16.4.10

Ανίσχυρος άγγελος - ανίσχυρος συγγραφέας


Γενάρη του 2009 το ξεκίνησα και με αργούς ρυθμούς (για τον δικό μου τρόπο εργασίας) το προχωρούσα. Τόσο αργούς, που δεν ήμουνα (για πρώτη μου φορά στη συγγραφική καριέρα) σίγουρος αν θα το τελειώνα. Ιδίως τους πρώτους μήνες -τον υπόλοιπο Χειμώνα και την Άνοιξη του '09... Κι ενώ δεν συνηθίζω να μιλώ και να αναφέρομαι σε αυτό που γράφω, έπιασα τον εαυτό μου, στις διάφορες συγκεντρώσεις και συναντήσεις με αναγνώστες μου να τους ενημερώνω για το θέμα του νέου μου βιβλίου, μέχρι και τον τίτλο να τους φανερώνω. Λες και ζητούσα να αυτοδεσμευθώ.
Τελικά, από το Καλοκαίρι και μετά, μπόρεσα να βρω ένα πιο σφιχτό ρυθμό συγγραφής και έτσι τον Δεκέμβριο της προηγούμενης χρονιάς, μέσα στην κατάσταση πανικού της χώρας που είχε αρίσει να επικρατεί, εγώ έφτασα να γράψω τη λέξη "Τέλος".
Χτες με ειδοποίησαν από το Γραφείο Τύπου των Εκδ. Πατάκη πως ο "Άνίσχυος άγγελος" μου μόλις είχε δει το φως της δημοσιότητας.
Δε θέλησα να ζητήσω να μου στείλουν ένα αντίτυπο έστω, έτσι για να το πιάσω στα χέρια μου.
Το αφήνω για τη Δευτέρα και μετά έρχεται η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου την Παρασκευή το απόγευμα τον παρουσιάζουν η Μένη Κανατσούλη και ο Θανάσης Τριαρίδης.
Ανίσχυρος ή όχι, ο άγγελός μου θα πάρει τη δική του στράτα.
Κι εγώ αναρωτιέμαι -για μια ακόμα φορά- γιατί τόσο ευπαθή, τόσο ανίσχυρο συγγραφέα με καθιστά αυτό το μυθιστόρημα.
Ζήτησα να γραφτεί στο οπισθόφυλλο :
Σάββατο βράδυ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Στο κέντρο της πόλης. Ένας αστυνομικός πυροβολεί ένα μαθητή του Λυκείου.
Αυτό συνέβηκε –κάποτε.
Και με αυτό το γεγονός ξεκινά τούτη η ιστορία.
Η ιστορία της Αγγέλας, που ο πατέρας της ήταν…

Ο «Ανίσχυρος άγγελος» είναι ένα μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως από τη μια εστιάζεται κυρίως σε ατομικές αντιδράσεις και από την άλλη πως δεν ακολουθεί τα όσα συνέβησαν, αντίθετα συχνά τα αναστρέφει ή και τα παραποιεί προσπαθώντας να κατανοήσει την αλήθεια των ηρώων του. Αυτών και μόνο.


Το διαβάζω και βλέπω την προσπάθεια μου να περιφρουρίσω την προσωπική ματιά μου.
Αλλά μήπως το κάθε έργο τέχνης μια προσωπική ματιά δεν θα πρέπει να εκφράζει; Διαφορετικά δε θα μιλάμε για λογοτεχνία, αλλά για δημοσιογραφία (κι αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων).
Ναι, προσωπική ματιά εκφράζω και πάλι όμως σπεύδω μέσω του Δελτίου Τύπου, να ξεκαθαρίσω όσο μπορώ τις προθέσεις μου και να βοηθήσω τον αναγνώστη μου να τις κατανοήσει.

