28.2.18

Ο Δον Κιχώτης στο Elniplex




 Γράφει ο Απόστολος Πάππος στο http://www.elniplex.com



Τον έπιασαν πολλοί τεχνίτες στον κόσμο τον Δον Κιχώτη του Μιγκέλ Θερβάντες. Τον σεργιάνισαν σε βιβλιοπωλεία, σε θέατρα και σινεμά, σε στούντιο κινουμένων σχεδίων και ηχογραφήσεις, σε χορούς και όπερες, σε κόμιξ. Οι εικονογραφημένες διασκευές του δε για μικρά παιδιά  πρέπει να συνιστούν παγκόσμιο ρεκόρ. Τον Δον Κιχώτη τον αντάμωσαν όλες οι τέχνες, όχι πάντοτε με προσοχή και σύνεση.

Ο Θερβάντες τον έγραψε λένε οι μελετητές πρωτίστως για να σατιρίσει την ακμάζουσα ιπποσύνη της Ισπανίας του 16ου αιώνα. Βέβαια, ο έχων ελάχιστη αναγνώριση στην εποχή του μάστορας Μιγκέλ, δημιούργησε με την δύναμη των ευφυών διαλόγων του, το σπαρταριστό χιούμορ  και τους αυθεντικούς συμβολισμούς, κάτι πολύ περισσότερο από μια σάτιρα της φορεμένης ιπποσύνης της εποχής.

Έχουμε και στην Ελλάδα τεχνίτες. Ο Μάνος Κοντολέων είναι «πιστοποιημένος» της γλώσσας. Η φροντίδα που χαρίζει στα γραπτά του, η προσοχή με την οποία παλεύει τις λέξεις του, η ζωντάνια με την οποία ντύνει τις εικόνες του, κάνουν την εμφάνισή τους σε όλα του τα γραπτά, σε όποιο ηλικιακό κοινό κι αν απευθύνεται.

Με τον εμβληματικό ιππότη και την αποδεδειγμένη διαχρονικότητά του, ο Κοντολέων δεν πάει να γράψει μια ακόμα διασκευή πάνω σε μια πεπατημένη. Αλλάζοντας ήδη τον τίτλο, σηματοδοτεί ότι ο σκοπός του ήταν –ή έγινε μελετώντας το- να μεταπλάσει το πλούσιο υλικό του Θερβάντες, όχι απλά ανασκευάζοντας τη βασική δομή και τις επιλογές του Ισπανού συγγραφέα, αλλά αναδύοντας εκ του ιπποτικού βυθού μια φρέσκια αντίληψη για τον Δον Κιχώτη. Το δικαιολογώ: ο Δον Κιχώτης του Μ. Κοντολέων είναι ένας Δον Κιχώτης των ιδεών, της εσωτερικότητας, των ψυχολογικών ελατηρίων. Πλάι στον ρομαντισμό, την αγνότητα και τις διαστάσεις της αληθινής ζωής, ο συγγραφέας τοποθετεί και μεταθέτει το κέντρο βάρους από τα γεγονότα και τη δράση στη σκέψη και το κίνητρο.

Το κλασικό, όχι απλά ως επαναπροσδιορισμός των θεμελιωδών αξιών, αφού αυτές ούτως ή άλλως ως διαχρονικές και οικουμενικές δεν αλλάζουν και δεν αποσύρονται, αλλά ως αναζωπύρωσή τους στο σύγχρονο αποψιλωμένο δάσος από τη σπίθα των λέξεων. Με ωραίο ρυθμό, την παραστατική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του σκύλου του Δον Κιχώτη, Τριστάνο, και τις ιδέες του ήρωα αμετάβλητες, ο Μ. Κοντολέων καλεί, με σεβασμό στο πρωτότυπο, κάθε παιδί από 9 ετών να διαβάσει τον Δον Κιχώτη και να ζήσει όπως εκείνος… Μια αυθεντική προτροπή ελευθερίας.

Θέλει αρετή και τόλμη να πιάσεις τους κλασικούς. Ο Μ. Κοντολέων τις έχει.

Η εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη με τα αγαπημένα του κόμικ, ασπρόμαυρα σκίτσα ξεκουράζει το βλέμμα και εμπλουτίζει τις έτσι κι αλλιώς πολλές εικόνες του κειμένου.

«Όποιος πιστεύει στο όνειρο που γίνεται ζωή και όποιος αγαπά τη ζωή που ξέρει να ονειρεύεται, αυτός δεν ξεγελιέται μήτε και ο ίδιος κοροϊδεύει τον εαυτό του».


Πρώτη δημοσίευση: http://www.elniplex.com/%CE%B6%CE%AE%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%BF-%CE%B4%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B9%CF%87%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

25.2.18

Σκέψεις για το βιβλίο «Φιλαράκια»



