24.2.14

Το παιδικό βιβλίο στην Ελλάδα –παρελθόν, παρόν, μέλλον

Ανήκω στην ομάδα εκείνων των συγγραφέων που πρωτοπαρουσιάστηκαν τα πρώτα, πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και με το πάθος του νέου που επιτέλους γεύεται την ελευθερία έκφρασης, στραφήκαμε πρώτα προς τη συγγραφή παιδικών βιβλίων.
Θυμίζω –έτσι για να φρεσκάρουμε τη μνήμη μας- ονόματα όπως αυτά της Ευγενίας Φακίνου, της Αθηνάς Παπαδάκη, της Ελένης Σαραντίτη  κ.α.
Ενώσαμε τις φωνές μας με εκείνες που λίγα ή και περισσότερα χρόνια πιο πριν είχαν εκδώσει βιβλία –κι εδώ να θυμηθώ τον Παντελή Καλιότσο, την Λότη Πέτροβιτς, τη Μάρω Λοίζου κ.α.
Όλοι μας πιστεύαμε πως αν ο τόπος μας –ο ελεύθερος πλέον τόπος μας- ήθελε να εξακολουθήσει να έχει μια καλή λογοτεχνία, έπρεπε πρώτα απ΄ όλα να δημιουργήσει ένα καλό αναγνωστικό κοινό. Και τους  καλούς αναγνώστες τους φτιάχνεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Τους βρίσκεις στο Δημοτικό, μένεις μαζί τους στο Γυμνάσιο και τους μυείς καθώς φοιτούν στο Λύκειο στα μυστήρια της γλώσσας και των κρυμμένων νοημάτων της.
Πιστεύαμε πως η λογοτεχνία είναι μία και μόνη. Και είναι ο αναγνώστης που διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο αυτός προσεγγίζει το κείμενο. Γι αυτό και τόσο συχνά τονίζαμε πως ο όρος «Παιδική Λογοτεχνία»  δεν είναι τόσο σωστός. Στη θέση του προτείναμε το «Λογοτεχνία ΚΑΙ για παιδιά».
Το εκδοτικό τοπίο που εκείνα τα χρόνια συναντήσαμε, αν εξαιρέσεις τη κλασική αξία της Εστίας, το προοδευτικό προφίλ του Κέδρου και ίσως μια ή δυο ακόμα θετικές περιπτώσεις, ασχολιότανε με το αν ένα παιδικό βιβλίο είναι για κορίτσια ή αγόρια και αν είναι για παιδιά επτά, ας πούμε, χρονών και όχι για παιδιά που κλείνανε τα δέκα τους χρόνια.
Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια –όχι ίσως πολλά, και σίγουρα μέσα στην δεκαετία του ’80- για να δούμε νέους εκδότες να επενδύουν στην λογοτεχνική ποιότητα του παιδικού και νεανικού βιβλίο. Πρόχειρα θυμίζω τον Καστανιώτη, τον Πατάκη, τον Ψυχογιό.
Παράλληλα εκφράζεται με μια ουσιαστική συχνότητα και η κριτική των βιβλίων για παιδιά και νέους .
Οι εκδότες, λοιπόν, πιστέψανε στην ποιότητα και στο σύνθημα «Λογοτεχνία ΚΑΙ για παιδιά», αφού πρώτα γραφτήκανε τα πρώτα κείμενα που το υλοποιούσαν και βέβαια βρεθήκανε δίπλα στους συγγραφείς οι σημαντικοί και ουσιαστικοί υποστηρικτές τους –οι δάσκαλοι. Κάποιοι δάσκαλοι  που τολμήσανε να  φέρουν μέσα στην τάξη τους δημιουργούς, να διοργανώσουν τα πρώτα συνέδρια και σεμινάρια.
Η πολιτεία δίσταζε να πάρει θέση. Έπρεπε αρκετά να πιεστεί από τις προτροπές  που συντόνιζε ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου  (σωματείο που μαζί με τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά για χρόνια πιο πριν είχαν ξεκινήσει την προσπάθεια για τη διάδοση του παιδικού βιβλίου) για να προχωρήσει στην έκδοση μιας εγκυκλίου που προέτρεπε τους  εκπαιδευτικούς να διοργανώνουν εκδηλώσεις μέσα στο σχολείο και   να προσκαλούν συγγραφείς και εικονογράφους εκεί γύρω από την 2α Απριλίου που καθιερωνότανε ως η μέρα γιορτής για το βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά και νέους.
Είναι γεγονός επίσης σημαντικό πως (πάντα μετά από πιέσεις του Κύκλου και άλλων μεμονωμένων  ατόμων) στα Παιδαγωγικά Τμήματα καθιερώθηκε το μάθημα της Παιδικής Λογοτεχνίας.
Και μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μελέτης και έρευνας της παιδικής λογοτεχνίας, μια ομάδα συγγραφέων και μελετητών στήνουν το πρώτο περιοδικό που ασχολείται με θεωρητικά ζητήματα  -Διαδρομές, ο τίτλος του- ενώ αμέσως σχεδόν ακολουθεί και ένα ακόμα –η Επιθεώρηση Π. Λ.
Σιγά, σιγά οι δάσκαλοι αποκτούσαν μια καλή γνώση για το τι σημαίνει καλή λογοτεχνία που θα κέρδιζε το ενδιαφέρον των μαθητών τους, ενώ παράλληλα οι συγγραφείς πιέζανε να προχωρήσει αυτού του είδους η ενημέρωση και στα παιδιά του Γυμνασίου και στους εφήβους των Λυκείων.
Αρχές της δεκαετίας του ’90 έχομε πια φτάσει και από τις Εκδόσεις Πατάκη δημιουργείται η σειρά «Παρουσίας» - η πρώτη με συνέπεια επιλογών σειρά μυθιστορημάτων για νέους. Και νομίζω πως έχω το δικαίωμα να εκφράζω τη χαρά μου που εγώ ήμουν αυτός που με την ιδιότητα του συμβούλου στις Εκδόσεις Πατάκη, έκανα την επιλογή των τίτλων εκείνης της σειράς, μιας σειράς που φιλοξένησε ονόματα συγγραφέων όπως του Κόρμιερ  και του Μπέρτζες.
Έτσι η γκάμα των βιβλίων που απευθύνονται σε ανήλικους αναγνώστες διευρύνεται και μαζί  μεγαλώνουν και οι πιέσεις πως εκτός από τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για το τι κυκλοφορεί στον χώρο αυτό της λογοτεχνικής παραγωγής και οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Οι πιέσεις μέχρι τώρα δεν έχουν αποδώσει –εννοώ  πως οι πόρτες των φιλολογικών σχολών των πανεπιστημίων παραμένουν κλειστές για τη νεανική λογοτεχνία. Παράλληλα –ας το επισημάνω κι αυτό- στα παιδαγωγικά τμήματα όπου διδάσκεται η παιδική λογοτεχνία, επειδή οι απόφοιτοι τους βασικά ως δάσκαλοι θα περάσουν την ζωή τους , η διδασκαλία των κειμένων γίνεται περισσότερο προς μια κατεύθυνση παιδαγωγική παρά με απαιτήσεις φιλολογικής προσέγγισης. Με άλλα λόγια το λογοτεχνικό κείμενο αντιμετωπίζεται περισσότερο ως εκπαιδευτικό εργαλείο και λιγότερο ως καλλιτεχνικό γεγονός.
Έχει –πιστεύω- σημασία αυτή η επισήμανση. Και όπως μάλιστα η κριτική, η μάχιμη κριτική της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας  έχει πλέον εξαφανιστεί η σχεδόν, το λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά δεν βρίσκει εκείνους που θα το αναλύσουν ως λογοτεχνικό έργο.
Στη δεκαετία του ’80 είχαμε κάπως περισσότερα έντυπα που αφιέρωναν σελίδες τους στη κριτική της Π. Λ. Η Καθημερινή με την Βίτω Αγγελοπούλου, ο Ριζοσπάστης με την Ζωή Βαλάση, λίγο αργότερα η Αυγή με την Αθηνά Παπαδάκη κι εμένα, το Διαβάζω με την Ελένη Παμπούκη υπήρξαν χώροι όπου κριτικές προσεγγίσεις δημοσιεύοντας.  Από το ’90 και μετά μόνη ουσιαστική και σταθερή κριτικός ήταν η Ελένη Σαραντίτη στην Ελευθεροτυπία.
Σήμερα μόνο σε κάποια διαδικτυακά περιοδικά συναντάμε κριτικές για παιδικά βιβλία, αν και είναι παρήγορο πως και ανεξάρτητα βιβλιοφιλικά blogs ασχολούνται και μάλιστα με έντονο ενδιαφέρον με το είδος αυτό των κειμένων.
Αλλά το κύριο γεγονός παραμένει. Από τη μια έχουμε πανεπιστημιακές προσεγγίσεις που ρέπουν προς μια παιδαγωγική ανάλυση και από την άλλη απουσιάζει ο διάλογος που η κριτική προσέγγιση μπορεί να προκαλέσει.
Αλλά ας επιστρέψουμε σε μια χρονολογική καταγραφή της πορείας του βιβλίου για παιδιά.
                                                                       Στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα το παιδικό / εφηβικό βιβλίο παρουσιάζει μια άνθηση ποσοτική.
Μα αυτή η ποσοτική αύξηση δεν είναι άμοιρη με το έργο που ήδη έχει εδραιώσει με τις ενέργειές του το ΕΚΕΒΙ.
Το Κέντρο αυτό, από τον πρώτο χρόνο της ύπαρξής του έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη προώθηση και άνθηση του παιδικού βιβλίου. Με ειδικά προγράμματα, με καινοτόμες δράσεις στήριξε εκδότες , συγγραφείς και εικονογράφους, επιμόρφωσε δασκάλους και κατάφερε να δώσει μια επίσημη κάλυψη στην παρουσία του λογοτεχνικού βιβλίου και των δημιουργών του στις τάξεις.
Παράλληλα η οικονομική ευμάρειας των ελλήνων τους έδωσε την ευκαιρία να αγοράζουν βιβλία για τα παιδιά τους.
Η πολιτεία σκέφτηκε να δημιουργήσει 500 τόσες βιβλιοθήκες σε Γυμνάσια και Λύκεια. Βιβλιοθήκες  άρτια εξοπλισμένες τεχνικά και με πολλά, πάρα πολλά βιβλία.
Η ανάπτυξη του είδους ήταν φυσικό να δημιουργήσει υπερπροσφορά. Και όπως δεν υπήρχε μια κριτική αποτίμηση των έργων, άρχισε να δημιουργείται σε ένα πλατύ κοινό μια σύγχυση. Η ακριβή έκδοση  -γυαλιστερά εξώφυλλα, πολύχρωμες εικόνες- κάλυπταν το ανούσιο των κειμένων. Κι αυτό που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχαμε πιστέψει πως το νικήσαμε –την απαξίωση του είδους- επανήλθε από άλλο δρόμο . Τώρα το εύκολο εκδοτικό κέρδος από τη μια και η ιδέα πως ένα παραμύθι γράφεται στο πόδι και πως θα μπορεί να κερδίσει το κοινό αν έχει ως βάση του μηνύματα οικολογικά, κοινωνικά κλπ, έκανε πολλούς εκδότες να επενδύσουν σε κείμενα άψυχα και καθόλου ποιοτικά.
                                                                           Οι καλοί εκδότες  και οι καλοί συγγραφείς συνέχισαν να εκδίδουν και να γράφουν. Μα κάποιος έπρεπε να προσπαθήσει να βάλει σε μια τάξη τα πράγματα.
Νομίζω πως εδώ το ΕΚΕΒΙ έπαιξε τον ρόλο του.
Με πολλά και διάφορα προγράμματα ξεκίνησε να φέρνει τους συγγραφείς στα σχολεία και παράλληλα να επιμορφώνει τους εκπαιδευτικούς για το πώς μπορούν πλέον αποτελεσματικά να   καλλιεργούν τη φιλαναγνωσία στους μικρούς μαθητές τους.
Την ώρα που το ΕΚΕΒΙ προσπαθούσε να δημιουργεί θετικό κλίμα στους μαθητές, το Υπουργείο Παιδείας έκλεινε στην ουσία τις 500 τόσες βιβλιοθήκες καθώς τους στερούσε ένα μόνιμο άτομο για να τις λειτουργεί. Και στη συνέχεια το Υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε στην πράξη εκείνη η οποία έχει ως στόχο της όχι απλώς να αποδυναμώσει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μα να το καταργήσει ολοκληρωτικά.
Η μη ύπαρξη ενός φορέα για του βιβλίο  που θα λειτουργεί με ευελιξία και τεχνογνωσία είναι πλήγμα μέγιστο για όλο το χώρο του βιβλίου και των ανθρώπων που γι αυτό εργάζονται και δημιουργούν.
Στην περίπτωση όμως του παιδικού – νεανικού βιβλίου μια τέτοια πράξη αποτελεί  στην κυριολεξία πισώπλατο κτύπημα που μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες ή πολύ δύσκολα θεραπεύσιμες αναπηρίες.
Κι αυτό γιατί καθώς η κρίση η οικονομική έχει από τη μια δημιουργήσει προβλήματα οικονομικής υφής στο χώρο του βιβλίου και από την άλλη έχει κτυπήσει καίρια τη κοινωνικές συνοχές, τα βιβλία που κυρίως πλέον γράφονται και κυκλοφορούν στοχεύουν ή στο εύκολο κέρδος ή στην «αμάσητη» και επιδερμική μυθιστοριοποίηση της κρίσης.
Χαριτωμένα και παιχνιδιάρικα κείμενα που προορίζονται απλώς και μόνο  να κάνουν το μικρό παιδί να χαμογελάσει, δίπλα σε κάπως εκτενέστερα κείμενα (μυθιστορήματα θέλουν να αυτοαποκαλούνται) που είτε στηρίζουν την πλοκή της στην παρουσία του διαδικτύου στη ζωή των σημερινών εφήβων  είτε χρησιμοποιώντας την μοδάτη δυστοπία,  αναζητούν και στις δυο περιπτώσεις  τρόπους να παρασύρουν μα και να παγιδέψουν τη συνειδητοποίηση του σημερινού κόσμου εκ μέρους του νεαρού τους αναγνώστη.
Και υπάρχουν άνθρωποι που από διάφορες θέσεις (μέλη επιτροπών, αναγνώστες εκδοτών, αυτοχριζόμενοι κριτικοί) επικυρώνουν με τις κρίσεις τους αυτά τα βιβλία και έτσι παρασύρουν σε αδιέξοδες αναζητήσεις τους νεαρούς φίλους του βιβλίου. Αχ, πόσο σημαντικό είναι –αλλά πόσο συχνά ξεχνιέται- οι ασχολούμενοι με το παιδικό και εφηβικό βιβλίο να έχουν ια ευρύτατη καλλιτεχνική καλλιέργεια! Να γνωρίζουν λογοτεχνία και θέατρο, να παρακολουθούν κινηματογράφο, να ακούνε μουσική… Η μια Τέχνη μπολιάζει την άλλη.
Όλα αυτά είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν κάτω από την αιγίδα ενός Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Και ίσως να μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως αυτή η προσπάθεια είχε ξεκινήσει μέσα από το φιλόδοξο πρόγραμμα φιλαναγνωσίας.
Το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε να εφαρμόζεται  στα 12θε΄σια Δημοτικά και έπρεπε να επεκταθεί και στα υπόλοιπα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και αμέσως μετά να απλωθεί και σε εκείνα της Δευτεροβάθμιας.
Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η καθιέρωση μια ώρας για τη λογοτεχνία, ο εμπλουτισμός των σχολικών βιβλιοθηκών, η επισκέψεις συγγραφέων και εικονογράφων –όλα αυτά κάτω από ένα με άποψη σχεδιασμένο πρόγραμμα, μόνο καλό μπορούσαν να φέρουν στην υγιή ανάπτυξη και διάδοση του παιδικού και εφηβικού βιβλίου. Στην καλλιέργεια εν τέλει όλων όσων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ασχολούνται με το βιβλίο για παιδιά και νέους.
Ασφαλώς παρουσιάστηκαν  μέσα στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του κάποια ζητήματα που η αρμόδια επιστημονική επιτροπή είχε επισημάνει και σκεπτόταν τρόπους αντιμετώπισής τους.  Αλλά η απόφαση του αρμόδιο υπουργού δεν άφησε κανένα περιθώριο. Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ είχε προαποφασισθεί, φαντάζομαι μέσα στα πλαίσια μιας υποβάθμισης της πνευματικής εξέλιξης των παιδιών μας, μια γενικότερης υποβάθμισης της καλλιέργειας των πολιτών. Όπως ακριβώς εκεί στόχευε και η μετατροπή των 500 τόσων βιβλιοθηκών από ζωντανούς χώρους σε αποθηκευτικούς.
Μου ζητήθηκε να μιλήσω για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του παιδικού βιβλίου.
Όλη μου τη ζωή την έχω περάσει μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Παιδιά ήταν οι πρώτοι μου αναγνώστες και σήμερα έρχονται να με συναντήσουν κρατώντας από το χέρι τα δικά τους παιδιά.  Μαθητές δημοτικών σχολείων έρχονται  και μου ζητούν να τους αφιερώσω κάποιο βιβλίο μου και όπως το ανοίγω για να γράψω το όνομά τους, βλέπω με το ίδιο μου το χέρι να έχω χρόνια πριν γράψει το όνομα της μητέρας ή του πατέρα τους.
Συγγραφείς νεώτεροι βρήκαν χώρο να εκδώσουν τα έργα τους μετά από δική μου παρέμβαση. Νέες τάσεις του εξωτερικού μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας γιατί κάποιοι εκδότες εμπιστεύθηκαν την κρίση μου.
                                   
