
μια έχουμε την σοφία της Φύσης και από την άλλη την προβολή μιας πολιτικής
θέσης και κριτική της κοινωνίας μας.
Η Ελένη Πριοβόλου και σε αυτό το σχετικό σύντομο έργο της
(σε σύγκριση με τα πολυσέλιδα ιστορικά της μυθιστορήματα) προσφέρει ένα κανόνα συγγραφικής τεχνικής
πάνω στο πως κανείς μπορεί να γράψει ένα πολιτικό έργο που θα είναι και μια
ερωτική ιστορία και μια αισιόδοξη υποστήριξη μιας ιδεολογίας.
(700 λέξεις)
https://www.fractalart.gr/to-dentro-me-tis-fwlies/
Η … κάπως περίεργη Παυλίνα
6.12.22
Τρεις σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς «επανάφεραν» στο λογοτεχνικό προσκήνιο κάποιες από τις μεγάλες κυρίες του Τρωικού Πολέμου
Σκέψεις μου, πιο σωστά μια περιήγηση σε πρόσφατα πεζογραφικά έργα με ηρωίδες βγαλμένες από την Ιλιάδα. «Τρεις σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς «επανάφεραν» στο λογοτεχνικό προσκήνιο κάποιες από τις μεγάλες κυρίες του Τρωικού Πολέμου».
2.12.22
Τέσυ Μπάιλα "Λέγε με Ισμαήλ"
Νομίζω πως με το έβδομο πλέον μυθιστόρημά της, η Τέσυ Μπάιλα δείχνει ξεκάθαρα το συγγραφικό της στίγμα. Ένα στίγμα που το χαρακτηρίζουν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το ένα έχει να κάνει με τους χρόνους όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται – πρόκειται για ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, κάπου μέσα στο κέντρο του 20ού αιώνα. Το άλλο έχει να κάνει με τον τρόπο που διαχειρίζεται τους ήρωές της.
Αν σταθούμε στο πρώτο, θα διαπιστώσουμε πως τα μυθιστορήματα
της Μπάιλα ομοιάζουν με ιστορικά κείμενα, αλλά στην ουσία περιγράφουν γεγονότα
που εκείνοι που τα έζησαν στην πλειονότητά τους ακόμα ζούνε. Κυρίως τα χρόνια
γύρω από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και λίγο πιο πριν ή και λίγο πιο μετά –
σε κάθε περίπτωση, η Τέσυ Μπάιλα αφηγείται τις ζωές ανθρώπων που ο 21ος αιώνας
δεν είναι ο αιώνας τους.
Μέσα σε εκείνη, λοιπόν, την περίοδο ζούνε οι ήρωές της,
γυναίκες και άνδρες. Τους βίους τους η συγγραφέας τούς χρησιμοποιεί κυρίως για
να φωτίσει την εποχή όπου ζούνε και δευτερευόντως αυτούς τους ίδιους ως
«ζωντανά» πλάσματα. Δεν εννοώ –σπεύδω να διευκρινίσω– πως είναι πρόσωπα άψυχα.
Καθόλου μάλιστα· αντιθέτως, τα διακρίνουν έντονα πάθη και αντιφάσεις. Αλλά κατά
κάποιον τρόπο υπηρετούν μια μεγάλη γκάμα ιδεών και αξιών.
Ναι, η Τέσυ Μπάιλα είναι μια συγγραφέας με ενεργή συγγραφικά
κοινωνική υπόσταση. Προπαγανδίζει την ισότητα των φύλων, την ελευθερία της
σκέψης, την ατομική ταυτότητα, την ανεξιθρησκία και την ιδέα πως τους ανθρώπους
τούς φέρνουν κοντά τα κοινά βιώματα. Από ένα σημείο και μετά ο γενέθλιος τόπος.
Η ζωή ένας μεγάλος αποχωρισμός είναι – από ανθρώπους,
αντικείμενα, τόπους. Κι όμως, κάτι τους ενώνει – κάτι πρέπει να τους ενώνει
όλους αυτούς τους αποχωρισμούς.
Αυτό είναι και το κεντρικό μοτίβο του τελευταίου της
μυθιστορήματος. Χώρος η Κωνσταντινούπολη του 20ού αιώνα. Ήρωές της όσοι στην
πόλη αυτοί ζήσανε. Και που είχαν μάθει να συνυπάρχουν ασχέτως εθνικής
ταυτότητας και φυλής. Και που αν κάτι τους χώρισε –τους έκανε εχθρούς– ήταν οι
έξωθεν πολιτικές όσων μετρούν την ανθρώπινη ζωή με μη ανθρώπινα μέτρα. Κεντρικό
σημείο στο μυθιστόρημά της, τα γεγονότα της Πόλης το 1955. Κεντρικός χώρος
–συχνά αποκτά διαστάσεις υπαρξιακής οντότητας– η ίδια η Πόλη.