Σκέψεις για το νέο βιβλίο «Φιλαράκια» του Μάνου Κοντολέων


Τα «φιλαράκια», ένα βιβλίο, μια παρακαταθήκη, ένα «δώρο» στην τρίτη ηλικία. Η σχέση του παιδιού με τον παππού του, μία αξία μοναδική. Ιστορίες που παρουσιάζουν τον κύκλο της ζωής, μιας ζωής με πολλούς ομόκεντρους εντός της.
Μετά την έκδοση του αγαπημένου μου «Μανόλο και Μανολίτο» εκδόθηκε το «Νησί της Ροδιάς». Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να διαβάσω τη συνέχεια του «Μανόλο και Μανολίτο», τότε… μετά την ανάγνωσή του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου κατάλαβα ότι ήταν μία ακόμη ιστορία, μία εκδοχή αυτής της σχέσης, του παππού και του εγγονού.
Τα «φιλαράκια ενέχουν τρία παλαιότερα βιβλία του Μάνου Κοντολέων, τρεις ιστορίες (αν θέλουμε να τις ονομάσουμε έτσι) οι οποίες επανεμφανίζονται πιο ώριμες, διαφορετικές. Κάποια λόγια που ο συγγραφέας θέλει να ξαναπεί στο φιλαράκι του. Μπορεί να είναι και πιο αγαπημένες….
Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συνθέτει όλες μαζί σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μόνο ο Κοντολέων μπορεί να γράψει. Οι ιστορίες ζωντανεύουν μέσα από την εξιστόρηση του παππού στον εγγονό σαν να ξεκινά ένα έργο κλασσικής μουσικής που έχει διάφορα μέρη. Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συντονίζει, δίνει το ρυθμό πότε Crescendo πότε Diminuendo. Το «κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», δεν προδίδει εξαρχής τα επίκαιρα ζητήματα που θίγει, Το «Νησί της ροδιάς» δημιουργεί ένα ντιμινουέντο στη σύνθεση, διακοπές στο νησί μαζί με τον παππού, τι άλλο να αναζητήσει ένα παιδί. Ο Μάνος Κοντολέων έχει το χάρισμα να γράφει λογοτεχνικά έργα που κεντρίζουν την καρδιά του αναγνώστη. Όπως η άρπα ή το βιολοντσέλο είναι αυτά που μαγεύουν τους ακροατές με την ερμηνεία τους στο μουσικό έργο, έτσι και εδώ οι ήρωες του λογοτεχνικού έργου…. τα φιλαράκια, ένας παππούς και ένα παιδί. Οι τελευταίες σελίδες του έργου και η συγγραφή της ιστορίας του παππού από τον εγγονό είναι αυτές που με άγγιξαν περισσότερο. Δεν θα ξεχάσω τα βουρκωμένα μάτια μίας μαθήτριάς μου όταν διάβασα ένα απόσπασμα στην τάξη μου από τα «Φιλαράκια».
Οι ιστορίες που κάποτε εκδόθηκαν υπάρχουν, παραμένουν όπως τις ήξεραν οι αναγνώστες, όπως και τα έργα κλασσικής μουσικής. Αν όμως τα ερμηνεύσει και πάλι μια ορχήστρα δείχνουν την αριστουργηματική τους αξία. Εδώ ο συγγραφέας ξαναπαίρνει στα χέρια του ένα, ένα παλαιότερα «παιδιά» του όπως συνηθίζει να τα ονομάζει και θέλει να τα «ερμηνεύσει» ξανά.
Πρόσφατα ένας μαθητής μου διάβασε το «Μανόλο Μανολίτο και Μανουήλ», όταν τον ρώτησα πως του φάνηκε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε υπέροχο. Τα μάτια του έδειχναν την τέρψη από την ανάγνωση….
Τα «Φιλαράκια» ένα ακόμη βιβλίο, ένα ακόμη ταξίδι. Σας ευχαριστούμε!
Βασιλική Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός
Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών

17.2.18

Ο "Γουργούρης" της Τασούλας Επτακοίλη


Τασούλα Επτακοίλη
«Ο Γουργούρης»
Εικονογράφηση: Τόμεκ Γιοβάνης
Εκδόσεις Πατάκη

   