Και μέσα στα σχολεία με υποδέχονται με αγάπη και εκτίμηση.
Πολλοί υπήρξαν οι εκδότες, όπως και  οι κατά καιρούς ηγεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και του ΕΚΕΒΙ που με εμπιστεύθηκαν. Ναι, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ανήκω στους διαπλεκόμενους και στους παρατρεχάμενους της εξουσίας. Αλλά θα μπορούσε επίσης κάποιος να με θεωρήσει πως είμαι ένας συγγραφέας που αφιέρωσε το χρόνο του στο να βοηθήσει το παιδικό, το καλό λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά και νέους να βρει τη θέση που στις άλλες χώρες της Ευρώπης έχει και στη δικιά μας πατρίδα. 
Τι από τα δυο ισχύει;
Ας δούμε ποιοι με εμπιστεύθηκαν και ποιοι με πολέμησαν. Και ας κρίνουμε.
Ο άνθρωπος που η πολιτεία του ανέθεσε για κάποιο διάστημα να υπηρετήσει τον Πολιτισμό φαίνεται πως μελέτησε και έκρινε και αποφάσισε.
Ο άνθρωπος αυτός έχει πλέον ακολουθήσει τον δρόμο των προκατόχων του. Αποχώρησε. Εμείς που μια ολόκληρη ζωή δημιουργούμε πολιτισμό θα είμαστε πάντα εδώ.
Έμεινα, λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό που προσωπικά βρέθηκα να είμαι μπλεγμένος, όχι για να δικαιολογήσω προθέσεις και πράξεις μου, αλλά γιατί μου αρέσει ξεκάθαρα να ζητώ να διαχωρίζεται το έργο μου από τις υπόγειες διαδρομές μιας πολιτικής που συρρικνώνει το βιβλίο.
Σας παρουσίασα το παρελθόν. Το παρόν το ζούμε.
Τα βιβλία που κυριαρχούν αν δεν είναι μεταφρασμένες ιστοριούλες με νεράιδες, πριγκίπισσες κλπ, είναι μικρές ευρηματικές ιστορίες με θαυμάσιες εικονογραφήσεις, λογοτεχνίζοντα κείμενα με κοινωνικά ή οικολογικά προβλήματα και ακόμα  -αν δούμε το τι προσφέρεται σε μεγαλύτερα παιδιά- μυθιστορήματα δυστοπίας ή έξαλλης φαντασίας. Λες και ο στόχος των περισσοτέρων συγγραφέων είναι να κάνουν το σημερινό παιδί και έφηβο να ξεχαστεί ή σε απλοϊκές ιστοριούλες ή σε ανερμάτιστες περιπέτειες.

                                                           

Σχετικά πρόσφατα, σε εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και παράλληλα ιδιαίτερα γνωστό και καθόλα έντιμο όσο και ταλαντούχο συγγραφέα λογοτεχνικών έργων για ενήλικες του τέθηκε, από κάποιον δημοσιογράφο, η παρακάτω ερώτηση:
Το μυθιστόρημα και πόσο μάλλον το παιδικό βιβλίο θέτουν πρότυπα; Μπορεί να επηρεάσουν τη στάση και τη συμπεριφορά ενός νέου ανθρώπου; Και αν ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει ένα νέο, πώς φαντάζεστε αυτή την επίδραση;

Ο συγγραφέας έδωσε την εξής απάντηση:

Αν μιλάμε με όρους παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, υπάρχει αναπόφευκτα μια παιδευτική και διδακτική διάσταση, είναι κάτι το οποίο το συμμερίζομαι και ως δάσκαλος. Ούτως ή άλλως υπάρχει μίμηση προτύπων, διότι υπάρχουν πάρα πολλοί σημαντικοί χάρτινοι ήρωες που επηρεάζουν τα παιδιά. Αν πάμε όμως στη λογοτεχνία των ενηλίκων, όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί της ηλικίας, νομίζω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις. Η περίπτωση της παιδικής λογοτεχνίας είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα ενηλίκων, τα πρότυπα μπορεί να υπάρχουν, γιατί όχι; Ο διδακτισμός όχι. Ο διδακτισμός και η τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί.