Και αυτή την πολιτεία εκείνης της εποχής η Τέσυ Μπάιλα την
περιγράφει ολοζώντανα και με αισθαντικότητα. Μια ζωντάνια και μια
αισθαντικότητα που ξεκινά από τις λεωφόρους και τα στενά δρομάκια, κατρακυλά
στον Βόσπορο και παράλληλα χρωματίζει όλους εκείνους που η συγγραφέας αποφάσισε
να τους προσφέρει μια θέση μέσα στο μυθιστόρημά της. Όλα τα πρόσωπα –και είναι
πολλά– που υπάρχουν μέσα στις σελίδες του έργου, γίνονται οικεία στον
αναγνώστη. Κάτι ακόμα περισσότερο – εγγράφονται στη μνήμη του. Έχουν στοιχεία σχεδόν
ρομαντικά.
Από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες –τον Έλληνα βιβλιοπώλη
Ισίδωρο και τον Τούρκο καφετζή Ισμαήλ– που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά και τη βάση
της αφηγούμενης ιστορίας, έως τη φερμένη λες από τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ,
Γιασεμιώ· από την αρχοντικιά Πολίτισσα Καλλιάνθη έως τον άξεστο Ναντίρ· από τον
–ευρηματικής συγγραφικής σύλληψης– σκύλο Γιουσούφ έως την ανεξάρτητη Αϊσέ, όλοι
τους αποτελούν ισότιμα μέλη ενός θιάσου που η Τέσυ Μπάιλα te baila22τους
χρησιμοποιεί για να υπενθυμίσει –συνέχεια υπενθυμίζει– πως: Η ζωή ένας μεγάλος
αποχωρισμός είναι – από ανθρώπους, αντικείμενα, τόπους. Κι όμως, κάτι τους
ενώνει – κάτι πρέπει να τους ενώνει όλους αυτούς τους αποχωρισμούς. Κι αυτό
τίποτε άλλο δεν είναι παρά η μνήμη του τόπου που σε ανέθρεψε.
Μυθιστόρημα-τοιχογραφία μιας εποχής και μιας πόλης.
Μυθιστόρημα-πινακοθήκη ανθρώπων που τη μοίρα τους τη σφράγισε μια πολιτεία με
τον δικό της, εντελώς ιδιαίτερο, πολιτισμό.
30.11.22
Όταν ένα ανέκδοτο επαναλαμβάνεται, σημαίνει πως κάποιος κανόνας ισχύει
Κάπου σε μια χρονιά της δεκαετίας του ‘90 -τότε πρέπει να ήταν. Και λέω πως πρέπει να ήταν κάπου τότε, γιατί πολύ καλά θυμάμαι πως είχα και πολλά βιβλία γράψει και πολλές συνεντεύξεις είχα δώσει και τηλεοπτικό σήριαλ βασισμένο σε μυθιστόρημα μου είχε παιχτεί κι εγώ είχα γράψει σενάρια κάμποσων τηλεοπτικών εκπομπών και τακτικότατα δημοσιευόντουσαν κριτικές μου σε έγκυρα περιοδικά και εφημερίδες και … Γενικά ήμουνα πλέον αρκούντως γνωστός, τουλάχιστον σε όσους ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία και ασφαλώς και ειδικότερα για την παιδική και εφηβική.
Εκείνη, λοιπόν, τη χρονιά, μια εκπαιδευτικός της
πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με αναγνωρισμένο και σοβαρό ενδιαφέρον για τα παιδικά
βιβλία, πρότεινε στη διευθύντρια του σχολείου (κάπου σε προάστιο της Αθήνας)
όπου υπηρετούσε, καθώς πλησιάζανε οι γιορτές των Χριστουγέννων να διοργανώσουμε
στο σχολείο τους μια εκδήλωση για τα παιδιά και τους κηδεμόνες τους σχετική με
τη φιλαναγνωσία.
Η πρόταση δεν φάνηκε να αρέσει και τόσο στη διευθύντρια, μα
η δασκάλα επέμενε και στο τέλος κατάφερε να την πείσει.
«Και τι ακριβώς θα κάνουμε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει η
διευθύντρια.
