14.8.22

Για την Αγγελική Βαρελλά

 






Η Αγγελική Βαρελλά πριν από μερικές μέρες  ξεκίνησε το ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Η ίδια λάτρευε τα ταξίδια -όταν ταξίδευε γινότανε ένα παιδί που ανακάλυπτε τον κόσμο* πρόσωπα, πόλεις, πολιτισμούς. Κι έτσι σκέφτομαι πως κι αυτό το τελευταίο της ταξίδι κάτι παρόμοιο θα της προσφέρει -άλλωστε η Αγγελική ήταν πάντα άτομο που ήξερε να ανακαλύπτει το χαμόγελο ακόμα κι αν αυτό ήταν κρυμμένο σε σκοτεινές γωνιές.

Σε ένα πρόχειρο και εντελώς προσωπικό σημείωμα μου στο face book την αποχαιρετούσα ως την ‘απόλυτη έκφραση του συγγραφέα για παιδιά μιας ολόκληρης εποχής’.

Τη φράση αυτή την επαναλαμβάνω και μπορώ να την τεκμηριώσω.

Η Βαρελλά κάνει την παρουσία της στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας το 1966 -αρκετά, δηλαδή, χρόνια πριν της Άνοιξη της Μεταπολίτευσης.

Είναι μια εποχή που στην Ελλάδα μόλις είχε αρχίσει μια προσπάθεια διάδοσης του ποιοτικού βιβλίου για ανήλικους αναγνώστες και αυτή τη διάθεση τη σηματοδοτεί η ίδρυση της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιά, το 1955.

Μια ομάδα γυναικών πεζογράφων και ποιητριών, θέτουν ως στόχο τους να εξαλειφθεί από τη μια ο διδακτισμός στα κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και από την άλλη να γράφονται αυτά τα κείμενα με σωστά και πλούσια ελληνικά.

Στόχος που αργά, αλλά σταθερά θα υλοποιείται και που τελικά θα βρει την απόλυτη εφαρμογή του 25 περίπου χρόνια αργότερα.

Αλλά στο ενδιάμεσο διάστημα τα καλογραμμένα παιδικά βιβλία ολοένα και γίνονται περισσότερα.

Ανάμεσα σε εκείνους που τα γράφουν είναι και η Αγγελική Βαρελλά.

Θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως όλη αυτή η πορεία προς μια ποιοτική Παιδική Λογοτεχνία γίνεται και μέσα στα πρώτα χρόνια της ελληνικής άνοιξης του ’60, αλλά και μέσα στη βαρυχειμωνιά της επταετίας ’67-’74.

Υπενθυμίζω το όλο κλίμα εκείνων των χρόνων, για να κατανοήσουμε την αξία όλων αυτών των συγγραφέων (κυρίως ήταν γυναίκες) που κατάφεραν να συνδυάσουν -η κάθε μια με τον τρόπο της- την προσωπική τους πολιτική και κοινωνική ταυτότητα με την προσπάθεια να γράψουν έργα που θα εδραίωναν την -με συνείδηση- δημιουργία μιας λογοτεχνίας για παιδιά που θα δικαιούται την ένταξή της στο σώμα των Νεοελληνικών Γραμμάτων.

Ανάμεσα σε αυτές τις γυναίκες κεντρικό πρωταγωνιστικό ρόλο, λοιπόν, έπαιξε και η Αγγελική Βαρελλά.

Πολύ σύντομα και καθώς τα βιβλία της διαδέχονται το ένα το άλλο, τα συγγραφικά αποτυπώματα της γίνονται εμφανή.

Η Αγγελική Βαρελλά γράφει με τη διάθεση συνομιλίας με ένα παιδί. Θέλει να του μιλήσει για βασικές αξίες -πατρίδα, οικογένεια, πολιτιστική κληρονομιά, οικολογία. Κυρίως για τη φαντασία και το χαμόγελο.

Δεν δείχνει να ενδιαφέρεται να καταγράψει τις εμπειρίες ενός ενήλικα και να τις μοιραστεί με ένα ανήλικο. Αντίθετα «με χιούμορ, χυμώδη γλώσσα και παιχνιδιάρικη φαντασία προβάλλει μιαν άλλη οπτική γωνία και εξαίρει την καλή πλευρά των πραγμάτων χωρίς να τα ωραιοποιεί ή να τα εξιδανικεύει. Ο κόσμος δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Είναι αυτός που είναι κι αντί να τον απορρίπτουμε ή να επιδιώκουμε να τον εμφανίσουμε διαφορετικό, καλό θα είναι να τον ατενίζουμε με τα μάτια του παιδιού αναθέτοντας στη φαντασία τη μεταμόρφωσή του» -σημειώνει η Νένα Κοκκινάκη σε μονογραφία της για την Αγγελική Βαρελλά.

Και νομίζω πως είναι ακριβώς αυτό που κι εμένα με κάνει να χαρακτηρίζω την Αγγελική Βαρελλά ως ‘την απόλυτη έκφραση του συγγραφέα για παιδιά μιας ολόκληρης εποχής’.

Ναι, μιας εποχής όπου όλα όσα θα τολμούσαν πλήρως να ανανεώσουν και να εμπλουτίσουν τη θεματολογία, αλλά και τις τεχνικές αφήγησης της λογοτεχνίας για παιδιά (ο ρεαλισμός, η πολιτική στάση, η κοινωνική κριτική, η πολυφωνική αφήγηση κ.α) ετοιμαζόντουσαν να συναντήσουν τη νέα γενιά που τα εξέφραζε.