Θα συμφωνήσω μαζί του πως διδακτισμός και τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί. Μόνο που εγώ σε αυτό το ‘ποτέ’ δεν βάζω όρια ανάμεσα στα είδη της λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και σε αυτήν για ενήλικες αναγνώστες.
Μια ιστορία για παιδιά που θέλει να διδάξει δεν είναι λογοτεχνία. Η λογοτεχνικές ιστορίες μπορεί να ενημερώνουν, μα κυρίως ευαισθητοποιούν. Προσπαθούν να κατανοήσουν τις πράξεις των ανθρώπων και να τις ερμηνεύσουν. Και αυτήν την κατανόηση και την ερμηνεία την μεταδίδουν στον αναγνώστη τους.
Την ηλικιακή ταυτότητα των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνονται  δεν πρέπει να τη δίνουν τα ίδια τα κείμενα, αλλά οι αναγνώστες τους.
Οι αναγνώστες διαχωρίζονται με βάση τα ενδιαφέροντά τους, τις γνώσεις τους, τις ψυχολογικές και συναισθηματικές ανάγκες τους, τις εμπειρίες τους, την κοινωνική τους τάξη.
Αυτή η θέση, στην χώρα μας εμφανίστηκε αμέσως μετά την δικτατορία (ίσως και με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και λίγο πιο πριν) και μέσα στη δεκαετία του ’80 εδραιώθηκε. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν και με το ήθος τους καθόρισαν την λογοτεχνία για παιδιά και νέους, συγγραφείς όπως η Ζέη, η Σαρή, η Λοίζου, ο Καλιότσος, η Πέτροβιτς, η Μάρα, η Φίλντιση, ο Ι. Δ. Ιωαννίδης, η Γκέρτσου – Σαρρή και κάμποσοι ακόμα άλλοι.
Μα σήμερα υπάρχει –το είπαμε και πιο πριν- μεταξύ των άλλων καταναλωτικών προθέσεων και μια τάση να γράφονται και να εκδίδονται ‘λογοτεχνικά’ έργα για παιδιά με έντονη διάθεση διδακτισμού. Αυτό γίνεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της έκπτωσης των αξιών και της προώθησης κάθε τι που μπορεί να αποφέρει άμεσο κέρδος.
Είναι κρίμα να βλέπει κανείς αυτήν την οπισθοδρόμηση στο χώρο του παιδικού – νεανικού βιβλίου και ασφαλώς όσοι αγαπάμε την λογοτεχνία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η εξοικείωση με αυτήν ξεκινά από τα πρώτα μας χρόνια  με τα πρώτα μας αναγνώσματα.    
Αλλά δίπλα σε αυτά τα βιβλία κυκλοφορούν ακόμα κάποια άλλα που δεν αναζητούν τρόπους να διδάξουν το νεαρό αναγνώστη, αλλά να τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι εσωτερικών εξερευνήσεων και ανακαλύψεων του κόσμου των άλλων. Και σε τέτοια ταξίδια κανένας διδακτισμός δεν μπορεί να υπάρξει.
Έτσι, λοιπόν, –για να επανέλθω στη σκέψη του αληθινά αγαπημένου συγγραφεά- πιστεύω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις όχι μόνο σε ένα είδος της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Και η πορεία που ένα παιδί ακολουθεί για να επιλέξει το ποιος λογοτεχνικός ήρωας μπορεί να γίνει το πρότυπο, ακολουθεί τον ίδιο δαιδαλώδη διάδρομο που διασχίζει ο κάθε ενήλικος για να ανακαλύψει τη λογοτεχνική περσόνα που θα θαυμάσει και ίσως ταυτιστεί μαζί της. 
Τα παιδιά δεν είναι ένα ξεχωριστό βιολογικό είδος, μα άνθρωποι σε μια  φάση της ζωής τους. Πονούν, φοβούνται, αγαπούν, ονειρεύονται, ελπίζουν, θυμώνουν όπως ακριβώς και κάθε άλλο άτομο είτε είναι 10 χρονών ή 20, 40, 60 ή 80. Αν σε κάτι διαφέρει ο τρόπος που βιώνουν και εκφράζουν όλα αυτά τα συναισθήματα, είναι πως δεν τα έχουν πολλές φορές γνωρίσει. Μα έτσι κι αλλιώς και ο εξηντάχρονος περισσότερες φορές έχει φοβηθεί, αγαπήσει κλπ από τον τριαντάχρονο.  Η ποσοτική διαφορά όσο σημαντική κι αν είναι δεν γίνεται σημαντικότερη της ποιοτικής  ομοιότητας.

Γι αυτό και ας θυμόμαστε πως εν τέλει από τη μια πλευρά είναι τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Δεν είναι τα κείμενα που επιλέγουν τους αναγνώστες τους, αλλά αυτοί εκείνα που θα θελήσουν να διαβάσουν.



                                                 

Μα ας προχωρήσουμε…
 Ποιο θα είναι το μέλλον του παιδικού βιβλίου;
Πρώτα απ΄ όλα πιστεύω πως άμεσα πρέπει η παιδική και νεανική λογοτεχνία να αντιμετωπισθεί με τη μια κριτική διάθεση παρόμοια με αυτή της λογοτεχνίας των ενηλίκων. Και βέβαια αναγνωρίζω πως και στη λογοτεχνία των ενηλίκων υπάρχει παραλογοτεχνία, αλλά υπάρχει και καθαρή τέχνη του λόγου. Το ίδιο πρέπει να προσπαθήσουμε να συμβεί και στα λογοτεχνικά έργα που απευθύνονται στα παιδιά μας.
Και να μην ξεχνάμε πως αυτοί που είτε ως μέλη επιτροπών είτε ως κριτικοί θα πρέπει να διαβάζουν όχι μόνο παιδικά βιβλία, αλλά γενικά να διαβάζουν και μάλιστα να διαβάζουν κείμενα δοκιμιακά, θεωρητικών προβληματισμών.
Αλλά πέρα από αυτά τα θετικά που θα πρέπει να συμβούν, υπάρχουν και κάποια άλλα που ήδη συμβαίνουν και που θέλω να πιστεύω πως αν δεν χαράζουν το μέλλον, σίγουρα το επηρεάζουν. Ανήκω σε μια αρκετά  μεγάλη ομάδα συγγραφέων και εικονογράφων. Δίπλα μας εκδότες που έχουν όραμα όχι μόνο κέρδους αλλά και προσφοράς. Πήραμε όλοι εμείς στα χέρια μας το πρόγραμμα φιλαναγνωσίας. Οι δάσκαλοι μας υποδέχτηκαν ίσως στην αρχή κάπως διστακτικά, μετά όμως  με αγάπη.
Λοιπόν, από αυτούς τους δασκάλους ζητώ να δούνε τα έργα της λογοτεχνίας για παιδιά με τις απαιτήσεις που θα ζητούσαν να υπάρχουν και στα λογοτεχνικά έργα που αφορούν τους ενήλικες.
Οι δάσκαλοι πρέπει να διαβάζουν και όχι μόνο βιβλία για παιδιά.
Το μέλλον δεν είμαι μάντης για να το φανταστώ. Αλλά μπορώ ως άνθρωπος και συγγραφέας να το σχεδιάσω. Και να αγωνιστώ  για να γίνει πραγματικότητα.
Κάποτε –και με αυτή την ανάμνηση τελειώνω-  ένας μαθητής της Α Γυμνασίου με ρώτησε:
«Αυτά που γράφετε επηρεάζουν αυτά που ζείτε ή αυτά που ζείτε επηρεάζουν όσα γράφετε;»
Ένα παιδί ζήτησε να επιβεβαιώσει την πιο βαθιά ουσία της λογοτεχνικής πράξης.
Οφείλω, οφείλουμε να του την προσφέρουμε αυτήν την επιβεβαίωση.


(Ομιλία μου στο Σύλλογο Εκπαιδευτικών Ηρακλείου Κρήτης 'Νίκος Καζαντζάκης' τον Φεβρουάριο του 2014)









8.2.14

Για τα χρόνια μιας αστόχαστης ξεγνοιασιάς....

[...]  Ήθελα να γράψω για τα χρόνια μιας αστόχαστης ξεγνοιασιάς που στάθηκαν η αιτία να οδηγηθούμε στον καιρό του απόλυτου εξευτελισμού [...] 

Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- των δυο πρόσφατων βιβλίων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, «Μέλι κόλλησε στα χείλη» (μυθιστόρημα για ενήλικες) και «Μανόλο &  Μανολίτο» (μυθιστόρημα για παιδιά), αλλά και τις σχέσεις με τους ήρωες τους. 



Κάθε βιβλίο έχει την ιστορία του.

Συνηθίζω να λέω πως θα μπορούσα την αυτοβιογραφία μου (αν πότε την έγραφα) να τη χώριζα σε κεφάλαια τόσο όσα είναι τα βιβλία που έχω γράψει. Μα το τελευταίο (προς ώρας) κεφάλαιο αυτής της αυτοβιογραφίας, θα είχε ως τίτλο του τους τίτλους των δυο τελευταίων μου βιβλίων, που και τα δυο μέσα στο 2013 κυκλοφόρησαν.

Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2013 όταν αποφάσιζα να ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα με τίτλο "Μέλι κόλλησε στα χείλη". Ήθελα να γράψω για τα χρόνια μιας αστόχαστης ξεγνοιασιάς που στάθηκαν η αιτία να οδηγηθούμε  στον καιρό του απόλυτου εξευτελισμού.

Επέλεξα ως τόπο δράσης των γεγονότων μια επαρχιακή πόλη που αγαπώ και ένα κοντινό σε αυτή χωριό που το λατρεύω. Δεν είναι οι τόποι που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είναι τόποι που διάλεξα να ζήσω μέρος της ζωής μου. Και γι αυτό ιδιαίτερα αισθάνομαι πως η δική τους εξέλιξη είναι καθρέφτης και της δικής μου.

Η ηρωίδα του μυθιστορήματος αυτού, η Μέλω, είναι ένα αστόχαστο κορίτσι που φτάνει να γίνει κάποια μέρα μια τραγική γυναίκα.
Μέσα στη δική της πορεία προς την τιμωρία, εγώ έκρυβα προσωπικές ενοχές και καταγγελίες.

Η Μέλω ήταν, πλέον, μέρος της ζωής μου, όπως μέρος της ζωής μου είναι και το πρόσωπο του αληθινό που πάνω του στήριξα την αδιέξοδη πορεία της ηρωίδας μου.

Αλλά τα παιδιά σου δεν τα αφήνεις αβοήθητα στις μάχες της ζωής. Και τα βιβλία για ένα συγγραφέα, παιδιά του κι αυτά είναι. Παιδιά του και τα πρόσωπα που γέννησε μέσα στις σελίδες τις χάρτινες.

Κι ενώ η Μέλω βήμα το βήμα ανέβαινε τον Γολγοθά της, της έστειλα να της σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπο, τον Μανόλο.

Αυτός είναι ένας ηλικιωμένος συγγραφέας που έχει ως συντροφιά του ένα λευκό σκυλί που το φωνάζει Νύχτα και ζει μόνος του σε ένα σπίτι, κάπου κοντά σε ένα ποτάμι.

Η ηρεμία του, η περισυλλογή του, ο στοχασμός του ζήτησα να παρηγορήσουν την Μέλω. Και ο Μανόλο με άκουσε, με υπάκουσε…

Μα πονούσε… Την ώρα που στεκότανε δίπλα στη νέα γυναίκα που έφτανε στο φονικό, την ίδια ώρα κι εκείνος  μάτωνε…

Και τότε –πάλι εγώ ο πατέρας/ αφέντης δημιουργός- αποφάσισα να γεννήσω έναν ακόμα ήρωα  που με τη σειρά του θα πήγαινε να σφίξει το χέρι του κουρασμένου συγγραφέα.