Όταν –εκεί κάπου στα δεκατέσσερα μου χρόνια- αποφάσιζα πως μεγαλώνοντας θα ήθελα να γίνω συγγραφέας, δεν μπορούσα να φανταστώ πως μετά από δεκαπέντε χρόνια, τα πρώτα μου βιβλία που θα κυκλοφορούσαν θα ανήκαν στο είδος της λογοτεχνίας για παιδιά.
Οι λόγοι που με έφεραν να θελήσω να εκφραστώ  -στις πρώτες μου επίσημες, τρόπον τινά, συγγραφικές εμφανίσεις- με αυτό το είδος του κειμένου, είχαν να κάνουν τόσο με την ένταξή μου στο χώρο των πολιτικοποιημένων ενηλίκων όσο και με την απόκτηση της ιδιότητας του γονιού.
Το να είμαι πολίτης ενεργός στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και παράλληλα πατέρας δυο παιδιών, σήμαινε για μένα μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ανίχνευση των δυνατοτήτων μου, αλλά και μια εξίσου ερεθιστική ανακάλυψη των πυρηνικών συνθηκών που καθόριζαν αυτούς τους δυο ρόλους.
Η λογοτεχνία για παιδιά –ως τρόπος συγγραφικής έκφρασης-  ποτέ δεν μου ζήτησε να διαφοροποιήσω το εφηβικό μου εκείνο όνειρο. Συγγραφέας ήθελα να γίνω και συγγραφέας έγινα. Κι αν τα πρώτα μου βιβλία δεν ήταν μήτε κάποιο μυθιστόρημα, μήτε μια συλλογή διηγημάτων ή ένα θεατρικό έργο, αλλά παραμύθια που μιλούσαν για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, την υπεράσπιση της ατομικής αξιοπρέπειας και στην υποστήριξη των βασικών αρχών μιας οικολογικής συνείδησης, για μένα παρέμεναν  καταθέσεις συγγραφικών οραματισμών και  επιβεβαιώσεις νεανικών ονείρων.
Εκείνα τα χρόνια γινότανε μια προσπάθεια να καθιερωθεί ο όρος «Λογοτεχνία και για παιδιά» -κι αυτό όχι μόνο από εμένα, αλλά και από μια ομάδα συνομήλικων, λίγο – πολύ, συγγραφέων που πολύ γρήγορα θεωρήθηκε πως ανανέωνε τη μορφή και το περιεχόμενο της λογοτεχνίας αυτού του είδους.
Μα στην ουσία δεν ήταν τόσο θέμα ονομασίας, όσο περιεχομένου. Θεωρούσαμε, και με τα έργα μας το υποστηρίζαμε, πως το να χρησιμοποιείς ένα τρόπο για να μιλήσεις σε ένα παιδί  και να του αφηγηθείς την αλήθεια της προσωπικής σου ιστορίας και εφικτός ήταν, αλλά και κυρίως  πρόσφερε τη δυνατότητα το κείμενο που θα έγραφες να έχει μια πλατιά αναγνώριση από αναγνώστες ποικίλων ηλικιών, αλλά –ακόμα πιο ουσιαστικό αυτό- να φτάνει μέχρι την ουσία του κεντρικού θέματος και γι αυτό να την περιγράφει με απλότητα. Ό,τι περισσότερο απλά λέγεται, τόσο και πιο κοντά στην αρχική πρωτογενή του κατάσταση βρίσκεται.
 Αυτό είναι το μάθημα των λαϊκών παραμυθιών και των παλαιών μύθων και αξίζει να το δούμε να ανανεώνεται μέσα στα έργα επώνυμων δημιουργών.
Διατήρησα αυτήν την θέση –όπως και οι περισσότεροι που εκείνη την εποχή την υποστηρίζαμε-  και στα επόμενα κείμενά μου, και σε αυτά που θα τα έβλεπα να εκδίδονται σε εκδοτικές σειρές που θα τις κάλυπτε η ένδειξη «ελληνική λογοτεχνία»
Η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζεις το θέμα –εννοώ την ίδια τη σύλληψή του.  Αυτή τη θέση εννοώ.
Όχι μόνο  -και καθόλου υποχρεωτικά-  η απλότητα στη γλώσσα. Σ΄ αυτή, μάλιστα, μπορείς και να της παραχωρείς  το δικαίωμα να αναζητά ένα πιο πλούσιο, ακόμα και εξεζητημένο λεξιλόγιο, μια σύνταξη κάπως ανατρεπτική. Ουσία και περιεχόμενο όμως δε θα πρέπει να χάνουν την αμεσότητά τους.
Και στη συνέχεια είναι πια ευθύνη του αναγνώστη να μπορεί να αναγνωρίζει την γνησιότητα μιας ουσιαστικής  συγγραφικής κατάθεσης ακόμα και σε ένα –φαινομενικά- απλό παραμύθι, σε μια –εκ πρώτης όψεως- απλή εξιστόρηση.
Κοντεύουν να περάσουν σαράντα χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκα στη  λογοτεχνία του τόπου μου και αυτές τις βασικές θέσεις μου δεν τις έχω εγκαταλείψει.
Ασφαλώς και δέχτηκα –όπως και όσοι τα ίδια μ΄ εμένα συνέχισαν να υποστηρίζουν- τον έπαινο ενός μεγάλου –του μεγαλύτερου, στην ουσία- μέρους του συνειδητοποιημένου αναγνωστικού κοινού.
Ασφαλώς και δέχτηκα – όπως και όσοι τα ίδια μ΄ έμενα συνέχισαν να υποστηρίζουν- την μερική ή ολική σκωπτική ματιά μιας ομάδας αναγνωστών που δεν θέλουν να αναγνωρίσουν την αξία της Παιδικότητας ως στάση ζωής και ερμηνεία της.
Αλλά όταν κάτι το πιστεύεις,  ο πρώτος κριτής είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και επίσης είσαι και ο πρώτος που σπεύδει να χαιρετήσει την παρουσία νέων φωνών στο χώρο  που εσύ κυκλοφόρησες και κυκλοφορείς πάντα.
Με μια τέτοια , λοιπόν, διάθεση διάβασα το βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη «Ο Γουργουρής»
Η Επτακοίλη είναι γνωστή ως δημοσιογράφος. Μόλις πριν από ένα περίπου χρόνο είχε κυκλοφορήσει ένα πεζογράφημα με τον τίτλο «Το άλλο μου ολόκληρο.
Ένα πεζογράφημα  -καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων μετά από μια μεγάλη προσωπική της απώλεια.  H αγάπη δύο ανθρώπων, η κοινή πορεία τους επί δύο και πλέον δεκαετίες, η δυσκολία ενός τόσο επώδυνου αποχωρισμού, ο δύσβατος δρόμος προς την αποδοχή.
Κείμενο σπαραχτικό μέσα στην αμεσότητά του. Δίχως περιττές λογοτεχνικές εξάρσεις. Κατευθείαν στο στόχο κατευθυνότανε η γραφή.
Και μετά από ένα χρόνο, να που η Τασούλα Επτακοίλη επανέρχεται στο ίδιο θέμα, αλλά αυτή τη φορά με δυο διαφορετικής υφής προσεγγίσεις.
Τώρα ο πόνος του αποχωρισμού έχει πάρει τις διαστάσεις που μια ζωή πλέον θα κρατήσει –την αποδοχής της θνητότητας των όντων. Και παράλληλα αυτός ο ίδιος ο πόνος, αποφασίζει να προσφέρει χώρο ύπαρξης και σε μια χαρά. Αναφέρομαι στη χαρά της συνέχειας. Η πιο σωστά στην υποστήριξη της θέσης – Ό,τι κάτι δημιουργήθηκε, πάντα επιστρέφει.
Μια απλά ανθρώπινη, μα και βαθιά φιλοσοφημένη άποψη που η Επτακοίλη  -πόσο σοφή η επιλογή της!- την κάνει μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί και από παιδιά.
Ο γάτος Γουργουρής  στα βαθιά του γεράματα αναπολεί τις όμορφες στιγμές που έζησε μέσα στην τριμελή οικογένεια και έτσι πλήρης ημερών και συναισθημάτων κλείνει τα μάτια σε ύπνο που για πάντα θα διαρκέσει.
Τις ίδιες περίπου μέρες, σε κάποιο χωριό, θα γεννηθεί ένα σκυλάκι που θα έχει ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Τόσο ιδιόμορφα που θα αναγκαστεί να αναζητήσει άλλο χώρο για να επιβιώσει. Και θα είναι μέσα στην οικογένεια του Γουργουρή που θα βρει την ζεστασιά και την φροντίδα.
Το κενό της αγάπης καλύφθηκε. Η ζωή που έφυγε δίνει το δικαίωμα να υπάρξει μια άλλη.
Αυτοί που μάθανε  να προσφέρουν την αγάπη, πάντα θα πέφτουν πάνω σε κάποιο πλάσμα που θα την έχει ανάγκη.
Τόσο ουσιαστικό, το απλά γραμμένο. Τρυφερά.
Δακρύζεις και χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος και μπορείς να αισθάνεσαι το τι σημαίνει δάκρυ.
Χαμογελάς και αναστενάζεις με ανακούφιση γιατί κάποιος σου υπενθύμισε πως μήτε ότι αγάπησες θα ξεχαστεί, μήτε και για ότι σε κάνει να χαίρεσαι πρέπει να αισθάνεσαι ενοχές.
Μια σχεδόν διπλή ιστορία … και για παιδιά.
Μια απόδειξη πως οι τεχνικές αφήγησης που συνθέτουν το είδος της παιδικής  λογοτεχνίας  πάντα μπορούν να ενεργοποιούν εκείνους που θέλουν να μιλήσουν για το διαχρονικά βαθύ με τρόπο διαχρονικής απλότητας.