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, σταθήκανε η αφορμή για να γραφτεί αυτό το μυθιστόρημα.
Ο Μάνος Κοντολέων θέλησε να δει το κεντρικό τραγικό συμβάν εκείνου του μήνα, μέσα από τα μάτια ενός προσώπου, που αν και στην πραγματικότητα δεν υπήρξε, εντούτοις η μυθιστορηματική παρέμβασή του, φωτίζει με έναν άλλο τρόπο όλα όσα απασχόλησαν την κοινωνία μας και σε ένα βαθμό και με κάποιο τρόπο συνεχίζουν να την απασχολούν.
Ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την ευθύνη. Τη συλλογική, μα και τη ατομική. Μα ακόμα μιλά και για τις ενοχές –αυτές που μας δημιουργούν οι δικές μας πράξεις, αλλά και όσες τυχόν φτάνουν σε μας μέσα από τις πράξεις των άλλων* δικών ή τρίτων.
Γραμμένο με τρόπο ρεαλιστικό, με δομή που θυμίζει κινηματογραφική ταινία, με χρήση εξωκειμενικών αναφορών, ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ κεντρίζει το συναίσθημα του αναγνώστη, μα κυρίως τον μυεί σε έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης της καθημερινότητας.
Ο Μάνος Κοντολέων θέλησε να εντάξει το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα σε μια σειρά λογοτεχνίας για νέους, όχι γιατί θεωρεί πως ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ δεν θα ενδιαφέρει και τους ενήλικες αναγνώστες, αλλά γιατί πιστεύει πως το θέμα της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης είναι ένα ζήτημα που ιδιαίτερα αξίζει να το γνωρίσουν οι νέοι .


Όπως και νάναι, όλα πια αυτά έχουν να κάνουν με την ιστορία της συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Κι αν εδώ τώρα, με τόσο προσωπικό τρόπο τα καταγράφω είναι γιατί φωτίζουν , ίσως, τη σχέση που μπορεί να συνδέει το πραγματικό γεγονός με το συγγραφικό όραμα.
Δεν ξέρω... Το 20ο μυθιστόρημά μου είναι ο "Ανίσχυρος άγγελος" -αν μετρώ καλά- αλλά η ανασφάλεια δεν λέει να με εγκαταλείψει... Ισως γιατί κάθε φορά, το κάθε μυθιστόρημα το αντιμετωπίζω σαν το πρώτο μου.

3.4.10

Ήρθε Μεγαλοβδομαδιάτικα...


Στην πλατεία του Αγίου Λαυρεντίου το βραδάκι της Μεγάλης Πέμπτης εμφανίστηκε και βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μας ζήτησε μόνιμη φιλοξενία.
Κι έτσι, ακόμα δεν βαφτίστηκε -κάτι ακούγεται για Τζιτζιγούφ!- μα πρόλαβε να αποκτήσει μαμά, μπαμπά, γιαγιά, παππού και θείο. Α, και κάποιους φίλους και φιλενάδες... εκείνου του άλλου ζωϊκού είδους.
Το πρώτο Πάσχα της ζωής του τυχερό θάναι. Μακάρι και για όλους μας.
Και του χρόνου.
Καλή Ανάσταση

1.4.10

Καλό Πάσχα

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ
Χρόνια Πολλά... σε όλους
(για όλους;)