Κι έφτιαξα τον Μανολίτο. Ένα αγόρι που αναζητά την αλήθεια την ώρα που βοηθά την αγάπη να φανερωθεί. Από την αγάπη - καταστροφέα της Μέλως, στην αγάπη-  προσφορά του Μανολίτο.

Τα βιβλία κάποια στιγμή τελειώσανε. Κυκλοφορήσανε. Μέσα στα βιβλιοπωλεία, όμως, ποτέ δεν θα τύχει να βρεθούνε το ένα δίπλα στο άλλο.

Το ένα θα είναι στα ράφια των μυθιστορημάτων της ελληνικής λογοτεχνίας, το άλλο στα ράφια με τα βιβλία για παιδιά. Διαχωρισμοί που δεν είναι μόνο άδικοι, είναι –κυρίως αυτό- ανόητοι.

Γιατί κάποια στιγμή μπορεί κι αυτό να συμβεί –η λογοτεχνία να ισχυριστεί πως είναι μία και μόνη. Και πως όποιος θέλει να τη διαχωρίζει σύμφωνα με τις ηλικίες των πιθανών αναγνωστών της, κάνει μια απερισκεψία. Ξεχνά τις εσωτερικές ανάγκες, τις φωνές του συγγραφέα.

Με ρωτάνε συχνά πως γίνεται να γράφω άλλοτε για παιδιά κι άλλοτε για μεγάλους. Κι εγώ απαντώ με μια ερώτηση –Μα πως γίνεται να υπάρχουν συγγραφείς που να μη γράφουν και για ενήλικες και για παιδιά; Λες και δεν είναι πλέον απόλυτα συνειδητοποιημένο πως η πατρίδα του καθενός  μας είναι η παιδική του ηλικία.


Πρώτη δημοσίευση:  
http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/gia-ta-xronia-mias-astoxastis-ksegnoiasias-toy-manoy-kontoleon

4.2.14

Μυθιστόρημα αστυνομικό κι όχι μόνο




 Έρικα Αθανασίου 

Τρίτο μνήμα αριστερά

Iason Books

Η Έρικα Αθανασίου είναι δημοσιογράφος και γνωστή στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Δυο μυθιστορήματά της για παιδιά έχουν μέχρι σήμερα δει το φως της δημοσιότητας, ενώ σε συνεργασία με την Κίρα Σίνου έχει γράψει ένα ιστορικό εφηβικό μυθιστόρημα. Μια μονογραφία για το έργο της Σίνου (από τις ελάχιστες που έχουν γραφτεί για συγγραφείς της Π. Λ.) έχει επίσης την υπογραφή της Έρικας Αθανασίου.
Συγγραφέας, λοιπόν, που διαθέτει την ικανότητα να δημιουργεί έργα με έντονη πλοκή κι έτσι να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη της (κάτι που είναι απαραίτητο στοιχείο στα βιβλία που απευθύνονται σε αναγνώστες μικρών ηλικιών), μα και προσεκτικός συλλέκτης στοιχείων για τη ζωή και το έργο ανθρώπων (απαραίτητη ιδιότητα για όποιον συνθέτει μονογραφίες, αλλά και ασχολείται με τη μαχόμενη δημοσιογραφία) έρχεται –καθώς τέλειωνε η προηγούμενη χρονιά– να ξαφνιάσει με ένα μυθιστόρημα που τώρα όχι μόνο αφορά ενήλικο κοινό, αλλά και μπορεί κανείς να το εντάξει στη «μαύρη λογοτεχνία».
Μαύρη λογοτεχνία με την έννοια πως έχει να κάνει με έναν κόσμο όπου ο θάνατος είναι αυτός που καθορίζει και πλοκή και συνθήκες – ακόμα και οι ήρωές του σε αυτόν ανήκουν.
Ο τίτλος φανερώνει το κλίμα αυτό, αλλά δεν σε αφήνει να υποψιαστείς τις δυο άλλες παραμέτρους του μυθιστορήματος. Την αστυνομική του πλοκή και την έρευνα που αφορά ταφικά έθιμα ανά τους αιώνες και ανά πολιτισμούς.
Με μια διπλή δολοφονία αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγεται. Δυο μυστηριώδεις θάνατοι που τελικά θα ερμηνευθούν, καθώς το κεντρικό πρόσωπο του έργου θα μετατεθεί από την άλλη πλευρά των μνημάτων και μαζί με τους δυο δολοφονημένους θα ξεκινήσει την ανίχνευση των εγκλημάτων.
Η Έρικα Αθανασίου δεν θέλησε να περιοριστεί μόνο στην ανάπτυξη μιας ιστορίας που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη της. Ούτε ήταν μέσα στις προθέσεις της να του προξενήσει αισθήματα φόβου ή και τρόμου. Η απρόσμενη πλοκή διανθίζεται με έντονο χιούμορ, προχωρεί σε κριτικές στάσεις απέναντι σε κοινωνικά, καλλιτεχνικά, πολιτιστικά θέματα της εποχής μας. Προβληματίζεται για την ηθική του θανάτου και δεν εμποδίζει τους προβληματισμούς της να αναζητήσουν πιθανές ανάγκες και απαιτήσεις σε μια (όποιας μορφής) μεταθανάτιο ζωή.
Και, τέλος, προσφέρει μια πλούσια εξιστόρηση ταφικών εθίμων σε πολλούς πολιτισμούς και σε διάφορες θρησκείες, που έχουν μέσα στους αιώνες παρουσιαστεί.
Συχνά, σταματά τη συνέχιση των γεγονότων και κάνει κάποιους σχολιασμούς γύρω από λέξεις, νοήματα, απόψεις που έχουν να κάνουν με τον θάνατο και ό,τι αυτόν ακολουθεί:
«...Ίσως τελικά για έναν νεκρό να είχε μεγαλύτερη σημασία ο τρόπος ανάπαυσής του. Σκέφτηκε την αποκρουστική κυριολεκτική σημασία της λέξης "σαρκοφάγος", την οποίαν είχαν δανειστεί όλοι σχεδόν οι λαοί. Όσο ωραία ζωγραφισμένη ή σκαλισμένη και να ήταν, όσο ακριβό και αν ήταν το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένη, δεν έπαυε να είναι, όπως έλεγε και η λέξη, ο τόπος που έτρωγε τις σάρκες. Αντίθετα, η λέξη "κοιμητήριο" ήταν πολύ πιο πετυχημένη από τη λέξη "νεκροταφείο" που είχε επικρατήσει στα ελληνικά, παρότι τη δάνεισε επίσης σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, που ονόμαζαν τα νεκροταφεία τους cemetery. Το νεκροταφείο σαν λέξη είχε κάτι ιδιαίτερα μακάβριο. Καμιά από τις δυο λέξεις, ούτε ο "νεκρός" ούτε ο "τάφος" δεν παρέπεμπε σε ηρεμία, αντίθετα το "κοιμητήριο" παρέπεμπε σε έναν χώρο αναπαύσεως...»
Κι έτσι, αποδεικνύει πως υπήρξε και υπάρχει μια –ας την πούμε– κουλτούρα του θανάτου, που ανάλογα με τον τρόπο που έχει εκφρασθεί καταδεικνύει και το ήθος και τις ανοχές απέναντι στον θάνατο του πολιτισμού που τη δημιούργησε.
Ευρηματικό μυθιστόρημα, προσφέρεται για πολυσυλλεκτικές αναγνώσεις και εντέλει υποστηρίζει τη συμφιλίωση με την ιδέα της ζωής... από την άλλη πλευρά του μνήματος.


Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2129-trito-mnima

2.2.14

Agrinio Life - Μια συνέντευξη



-    Είστε ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων, αλλά γράφετε και μυθιστορήματα για ενήλικες όπως και κριτικά σημειώματα. Με το έργο σας αυτό γενικά και ειδικότερα με τα όσα έχετε γράψει για παιδιά προσπαθείτε να κάνετε τον κόσμο να καταλάβει πως τα παιδιά «Έχουν -πάντα- Δικαίωμα» στην γνώση, στην ασφάλεια, στην ελπίδα. Τι βλέπετε να έχει αλλάξει αυτά τα 20 χρόνια από την πρώτη έκδοση του «Έχω Δικαίωμα», σ’ αυτόν τον τομέα;
Ναι, όλα μου τα έργα είτε σε πρώτο, πρώτο επίπεδο, είτε πιο βαθιά κρυμμένο έχουν πάντα το μήνυμα πως κάθε άνθρωπος (και ειδικότερα κάθε νέος άνθρωπος) έχει δικαίωμα σε βασικές αξίες του πολιτισμού μας. Στην ελευθερία, στην υγεία, στην παιδεία, στην ταυτότητα… Τώρα αν μέσα στα χρόνια που έχουν περάσει και περνούνε, αυτά τα δικαιώματα τα απολαμβάνουν περισσότεροι άνθρωποι , περισσότερα παιδιά και έφηβοι, θα σας απαντήσω πως δεν με ενδιαφέρει και τόσο αν αυτοί που έχουν κερδίσει ένα ή και περισσότερα δικαιώματα είναι πολλοί ή λίγοι.  Έστω και ένα παιδί να έχει σωθεί γιατί εμβολιάστηκε, το θεωρώ μέγιστο κέρδος. Πόσο μάλλον που δεν είναι μόνο ένα, μα πολλά, πάρα πολλά. Το δράμα είναι πως ακόμα μένουν πολλά, πάρα πολλά να γίνουν… Από όλους μας.

-    Πόσο αισιόδοξος είστε για το μέλλον, για τις αλλαγές που έχει επιφέρει στη ζωή μας η τελευταία πενταετία; Τα σημερινά παιδιά δείχνουν να εγκαταλείπουν την προσπάθεια, να φεύγουν για ένα καλύτερο αύριο. Πώς μπορούμε να βαδίζουμε όμως χωρίς πίστη και ελπίδα, τι πρέπει να κάνουμε;
Ένας άνθρωπος που γράφει και μάλιστα γράφει και για τους νέους ανθρώπους δεν μπορεί παρά να είναι αισιόδοξος. Αισιόδοξος γιατί αντιστέκεται. Μάχεται. Αντίσταση είναι η Λογοτεχνία. Και γι αυτόν που την γράφει και για όσους την διαβάζουν. Γιατί η Λογοτεχνία μιλά για την ψυχή του ανθρώπου. Κι αν κάποια φορά σκύβει πάνω από τα οικονομικά μεγέθη δεν το κάνει μέσα από δείκτες και στατιστικές, αλλά μέσα από τα ανθρώπινα πάθη και όνειρα.

-    Γράφετε γιατί σας αρέσει να εκφράζετε τις απόψεις σας και να τις διαβάζουν οι αναγνώστες σας ή επειδή είναι εσωτερική ανάγκη κι έτσι εξωτερικεύετε τα δικά σας θέλω;
Γράφω γιατί εγώ θέλω να εκφρασθώ με αυτόν τον τρόπο. Γράφω γιατί με αυτόν τον τρόπο έχω αποφασίσει πως θέλω με τους άλλους να επικοινωνώ. Όσο πιο υποκειμενικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας συγγραφέας βλέπει τη ζωή, τόσο περισσότερο ενώνεται με την υποκειμενικότητα του αναγνώστη του. Η Τέχνη στηρίζεται στο υποκειμενικό. Το αντικειμενικό -αν υπάρχει και όπου υπάρχει- αφορά την τεχνολογία.