ΥΓ Να σημειώσω και την εικονογράφηση. Μαυρόασπρη, με χιουμοριστική διάθεση  υποβοηθά το κείμενο να δείξει τον αυθορμητισμό του.

Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/paidika/9152-gourgouris

1.2.18

Οι ιστορίες είναι σαν τους ανθρώπους –καθώς περνούνε τα χρόνια ωριμάζουν.
Αλλάζουν συχνά πορεία, η μια απομακρύνεται από την άλλη, μπορεί να συναντηθούνε ξανά. Πιο ώριμες, ίσως.
Το βιβλίο αυτό μιλά για τη σχέση δύο ανθρώπων –ενός παιδιού που ξεκινά τη ζωή του κι ενός ηλικιωμένου που ολοκληρώνει τη δική του.
Στην ουσία αναφέρεται σε αυτό που η μια γενιά κληροδοτεί στην επομένη της.
Αυτή η κληρονομιά μέσα σε αυτό εδώ το βιβλίο έχει τη μορφή κάποιων ιστοριών και κάποιων παραμυθιών που στόλισαν την καθημερινότητα των δυο ηρώων.
Συμβολικές απεικονίσεις  του κύκλου της ζωής, των ονείρων κάθε ατόμου, της αγάπης που συνδέει.
Οι ιστορίες αυτές είχαν πάρει την πρώτη τους μορφή πριν από κάποια χρόνια.
Είχαν κυκλοφορήσει ξεχωριστά και με άλλο τίτλο η καθεμιά τους.
«Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», «Στο νησί της Ροδιάς», «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα»
Αγαπηθήκανε, εκτιμηθήκανε, μπήκανε σε αναγνωστικά και ανθολογίες..
Τώρα τα τρία αυτά βιβλία συναντιόνται ξανά -όχι ξεχωριστά το ένα από τα άλλα, μα όλα μαζί-  με στόχο να υποστηρίξουν κάποιες βασικές αξίες, κυρίως να βοηθήσουν να διατηρηθεί η σχέση που συνδέει το παλιό με το νέο.
Με άλλα λόγια η μνήμη ή αν προτιμάται η  εμπειρία –αυτό είναι το κουκούτσι τούτου του βιβλίου. 
Δηλαδή ό,τι σημαντικότερο ίσως εννοούμε όταν, καθώς παίζουμε κρυφτό, φωνάζουμε στο φιλαράκι μας:
«Φτου, ξελευτερία, φίλε! Σε βλέπω!»


      *************************************************************
  

Ένας παππούς και ο εγγονός του.
Ο ένας προσφέρει την πείρα της ζωής. Ο άλλος το παιχνίδι της.
Μαζί μαθαίνουν το τι σημαίνει να προσφέρεις βοήθεια και αγάπη σε όσους υποφέρουν.
Συμπαράσταση σε όσους πονάνε.
Μα και ακόμα τη γοητεία των φανταστικών ταξιδιών, τη δύναμη των ονείρων.
Και στο τέλος καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν και την μεγάλη απώλεια –απλώς την καταργούνε. Ίδια όπως όταν παίζει κανείς κρυφτό και βρίσκει αυτόν που έχασε και του φωνάζει: «Φτου ξελευτερία! Σε βλέπω!»

Ένα μυθιστόρημα σε τρία κεφάλαια.
Ένα παιδί που ανακαλύπτει τον κόσμο. Ένας συγγραφέας που τον μαθαίνει γράφοντας τις δικές του ιστορίες.



31.1.18

Επίπονη και υπεύθυνη διαδικασία


Γράφει η Γεωργία Γαλανοπούλου


Η διασκευή των μεγάλων έργων του κλασικού λογοτεχνικού κανόνα για παιδιά είναι επίπονη και υπεύθυνη διαδικασία. Προϋποθέτει όχι μόνον γνώση των έργων, βιβλιογραφική έρευνα και συγγραφική ικανότητα, αλλά και επίγνωση των ευαισθησιών και των δυνατοτήτων του αναγνωστικού κοινού στο οποίο απευθύνεται τώρα. Ακόμα, απαιτεί μεράκι, έμπνευση κι έναν συνδυασμό τόλμης και σεβασμού απέναντι στα πρωτότυπα έργα. Ο Μάνος Κοντολέων, έμπειρος εδώ και χρόνια στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων και της παιδικής λογοτεχνίας, διαθέτει όλα τα παραπάνω. Ο λόγος για δυο ξεχωριστά βιβλία του των εκδόσεων Πατάκη, το Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και το Βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα, ελεύθερες διασκευές των κλασικών έργων του Μιγκέλ ντε Θερβάντες και του Φρανσουά Ραμπελαί αντίστοιχα. Την εντυπωσιακή και καλαίσθητη ασπρόμαυρη εικονογράφηση και των δύο υπογράφει ο σκιτσογράφος, γελοιογράφος και εικονογράφος Βαγγέλης Παυλίδης.

Διασκευές του Δον Κιχώτη υπάρχουν άπειρες, ξενόγλωσσες ως επί το πλείστον, ήδη από τον 19ο αιώνα. Υπάρχουν επίσης για τον Γαργαντούα, το πρώτο μέρος από το ογκώδες ραμπελαισιακό έργο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, αν και λιγότερες σε αριθμό. Όμως οι διασκευές του Κοντολέων είναι διαφορετικές από όσες γνωρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια, χάρη στο σύγχρονο ύφος και τα διακριτά επίπεδα κατανόησης της γραφής του, η οποία καθιστά την ανάγνωση προσιτή, ευχάριστη και ενδιαφέρουσα τόσο σε μικρότερες όσο και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Μπορεί, λοιπόν, οι θαυμάσιες αυτές εκδόσεις να απευθύνονται σε παιδιά 8-15 ετών, παράλληλα όμως είναι ελκυστικές και σε όσους ενήλικες είτε δεν είχαν την υπομονή να διαβάσουν ποτέ τα κλασικά αυτά έργα, είτε τα διάβασαν κάποτε διασκευασμένα και έχουν τη διάθεση να τα ξαναδούν μέσα από τη φρέσκια ματιά ενός καταξιωμένου Έλληνα δημιουργού.