29.3.10

Εγώ, εσείς και το blog μου



Φεβρουάριο του 2006 ξεκίνησα το πρώτο μου blog (manoskontoleon.blogspot.com)
Η πρώτη δημοσίευση ήταν ένα άρθρο μου στο ΔΙΑΒΑΖΩ όπου επιχειρούσα μια κριτική της κριτικής, έτσι όπως αυτή η τελευταία πιστεύω πως εφαρμόζεται στα περισσότερα έντυπα από τους περισσότερους δημοσιογράφους / «κριτικούς».
Και έτσι, με την πρώτη κιόλας ανάρτηση έδειχνα το ύφος που ο ιστοτοπός μου θα είχε και το γιατί, ως ένα βαθμό, αποφάσισα να τον φτιάξω.
Ήθελα να σχολιάσω, να τονίσω, να καταγγείλω κάποια πράγματα που νομίζω ότι στο χώρο του βιβλίου λειτουργούν αρρωστημένα και αντί να προωθούν τη σωστή ανάγνωση και την καλή λογοτεχνία, αντίθετα δημιουργούν στρεβλώσεις τους.
Δίπλα σε αυτά -τα καταγγελτικά, ας πούμε- κείμενα και δικές μου κριτικές που θα είχαν ήδη δει το φως της δημοσιότητας στα διάφορα έντυπα με τα οποία κατά καιρούς ή για χρόνια συνεργάζομαι.
Αλλά κάτι τέτοιο δεν ήταν ο μόνος ο λόγος.
Ήθελα να αναρτώ και κείμενα που άλλοι είχαν γράψει ή θα έγραφαν για μένα ή για βιβλία μου, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα αρχείο κειμένων που ο όποιος ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να βρει υλικό για μια μελλοντική του έρευνα πάνω στο συγγραφέα Μάνο Κοντολέων και το έργο του. Όπως επίσης και κάποιες ανακοινώσεις, ας τις χαρακτηρίσουμε, που θα είχαν να κάνουν με τις νέες κυκλοφορίες βιβλίων μου ή με εκδηλώσεις για το έργο μου
Από τη μια, λοιπόν, ένα προσωπικό αρχείο σχετικό με το έργο μου και από την άλλη μια ακόμα αλάνα όπου θα ακουγότανε η φωνή μου.
Δε με ενδιέφερε η επικοινωνία με άλλους επισκέπτες του διαδικτύου. Αυτό άλλωστε γρήγορα το κατανόησαν, φαίνεται, οι άλλοι μπλόκερς και έτσι πολλοί λίγα σχόλια επί των αναρτήσεών μου θα συναντήσει ο μελλοντικός ερευνητής.
Αλλά καθώς τα χρόνια περνούσαν κι εγώ παράλληλα με το να συντηρώ το δικό μου blog, επισκεπτόμουνα άλλα που ασχολιόντουσαν με το βιβλίο και το χώρο του, διαπίστωσα πως όλη αυτή η διαδικτυακή κινητικότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε έστω και μια μικρή εξυγίανση των συνθηκών που επικρατούν ανάμεσα σε όσους και με ποικίλους τρόπους ασχολούνται με το βιβλίο.
Προς θεού, δεν είμαι μήτε γκρινιάρης, μήτε και κάποιος που θέλει να εκδικηθεί.
Από τις άρχουσες μορφές του βιβλίου τα τελευταία 30 χρόνια είμαι, και πολλαπλά έχω τιμηθεί και αναγνωριστεί από πολιτεία, φορείς, συναδέλφους και κοινό.
Αλλά ότι κι αν μου αποδόθηκε ως τιμή και αναγνώριση, το είχα κερδίσει –πιστέψτε με!- με πολύ δουλειά και συνέπεια.
Δουλειά και συνέπεια. Ίσως αυτά τα δυο να είναι που πάντα οδηγούσαν τις πράξεις μου και πάντα αναζητούσα να δω να χαρακτηρίζουν τις πράξεις των άλλων.
Το διαδίκτυο, όμως, έχει μια ευκολία. Εύκολα μπαίνεις σε αυτό, εύκολα το χρησιμοποιείς, εύκολα αναφέρεσαι σε αυτό.
Όχι, εγώ δεν αγαπώ την ευκολία.
Και έτσι, σήμερα, έφτασα στο σημείο να επιζητώ μια πιο ευρύτερη ανταλλαγή απόψεων με άλλους blogers, να προπαγανδίζω με μια διάθεση θεωρητικών επισημάνσεων τη συνέπεια στα γραφόμενα εκ μέρους τους, αλλά και στη γνώση πως διαμορφώνουν απόψεις σε ένα κοινό που μέχρι σήμερα τις διαμόρφωνε από έντυπα συγκεκριμένα.
Με άλλα λόγια μαζί με τη δουλειά και τη συνέπεια, ήρθα να τονίσω και την έννοια της ευθύνης.
Σε αυτή την ανάρτηση δεν έχω τίποτε περισσότερο να πω.
Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στα όσα έχουν καταγραφεί στις αναρτήσεις αυτού του blog με θέμα τον Παντελή Καλιότσο, αλλά και στο blog του Πατριάρχη Φώτιου και στην ανάρτηση με τα σχόλια της πάλι για τον Καλιότσο…
Εδώ σταματώ, μιας και έχω αγγίξει ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα του διαδικτύου και των χρηστών του. Την ανωνυμία ή –με πιο δίκαιη έκφραση- την ψευδωνυμία. Θέλω να πω πως υπάρχει ένα ζήτημα όταν κάποιος αναρτά ένα σχόλιο (θετικό ή αρνητικό, για μένα το ίδιο είναι) για το έργο κάποιου άλλου που έχει υπογράψει αυτό το έργο με το όνομά του.
Έχω μάθει ότι κάνω, να το υπογράφω με το όνομα που γεννήθηκα και που με αυτό θα πεθάνω.
Συνομιλώ όμως και με άλλους που αγνοώ αν το προσωπείο με το οποίο με έχουν πλησιάσει είναι και το αληθινό τους πρόσωπο.
Ένα ρίσκο… Ή μια πρόκληση σχεδόν ερωτική…
Ε, συγγραφέας είμαι… Εκδιδόμενο άτομο, δηλαδή.