-    Ποιο όνειρό σας δεν έχετε πραγματοποιήσει ακόμη;
Όνειρα… Μα και μόνο το να ζεις την κάθε μέρα, είναι ένα όνειρο που κάθε μέρα εκπληρώνεται.

-    Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεστε το Αγρίνιο ή έχετε επαφή με την περιοχή μας και λόγω της γνωριμίας σας με τον κύριο Σκύφα, που κατάγεται από εδώ;
Όχι έχω ξαναέρθει. Μα πριν από πολλά, πάρα πολλά χρόνια.

-    Ευχαριστούμε για την πολύτιμη προσφορά σας, ελπίζουμε να σας ξαναδούμε στην πόλη μας και να μείνετε με τις καλύτερες εντυπώσεις από τον κόσμο που θα σας παρακολουθήσει.
Κι εγώ σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να πω κάποιες από τις σκέψεις μου και να τις μοιραστώ μαζί με τους αναγνώστες σας.

Ιουλία Ιωάννου
http://agrinio-life.gr/?p=2363

28.1.14

ΤΕΛΙΚΩΣ ΠΟΙΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ;



(Εισήγησή μου σε συνέδριο με θέμα ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ του Πανεπιστημίου Frederick Κύπρου, τον Ιούνιο του 2013)



 Όνειρο, γέλιο, εξέγερση –όλα αυτά στο ίδιο το βιβλίο και γραμμένα από το ίδιο άτομο; Αν ναι, τότε εγώ αναρωτιέμαι – Τελικώς, ποιος γράφει το βιβλίο;-ερώτηση μάλλον ρητορική, θα πείτε. Αλλά μήπως δεν είναι; Υπάρχει –το ξέρω- η θεωρία πως ο αναγνώστης είναι εκείνος που τελικά δίνει με την δική του προσωπική και εντελώς υποκειμενική ανάγνωση την μορφή που το έργο θα αποκτήσει. Αλλά όσο κι αν αποδεχτώ μια τέτοια άποψη, μένει πάντα μια άποψη που αναφέρεται κάθε φορά σε διαφορετικές αναγνώσεις, άρα εν τέλει δε μιλάμε για ένα συγκεκριμένο έργο, αλλά για πολλά, τόσα όσα θα είναι και οι αναγνώστες εκείνου που κάποια στιγμή βγήκε από το γραφείο αυτού που το δημιούργησε. Όμως η ερώτηση δεν έχει διατυπωθεί με πληθυντικό αριθμό –Τελικά ποιος γράφει τα βιβλία; Αλλά με ενικό – το βιβλίο. Ωραία, αποδέχομαι πως η πρώτη και ίσως και μοναδική απάντηση είναι –ο συγγραφέας. Αλλά μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ή τουλάχιστον δεν είναι πάντα έτσι… Πολύ υποκειμενικά είναι όλα αυτά, και όσα τώρα σκέφτομαι και μοιράζομαι μαζί σας. Μα είπαμε,  το υποκειμενικό είναι το βασίλειο της κάθε τέχνης, άρα κι αυτής του λόγου.
Ο συγγραφέας θεωρούμε πως είναι το άτομο που γεννά την ιδέα και από αυτήν στη συνέχεια συνθέτει το έργο –μυθιστόρημα, διήγημα, παραμύθι… Αλλά κάθε γέννα προϋποθέτει μια σύλληψη, μια γονιμοποίηση. Και για κάτι τέτοιο απαιτούνται πάντα δυο άτομα. Αυτό που θα γονιμοποιήσει και εκείνο που θα καρποφορήσει. Αν ο συγγραφέας είναι αυτός που θα θρέψει τον καρπό, ποιος είναι αυτός που τον γονιμοποιεί; Με άλλα λόγια, ποιος είναι ή τι –αν θέλετε- είναι αυτό που κάνει ένα συγγραφέα να ασχοληθεί με κάποιο θέμα και όχι με ένα άλλο, τι είναι αυτό που τον κάνει να το αναπτύξει με τον έναν ή με κάποιον άλλον τρόπο; Την έμπνευση, δηλαδή, ποιος την δωρίζει στον συγγραφέα;
Φαντάζομαι πως υπάρχουν κάμποσες απαντήσεις –η ψυχοσύνθεση του δημιουργού, το περιβάλλον ή η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία ζει, τα γεγονότα που του έχουν συμβεί, η διάθεσή του να εκφράσει την προσωπική του άποψη και θέση απέναντι σε κάποιο ζήτημα. Εν τέλει να καταθέσει τον υποκειμενικό του λόγο μπροστά σε ένα κοινό λίγο ή πολύ συνομηλίκων του. Κι έτσι δημιουργούνται έργα που άλλοτε περιγράφουν ένα όνειρο, άλλοτε χρησιμοποιούν την εκτόνωση ενός γέλιο, άλλοτε καταφεύγουν στην μαχητική έκφραση μιας εξέγερσης. Αυτά –και άλλα πολλά, ίσως και σε διάφορες μίξεις - τα αναγνωρίζουμε και τα μελετάμε όταν πρόκειται για λογοτεχνικά έργα που αφορούν τους ενήλικες. Αλλά για τα έργα της παιδικής λογοτεχνίας μπορούμε να ισχυριστούμε πως συμβαίνει κάτι παρόμοιο; Ως συγγραφέας, λοιπόν, σας μιλώ και μάλιστα πολλών, πάρα πολλών βιβλίων. Και βιβλίων που ανήκουν σε διάφορα είδη –παραμύθια, μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, θεατρικά… Άλλα από αυτά για παιδιά, άλλα για νέους, άλλα για ενήλικες. Όλα τα βιβλία –οι τίτλοι πιο σωστά- που έχουν κυκλοφορήσει με την υπογραφή μου, δεν έχουν συμβάλει με την ίδια δυναμική στη δημιουργία του συγγραφικού μου προφίλ. Λογικό και αναμενόμενο για ένα τόσο πληθωρικό συγγραφέα.
Υπάρχουν κάποια βιβλία μου που σηματοδοτούν κεντρικά σημεία μιας πορείας που άλλοτε στρεφότανε στα παιδιά, άλλοτε στους έφηβους, άλλοτε σε ενήλικες. Και τα περισσότερα από αυτά κατά κάποιο ονειρικό τρόπο δεν τα έγραψα εγώ, αλλά μου τα υπαγόρευσαν οι πρωταγωνιστές τους. Ξαφνιαστήκατε; Το δημιούργημα γίνεται να είναι ο δημιουργός; Ναι, γιατί όχι; Άλλωστε μπορεί οι περισσότεροι να πιστεύουν πως ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά υπάρχουν και άλλοι που ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος είναι που δημιούργησε τον θεό του. Αλλά… Ας μην προχωρήσουμε σ’ ένα τέτοιο δρόμο. Ας παραμείνουμε στις περιοχές της λογοτεχνικής πράξης και θέλω να σας θυμίσω πως κάποτε υπήρχαν, μα και τώρα υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που μπαίνουν στη δούλεψη ενός άλλου συγγραφέα και είναι αυτός που τους καθοδηγεί στο τι θα γράψουν και στο πώς. Αυτός με άλλα λόγια δημιουργεί ή συνθέτει και εκείνοι καταγράφουν τις δημιουργίες και τις συνθέσεις. Αυτούς τους αφανείς συγγραφείς τους λέμε negroes. Θέλετε να σας αποκαλύψω εκείνους τους ήρωές μου που χρησιμοποίησαν εμένα ως ένα… negro ; Δεν είναι η στιγμή να μιλήσω σχετικά για τους ήρωες –αφέντες βιβλίων μου της ενήλικης ή της εφηβικής λογοτεχνίας.
Αλλά τον ήρωα - αφέντη των βιβλίων μου για παιδιά,… μπορώ να πω πως είναι  Ο αδελφός της Ασπασίας (Πατάκης, Αθήνα 1993). Και για να σας μιλήσω για όνειρο και χιούμορ και εξέγερση, θα ζητήσω να γνωρίσετε καλύτερα αυτόν τον αδελφό ενός κοριτσιού που το λένε Ασπασία. Να γνωρίσετε τον αληθινό Δαμιανό. Όχι δηλαδή μόνο τον πρωταγωνιστή του έργου, μα και τον εμπνευστή του.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι από τα πιο αγαπημένα στους αναγνώστες μου –μικρούς και μεγάλους. Και βέβαια –αυτό ελάχιστοι το ξέρουν- ήταν ένα έργο που γράφτηκε μετά από παραγγελία. Πολύ συχνά η συγγραφή κατόπιν παραγγελίας θεωρείται από τους καθαρούς λάτρεις της λογοτεχνίας ως πράξη ανίερη εκ μέρους του συγγραφέα που υποκύπτει και την εκτελεί. Επιτρέψτε μου, όμως, να σας ξεναγήσω για λίγο στο παρελθόν αυτού του βιβλίου. Πρέπει να ήταν αρχές, αρχές της δεκαετίας του ’90. Ένας γαλλικός εκδοτικός οίκος αποφασίζει να ενεργοποιηθεί και στην ελληνική αγορά και μέσω του έλληνα εκπροσώπου του επιλέγει δυο ή τρεις έλληνες συγγραφείς για να του δώσουν έργα τους να εκδοθούν ταυτόχρονα εδώ και στη Γαλλία. Εγώ είχα ήδη κλείσει πάνω από δέκα χρόνια παρουσίας στην παιδική λογοτεχνία και ήμουνα πολύ καλά ενημερωμένος στο τι ακριβώς γράφεται στην Ελλάδα. Μα οι συγγραφικές μου ανησυχίες με είχαν κάνει να ψάχνω παρόμοια ενημέρωση και σε χώρες της Ευρώπης.
Είχα ήδη, λοιπόν, αρχίσει να παρακολουθώ την ευρωπαϊκή παιδική λογοτεχνία και κυρίως την αγγλική και γαλλική και διαπίστωνα διαφορές και ομοιότητες με τη δική μας. Άρα ήξερα το ύφος των παιδικών μυθιστορημάτων που οι γάλλοι εκδότες και μάλιστα ο συγκεκριμένος που σχεδίαζε την είσοδό του στην Ελλάδα, εκδίδανε. Από τα πλέον δημοφιλή στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό, μα και πολύ αγαπητά σε μένα, ήταν εκείνα τα έργα που στηριζόντουσαν πάνω σε οικογένειες κάπως προοδευτικών αντιλήψεων, αντισυμβατικών συμπεριφορών, με καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Τα γεγονότα της καθημερινότητάς τους τα παρουσιάζανε με ένα διακριτικό χιούμορ και παράλληλα σχολίαζαν κοινωνικά φαινόμενα και ενδο-οικογενειακές σχέσεις.
Τα υλικά της συνταγής, λοιπόν, τα γνώριζα. Αλλά ποιος θα ήταν αυτός που θα με μάθαινε δοσολογίες και τρόπους μαγειρέματος; Κάθε συγγραφέας –το έχω ψάξει, έτσι είναι!- έχει τη δική του τεχνική. Εγώ είμαι από τους συγγραφείς που συχνά χρησιμοποιούν πρόσωπα του οικείου περιβάλλοντός τους για να στηρίξουν ήρωες και καταστάσεις των μυθιστορημάτων τους. Λογικό ήταν κάτι παρόμοιο να επιχειρούσα και σε εκείνη την περίπτωση. Ναι, τα υλικά μπορούσε να μου τα προσφέρει η δική μου οικογένεια –προοδευτικές αντιλήψεις, αντισυμβατικότητα, καλλιτεχνικές δημιουργίες. Αλλά στη λογοτεχνία σημασία δεν έχει το τι γράφεις και περιγράφεις, αλλά το πώς το γράφεις και το περιγράφεις –οι δοσολογίες και οι τρόποι μαγειρέματος που μόλις προ ολίγου ανέφερα.