Έργα-ορόσημα και τα δύο –καθένα και ένας ύμνος στην ελευθερία της ανθρώπινης σκέψης μέσα από την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης– εξακολουθούν, για τέσσερις και πλέον αιώνες, να απασχολούν τους μελετητές και να εμπνέουν συγγραφείς. Η παρουσίαση των διασκευών τους, με αναφορές στα πρωτότυπα έργα και την εποχή τους, θα καταλάμβανε περισσότερο χώρο από εκείνον που συνήθως προσφέρεται για κριτικές. Θα επικεντρωθούμε γι’ αυτό τον λόγο μόνο σε ένα, στον ραμπελαισιακό Γαργαντούα, εστιάζοντας, επιδερμικά έστω, στο ίδιο το έργο και στην κατά τον Μάνο Κοντολέων προσέγγισή του.

Γνήσιος άνθρωπος της Αναγέννησης ο Ραμπελαί (1494-1553), μοναχός, γιατρός, συγγραφέας, ποιητής, προπάντων όμως ουμανιστής, είναι για τη Γαλλία ό,τι ο Θερβάντες (1547-1616) για την Ισπανία. Υπερασπίστηκε τον καθημερινό άνθρωπο χρησιμοποιώντας την πένα του ως όπλο απέναντι στην υποκρισία και το στείρο πνεύμα της εποχής του. Το έργο του, γιγάντιο όπως και οι ήρωές του, έθεσε τα θεμέλια για μια πραγματική επανάσταση στη Γαλλία του 16ου αιώνα, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο. Στόχος του η συντριβή των τότε πανίσχυρων αξιωμάτων και για την επίτευξή του δημιούργησε γίγαντες πέρα από κάθε λογική. Σε σύγκριση με τη μικρότητα της σκέψης και της ψυχής του φεουδαρχικού ανθρώπου, ο δικός του αναγεννησιακός άνθρωπος είναι ένας γίγαντας πνεύματος και καλοσύνης, αγνός και ελεύθερος από κάθε προκατάληψη, ικανός να παρασύρει στο διάβα του τίτλους και αξιώματα, να διασπάσει τους παλιούς κανόνες και να ισοπεδώσει την υποκρισία. Ως θεραπεία στον συντηρητισμό, την απαισιοδοξία, τη δυσαρέσκεια και τον ενοχικό ασκητισμό του Μεσαίωνα, ο Ραμπελαί συνταγογράφησε και χορήγησε τη σάτιρα και το γέλιο. Ήταν, άλλωστε, συν τοις άλλοις, γιατρός, και χρησιμοποιώντας αντί για νυστέρι την υπερβολή, τη λαϊκή αθυροστομία, γκροτέσκες περιγραφές του κάτω σώματος και ένα εξωφρενικό χιούμορ τουαλέτας, κατασκεύασε, συνδυάζοντας τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, ένα τεράστιο μυθιστόρημα-μανιφέστο, που μέσω του γέλιου, της υπερβολής και της γελοιοποίησης των πάντων ανακούφιζε και απελευθέρωνε.

Το γέλιο, μας λέει ο Μιχαήλ Μπαχτίν στο περίφημο πόνημά του Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, «απελευθερώνει τον από χιλιετίες καλλιεργημένο εντός του ανθρώπου φόβο ενώπιον των αυταρχικών απαγορεύσεων […] της εξουσίας […] και ανοίγει τα μάτια για το νέο και για το μέλλον». Η υπερβολική σοβαρότητα, χαρακτηριστική της μεσαιωνικής Ευρώπης, «καταπίεζε, παρέλυε […] ψευδόταν και υποκρινόταν, ήταν τσιγκούνα και νηστίσιμη. Στη γιορταστική πλατεία, στο ευωχικό τραπέζι, ο σοβαρός τόνος αποτιναζόταν σαν μάσκα και άρχιζε να ακούγεται μια άλλη αλήθεια με τη μορφή του γέλιου, των βωμολοχιών, των βρισιών, της παρωδίας και διακωμώδησης. Όλοι οι φόβοι και τα ψεύδη διασκορπίζονταν μπροστά στον θρίαμβο της υλικο-σωματικής και γιορταστικής αρχής» [1].

Το έργο του Ραμπελαί γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα την εποχή που δημοσιεύτηκε. Σύντομα όμως λογοκρίθηκε για τις ανορθόδοξες ιδέες του και απαγορεύτηκε. Τον 18ο αιώνα λατρεύτηκε από τους εκπροσώπους της Γαλλικής Επανάστασης. Ωστόσο, δεν εκτιμήθηκε δεόντως από τους Διαφωτιστές. Ο Βολταίρος, ενώ επαίνεσε τον αντικληρικαλισμό του, το χαρακτήρισε ακατανόητο, αλλόκοτο, μια γυμνή και ευθεία σάτιρα και όλο το υπόλοιπο ένα περιττό βάρος [2]. Την ίδια εποχή γίνονται οι πρώτες συντομεύσεις του και οι λεγόμενες αποκαθάρσεις του από τις αθυροστομίες και το ακραίο για την αισθητική του 18ου αιώνα χιούμορ. Μερικά μόλις χρόνια αργότερα, οι συντομευμένες αυτές εκδοχές αποτέλεσαν τη βάση για τις πρώτες, αλλά και τις μετέπειτα, διασκευές του Γαργαντούα για παιδιά και νέους, απαλλαγμένες από «ακατάλληλες» λέξεις στο όνομα της ευπρέπειας.

Βεβαίως, και ο κατά τον Μάνο Κοντολέων Γαργαντούας προσφέρεται αποκαθαρμένος. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: Δεν διασκεδάζουν τα παιδιά σήμερα με το χιούμορ τουαλέτας; Με δεδομένο ότι αυτό δεν λογοκρίνεται σήμερα όπως παλαιότερα, θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς –έστω και μερικώς αποκαθαρμένα– τα «κατορθώματα» του Γαργαντούα, από τα οποία άλλωστε εκπορεύεται το ραμπελαισιακό γέλιο. Να δει τις λέξεις –κάποιες έστω– να εκφέρονται με το πραγματικό όνομά τους, χωρίς περιστροφές, λέξεις που χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα τα παιδιά στην καθημερινότητά τους για να γελάσουν. Ο Κοντολέων, ωστόσο, αν και τολμηρός συγγραφέας σε θέματα ταμπού για την εποχή μας, συνειδητά δεν το επιχειρεί. Γιατί μπορεί να τολμά προκαλώντας συχνά με τις θεματικές του, αλλά τον συγγραφικό του λόγο τον εκφέρει με κοσμιότητα, πολλώ δε μάλλον όταν απευθύνεται στις μικρές ηλικίες.