27.3.10

Συνάντηση 5η

Klimpt

Ἡ ἀγάπη
Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ

καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα
·ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.
Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό,

τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε,
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει:
«ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.
Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς... Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.

Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.
Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς,

καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς,
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ,
- ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.
Κ. Ουράνης

Με αφορμή τον Καλιότσο


Σε ένα από τα blog που παρακολουθώ, το vivliocafe.blogspot.com , υπεύθυνος είναι ο Πατριάρχης Φώτιος, περσόνα καθαρά διαδικτυακή που από τα γραφόμενά του μπορώ (αυθαίρετα βέβαια) να συμπεράνω πως πρόκειται για ένα άντρα γύρω στα 40+, με μεγάλη αγάπη στη λογοτεχνία, με κάποιες πανεπιστημιακές γνώσεις για τη συγγραφή, με συχνές αναγνώσεις και με αναγνωστικές προτιμήσεις που αν και έλκονται από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία εντούτοις πολύ συχνά ασχολούνται και με ξένους συγγραφείς, όπως και με έλληνες προηγούμενων γενεών. Είναι ευγενικός, φιλικός, παρορμητικός. Τελικά συμπαθής.
Διαβάζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αναρτήσεις του και χαίρομαι με το πάθος του, αλλά και προβληματίζομαι για τον τρόπο που η κριτική ματιά του πολλές φορές τον οδηγεί με ελλιπή συμπεράσματα.
Ίσως να είναι φαινόμενο των ανθρώπων της γενιάς του –μια γενιά που δεν έχει μπορέσει όλα να τα γνωρίσει, αλλά που ξαφνικά απέκτησε τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί την άποψή της και μάλιστα κάτω (τις περισσότερες φορές) από ένα ψευδώνυμο.
Το πρόσωπο και το είδωλό του –Που αρχίζει το ένα και που τελειώνει το άλλο; Πού συνυπάρχουν, πού διαφωνούν;
Ερωτήματα που θα έχουν ίσως απαντήσεις από ειδικούς επιστήμονες του μέλλοντος.
Προς το παρόν μένω στο ό,τι υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν ένα μέσο κοινοποίησης των απόψεών τους, που μέσω αυτού μπορούν και να αντιτεθούν σε επίσημους εκφραστές, αλλά και να προβάλουν μια νέας ηθικής ενημέρωση.
Αλλά έχω την εντύπωση πως το σύστημα καλά κρατεί και αντέχει και συχνά απορροφά όσους προσπαθούν κάτι διαφορετικό να εκφράσουν.
Κάτι τέτοιο –σε ένα βαθμό- συμβαίνει με τον αγαπητό Πατριάρχη Φώτιο. Συμβουλεύεται, ενημερώνεται, σχολιάζει πολύ συχνά δημοσιεύματα γνωστών εντύπων. Κακό αυτό; Καθόλου. Μόνο που δείχνει κάπως ως δευτερογενής λόγος –δηλαδή με την μη αμφισβητούμενη άποψη πως εκείνος είναι λογικό (αν όχι και υποχρεωτικό ακόμη) να γνωρίζει το τι γράφει ο Τάδε και η Δείνα δημοσιογράφοι – κριτικοί, ενώ αυτοί μπορεί (με την έννοια πως δεν έχουν υποχρέωση) να μην διαβάζουν τις δικές του αναρτήσεις. Αυτός συνδιαλέγεται μαζί τους. Όχι εκείνοι.
Όσοι θα ήθελαν να δούνε τις αρχικές κοινοποιήσεις του θέματος που εδώ αναπτύσσω, ας επισκεφτούν τις σελίδες του vivliocafe.blogspot.com και ειδικά την ανάρτηση που έχει να κάνει με βιβλίο του Παντελή Καλιότσου, όπως και τα σχόλια που το συνοδεύουν.
Υποσχέθηκα στον Φώτιο μια απάντηση.
Λοιπόν, πιστεύω πως ο Καλιότσος ανήκει σε μια γενιά ελλήνων συγγραφέων (όσων γεννήθηκαν εκεί γύρω στα 1920) που οι άλλοι έγραψαν άμεσα ή έμμεσα για τον εμφύλιο και άλλοι όχι. Οι πρώτοι γνώρισαν μια πλατύτερη αναγνώριση. Οι δεύτεροι όχι και τόσο μιας και το όλο κλίμα εκείνων των μετά τον εμφύλιο χρονών δεν επικροτούσε συγγραφικά σχεδιάσματα με πιο πλατύ πολιτικό προβληματισμό και ασφαλώς καθόλου συγγραφικά τερτίπια ύφους .
Και δεν έχει σχεδόν καθόλου να κάνει με την ενασχόληση του και με το παιδικό βιβλίο. Αυτή έγινε αρκετά αργότερα και όταν πια ο Καλιότσος είχε για τα καλά μελετηθεί από όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία.
Ο Καλιότσος έγραφε και γράφει με διάθεση πολύ προσωπική, με ύφος σαρκαστικό, με χιούμορ που δεν φοβάται να καταγγείλει κάθε κατεύθυνση.
Τα έργα του πολλά. Ας τα θυμηθούμε