Και τότε ήταν που παρουσιάστηκε αυτός που θα αναλάμβανε να γράψει και να πρωταγωνιστήσει στο βιβλίο –ο Δαμιανός. Ο ήρωας του έργου είχε το πρότυπό του στην αληθινή ζωή – ο γιος μου ο Δομήνικος ήταν. Αλλά ο Δομήνικος υπήρξε ένα αγόρι, ίσως κάπως ασυνήθιστο, αλλά σίγουρα ένα αγόρι σαν πολλά άλλα αγόρια οχτώ μ’ εννιά περίπου χρονών. Και εδώ –θυμηθείτε, αυτό το «Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο;»- μπαίνει το ζήτημα αν αυτός που διάλεξε τον Δομήνικο ως πρόπλασμα του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος ήμουνα εγώ ή ο ίδιος ο πρωταγωνιστής του έργου. Λοιπόν, σας διαβεβαιώνω πως το χιούμορ που διαπερνά το όλο μυθιστόρημα δεν είναι δικό μου. Εγώ ποτέ μου δεν μπόρεσα να γελάσω, μήτε καν να χαμογελάσω με τα όσα ζούσα εκείνα τα χρόνια. Έβλεπα τα παιδιά μου, την οικογένειά μου γενικότερα με πολύ σοβαρότητα, με μεγάλη ευθύνη… Πώς θα μπορούσα να την περιγράψω άλλοτε με σατιρική διάθεση κι άλλοτε και με ανάλαφρο χιούμορ; Όχι! –τον Αδελφό της Ασπασίας ένας άλλος τον υπαγόρευε. Κι εγώ απλώς τον άκουγα και κατέγραφα τις δικές του ημερολογιακές σημειώσεις.
Ο Δαμιανός, λοιπόν, ήταν αυτός που στάθηκε απέναντι στον γιο και την κόρη μου, σε μένα και στην Κώστια και με βάση τους δικούς μας σωματότυπους και τις δικές μας ιδιοσυγκρασίες, έστησε τον δικό του χαρακτήρα, και αυτόν της Ασπασίας, και του μπαμπά και της μαμάς τους. Γιατί το έκανε; Γιατί, με άλλα λόγια, θέλησε να φύγει από το ασαφές σύμπαν των ηρώων που ποτέ δεν θα χωθούνε  στις σελίδες ενός βιβλίου και να βρεθεί ανάμεσα στα πορτραίτα – χαρακτήρες των έργων της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας του τέλους του 20ου αιώνα; Τότε δεν το είχα καν σκεφτεί αυτό. Πολύ αργότερα οι προθέσεις του νεαρού Δαμιανού φανερωθήκανε. Και λίγο αργότερα θα τις φανερώσω εγώ πλέον σε σας. Τελικά, ώσπου να τελειώσει το έργο, ο γαλλικός εκδοτικός οίκος είχε αλλάξει σχέδια, εγώ είχα εδραιώσει της σχέση μου με τις Εκδόσεις Πατάκη κι έτσι Ο αδελφός της Ασπασίας κυκλοφόρησε από αυτόν τον ελληνικό εκδοτικό οίκο. Ευρωπαϊκή καριέρα ο Δαμιανός  δεν έκανε ποτέ –τουλάχιστον μέχρι τώρα…
Είχε πάντως την τύχη να εικονογραφηθεί από τον θαυμάσιο γελοιογράφο μας και στενό μου φίλο Αντώνη Καλαμάρα. Ο Αντώνης υπέκυψε κι αυτός στην κυριαρχία του Δαμιανού κι έτσι είδε πίσω από τις περσόνες των κεντρικών προσώπων τα πραγματικά πρόσωπα κι έτσι όσοι έτυχε να γνωρίζουν  την οικογένεια μου εκεί γύρω στα 1993, εύκολα θα δούνε την ομοιότητα μας με τα σκίτσα που περιγράφουν τα μέλη της οικογένειας του Δαμιανού. Αμέσως σχεδόν το βιβλίο είχε επιτυχία. Αποσπάσματά του μάλιστα μπήκαν και σε ανθολόγια του δημοτικού. Κι εγώ είχα μείνει να απορώ πώς βρέθηκα να έχω γράψει ένα μυθιστόρημα με τόσο χιούμορ!
Τα χρόνια περνούσαν και Ο Αδελφός της Ασπασίας κρατιότανε σταθερά πρώτος στις προτιμήσεις των παιδιών. Λογικό ήταν πολλοί να μου προτείνουν την ιδέα να γράψω ένα δεύτερο βιβλίο. Εγώ όμως έλεγα πως μιας και ο Αντώνης Καλαμάρας είχε πια φύγει από κοντά μας, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω κάτι που μαζί του το είχα ολοκληρώσει. Ξεγελούσα τον εαυτό μου. Ξεγελούσα το κοινό μου!... Και το ήξερα. Να, λοιπόν, μια ακόμα στάση στο ερώτημα -Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο; Συγγραφέας υπήρχε, ήρωας υπήρχε, άνθρωποι που το ζητούσαν υπήρχανε… Κι όμως το βιβλίο δεν γραφότανε.
Ο λόγος που δεν μπορούσα να γράψω τη συνέχεια του Αδελφού της Ασπασίας –κάποια στιγμή το κατάλαβα- ήταν γιατί αυτός που το είχε στην πραγματικότητα γράψει – ο Δαμιανός- είχε μείνει χωρίς την αντανάκλασή του στον πραγματικό κόσμο. Ο Δομήνικος δεν ήταν πια δέκα χρονών, δεν ήταν πλέον μήτε έφηβος. Νέος άντρας είχε γίνει και σε τίποτε δε θύμιζε αυτό που ο Δαμιανός εξακολουθούσε να είναι… Έτσι, λοιπόν, ο Δαμιανός προσπαθούσε μόνος του πλέον να αρθρώσει τη νέα και εντελώς ανεξάρτητη προσωπικότητα που με βάση αυτή θα συνεχιζόντουσαν οι περιπέτειές του. Αλλά λες και οι προσπάθειές του πέφτανε στο κενό –εγώ δεν τον άκουγα. Όσο κι αν ήμουνα διαθέσιμος να γίνω για μια ακόμα φορά ο negro του, δεν κατάφερνα να τον ξεχωρίσω. Ας ψάξω λίγο το γιατί. Τους ήρωες που υπάρχουν σε πέραν του ενός μυθιστορήματα μπορούμε να τους διακρίνουμε σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα μεγαλώνουν και σε εκείνους που λες και δεν αλλάζουν καθόλου, που λες και στη δικιά τους περίπτωση ο χρόνος έχει συμπιεστεί. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης ο Χάρυ Πότερ. Παράδειγμα της δεύτερης ο Μικρός Νικόλας. Προσπαθώντας να ανταποκριθώ στην απαίτηση «γράψε τη συνέχεια του Δαμιανού» σκεφτόμουνα την πρώτη λύση. Αναζητούσα τον … αφέντη μου, έτσι όπως τον είχα αφήσει. Γιατί, βέβαια, αδυνατούσα να συλλάβω το πώς ένα αγόρι δέκα περίπου χρόνων με τις ιδιαιτερότητες του Δαμιανού θα είχε γίνει έφηβος.
Μα τι, όμως, να έγραφα –δηλαδή τι θα ήταν, άραγε, αυτό που θα μου υπαγόρευε ο ήρωάς μου και συγγραφέας του έργου μου που παρέμενε πάντα στη ίδια ηλικία; Πώς, δηλαδή, αφού ο Δαμιανός έμενε πάντα ένα παιδί, θα μου έλεγε κάτι το νέο; Έπρεπε να περάσουν κοντά είκοσι χρόνια και να πάρω στα χέρια μου το χειρόγραφο του μυθιστορήματος της κόρης μου της Άννας, Οι επτά ζωές του Κόμπου  για να μπορέσω να ακούσω ξανά τον δικό μου ήρωα και να καταγράψω για μια ακόμα φορά τη δική του φωνή. Αλλά με πόσο διαφορετικό τρόπο! Εκεί που εγώ είχα ακούσει τον ρεαλισμό και το χιούμορ του Δαμιανού, η Άννα άκουσε –μέσα από τον δικό της ήρωα, τον γάτο Κόμπο- τον σουρεαλισμό και την ανατροπή… Την εξέγερση, αν προτιμάτε… Αλλά τόσο ο Αδελφός της Ασπασίας, όσο και το Οι επτά ζωές του Κόμπου βασιζόντουσαν στα ίδια αληθινά πρόσωπα για να στήσουν τις μυθιστορηματικές περσόνες τους. Δηλαδή, για να το πω με άλλα λόγια ο Δαμιανός είχε βρει τον τρόπο να τον ακούσω –είχε μπει σε ένα άλλο βιβλίο και από εκεί κατάφερε να μου μιλήσει. Όχι, ο ίδιος δεν υπάρχει στο βιβλίο του γάτου Κόμπου. Υπάρχει όμως η οικογένεια την οποία επέλεξε να τον φιλοξενεί.
Όσοι έχουν την τύχη να έχουν διαβάσει την περίφημη Τριλογία του Κόσμου του Φίλιπ Πούλμαν, θα γνωρίζουν την ύπαρξη των παράλληλων συμπάντων. Και ακόμα θα ξέρουν πως για κάποια άτομα το να κυκλοφορούν από το ένα σύμπαν στα άλλα είναι τρόπος ζωής και τρόπος έκφρασης. Ε, έτσι κι Δαμιανός για να μπορέσει να ολοκληρωθεί, κινήθηκε στα παράλληλα σύμπαντα δύο βιβλίων… Ίσως και να πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσω πως αυτή η επιστροφή του Δαμιανού στη συγγραφική μου δημιουργία μέσω του μυθιστορήματος ενός άλλου συγγραφέα δεν έγινε με γνώση αυτού του άλλου δημιουργού –στην περίπτωσή μας της Άννας Κοντολέων. Ο ίδιος ο Δαμιανός, με εκείνη τη δική του ικανότητα να ελίσσεται, είχε διεισδύσει στο έργο μιας άλλης δημιουργού, που όμως ήξερε πόσο αγαπητή και πολύτιμη μου ήταν και έτσι μπόρεσε να με εξαναγκάσει και να τον προσέξω και να του υποταχτώ ξανά. Να γίνω και πάλι ο negro του. Και εγώ τον άκουσα πλέον να μου ζητά να καταγράψω αυτά που ζούσε όχι με ρεαλισμό και χιούμορ, αλλά με σουρεαλισμό και με ανατροπές. Εκείνος ως μυθιστορηματικός ήρωας και εγώ ως καταγραφέας της ζωής του είχαμε και πάλι συναντηθεί.
Και βέβαια το πρόβλημα του χρόνου αμέσως επίσης λύθηκε. Όπως ο Μικρός Νικόλας που συνέχεια τόσο αυτός, όσο και οι φίλοι του παραμένουν στην ίδια ηλικία, έτσι και ο Δαμιανός και οι δικοί του δεν έχουν μεγάλες αλλαγές. Βλέπετε ο σουρεαλισμός έχει τη δική του δυναμική. Και ανοίγει νέους δρόμους. Μέσα από τη δικιά του οπτική γωνία ένα αγόρι μπορεί και κερδίζει ένα Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και μετατρέπεται σε πρόσωπο της επικαιρότητας. Φτάνει ακόμα στο σημείο να δίνει συμβουλές σε μελλοντικούς συγγραφείς και βέβαια να ενορχηστρώνει τρόπους εξέγερσης σε κατεστημένες καταστάσεις. Όλα αυτά στο μυθιστόρημα μου Ο αδελφός της Ασπασίας 2 – Μεγάλο Βραβείο, Μεγάλοι Μπελάδες