Η προηγούμενη γενιά συγγραφέων παιδικής λογοτεχνίας (ανάμεσά σε αυτούς κεντρική περσόνα η συγγραφέας του ‘Καλοκαίρι στην Μονεμβασιά’) στρώνει με το δικό της τρόπο και τη δική της δυναμική -συχνά μη ταξινομημένη- το δρόμο προς την πλήρη ανανέωση.

Μέσα στις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που έγιναν στη δεκαετία του ’80, υπήρξε μια περίοδός όπου κάθε τι το παλαιότερο αντιμετωπίστηκε ως οπισθοδρομικό. Μια εποχή όπου η αστική νοοτροπία σχεδόν ταυτίστηκε με τη στείρα συντήρηση.

Η Αγγελική Βαρελλά έχοντας συγγράψει (μόνη της ή και σε συνεργασία με άλλους) μια σειρά αναγνωστικών για κάποιες τάξεις του Δημοτικού, βρέθηκε στο στόχαστρο (αν καλά θυμάμαι για ένα από αυτά, εκείνο της χρονιάς  του 1973) μιας κριτικής πολεμικής που αγνοούσε τις πολιτικές συνθήκες και καταλόγισε ενοχικό συντηρητισμό στη συγγραφέα του.

Μια επίθεση άδικη και σίγουρα μη διαθέτοντας την ηρεμία να δει πίσω από την απουσία μιας πολιτικής στράτευσης, την συγγραφική ματιά που υπηρετούσε την υγιή αστική στάση.

Σαφέστατα, όμως, η άνθιση της Λογοτεχνίας για Παιδιά που ξεκινά από τη Μεταπολίτευση και μετά, συμπεριλαμβάνει και τα βιβλία της Βαρελλά -να θυμηθούμε έστω και μόνο ένα, το το «Φιλενάδα Φουντουκιά μου» που θέτει με ευρηματικό όσο και γνήσια οικολογικό προβληματισμό το ζήτημα της προστασίας της Φύσης.

Αλλά επίσης σαφέστατο είναι πως τα βιβλία της (όπως επίσης και εκείνα της άλλης εμβληματικής παρουσίας σε αυτόν τον χώρο -της Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη) σε αρκετά -αν και τελικά όχι και σε τόσα πολλά-  διαφέρουν από εκείνα που έγραψαν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή (οι δυο κεντρικοί εκφραστές μιας αριστερής ομάδας συγγραφέων Π. Λ. εκείνων των χρόνων).

Αλλά όλα τους (όπως και πολλών ακόμα συγγραφέων λιγότερο ή περισσότερο προοδευτικής συγγραφικής τάσης) αποτελούν το πλήρες οικοδόμημα που έχει πλέον με επάρκεια αυτοπροσδιοριστεί και συνεχώς εμπλουτίζεται με νέες φωνές.

Η Αγγελική Βαρελλά δεν έχει απλώς και μόνο εγγραφεί στο corpus της ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, αλλά πιστεύω πως θα παραμείνει για πολύ καιρό μια ιδιαιτέρως αγαπητή συγγραφέας και στα παιδιά του αύριο.

Πέρα από την γλαφυρότητα της γραφής της, και η ίδια μένει στη μνήμη όσων την γνώρισαν ως μια προσωπικότητα ιδιαιτέρως ζεστή, πάντα χαμογελαστή και με έντονη τη χρήση ενός χιουμοριστικού σχολιασμού.

Κάποια από τα έργα της κρύβουν πέρα από τα γνωστά και  αγνωρίσημα  χαρακτηριστικά της γραφής της και ένα υπόγειο σχολιασμό διαπροσωπικών σχέσεων που μαρτυρούν πως αυτή η γυναίκα που έφυγε πλήρης ημερών δεν πρόσφερε στους άλλους μόνο το χιούμορ και την αισιοδοξία, αλλά και το ίδιο της τον εαυτό τον είχε θωρακίσει με ένα αξιοπρόσεχτο αυτοσαρκασμό.

Σε κάθε περίπτωση η Αγγελική Βαρελλά σφράγισε μια εποχή και υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στην προσπάθεια να αγαπήσουν οι νέοι μας τη λογοτεχνία. Πέντε γενιές συντρόφευσαν τα βιβλία της. Και η ίδια πέρα από το καθαρώς συγγραφικό της έργο, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δράσης της στην εδραίωση της ποιότητα των βιβλίων για παιδιά. Για χρόνια υπήρξε πρόεδρος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιά και επίσης για πολλά χρόνια η ψυχή του θεωρητικού περιοδικού ‘Διαδρομές στηςΛογοτεχνία για  παιδιά και νέους’. Για χρόνια -σχεδόν έως το βιολογικό της τέλος- μιλούσε και συζητούσε σε σχολεία και πολιτιστικούς φορείς για την ομορφιά και της αξία των κειμένων που διαβάζουν τα παιδιά μας.