Εδώ, λοιπόν, η προσέγγιση του Γαργαντούα επιτυγχάνεται αφαιρώντας, απλοποιώντας, προσθέτοντας και αναδημιουργώντας. Οι κουραστικές λεπτομέρειες, οι ακατανόητες και περιττές κατά τον Βολταίρο, απαλείφονται. Το ίδιο και οι γκροτέσκες περιγραφές, οι επεισοδιακές αφοδεύσεις και άλλες σχετικές εκκρίσεις εν είδει ορμητικών ποταμών. Ακόμη και το φαλλικό κέρατο που κοσμεί τα οπίσθια της παροιμιώδους φοράδας του μεταφέρεται και τοποθετείται στο μέτωπό της μετατρέποντάς τη σ’ έναν μονόκερο, τόσο γιγάντιο και μεγαλοπρεπή όσο και ο αναβάτης του. Αυτά που μένουν είναι τα απολύτως απαραίτητα για τη ροή της ιστορίας και την ανάδειξη του τελικού ζητούμενου: την ήττα της υποκρισίας και τη νίκη του απελευθερωμένου ανθρώπου απέναντι στην καταπίεση, τον φόβο, τον συντηρητισμό και την ταπείνωση.

Όλα αυτά όμως επιτυγχάνονται με τη σάτιρα, και σάτιρα μη αθυρόστομη είναι σαν άρμα μάχης παροπλισμένο. Αυτό το γνωρίζει καλά ο Κοντολέων και έτσι επινοεί έναν θαυμάσιο χαρακτήρα ο οποίος κατέχει, μαζί με τον κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι ο υπηρέτης του Γαργαντούα, ο άνθρωπος που βρίσκεται δίπλα του από τη στιγμή της γέννησής του, γνωρίζει κάθε του πράξη, τον νοιάζεται σαν να ήταν ο πραγματικός του πατέρας και, γέρος πια τώρα, γράφει την ιστορία του κυρίου του. Μέσα από τη δική του εικονοπλαστική φωνή, τρυφερή κι ευγενική όπως αρμόζει σ’ έναν ευπρεπή γέροντα της εποχής μας, η σάτιρα βρίσκει τον δρόμο της χωρίς να ασχημονεί αλλά υπαινισσόμενη, χωρίς να υβρίζει αλλά κρατώντας την ύβρη στην άκρη της γλώσσας να την παρεμφαίνει. Αυτή την κόσμια πατρική φωνή εμείς την απολαύσαμε. Όπως απολαύσαμε και τη ζηλευτή εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη. Καιρός να εισπράξουν πολλοί ακόμη αυτή την απόλαυση.

Σημειώσεις
[1] Μιχαήλ Μπαχτίν, Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017, μτφρ. Γιώργος Πινακούλας
[2] Voltaire, Lettres Philosophiques, Flammarion, Paris 1976


Πρώτη ανάρτηση: 




21.1.18

Συζητώντας με τα εγγόνια μου για τις αρχές της φιλοσοφίας και της επιστήμης στην Αρχαία Ελλάδα

Δημήτρης Λυπουρλής
«Συζητώντας με τα εγγόνια μου για τις αρχές της φιλοσοφίας και της επιστήμης στην Αρχαία Ελλάδα»
Εκδόσεις Ζήτρος

                                                                           