Αλλά νομίζω πως ήρθε η στιγμή να ξεκαθαρίσω αυτό που λίγο πιο πριν σας υποσχέθηκα πως θα κάνω –το γιατί, δηλαδή, ο Δαμιανός κάποια στιγμή θέλησε να φύγει από το ασαφές σύμπαν των ηρώων που ποτέ δεν θα χωθούνε  στις σελίδες ενός βιβλίου και να βρεθεί ανάμεσα στα πορτραίτα – χαρακτήρες των έργων της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας του τέλους του 20ου αιώνα. Απλά γιατί είναι άτομο που του αρέσει από τη μια η δημοσιότητα και από την άλλη δεν δέχεται την αδικία. Βέβαια, το ίδια γούστα και διαθέσεις έχω κι εγώ. Μόνο που εγώ αν και μου αρέσει η δημοσιότητα δεν ξέρω πώς να την κατακτήσω και την αδικία όσο κι αν την πολεμώ δεν καταφέρνω και ολότελα να την εξουδετερώνω. Όμως, όταν πια η νέα μας συνάντηση άρχισε να δίνει τους καρπούς της, ήταν αυτός που μέσα από τη σουρεαλιστική ματιά του με βοήθησε να δω και τα δυο νέα πρόσωπα που είχαν εισβάλει στη ζωή… μας. Τον Αστέριο Αστερά και τη θεία Ζωζώ.
Ο πρώτος, πολύ γρήγορα κι εγώ ο ίδιος κατάλαβα, πως θα μπορούσε να έχει  το πραγματικό του αντίστοιχο στη συγγραφική κοινωνία του τόπου μας. Είναι το άτομο –στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συγγραφέας- που μόνο για τον εαυτό του ενδιαφέρεται, που οι πάντες θέλει γι αυτόν να εργάζονται και που μόνο η δική του προβολή τον ενδιαφέρει. Όταν ο Δαμιανός μου τον γνώρισε, χάρηκα που θα μπορούσα, έστω και ως negro να συνεισφέρω στο ξεσκέπασμα αυτού του ανεκδιήγητου τύπου. Ο ίδιος ως άτομο μάλλον άτολμα εκφράζω την αντίθεσή μου στους κατά καιρούς Αστεράδες που συναντώ, Ο Δαμιανός θέλησε αυτόν τον αριβίστα συγγραφέα να τον εμπλέξει μέσα στη ζωή του από τη μια για να τονίσει περισσότερο τις δικές του ηθικές αξίες και από την άλλη για να κάνει τους μελλοντικούς αναγνώστες του δεύτερου βιβλίου του να πειστούν πως, όπως πίσω από τον Αστερά μπορεί να κρύβεται ένα πραγματικό πρόσωπο, έτσι και πίσω από τον ίδιο τον Δαμιανό μπορεί να κρύβεται επίσης ένα αληθινό αγόρι. Ναι –μπορεί ο αγαπητός Δαμιανός να μάχεται για το δίκιο, αλλά δεν ξεχνά – κι αυτός- και την προβολή του.
Η θεία Ζωζώ –αν έχω καλά καταλάβει- είναι μια καθαρά δική του συγγραφική δημιουργία. Με τη γνώση και την εμπειρία ενός ταλαντούχου δημιουργού, σκέφτηκε πως έπρεπε να εφεύρει ένα πρόσωπο που ανανέωνε το ενδιαφέρον των αναγνωστών του πρώτου τόμου. Και παράλληλα θα άνοιγε διόδους στη συγγραφή και επόμενων βιβλίων. Η θεία Ζωζώ αναπάντεχα γίνεται το άλλο σημείο αντιστοίχισης με τον Αστερά. Και οι δυο φλερτάρουν με το παράδοξο, μα την ίδια στιγμή αξιοποιούν το ρεαλιστικό. Και ενώ ο Αστεράς είναι ο αρνητικός πόλος, η θεία Ζωζώ είναι θετικός. Ο Αστεράς έχει στοιχεία από πρόσωπο ή πρόσωπα της πραγματικής ζωής – ο Δαμιανός απλώς τόλμησε να τον ή τα φωτίσει. Η θεία Ζωζώ είναι ένα πλάσμα που φτιάχτηκε μέσα στο νου του συγγραφέα Δαμιανού.
Με άλλα λόγια το αγόρι που έχει μια αδελφή με το όνομα Ασπασία, από δημιούργημα απέδειξε πως είναι δημιουργός. Ο Αστεράς από τον πραγματικό κόσμο μπήκε στο κόσμο της λογοτεχνίας και η θεία Ζωζώ από λογοτεχνική περσόνα εισήλθε στην αληθινή ζωή –«Μα υπάρχει! Την είδα  στο Σύνταγμα!» μου τηλεφώνησε καταχαρούμενη η Τέτη Σώλου, τις προάλλες, «… Τα ίδια ξανθιά μαλλιά, το ίδιο μαύρο δέρμα… Μόνο ο ποπός της ήταν πιο μεγάλος από αυτόν της θείας Ζωζώ!». Μα καθώς η ροή της αφήγησής μου με έκανε να αναφερθώ στην Τέτη Σώλου, είναι ευκαιρία τώρα να φανερώσω άλλη μια κρυφή απόφαση του Δαμιανού.
Το δεύτερο βιβλίο του το είχα καταγράψει και είχε έρθει η ώρα να προχωρήσουμε στην εικονογράφηση. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν ήταν πια μαζί μας και θα έπρεπε ένας άλλος εικονογράφος να αναλάβει τις εικόνες του δεύτερου τόμου. Η πιο σωστή εμπορική απόφαση θα ήταν να γίνει ξανά από την αρχή η εικονογράφηση και του πρώτου μυθιστορήματος. Μα κάτι τέτοιο ο Δαμιανός ούτε να το ακούσει ήθελε –και σε αυτό συμφωνούσα κι εγώ μαζί του. Ζήτησε να του φέρω την Τέτη Σώλου και της εξήγησε πως αυτούς που αγαπούμε ποτέ δεν θα πρέπει να τους ξεχνάμε, ακόμα και αν δεν είναι ανάμεσά μας και στη συνέχεια την παρακάλεσε να εικονογραφήσει η ίδια τόσο αυτόν όσο και τους δικούς του συγγενείς και φίλους  με τον τρόπο που θα το έκανε ο Καλαμάρας αν ζούσε.
Κανείς –πιστέψτε με το ξέρω από προσωπική πείρα- κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στον Δαμιανό. Δεν είναι που σου ζητά κάτι με τον δικό του πειστικό τρόπο, είναι και πως αυτό που σου ζητά είναι και το σωστό. Κι έτσι εκτός από ένα negro συγγραφέα, κατάφερε να έχει κι ένα negro εικονογράφο. Αυτά, λοιπόν… Και στον κόσμο των βιβλίων –πέστε μου τώρα εσείς- πού τελειώνει το πραγματικό και πού αρχίζει η φαντασία. Όλα αυτά εγώ –πιστέψτε με- τα έζησα και τα περισσότερα από αυτά τα έχω καταγράψει… Τα έζησα, τα κατέγραψα. Μα δεν ήμουνα αυτός που τα σχεδίασε. Και όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο με ξαφνιάζουνε όσο και τους αναγνώστες.
Η… Ιστορία να την πω; Περιπέτεια; Όνειρο;… Ότι κι αν είναι συνεχίζεται. Έχει πια κυκλοφορήσει και το τρίτο βιβλίο του Δαμιανού , Ο αδελφός της Ασπασίας 3-Κατασκήνωση κάτω από τα… ζώδια . Και σε αυτό, το όνομά μου φιγουράρει στη θέση του συγγραφέα. Αλλά εσείς πια ξέρετε την αλήθεια. Και σε αυτό ασφαλώς και κυριαρχεί πάντα ο σουρεαλισμός, αλλά παράλληλα ολοκληρώνεται και η αλλαγή της προσωπικότητας του κεντρικού ήρωα. Το αγόρι που προσπαθούσε να πάρει τις απλές καθημερινές μεγάλες αποφάσεις του, τις περίφημες Μ.Α. του, έπεσε μέσα στη ζάλη της δημοσιότητας, αφέθηκε στη γοητεία της, αλλά έτσι όπως κρατούσε βαθιές σχέσεις με οικογενειακές αξίες, δεν υπέκυψε στην όποια αλλοτρίωση.
Μα από την άλλη να ’τον που με χαριτωμένη ανεμελιά αποφασίζει να πει με τον δικό του τρόπο ιστορίες της μυθολογίας μας και να τις συνδέσει με τη δική του σημερινή πραγματικότητα. Δεν αμύνεται πια απέναντι στους Αστεράδες και τα τσιράκια τους, μα ενορχηστρώνει επιθέσεις. Και αν στο δεύτερο βιβλίο του είχε πάρει έναν εγωιστή συγγραφέα και τον είχε βάλει μέσα στην χάρτινη ζωή του, τώρα φωνάζει άλλους συγγραφείς που όμως αυτοί πιστεύουν στα ίδια ιδανικά και όλοι πια μαζί σώζουν το ένα και μόνο μήνυμα της Παιδικής Λογοτεχνίας –την Αγάπη. Τα παράλληλα σύμπαντα συνεχώς αυξάνονται. Το σύμπαν των αναγνωστών, το σύμπαν των συγγραφέων, το σύμπαν των ηρώων, το σύμπαν της μυθολογίας… Και κάποιοι –αναγνώστες, συγγραφείς και ήρωες- πηγαινοέρχονται από το ένα στα άλλα. Κι έτσι κι ο Δαμιανός –από το σύμπαν του ενός βιβλίου, στα σύμπαντα των άλλων- τελικά ολοκληρώνεται, και μάλιστα με απόλυτη δική του ευθύνη. Στην πραγματικότητα αυτό-ολοκληρώνεται και έτσι μπορεί να απαντήσει στο –Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο;
Να, λοιπόν, που φτάσαμε στην τελευταία στάση της ερώτησης αυτής και έτσι καταλαβαίνεται πως αν ο Φλομπέρ είχε πει «Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ», ο Κοντολέων –αναγκαστικά- λέει «Εγώ δεν είμαι ο Δαμιανός». Αν έλεγα το αντίθετο –φανταστείτε το –«Ο Δαμιανός είμαι εγώ!», θα ήταν σα να μιλούσα για ένα όνειρο, μια πλάνη. Αν –για φανταστείτε και τούτο!- ο Δαμιανός έλεγε πως «Ο Μάνος Κοντολέων είμαι εγώ!» θα σας έκανε να γελάσετε. Μα τώρα που ευθαρσώς δηλώνει «Ο Δαμιανός είναι ο Δαμιανός!», μη μου πείτε πως δεν βλέπετε -εν σπέρματι, έστω- μια εξέγερση. Ένας χάρτινος χαρακτήρας ισχυρίζεται, διεκδικεί και τελικά κερδίζει την απόλυτη εξουσία που λίγο πιο πριν κατείχε ο δημιουργός του. Η απόλυτη επανάσταση!
Αλλά «Σε ποιο βαθμό» διερωτάται ο Γερμανός δραματουργός Χέμπελ, «τα πλάσματα ενός συγγραφέα είναι αντικειμενικά» Και απαντά ο ίδιος: «Στο μέτρο που στη σχέση του με το Θεό, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος». Ποιος, λοιπόν,  είναι τελικά ο ήρωας και ποιος ο συγγραφέας; Προσωπικά δεν έχω κάτι άλλο πέρα απ’ όσα μέχρι τώρα είπα, να προσθέσω. Σας αφήνω κι εσάς να το σκεφτείτε… Και σας ευχαριστώ που με υπομείνατε
 