Για τον όποιον άλλον συγγραφέα αυτής της εμβέλειας, που όμως θα έγραφε βιβλία για ενήλικες, η Πολιτεία και οι διάφοροι πολιτικοί φορείς, θα είχαν εκδώσει σχετικά δελτία τύπου όπου θα εξέφραζαν την λύπη τους για την απώλεια των ελληνικών γραμμάτων και για το πόσο πτωχή μένει  η λογοτεχνία μας.

Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην περίπτωση της Αγγελικής Βαρελλά.

Μια ακόμα απόδειξη πως Πολιτεία, πολιτικοί φορείς και αρκετά έντυπα ή ηλεκτρονικά ΜΜΕ αντιμετωπίζουν τα βιβλία που διαβάζουν τα παιδιά μας και όσους τα γράφουν ως λογοτεχνικά προϊόντα και συγγραφείς δευτέρας διαλογής.

Και είναι κρίμα που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Γιατί αν θέλουμε -μάλλον αν Πολιτεία, πολιτικοί φορείς και ΜΜΕ θέλουν να αντιμετωπιστούν πολλές παθογένειες που πλήττουν τους νέους μας καλό θα είναι σκεφτούν πόσο πολύτιμη είναι η συνεισφορά της καλής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους.

Πόσο βοηθούν σε μια τέτοια εκστρατεία βιβλία όπως το «Δράκε, δράκε είσαι εδώ;» και «Καλημέρα Ελπίδα» -δυο από τα κοντά πενήντα που η Αγγελική Βαρελλά με κέφι και ταλέντο είχε φροντίσει να μας χαρίσει.

(Slpress, 14/8/2022)

1260 λέξεις

6.8.22

A.S. Byatt «Εμμονή»

 

A.SByatt

«Εμμονή»

Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

Εκδόσεις Πόλις

                          

H A. S. Byatt (1936) είναι βρετανίδα μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και ακαδημαϊκός.

Το 1990 κέρδισε το Booker  Price για το μυθιστόρημα της ‘Possession’. Έχει ακόμα τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις, το πλέον πρόσφατο από αυτά είναι το Hans Christian Andersen Literature Award (2018), ενώ κατέχει μια θέση ανάμεσα στους 50 σημαντικότερους εν ζωή βρετανούς μυθιστοριογράφους.

Κάποια από τα βιβλία της έχουν πριν από αρκετά χρόνια μεταφραστεί στα ελληνικά και μεταξύ αυτών και το “Possession”, που με τον τίτλο ‘Αιχμάλωτα πάθη’ κυκλοφόρησε το 2007 από τις Εκδόσεις Λιβάνη σε μετάφραση της Έφης Τσιρώνη.

Το ίδιο μυθιστόρημα, τώρα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, με τον τίτλο «Εμμονή» (που ασφαλώς και εκφράζει καλύτερα την βαθύτερη έννοια του possession έτσι όπως τουλάχιστον θέλησε να την χρησιμοποιήσει η συγγραφέας)

Η «Εμμονή» θεωρείται το σημαντικότερο έργο της Byatt, που έτσι κι αλλιώς είναι ένα απροσδόκητα πολυδύναμο (αλλά και πολυσέλιδο) έργο.

Σε μια ιδιαιτέρως συνοπτική παρουσίαση της υπόθεσης, θα μπορούσε κανείς να σημειώσει τα εξής: Δυο ακαδημαϊκοί -κάπου μέσα στη δεκαετία του ’80- μελετούν τη ζωή και το έργο δύο βικτοριανών ποιητών, του Ράντολφ Χένρι Ας και της Κρίσταμπελ Λα Μοτ (που ασφαλώς και δεν πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα, αλλά μυθιστορηματικά κατασκευασμένους ήρωες). Καθώς προχωρά η έρευνά, οι δυο σύγχρονοι ερευνητές θα ανακαλύψουν σταδιακά, μέσα από τη μελέτη ποιημάτων και επιστολών της βικτοριανής εποχής, ότι οι δύο ποιητές ήταν εραστές. Παράλληλα με αυτή την ανακάλυψή τους θα συνειδητοποιήσουν και τους προσωπικούς τους  λόγους που θα τους φέρνουν τον ένα κοντά στον άλλον. Τα λογοτεχνικά ίχνη των δυο ποιητών του παρελθόντος, παρεμβαίνουν στα βήματα δύο νέων ανθρώπων.

Με άλλα λόγια -η επιστημονική έρευνα δημιουργεί μια ερωτική ιστορία. 

Περιληπτικά αυτή είναι η υπόθεση του έργου. Και όπως όλες οι περιλήψεις λογοτεχνικών έργων, αναγκαστικά αγνοούν την ουσία της ίδιας της λογοτεχνικής υπόστασης της αφηγούμενης ιστορίας.

Γιατί η Byatt μέσα στις 625 πυκνογραμμένες σελίδες  (της ελληνικής έκδοσης του έργου της) ασχολείται και θίγει πάρα πολλά θέματα και επίσης χρησιμοποιεί πολλές τεχνικές χρήσης της γλώσσας.