(ΠΗΓΗ: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
Διηγήματα
Εδώ κουτσούλησε μια μύγα. Αθήνα, 1958.
Στρατιωτικές ασκήσεις. Αθήνα, Πατάκη, 2003.
Διωγμός απ' την κόλαση. Αθήνα, Κέδρος, 1991.
Μυθιστόρημα
Δεκεμβριανή νύχτα (Εργάτες της πίσσας). Αθήνα, Κέδρος 1978.
Το συμπόσιο. Αθήνα, Καστανιώτη, 1985.
Η τριλογία της λεωφόρου. Αθήνα, Κέδρος, 1985.
Τα γουρούνια. Αθήνα, Πατάκη, 1992.
Φανταστική παράγραφος . Αθήνα, Πατάκη, 1994.
Μάθημα δολοφονίας. Αθήνα, Πατάκη, 1994.
Τον αιώνα που ξύπνησε ο πηλός. Αθήνα, Πατάκη, 1998.
Ο μεσαίος τοίχος. Αθήνα, Πατάκη, 2000.
Η συμπεριφορά του κενού. Αθήνα, Πατάκη, 2004.
Το εργαστήριο του μυθιστοριογράφου. Αθήνα, Πατάκη, 2005.
Δεκεμβριανή νύχτα. Αθήνα, Πατάκη, 2006.
Η ωραιότερη ιστορία του κόσμου. Αθήνα, Πατάκη, 2006.
Οι ονειροπόλοι. Αθήνα, Καστανιώτη, 2007.
Ποιους θα δαγκώσω όταν λυσσάξω, Αθήνα, Καστανιώτης, 2009
Παιδικά
Η μύγα και άλλα διηγήματα. Αθήνα, Πατάκη, 1994.
Τα ξύλινα σπαθιά. Αθήνα, Πατάκη, 1994.
Πατέρας και γιος. Αθήνα, Πατάκη, 1995.
Ένα σακί μαλλιά. Αθήνα, Πατάκη, 1996.
Η σφεντόνα του Δαβίδ. Αθήνα, Πατάκη, 2002.
Το Ιζεντόρε και τ' αηδόνι. Αθήνα, Πατάκη, 2004.