ΜΕΛΕΤΕΣ

Γκεόργκυ Λούκατς, Η θεωρία του Μυθιστορήματος, μτφρ. Ξανθίππη Τσελέντη, Αθήνα, Πολύτροπον 2004.
Ντενίζ Εσκαρπί, Η παιδική και νεανική λογοτεχνία στην Ευρώπη, μτφρ. Στέση Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.
Ντέιβιντ Λοτζ, «Ο μυθιστοριογράφος σε δίλημμα». Στο Χριστίνα Γιατζόγλου (επιμ.), Δοκίμια για τη λογοτεχνία και την κριτική, μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς, Αθήνα Καστανιώτης, 1984.
Εισηγήσεις στο Α’ Σεμινάριο του «Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου», Το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο- Έργο τέχνης; Μέσο αγωγής;, Αθήνα, Πατ



19.1.14

Ο Μανολίτο ερωτά, ο Μανόλο απαντά

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΕΙΚ/ΣΗ: ΙΡΙΣ ΣΑΜΑΡΤΖΗ Μανόλο & Μανολίτο Εκδόσεις Πατάκη Σελ.: 117 Τιμή: 7,50  ευρώ


Στο νέο του μυθιστόρημα μυστηρίου και φαντασίας σε δύο μέρη για μεγάλα παιδιά και εφήβους, ο Μάνος Κοντολέων, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων, εστιάζει με τρυφερότητα στη σχέση ανάμεσα σε δύο γενιές, στη σχέση του «Μανόλο & Μανολίτο» που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο.

Ο Μανόλο, φιγούρα πατρική και προστατευτική, και ο Μανολίτο, ένα μικρό αγόρι που αντιλαμβάνεται τα πάντα, διψά να γνωρίσει τον κόσμο και συχνά φαίνεται να κατανοεί περισσότερα και να εκπλήσσει το μεγάλο του φίλο.

Πλάι στην ακροποταμιά, οι δύο ήρωες θα συναντήσουν τη Φύση που θα τους διηγηθεί με αγάπη τέσσερις ιστορίες, για τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Οι δύο φίλοι μαγεύονται κάθε φορά από την ομορφιά της αφήγησης και από τα ξεχωριστά μηνύματα που αυτή τους μεταδίδει.

Μια μέρα θα βρεθούν περπατώντας μπροστά σε ένα κτήμα με 36 αμυγδαλιές που δεν έχουν ούτε φύλλα, ούτε άνθη, ούτε καρπούς. Γιατί άραγε δεν έχουν ανθίσει ποτέ; Η ιστορία ξετυλίγεται με τρόπο μοναδικό και συγκινητικό από το συγγραφέα και μας αποκαλύπτει τη δύναμη και το θαύμα της αγάπης.

Το μυθιστόρημα διαπνέεται από έντονο λυρισμό. Η ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης, η ζεστή και τρυφερή σχέση ανάμεσα στους δύο ήρωες, η αναζήτηση της έμπνευσης από τον ήρωα-συγγραφέα και το αλληγορικό μήνυμα για την αγάπη που μας στέλνουν οι 36 αμυγδαλιές συνθέτουν ένα μεστό ανάγνωσμα, που θα κερδίσει μικρούς και μεγάλους.

Ο Μάνος Κοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: Είναι τακτικός συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών, όπου δημοσιεύει κριτικές και άρθρα του. Εργα του έχουν διασκευαστεί για το θέατρο και την τηλεόραση, ενώ κείμενά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Διοργανώνει συχνά ομάδες δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής. Ζει κι αυτός σε μια γειτονιά δίπλα σε ένα ποτάμι και έχει κι αυτός ένα σκυλί, που το λένε όμως Σοκολάτα.

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

17.1.14

Η κατάρα των Ελλήνων



Η κατάρα των Ελλήνων Ιστορικό μυθιστόρημα Γεωργία Γαλάνη Πατάκης

Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος λογοτεχνικό με κάποιες δικές του –και μάλιστα δύσκολες– απαιτήσεις.
Πρώτα απ' όλα, ο συγγραφέας του πρέπει να αφιερώσει χρόνο για τη συλλογή των αναγκαίων ιστορικών στοιχείων. Πρέπει ακόμα να μπορέσει να κατανοήσει τον τρόπο ζωής της περιόδου όπου τα γεγονότα του έργου του λαμβάνουν χώρα, έτσι ώστε να μπορέσει να τη μεταφέρει με επάρκεια και ζωντάνια μέσα στο κείμενο. Τον τρόπο σκέψης και, το κυριότερο, τον τρόπο συναισθηματικών και ψυχολογικών αντιδράσεων των ανθρώπων που έζησαν την ιστορική περίοδο που ο συγγραφέας θα καταγράψει, θα πρέπει επίσης απόλυτα να έχει κατανοήσει.
Όλα αυτά πριν ακόμα ξεκινήσει η κυρίως συγγραφή.
Μα όλα αυτά απαιτούν χρόνο και κόπο, και ίσως γι' αυτό όχι μόνο δεν είναι ιδιαιτέρως πολλά τα ιστορικά έργα που γράφονται από τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, αλλά και αρκετά από αυτά τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας μοιάζουν να μην έχουν ψυχή, να μην είναι μυθιστορήματα ολοκληρωμένα, μα περισσότερο να θυμίζουν λογοτεχνικές ενσαρκώσεις ιστορικών εγχειριδίων. Και ακόμα κάτι που τα πιο πολλά χαρακτηρίζει και το οποίο όταν ανιχνεύεται στη λογοτεχνία δεν είναι προς όφελός της – μια συντηρητική ματιά στον τρόπο που το ιστορικό γεγονός αναπλάθεται. Συντηρητική με την έννοια της αναπαραγωγής στερεοτυπικών εθνικών, κυρίως, προτύπων.
Ασφαλώς και υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που έχουν γράψει ουσιαστικά και άψογα ιστορικά μυθιστορήματα. Πρόχειρα να θυμίσω τον Ισίδωρο Ζουργό, τη Λεία Βιτάλη, την Αθηνά Κακούρη κ.ά.
Ανάμεσα στους πλέον σύγχρονους και πρόσφατους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, θεωρώ πως πρέπει να εντάξουμε και τη Γεωργία Γαλάνη.
Η Γεωργία Γαλάνη γεννήθηκε το 1991 στην Καβάλα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στην αρχαιολογία. Το 2010 δημοσίευσε το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα, Ο ήλιος δύο κόσμων (Εκδόσεις Πατάκη). Και εφέτος μας χαρίζει ένα ακόμα – Η κατάρα των Ελλήνων. Αν στο πρώτο το θέμα της είχε να κάνει με τον Μέγα Αλέξανδρο, στο δεύτερο πάει λίγο πιο πίσω και μας αφηγείται τους Περσικούς Πολέμους.
Δύο βιβλία –γύρω στις 500 σελίδες το καθένα– γραμμένα από μια νέα γυναίκα (22 χρονών είναι σήμερα η Γαλάνη) είναι κάτι σπάνιο στα ελληνικά συγγραφικά μας δεδομένα. Απορώ πώς η περίπτωση αυτής της νεαράς λογοτέχνιδας δεν έτυχε μιας ευρύτερης προσοχής από ειδικούς και μη του χώρου του βιβλίου και των ΜΜΕ. Κι εγώ ο ίδιος εντελώς τυχαία έπεσα πάνω στο δεύτερο μυθιστόρημά της. Κι ενώ σκοπεύω να αναζητήσω και το πρώτο για να το διαβάσω, σπεύδω να καταγράψω τη χαρά που αισθάνθηκα από την ανάγνωση του δεύτερου.
Δεν είμαι ο ειδικός ιστορικός για να μπορώ απόλυτα να κρίνω την επιστημονική τεκμηρίωση των όσων η Γαλάνη χρησιμοποιεί για να ζωντανέψει τα χρόνια που βασίλευε ο Ξέρξης και ο Λεωνίδας μαζί με τους τριακόσιους τους εισέρχετο στην αθανασία – απλώς δηλώνω πως ως αναγνώστης πείστηκα. Μα αυτό που μπορώ απόλυτα να κρίνω έχει να κάνει με την ολοζώντανη γραφή και το πολύπλευρο των χαρακτήρων των ηρώων του μυθιστορήματος. Και ακόμα –αυτό ιδιαιτέρως το εκτιμώ– πως ο κεντρικός αφηγητής είναι ένας Πέρσης. Σημαντικό θεωρώ πάντα η λογοτεχνία να φωτίζει με έστω και μικρές αστραπές μια άλλη άποψη των γνωστών απόψεων.
Η Γεωργία Γαλάνη με το θάρρος του δημιουργού, αλλά και τη σύνεση του επιστήμονα, μας ξεναγεί σε μια εποχή και σε γεγονότα που λίγο ή πολύ κάπως διαφορετικά είχαν περάσει στη γνώση μας. Μα προχωρεί ακόμα πιο πέρα και κάνει αυτό που εντέλει το όποιο άξιο του ονόματός του ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να επιχειρεί – ερμηνεύει το μέλλον.
Ο ήρωας της Γαλάνη, από ένας εγωκεντρικός νεαρός Πέρσης αυλικός, στο τέλος –και καθώς θα έχει όχι απλώς λάβει μέρος στην περσική εκστρατεία, αλλά θα έχει γνωρίσει από κοντά και με ουσία τον τρόπο σκέψης των εχθρών– θα μπορέσει να σκεφτεί διαφορετικά, πλέον κυκλικά, και θα σταθεί μια από τις αφορμές, ύστερα από χρόνια ο Ηρόδοτος να γράψει την Ιστορία του έτσι όπως την έγραψε – παγκόσμια.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2035-i-katara-ton-ellinon