Σημειώνω, για παράδειγμα, τους σχολιασμούς πάνω στην ίδια την πανεπιστημιακή έρευνα και μελέτη χειρόγραφων, επιστολών, διαφόρων σημειώσεων ποιητών του παρελθόντος: α/ ερμηνεύεται καλύτερα ένα έργο αν γνωρίζουμε τους προσωπικούς λόγους που ο δημιουργός του το κατασκεύασε; β/ έχει ο ερευνητής το ηθικό δικαίωμα να φέρει στο φως της δημοσιότητας κάτι που ο δημιουργός του θέλησε να το κρατήσει κρυφό; γ/ αν μέσα στα στοιχεία που η έρευνα έφερε στο φως υπάρχουν και κάποια που είχαν δημιουργηθεί από πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του ποιητή και των οποίων η αποκάλυψη διαφοροποιεί όσα ο ίδιος ο ποιητής δεν είχε θελήσει να αναγνωρίσει ή είχε θελήσει να μείνουν κρυφά, τότε ο ερευνητής ποια θέση πρέπει να κρατήσει;

Κι όλα αυτά τα ερωτήματα όταν κάποιος τα θέτει σε μια διαφορετική εποχή, από αυτήν που το έργο είχε δημιουργηθεί, όταν νέες ιδέες και απόψεις επεμβαίνουν τόσο στη δημιουργία του λογοτεχνικών έργων όσο και στις αναγνωστικές συνήθειες, δεν δημιουργείται  και ένα θέμα αντικειμενικότητας της έρευνας και της κριτικής;

«Όλοι εμείς οι ερευνητές στο πεδίο της λογοτεχνίας αμφισβητούμε τα πάντα εκτός από τον κεντρικό ρόλο της σεξουαλικότητάς. Δυστυχώς και ο φεμινισμός έδωσε προτεραιότητα  σε τέτοια ζητήματα -δεν κατάφερε να το αποφύγει. Είναι φορές που εύχομαι να είχα σπουδάσει γεωλογία» (σελ. 285)

Δίπλα σε ένα τέτοιο κλίμα προβληματισμών, η Byatt φροντίζει και να τονίσει την αντιπαλότητα μεταξύ των διαφόρων πανεπιστημιακών και Πανεπιστημίων  για το ποιοι θα είναι εκείνοι που θα δώσουν στο φως της δημοσιότητας τα νέα στοιχεία. Μια αντιπαλότητα που κοστίζει πολλά χρήματα, δημιουργεί πολλά κέντρα έρευνας, πολλές συλλογές χειρόγραφων και άλλων αντικειμένων. Και στο τέλος  αφήνει να πλανάται το ερώτημα αν όλα αυτά εν τέλει αφορούν ένα πλατύτερο κοινό (που σαφέστατα αυτό θα ωφελείτο από την επαφή του με τα έργα του παρελθόντος) ή μια μικρή μερίδα ειδικών που φροντίζουν, στην καλύτερη περίπτωση για τις δικές τους εμμονές και στη χειρότερη για την ατομική τους προβολή.

«Είχε αντιληφθεί ότι ο άνθρωπος αυτός καλλιεργούσε μια ιδιόμορφη και μοχθηρή εκδοχή της βιογραφίας, ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αντεστραμμένη αγιογραφία: την επιθυμία να μειώσει το θέμα του, το υποκείμενο της έρευνάς του» (σελ. 319)

Καθώς η αφήγηση ‘πατά’ σε δυο εποχές -από τη μια στα χρόνια όπου ζουν οι ερευνητές και που παράλληλα είναι και η εποχή όπου η Byatt συγγραφεί το μυθιστόρημά της και από την άλλη στη βικτωριανή εποχή όπου οι δυο ποιητές έγραφαν, ζήσανε και ερωτευτήκανε- λογικό είναι το βάρος να πέφτει στην εποχή του παρελθόντος, που άλλωστε θα είναι και αυτή η οποία θα πυροδοτήσει τις αντιδράσεις των δυο ερευνητών.

Έχουμε, λοιπόν,  μια ιδιαιτέρως ελεγχόμενη επισήμανση των συνθηκών που ίσχυαν τον 19ο αιώνα. Έτσι για παράδειγμα έχουμε την επέμβαση κινημάτων (όπως το φεμινιστικό) στη διαμόρφωση των αντιδράσεων των ηρώων ή στην δημιουργία σχέσεων ανάμεσά τους. Ακόμα τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις που έρχονται να συνυπάρξουν με τη δυναμική παρουσία της Φύσης μέσα στη λογοτεχνία, την έντονη παρουσία μιας ρομαντικής ματιάς, την διάθεση εξερεύνησης τόπων και πολιτισμών…

Όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο μυθιστόρημα. Και υπάρχουν με ένα τρόπο που το καθιστούν όχι μόνο σημαντικό, αλλά και απόδειξη της ικανότητας της Byatt να χρησιμοποιεί πολλές και διαφορετικές τεχνικές δημιουργίας γλωσσικών μορφών.

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η «Εμμονή» είναι και μυθιστόρημα με έντονη πλοκή, αλλά και μυθιστόρημα με φιλοσοφικούς προβληματισμούς, μα και επιστολογραφία, ημερολογιακά αποσπάσματα και συλλογή ποιημάτων όπως και παραμυθιών.

Στην σύντομη εισαγωγή η ίδια η Byatt επισημαίνει, σε σχέση με την αρχική παρόρμησή της να συγγράψει αυτό το μυθιστόρημα: Ποια εμμονή απόκτησης και κατοχής ωθεί όσους συλλέγουν χειρόγραφα εκλιπόντων συγγραφέων;

Και κάπως έτσι συνέλαβε την ιδέα δυο ερωτικών ζευγαριών, ενός σύγχρονου και ενός βικτωριανού, που κυριαρχούνται από εμμονή, σε όλες τις εκφάνσεις της.