Και τα βραβεία του

-Β’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1979) για το έργο του "Δεκεμβριανή νύχτα"
-Βραβείο του Κύκλου Παιδικού Βιβλίου (1997) για το έργο του "΄Ενα σακί μαλλιά"
-Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου (2002) για το έργο του "Η σφεντόνα του Δαβίδ".
-Βραβείο Παιδικού Βιβλίου (2002) του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για το βιβλίο του "Η σφεντόνα του Δαβίδ".

17 συνολικά έργα για ενήλικες και 6 για παιδιά. Βραβεία και στις δυο κατηγορίες.

Αναρωτιέμαι, τώρα, αν η αναφορά στον Παντελή Καλιότσο που κάνει ο Mario Vitti στην περίφημη (αν και όχι και τόσο πλήρη) «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του (Εκδ. Οδυσσέας, 2003), αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν η ανάγνωση και μόνο των τίτλων όλων αυτών δικαιολογεί τα λόγια του Vitti: «Ο Παντελής Καλιότσος (γ. 1925) έχει στο ενεργητικό του αρκετά μυθιστορήματα που μερικά προορίζονται για το νεανικό κοινό»
Αρκετά! Δηλαδή αν 18 μυθιστορήματα θεωρούνται αρκετά, τότε πόσα πρέπει κάποιος να γράψει για να του αναγνωρίσουν πως έγραψε πολλά;
Και συνεχίζει ο Vitti «…με θέματα που δεν έτυχαν πάντοτε της εύνοιας των κριτικών (αποδοκίμασαν μεταξύ άλλων και τις παρεμβάσεις του συγγραφέα στον αφηγηματικό ιστό)»
Να, λοιπόν, από πού ίσως έλκει την καταγωγή της η αφάνεια που διακρίνει (και υιοθετεί) ο καλός μου Πατριάρχης, να και το γιατί τον Καλιότσο (πάντα ο Πατριάρχης σημειώνει) «…δεν θα τον βρει κανείς εύκολα στους πρώτους και δεν ξέρω αν θα τον συναντήσει στους δεύτερους… Γι αυτό πιστεύω ότι κάπου χάθηκε.»
Χάθηκε ναι. Όχι όμως κάπου. Μα πολύ συγκεκριμένα και από συγκεκριμένους κύκλους.
Λοιπόν, γιατί μια τόσο μακροσκελής ανάρτηση;
Μα γιατί περίμενα και εξακολουθώ να περιμένω από εκείνους που διαχειρίζονται τα βιβλιοφιλικά blog, να αποτινάξουν από πάνω τους τη σκόνη των επίσημων κριτικών και εντεταλμένων στο βιβλίο δημοσιογράφων και να εκφράσουν δική τους άποψη –άποψη που θα στηρίζεται στη γνώση, στην έρευνα. Μα πάνω απ΄ όλα στο ένστιχτο.
Μπορεί όσα πιο πάνω έγραψα για να υποστηρίξω την άποψή μου για την περίπτωση Καλιότσου να μην είναι εντελώς σωστά, να μπορεί κάποιος να τα αμφισβητήσει ως προς την έρευνά τους. Αλλά είναι η δική μου άποψη. Είναι η δική μου ματιά που προσπαθεί να δει πίσω από κάθε τι το επίσημο, το προβεβλημένο, το διαφημιζόμενο. Για να είμαι άλλωστε και συνεπής με τις προδιαγραφές του μέσου επικοινωνίας που χρησιμοποιώ. Πλουραλισμός στην ενημέρωση, δυσπιστία στο κύρος των εντύπων, ενημέρωση όχι μόνο απ΄ όσα εκτίθενται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, αλλά και από εκείνα που σκονίζονται στα ράφια τους.
Και με τη γνώση πως ενώ διασκεδάζω, πάνω στα όσα εγώ, ο Φώτιος, ο ένας και η άλλη μπλόκερς γράφουμε, κάποιο μελλοντικοί ερευνητές θα συντάξουν την Ιστορία της Νεοελληνικής (του τότε) Λογοτεχνίας.
Με αυτή τη γνώση, αλλά και αυτό το όνειρο. Όνειρο δημοκρατίας των ιδεών.