«Ε, να φωνάξουμε ένα συγγραφέα που γράφει για παιδιά και να
μιλήσει για τα θετικά αποτελέσματα της φιλαναγνωσίας» η πρόταση της δασκάλας.
Βαρετό θα φάνηκε το θέμα στη διευθύντρια, αλλά αφού είχε πια
αποδεχτεί την πρόταση, το μόνο που της έμενε να κάνει είναι να ρωτήσει –
«Και ποιον συγγραφέα, λες, να προσκαλέσουμε;»
Η δασκάλα είχε κάποιους κατά νου, ξεκίνησε με το πρώτο όνομα
που της ήρθε στο στόμα,
«Τον Μάνο Κοντολέων, ας πούμε…»
«Άντε καλέ! Ποιος τον ξέρει αυτόν; Καλύτερα να φωνάξουμε την
Πηνελόπη Δέλτα!» η διευθύντρια ήταν αποφασισμένη να σφραγίσει η ίδια την
εκδήλωση που άλλος θα διοργάνωνε.
«Την Πηνελόπη Δέλτα;» η δασκάλα γούρλωσε τα μάτια της, «Μα
αυτή έχει πεθάνει!» διευκρίνισε.
Σειρά της διευθύντριας να γουρλώσει τα μάτια της
«Πέθανε η Πηνελόπη Δέλτα; Πότε καλέ; Και δεν το γράψανε οι
εφημερίδες!»
*****
Όλα αυτά μια χρονιά της δεκαετίας του ‘90
Και μεταφερόμαστε στο σήμερα, στο προχθές, όπου σε όλα
σχολεία μιλήσανε για το Πολυτεχνείο και ως συνήθως οι δάσκαλοι μαζί με τους
μαθητές διαβάσανε το απόσπασμα από το βιβλίο μου «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» που
αναφέρεται σε αυτό το γεγονός.
Σε όλα τα σχολεία έγινε αυτό και σε ένα από αυτά (σε άλλο
προάστιο της Αθήνας από ότι εκείνο του ’90) μια μαθήτρια σήκωσε το χέρι της και
ενημέρωσε τον νεαρό δάσκαλό της πως ο πατέρας της γνωρίζει τον συγγραφέα
-εμένα, δηλαδή- και αν θέλει ο δάσκαλος της μπορεί να με προσκαλέσουνε στο
σχολείο τους.
Γέλασε ο νεαρός δάσκαλος και πεπεισμένος για τη μυθομανία
κάποιων μικρών παιδιών, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
«Μα τι λες, κορίτσι μου; Ο Μάνος Κοντολέων έχει εδώ και
χρόνια πεθάνει»
(Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσω πως μόνο την τελευταία
διετία έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία μου, ενώ αρθρογραφώ μονίμως σε
ημερήσια εφημερίδα, συνεργάζομαι με σχεδόν όλες τις βιβλιοφιλικές σελίδες, δίνω
συνεντεύξεις και -φευ!- το κυριότερο έχω ενεργό παρουσία στο facebook)
******
Αληθινές κι οι δυο ιστορίες. Μοιάζουν ανέκδοτα -εδώ και
χρόνια όταν τυχαίνει σε συντροφιά να αφηγούμαι το πρώτο, όλοι γελάνε.
Μα όταν ένα ανέκδοτο επαναλαμβάνεται και ισχυρίζεται πως
στηρίζεται σε γνώση που όμως δεν ισχύει, παύει να είναι ανέκδοτο και γίνεται κανόνας.
Και δεν εννοώ, βέβαια, πως κάποια μέρα όπως η Δέλτα, έτσι κι
εγώ θα πεθάνω. Άλλο ‘κανόνα’ εννοώ. Κάποιον
που έχει να κάνει με τη συνέπεια μερικών -ελαχίστων αν θέλετε και
σίγουρα τονίζω αυτό το ‘μερικών’- εκπαιδευτικών που πήραν το πτυχίο τους σε ένα
από τα Πανεπιστήμιά μας και με αυτό ως εφόδιο διδάσκουν και πληροφορούν τα
παιδιά μας.
Από μικρά κι ασήμαντα μαθαίνει κανείς πολλά. Κι άλλωστε τα
περισσότερα ανέκδοτα πέρα από το χαμόγελο προσφέρουν και μια γνώση.
Ας μην την αγνοούμε.
30/11/2022
(https://www.elniplex.com/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%ba%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%bf-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b2%ce%ac%ce%bd%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%83%ce%b7/)