Αυτό, όμως που και τελικά καθόρισε τη μορφή του συγκεκριμένου έργου ήταν η ανάγνωση από την Byatt του μυθιστορήματος του Έκο  ‘Το όνομα του ρόδου’. Και η σκέψη πως:  οι αστυνομικές ιστορίες πρέπει να κατασκευάζονται ανάποδα -η πλοκή πρέπει να επινοηθεί για να φτάσει σε μιαν έκβαση στην οποία ο συγγραφέας έχει ήδη καταλήξει.

Αλλά οι ιστορίες μοιχείας στην ουσία είναι αστυνομικές ιστορίες. Και αν αυτό ισχύει τότε η πλοκή της ‘Εμμονής’ ήταν δεδομένη και εκείνο που παρέμενε ήταν η ιδέα που θα περιείχε.

Και -πάντα στην Εισαγωγή της- η Byatt, διευκρινίζει: Η ‘ιδέα’ του μυθιστορήματος ήταν ότι τα ποιήματα ζουν περισσότερο από τους ποιητές, ότι τα ποιήματα και οι ποιητές είναι πιο ζωντανά από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας και τους βιογράφους, οι οποίοι βιώνουν από δεύτερο χέρι τη ζωή τους.

Μια ιδέα που τη οδήγησε σε ένα στοίχημα -όχι μόνο να περιγράφει, αλλά και να κατασκευάσει όχι μόνο την καθημερινότητα των ηρώων του σήμερα, αλλά και τα βασικά στοιχεία -επιστολές, ημερολόγια, ποιήματα, παραμύθια- που οι ερευνητές της θα ανακαλύπτουν και θα μελετούν.

Το πέτυχε απόλυτα. Με μια μοναδική συγγραφική ευστροφία μεταπηδά από το ένας είδος στο άλλο, ενώ παράλληλα συναρμολογεί μια ιστορία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Μυθιστόρημα ευρηματικό, διεισδυτικό, πολύμορφο. Μυθιστόρημα πλοκής, μα και έρευνας.

Απαιτεί σκληροτράχηλους αναγνωστικές* αλλά και βαθιά αναγνωστική απόλαυση θα προσφέρει.

Που βέβαια, αυτή η απόλαυση στη νέα αυτή μετάφραση πολλά, πάρα πολλά οφείλει στην μετάφραση της Κατερίνας Σχινά.

Αν η A. S. Byatt επιτέλεσε ένα μυθιστορηματικό άθλο, η Κατερίνα Σχινά από την πλευρά της κατόρθωσε ένα μεταφραστικό επίτευγμα.

 (Βιβλιοδρόμιο -6/8/2022)

(1190 λέξεις)

5.8.22

Το Ρίφι και ο Μ.Α.Υ.Ρ.Ο.Σ


ΤΟ ΡΙΦΙ

Ο έμπειρος δημοσιογράφος Μινάς Βιντιάδης με το μυθιστόρημα του αυτό μας χαρίζει ένα συναρπαστικό αφήγημα φαντασίας αλλά και προβληματισμού.

Πώς μπορεί ένα παιδί που πέρασε τις δυο πρώτες δεκαετίες της ζωής του σε μια απόλυτη απομόνωση σε φυσικό και πρωτόγονο περιβάλλον να ενταχθεί στην κοινωνία και μάλιστα με τέτοιον τρόπο ώστε τελικά να υπάρχει ως φωτεινό παράδειγμα ευαισθησίας και προσφοράς προς τους άλλους;

Κάτω από αυτόν τον προβληματισμό στήνεται το μυθιστόρημα που περιλαμβάνει ολοζώντανες σκηνές μιας ιδιαίτερης ζωής, ενώ παράλληλα προσφέρει και πολύτιμες πληροφορίες για το ιστορικό παρελθόν των Δωδεκανήσων και της Κάσου ειδικότερα.


Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΓΙΑΝΝΟΣ, Ο Μ.Α.Υ.Ρ.Ο.Σ. ΚΙ ΕΓΏ

Η Ελένη Βλιώρα κάνει την είσοδό της στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά με ένα σύντομο μυθιστόρημα όπου στηρίζεται στον προβληματισμό του πως μια κοινωνία πρέπει και μπορεί να αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα ατόμων που έρχονται από άλλες χώρες.

Γραμμένο κυρίως με ολοζώντανους και φυσικού διαλόγους παιδιών, το έργο στέλνει το μήνυμά του μέσα από τη δημιουργία χαρακτήρων παρμένων από της καθημερινότητα μιας μικρής πόλης.

Στα συν της όλης έκδοσης και και ο όλος σχεδιασμό της με προεξέχουσες τις εικόνες του Πέτρου Ματζάκου

 














3.7.22

Στέφαν Τσβάιχ "Καυτό Μυστικό"

 


Στέφαν Τσβάιχ

«Καυτό μυστικό»

Μετάφραση: Μαριάννα Αντωνοπούλου – Ίρμχιλντ Στάινερ

Εκδόσεις Ροές

 

Ένας συγγραφέας που αγαπήθηκε πολύ και από πολλούς στα χρόνια που έζησε και έγραφε και που ακόμα και τώρα, ογδόντα χρόνια μετά, τα βιβλία του παραμένουν ιδιαιτέρως αγαπητά από τους σύγχρονους αναγνώστες.