25.3.10

Δικαίωμα αναγνώστη - πληγή συγγραφέα

"Αυτό το μυθιστόρημα δε μου άρεσε καθόλου... Μέχρι το μέσο του έφτασα και μετά το παράτησα! Συνειδητά το έκανα αυτό!..." -κάπως έτσι εκφράστηκε μια από τις αναγνώστριες της Λέσχης Ανάγνωσης, το απόγευμα που συζητούσαμε για το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα γνωστής συγγραφέας.
Βιάστηκα να την απενοχοποιήσω - "Μα είναι δικαίωμα κάθε αναγνώστη να κλείνει το βιβλίο που δεν του άρεσε. Να το παρατά!" της είπα.
Χαμογέλασε εκείνη. Πικρό χαμόγελο... Μπορεί και έκφραση ελεγχόμενου θυμού...
"Έχω στο σπίτι μου πολλά, πάρα πολλά βιβλία... Βιβλιοθήκες ολόκληρες... Λοιπόν, αυτό εδώ..." σήκωσε το βιβλίο και μας το έδειξε, "...Αυτό εδώ δε θα το βάλω ούτε σε ράφι της αποθήκης μου. Θα το πετάξω!.."
"Τόσο κακό!..." παρατήρησα, "Μα γιατί;" θέλησα να μάθω.
"Δεν ξέρω... Δεν θέλω να ξέρω, μήτε να μιλώ για αυτό θέλω! Με ενοχλεί -αυτό και μόνο!"
Σκληρή μια τέτοια στάση αναγνώστη. Αλλά δικαίωμά του να την έχει.
Και συνεχίσαμε τις συζητήσεις μας... Μα εγώ είχα στο νου μου εκείνη τη συγγραφέα του βιβλίου. Δε θα ήθελα να ήμουνα στη θέση της -σκέφτηκα. Μα αμέσως μετά σκέφτηκα και κάτι άλλο -πως μπορεί να έχω βρεθεί. Ο κάθε συγγραφέας μπορεί να έχει τύχει να συναντήσει αναγνώστη που να ενοχλήθηκε από βιβλίο του, που να τον έκανε να θυμώσει. Να τον οδήγησε ακόμα και στο να το πετάξει. Ναι, στον κάθε συγγραφέα μπορεί -κι όχι μόνο μια φορά- να έχει κάτι τέτοιο συμβεί. Μόνο που δεν το έχει μάθει. Και συνεχίζει να ζει πιστεύοντας πως σε άλλους αρέσουν τα βιβλία του, σε άλλους όχι, σε κάποιους ενεργοποιούν θετικές σκέψεις, σε κάποιους άλλους... Όχι, αυτούς με τις αρνητικές σκέψεις αποφεύγει να τους φανταστεί. Και στο τέλος τους ξεχνάει... Τους ξεχνάμε εμείς οι συγγραφείς τους αναγνώστες που δε μας αγάπησαν. Και ξεχνάμε κάποια αντίτυπα των έργων μας που μπορεί να μουχλιάζουν σε αποθήκες ή να μουλιάζουν στα πεζοδρόμια
Συγγραφικές πληγές σε μη εμφανή σημεία του σώματός μας.
Έτσι είναι!... Ας μη παραπονιόμαστε. Ας μην είχαμε εκδοθεί... Όποιος και με όποιον τρόπο εκδίδεται ρισκάρει.