Όταν εγώ ήμουνα παιδί, ανάμεσά στα βιβλία που οι γονείς μου μού είχαν πάρει, από τα πλέον αγαπημένα ήσαν και οι 2 τόμοι της Εγκυκλοπαίδειας του Παιδιού (της Αντιγόνης Μεταξά – Εκδ. Αλυκιώτη)
Αν από τις ιστορίες με ιππότες , πειρατές ή παιδιά που  ζούσανε τις  δικές τους καθημερινές περιπέτειες μάθαινα να συνθέτω τα στοιχεία μιας μελλοντικής μου ταυτότητας , από το δίτομο έργο της Θείας Λένας  ανακάλυπτα τις αλήθειες που πάνω τους θα στήριζα τα νέα μου βήματα.
Μπορεί ο Τομ Σώγερ με χίλιες δυο σκέψεις και σκανταλιές να με συντρόφευε, αλλά και ο Θωμάς Έντισον  είχε κι αυτός να μου χαρίσει τη δική του συναρπαστική πορεία προς μια ανακάλυψη.
Συναίσθημα και Γνώση. Όπως κάθε παιδί ρουφούσα κι εγώ αυτά τα δύο έτσι όπως φρόντιζαν οι γονείς μου να μου τα προσφέρουν με τη βοήθεια των βιβλίων.
Μεγάλωσα, έγινα και εγώ ο ίδιος συγγραφέας, προσπαθώ μέσα από τις ιστορίες μου να κάνω το σημερινό παιδί να ζήσει τις ίδιες εμπειρίες ανακαλύψεων συναισθημάτων και ιδεών. Ποτέ μου δεν θέλησα να καταπιαστώ με ένα κείμενο που θα πρόσφερε σε κάποιον αναγνώστη μου τις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας –εκείνες όπου νέες γνώσεις ερχόντουσαν να φωτίσουν το σκοτάδι, νέες ανακαλύψει ς φτάνανε για  να ανατρέψουν συντηρητικές δοξασίες.
Γράφω λογοτεχνικά βιβλία. Μα πάντα μου αρέσει να διαβάζω και βιβλία που μιλάνε για την περιπέτειας της ανθρώπινης γνώσης.
Κι όπως απαιτεί ιδιαίτερη ευαισθησία για να μυήσεις ένα παιδί στα διαχρονικά συναισθήματα (τη γέννηση, το θάνατο, τον έρωτα, τη φιλία) και τις πέρα από κάθε συζήτηση πολιτιστικές αξίες (τον αλληλοσεβασμό, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη), το ίδιο απαιτείται και ιδιαίτερη  γνώση για να αφηγηθείς τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας.
Τα βιβλία που αυτό το τελευταίο επιχειρούν, τα ονομάζουμε Βιβλία Γνώσεων και στις μέρες μας αποτελούν ένα ιδιαίτερο -και ιδιαίτερα σημαντικό-  είδος των βιβλίων που απευθύνονται σε παιδιά.
Οι νέες δυνατότητες της τεχνολογίας βοηθούν στο να δημιουργούνται βιβλία γνώσεων με πολύ σύγχρονη εκδοτική εμφάνιση –φωτογραφίες, χάρτες, διαγράμματα, ποικίλοι πίνακες.
Αλλά η βάση και σε αυτά τα βιβλία είναι ο λόγος. Και ο λόγος σε ένα βιβλίο γνώσεων για να μπορεί να επιτελέσει το σκοπό του θα πρέπει ο συγγραφέας του και το θέμα να γνωρίζει σε βάθος και πλάτος, αλλά και να μπορεί με τη σαφήνεια της απλότητας να το καταγράφει.
Όπως ο πλέον σωστός γιατρός είναι εκείνος που  με τρόπο απλό και χωρίς περίπλοκες επιστημονικές ορολογίες,  εξηγεί στον ασθενή του την πάθηση από την οποία πάσχει, έτσι και ο επιστήμονας που γράφει ένα βιβλίο με στόχο να μιλήσει για την επιστήμη του σε παιδιά, θα πρέπει να καταγράψει τις σκέψεις και τις γνώσεις του με φράσεις απλές, περιεκτικές, και προσαρμοσμένες –μα όχι αβασάνιστα απλουστευμένες- στην δυνατότητα ενός μικρού αναγνώστη να κατανοήσει αυτό που η συγκεκριμένη επιστήμη υπηρετεί.
Ο Δημήτρης Λυπουρλής είναι μια επιστημονική προσωπικότητα που όλη της τη ζωή την αφιέρωσε στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης. Θεωρείται  από τους πλέον ειδικούς  πάνω στο έργο του Αριστοτέλη. Και όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν  ως Πανεπιστημιακό Διδάσκαλο, αλλά και εκείνοι  που είχαν την ευκαιρία φιλικά να τον συναναστραφούνε, μαρτυρούνε την πραότητα του ανθρώπου, την απλότητα και τη βαθιά του γνώση σε θέματα που αφορούν τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους.
Αυτά τα χαρακτηριστικά του –πραότητα, απλότητα, γνώση- χρησιμοποίησε για να γράψει αυτό το  τόσο ενδιαφέρον βιβλίο.
Και χωρίς να θέλει να κρύψει από πού ξεκίνησε αυτή του η διάθεση να μυήσει το νέο άνθρωπο στα μεγάλα επιτεύγματα των αρχαίων ελλήνων, δηλώνει από τον τίτλο κιόλας πως ως βασικούς αναγνώστες –ακροατές του είχε τα εγγόνια του.
Η τρυφερότητα ενός παππού  μαζί με την εμπειρία ενός επιστήμονα.
Κι έτσι με πόση άνεση ο κάθε αναγνώστης –ο κάθε μη ειδικός αναγνώστης και ανεξαρτήτου ηλικίας- μαθαίνει  για το έργο του Δημόκριτου, για τη διδασκαλία του Σωκράτη, για τα έργα του Αριστοτέλη, για τις ανακαλύψεις  του Πυθαγόρα! Οι μύθοι φωτίζονται με άλλη ματιά, οι θεοί αντιστοιχούνται με την ανθρώπινη τάση αναζήτησης μιας βαθύτερης αλήθειας, οι πρώτες καταγραφές των ιστορικών γεγονότων δείχνουν πως εδραιώθηκε η επιστημονική έρευνα.
Μπορεί οι εικόνες (χάρτες και προτομές κυρίως) να είναι ασπρόμαυρες, αλλά δεν είναι η πολυχρωμία μιας άψογης τεχνολογικά έκδοσης το στοίχημα που ο συγγραφέας έχει βάλει με τον εαυτό του. Προτίμησε μια κλασική μορφή έκδοσης.  Κι άλλωστε αλλού στρέφεται για να βοηθηθεί – σε λόγο απλό, διανθισμένο με ιστορικά ανέκδοτα. Κι έτσι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του όποιου αρχίσει να διαβάζει το βιβλίο.
Κι ενώ σε παρασύρει η εξιστόρηση, σιγά – σιγά συνειδητοποιείς πως σε έχει παρασύρει η συναρπαστική πορεία της σκέψης της φιλοσοφίας και της επιστήμης έτσι όπως χαράχτηκε στα αρχαία χρόνια.
Ενδιαφέρον , ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο. Νομίζω πως καλύπτει ένα βασικό κενό στον χώρο των βιβλίο γνώσεων για παιδιά.
Μακάρι ο Δημήτρης Λυπουρλής να μας δώσει και άλλα παρόμοια έργα. Και μακάρι το παράδειγμά του να το ακολουθήσουν και άλλοι  επιστήμονες έτσι ώστε να έχουμε μια σειρά βιβλίων, από τα οποία  θα μάθουν τα παιδιά  (κι όχι μόνο!) τα ουσιαστικά επιτεύγματα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και σε άλλους τομείς  (θέατρο, ποίηση, κ.α)


 Πρώτη ανάρτηση: http://www.thinkfree.gr/lypourlis-zitros-kontoleon/?doing_wp_cron=1516521596.4165940284729003906250



19.1.18

Ο Γαργαντούας με την μεγάλη καρδιά





Ο Γαργαντούας με την μεγάλη καρδιά

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Προτού γεννηθεί, έμεινε μέσα στην κοιλιά της μητέρας του όχι εννιά μήνες, αλλά έντεκα! Αυτός ήταν ο Γαργαντούας. Κι όταν πια μεγάλωσε, κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης μέρας μασούλαγε ένα βόδι ή δυο πρόβατα και τριάντα κιλά πατάτες και τριάντα κιλά ντομάτες κι αγγούρια και πέντε με δέκα κιλά φρούτα διάφορα και καμιά ντουζίνα καρβέλια και έπινε κάμποσες κούπες γάλα στο πρωινό του και ασφαλώς κρασί στο γεύμα του! Αυτός ήταν ο Γαργαντούας. Και πήγαινε καβάλα με ένα άλογο –την Ελεφαντίνα– που την έφεραν από τη μακρινή πατρίδα της μήτε ένα μήτε δυο καράβια. Αλλά τέσσερα! Ε, αυτό το άλογο ταίριαζε στον Γαργαντούα – έναν γίγαντα. Γίγαντα στο σώμα, μα και στην ψυχή… Ένα διασκεδαστικό (και όχι μόνο) μυθιστόρημα-σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία – για τη ζωή ενός ήρωα που εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια έχει συντροφέψει αναγνώστες κάθε ηλικίας. Τώρα σε μια σύγχρονη, εντελώς ελεύθερη και  πρωτότυπη διασκευή από τον Μάνο Κοντολέων, στο βιβλίο του «Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας (Ελεύθερη διασκευή του κλασικού έργου του Φρανσουά Ραμπελαί)» εκδόσεις Πατάκη.