Τι είναι εκείνο που κρατά σε μια βιβλιοφιλική επικαιρότητα ένα συγγραφέα που γεννήθηκε το 1881 στη Βιέννη, ταξίδεψε σε πάρα πολλά μέρη, αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί  για να αποφύγει τη βία του ναζισμού, να πολιτογραφηθεί βρετανός υπήκοος, να ζήσει στις ΗΠΑ και τελικά στη Βραζιλία, όπου και το 1942 θα αυτοκτονήσει καθώς η νέα εποχή που βλέπει να έρχεται τον απογοητεύει;

Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ο κοσμοπολιτισμός και της ίδιας του την προσωπικότητας όσο και του έργου του. Ένα έργο που περιλαμβάνει κοινωνικά μυθιστορήματα, ιστορικές μονογραφίες, ψυχογραφικές νουβέλες, ποιήματα και θεατρικά έργα. Θέματα ποικίλα που φωτίζουν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα με τη ματιά και τις ιδέες ενός ευρωπαίου που αισθάνεται πολίτης του κόσμου.

Ο τρόπος που πλησιάζει τους χαρακτήρες έχει μια βαθιά  γνώση ψυχολογίας και οι περιγραφές των τόπων κρατάνε τη γοητεία του μεσοπολέμου.

Αυτά όλα τα χαρακτηριστικά υπάρχουν και στη νουβέλα «Καυτό μυστικό».

Σε ένα θέρετρο των Αυστριακών Άλπεων , ο δωδεκάχρονος Έντγκαρ περνά τις μέρες του συντροφεύοντας την μητέρα του, μια όμορφη γυναίκα που πλησιάζει πλέον την ωριμότητά της και γι αυτό αισθάνεται πως χάνονται τα όποια όνειρα της νιότης της για να γνωρίσει ένα έστω και σύντομο ερωτικό πάθος. Παντρεμένη με πλούσιο δικηγόρο που μάλλον την παραμελεί, θα βρεθεί στο στόχαστρο ενός bon viveur και γοητευτικού βαρόνου που περνά στο ίδιο ξενοδοχείο κι αυτός τις διακοπές του.

Στην προσπάθειά του ο βαρόνος να κατακτήσει την ώριμη γυναίκα, θα χρησιμοποιήσει τον δωδεκάχρονο. Κι αυτός εύκολα θα κολακευτεί από το ενδιαφέρον που του δείχνει ένας άνδρας που αφηγείται περιπέτειες παρόμοιες με εκείνες που οι μικρός διαβάζει στα βιβλία του.

Αλλά πολύ γρήγορα ο μικρός θα διαπιστώσει πως τόσο η μητέρα του όσο και ο βαρόνος μοιράζονται κάποιο μυστικό που εκείνους τους φέρνει κοντά τον έναν στην άλλη, ενώ τον ίδιο τον κρατάνε μακριά. Ένα μυστικό ενήλικο και γι αυτό και απαγορευμένο, αλλά παράλληλα και μια γνώση που αν και ο ίδιος την κατακτήσει θα βρεθεί από την άχαρη παιδική ηλικία, στον ενδιαφέροντα κόσμο των ενηλίκων.

Στην ουσία ο Έντγκαρ υποψιάζεται την ύπαρξη της σεξουαλικότητας και αυτό το γεγονός τον οδηγεί από τη μια να διεκδικεί το ενδιαφέρον της μητέρας του και από την άλλη να βλέπει ως αντίπαλο τον υποψήφιο εραστή της.

Οι αντιδράσεις του καθώς τον οδηγούν σε πράξεις μη αναμενόμενες, θα τον κάνουν να γνωρίσει έναν ολόκληρο κόσμο που απλώνεται πέρα από την ασφάλεια της οικογένειας. Στην ουσία πέρα από την αυτογνωσία υπάρχει και η κοινωνικοποίηση.

Η νουβέλα είχε κυκλοφορήσει το 1911 μέσα σε ένα τόμο με τρεις ακόμα νουβέλες που κάτω από τον γενικό τίτλο «Πρώτη εμπειρία» επιχειρείτο μια εξερεύνηση θεμάτων της παιδικής ηλικίας. Πολύ σύντομα κυκλοφόρησε αυτόνομα, ενώ έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Θαυμάζει κανείς την έντονη και βαθιά γνώση της ψυχολογίας των εφήβων με την οποία ο Τσβάιχ  καταγράφει τις αντιδράσεις του νεαρού ήρωά του, την ίδια στιγμή που με επίσης μεγάλη ψυχολογική δεινότητα περιγράφει τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα σε μια γυναίκα που από τη μια αναζητά να ικανοποιήσει τη βαθιά ερωτική της διάθεση και από την άλλη να υποστηρίξει την ταυτότητα της μητέρας. Ένας διπλός ερωτισμός διαπερνά την όλη αφήγηση -εκείνος που γνωρίζουν οι ενήλικοι, ο άλλος που τρεμοπαίζει μέσα στο  εφηβικό ‘εγώ’.

Κι όλα αυτά μέσα σε ένα κείμενο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη -του σημερινού αναγνώστη- που επιβεβαιώνει πως όσο κι αν τα  ήθη έχουν μεταβληθεί, στην ουσία οι ανάγκες τόσο των εφήβων όσο και των ενηλίκων παραμένουν οι ίδιες.

Κλασική γραφή ίσως και γι αυτό διαχρονικά μοντέρνα που η μετάφρασή της στα ελληνικά  δείχνει να έχει απόλυτα σεβαστεί το αρχικό κείμενο.

(605 λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο Νέων (2/7/2022)

2.7.22

Ιστορίες από την «Πολιτεία» των βιβλίων: Ο Μάνος Κοντολέων θυμάται...

 

pol KODOLEON

Ένα πορτρέτο του βιβλιοπωλείου «Πολιτεία» πολυπρισματικό, φιλοτεχνημένο από τις αφηγήσεις και τις ιστορίες συγγραφέων και μεταφραστών. Σήμερα, ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σχέση όλων μας με την ανάγνωση και τα βιβλία περνάει μέσα και από αμέτρητες ώρες αναζήτησης σε μικρά και μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία, στο κέντρο της Αθήνας ή στο βιβλιοπωλείο της περιοχής μας. Το βιβλιοπωλείο της «Πολιτείας» από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του αποτέλεσε στέκι συγγραφέων και αναγνωστών, καθιερωμένη στάση στις αθηναϊκές βόλτες μας.

Ένα πορτρέτο της «Πολιτείας» φιλοτεχνημένο από τις αφηγήσεις και τις ιστορίες συγγραφέων, μεταφραστών και επιμελητών, τους κατοίκους της μεγάλης πολιτείας των βιβλίων.

«Κάποια παλαιότερα Χριστούγεννα όλα αυτά* εκεί στην Ασκληπιού, στο βιβλιοπωλείο της Πολιτείας» του Μάνου Κοντολέων

Μερικά χρόνια πιο πριν. Παραμονές Χριστουγέννων. Χριστούγεννα που για μένα δεν θα είχαν εκείνη τη λάμψη προηγούμενων ετών. Μια παρεξήγηση με πρόσωπο πολυτιμότερο από αμέθυστο είχε συμβεί – μια παρεξήγηση από εκείνες που αν και καιρό κυοφορούνται, ξαφνικά παρουσιάζονται, ξαφνικά και με ένταση και τελικά δεν καταφέρνεις να τις ελέγξεις και άδικα παίρνουν διαστάσεις μεγαλύτερες της αξίας τους.

Μήνες πολλούς που δεν επικοινωνούσαμε – η ασφυξία με έπνιγε και ήξερα πως και το άλλο πρόσωπο το ίδιο θα ασφυκτιούσε. Αλλά ο εγωισμός και από τις δύο πλευρές έδειχνε να είναι άτρωτος.

Παραμονές, λοιπόν, Χριστουγέννων και πέρασα από το πεζοδρόμιο της Ασκληπιού και λαχτάρησα να προσφέρω ενδυνάμωση μα και πίκρα στον εαυτό μου με ένα βιβλίο – εκείνο που είχα δωρίσει στο αγαπημένο πρόσωπο σε μια επέτειο προηγούμενης εποχής*, γενέθλια μάλλον θα είχε τότε και θα έκλεινε τα είκοσι πέντε.

Παραμονές, λοιπόν, Χριστουγέννων και πέρασα από το πεζοδρόμιο της Ασκληπιού και λαχτάρησα να προσφέρω ενδυνάμωση μα και πίκρα στον εαυτό μου με ένα βιβλίο...

Παλιά πλέον έκδοση και λογικό να μην υπήρχε στου πάγκους της «Πολιτείας». Αναζήτησα το τμήμα με βιβλία ξένης λογοτεχνίας και επειδή όλοι οι υπάλληλοι ήταν απασχολημένοι με πολλούς, λόγω των ημερών, πελάτες, άρχισα να αναζητώ τον ποθητό τίτλο στα ράφια παλαιότερων εκδόσεων. Κι ενώ αναζητούσα και φοβόμουν πως ο συγκεκριμένος τίτλος μάλλον θα είχε εξαντληθεί, μια φωνή –πολύτιμο το άκουσμά της ως κελαϊδισμός αηδόνας– με ρώτησε: «Αυτό ψάχνεις;»

Μπροστά μου στεκόταν το αγαπημένο πρόσωπο – μάτια θολά από συγκρατούμενα δάκρυα και στα χείλη ένα χαμόγελο διστακτικής πρότασης. Στα δάχτυλά της μέσα το βιβλίο που αναζητούσα. Με τα δικά μου δάχτυλα το έπιασα κι εγώ. Τα δάχτυλα και των δυο μας μπλεγμένα ολόγυρα σε λέξεις που είχαμε και οι δυο αγαπήσει.

Κάποια παλαιότερα Χριστούγεννα όλα αυτά, εκεί στην Ασκληπιού, στο βιβλιοπωλείο της «Πολιτείας».


Ιστορίες από την «Πολιτεία» των βιβλίων: Ο Μάνος Κοντολέων θυμάται... (bookpress.gr)

Ασημένια Σαράφη "Ο παππούς δεν θα ψηφίσει εφέτος"

 


Η Ασημένια Σαράφη (1973) είναι μια παρουσία στη λογοτεχνία μας με εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Κάνει την πρώτη της εμφάνιση το 1998 με μια νουβέλα και ακολουθούν ένα μυθιστόρημα το 2003, μια συλλογή διηγημάτων το 2007 και ένα ακόμα μυθιστόρημα το 2011. Ύστερα από ένδεκα χρόνια, δίνει ξανά το παρών με ένα ακόμα μυθιστόρημα.