-Ξαναγράφετε τα κλασσικά στον Πατάκη;

Μια νέα σειρά σε επίπεδο εκδοτικό ξεκίνησε. Λέω να τη συνεχίσω, αν και ακόμα δεν έχω καταλήξει ποιοι θα ακολουθήσουν τον Γαργαντούα και τον Δον Κιχώτη. Αλλά έτσι κι αλλιώς διανύω συγγραφικά μια περίοδο που με απασχολεί πολύ το πώς μπορεί ένας σημερινός συγγραφέας να ‘κοιτάξει’ όχι μόνο παλιά έργα, αλλά και κλασικούς χαρακτήρες.  Έτσι μέσα στην Άνοιξη το 2018 θα κυκλοφορήσει στη σειρά της  Ελληνικής Λογοτεχνίας –πάντα από τον Πατάκη- μια μυθιστορηματική βιογραφία  για την Κασσάνδρα. Έχω στηριχτεί σε παλιά κείμενα και πηγές, αλλά έχω πλάσει μια νέα –στην ουσία- ηρωίδα.

-Αφιερώνετε στη δασκάλα σας την αείμνηστη Δέσποινα Στασού, στη β και γ δημοτικού, τη διασκευή του Γαργαντούα… Τι θυμάστε από εκείνην σχετικά με τον Γαργαντούα;

Ναι, εκείνη μου είχε κάνει δώρο μια παλιά διασκευή αυτού του έργου και ακόμα την έχω και μπορώ να διαβάσω σε μια από τις πρώτες σελίδας, την αφιέρωσή της. Όλα αυτά τα χρόνια της συγγραφικής καριέρας μου, είχα δίπλα μου την αμέριστη συμπαράσταση πολλών φωτισμένων εκπαιδευτικών. Αφιερώνοντας αυτό το βιβλίο στην παλιά μου δασκάλα, θέλησα να εκφράσω την αγάπη μου προς αυτούς.

-Ηταν παιδί και νέος άντρας συνάμα;

Όχι. Υπήρξε ένα πολύ χαριτωμένο… γιγαντόσωμο παιδί και που εξελίχτηκε σε ένα καλόκαρδο γίγαντα.  Στη διασκευή μου τον παρακολουθώ από τη μέρα που γεννήθηκε, έως την εποχή που πλέον έχει ενηλικιωθεί.

-Αληθεύει ο,τι έτρωγε πολύ; Αδηφάγος και μέγας καταπιώνας;

Να σας παραθέσω ένα  συνηθισμένο του ημερήσιο μενού…

—Ένα βόδι ή δυο πρόβατα

—Τριάντα κιλά πατάτες

—Τριάντα κιλά ντομάτες κι αγγούρια

—Πέντε με δέκα κιλά φρούτα διάφορα

—Καμιά ντουζίνα καρβέλια

—Κάμποσες κούπες γάλα το πρωινό

—Και ασφαλώς κρασί… Πολύ κρασί!

-Λένε πως για άλογο είχε την Ελεφαντίνα…

Θέλετε κι αυτού του αλόγου  μια περιγραφή;

Λοιπόν…

Μεγάλο όσο έξι ελέφαντες μαζί – οι τρεις ο ένας πάνω στον άλλον κι οι άλλοι τρεις ο ένας δίπλα στον άλλον.

Τα νύχια των ποδιών της θυμίζανε γκρεμούς που σχηματίζονται από άγριους βράχους.

Τα αυτιά της ήταν το καθένα ίδιο με κεφάλι ταύρου.

Και στο κέντρο του μετώπου της… Αχ, τι θαυμαστό που ήταν εκείνο το μαύρο κέρατο!

Μαύρη και η χαίτη της – θύμιζε καταρράχτη κατάμαυρου νερού.

Το δέρμα της –γκρίζο το χρώμα του– το σκέπαζαν σκληρές τρίχες και είχε σε διάφορα σημεία του σώματός της μαύρες βούλες.

Και στο τέλος κάτι να πω και για την ουρά της… Αυτή η ουρά! Σκληρή και μακριά… Ποπό, πόσο μακριά ήταν! Και ήταν και χοντρή. Αλλά εκείνο που ήταν μοναδικό ήταν η φούντα στην άκρη της. Μια κατάμαυρη μπάλα από μαύρες βελόνες!

Καστρόπορτα μπορούσε να τσακίσει έτσι κι έπεφτε πάνω της.

-Γίγαντας με ωραίο λόγο που κατατρόπωνε τη βλακεία;

Ναι, γιατί ήξερε να διαλέγει τους συνεργάτες του. Κι ήξερε ακόμα να χαίρεται την κάθε μέρα του. Μεγάλη καρδιά σε μεγάλο σώμα.

-Ο Πανταγκρυέλ εμφανίζεται σε αυτό;

Όχι. Μόνο ο πατέρας του Γαργαντούα –ο Γκρανγκουζιέ.

-Ιστορίες της Αναγέννησης που αντέχουν ίσαμε σήμερα;

Οι ιστορίες εκείνες που στηρίζονται πάνω σε μεγάλες μορφές. Ναι, αυτές αντέχουν. Ας πούμε οι ιστορίες που αναφέρονται στα κατορθώματα του  Βασιλιά Αρθούρου… Του σερ Λάνσελοτ…  Του Τριστάνου και της Ιζόλδης…  Διαχρονικά τα πάθη τους και τα όνειρά τους.


http://www.presspublica.gr/manos-kontoleon-o-gargantouas-tin-megali-kardia/