Θεωρώ την Ασημένια Σαράφη ως μια πεζογράφο με ιδιαιτέρως έντονα χαρακτηριστικά, γιατί με μια δική της εντελώς αφηγηματική τεχνική καταγράφει κοινωνικά συμβάντα, ενώ την ίδια στιγμή στοχάζεται και αναστοχάζεται. Από μια άποψη, μια τέτοια αφήγηση –κυρίως εντός μυθιστορηματικών συνθέσεων– μπορεί να θεωρηθεί ως η πλέον σωστή πολιτικοποιημένη λογοτεχνία. Κι αυτό γιατί τα περιγραφόμενα γεγονότα έχουν να κάνουν με κοινωνικές και συχνά ιστορικές περιόδους, αλλά φωτισμένα από τη μια με τέτοιον τρόπο ώστε να καταδεικνύονται οι επεμβάσεις τους πάνω στις ζωές απλών ανθρώπων, και από την άλλη σχολιαζόμενα με διάθεση μιας αποστασιοποιημένης κριτικής ματιάς, αποκτούν και μια φιλοσοφική οντότητα.

Η οικογένειά του τον είχε ξεγράψει. Η πατρίς του επίσης. Η άγρια νοσταλγία των υπολοίπων δεν ήταν παρά ένας ανόητος συναισθηματισμός κι εκείνος επιθυμούσε να ζήσει όση ζωή τού απέμενε ελευθερωμένος από το παντοδύναμο δόκανο τέτοιων αισθηματισμών.

Αν αυτή είναι η τεχνική αφήγησης, η γλώσσα με την οποία η Ασημένια Σαράφη την υλοποιεί είναι ως μουσικοί φθόγγοι που άλλοτε νωχελικά αφήνονται σε εκτενείς ενδοσκοπήσεις και άλλοτε σε σαρκαστικές ή και ολοζώντανες περιγραφές. Μα πάντα κάτω από τη σκέπη μιας ενορχήστρωσης που δεν ξεχνά τη ζεστασιά ή και τον σπαραγμό της ανθρώπινης φωνής. Γραφή που ενώνει γλωσσικές περιόδους – αγγίζει το απόμακρο μιας λόγιας εκφοράς, αλλά καταλήγει στην αγκάλη μιας παλλόμενης καθημερινότητας.

Και, βέβαια, είναι και ο φωτισμός των προσώπων. Και όχι μόνο των κεντρικών. Θα έλεγα, μάλιστα, πως όσοι χαρακτήρες απλώθηκαν σε λιγότερες σελίδες, διαθέτουν και μεγαλύτερη και βαθύτερη κατανόηση εκ μέρους της δημιουργού τους.

Η Ασημένια Σαράφη γράφει πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που όμως περιγράφουν την καθημερινότητα σε μικρές και απομακρυσμένες περιοχές. Άλλοτε σε ένα χωριό του Πηλίου (PlatanusOrientalis), άλλοτε σε μικρά νησιά (Αρόδο).

Τώρα το σκηνικό έχει να κάνει με μια επαρχιακή κωμόπολη. Και ο χρόνος αφήγησης απλώνεται στην ουσία σε σαράντα χρόνια – από το 1944 περίπου έως το 1981. Σαράντα χρόνια που σημαδέψανε το νέο πρόσωπο της Ελλάδας, αυτό το πρόσωπο με το οποίο και κάποια στιγμή εισήλθε στην επικράτεια του 21ου αιώνα. Ασφαλώς και άλλοι συγγραφείς έχουν ασχοληθεί και με τα όσα επακολούθησαν τα χρόνια του Εμφύλιου, λιγότεροι ίσως με την περίοδο της Χούντας, ίσως ακόμα πιο λίγοι με την περίοδο της εμφάνισης και άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Η Σαράφη σε αυτή την τελευταία περίοδο εστιάζει το παρόν του μυθιστορήματός της, αλλά συνεχώς κάνει σύντομες, μα ουσιαστικές και καθοριστικές αναδρομές στα σαράντα τόσα χρόνια που είχαν προηγηθεί. Στόχος της να ερμηνεύσει το τώρα καθώς αναζητά το πώς, το γιατί και το πόσο οι συνθήκες που πέρασαν έχουν χαράξει τον δρόμο εκείνων που ακολούθησαν.

Γραφή που ενώνει γλωσσικές περιόδους – αγγίζει το απόμακρο μιας λόγιας εκφοράς, αλλά καταλήγει στην αγκάλη μιας παλλόμενης καθημερινότητας.

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη (με λίγες παρεμβολές κεφαλαίων με διαλόγους που λειτουργούν κάπως σαν ντοκουμέντο). Ο αφηγητής εκπροσωπεί την τρίτη γενιά, αυτήν της Αλλαγής. Όταν ξεκινά τη συγγραφή των αναμνήσεών του, βρισκόμαστε στα μέσα του ’90. Και με αυτό το τέχνασμα, η Σαράφη κάνει ακόμα πιο εμφανή, αλλά και αποτελεσματική, τη διάθεσή της να ανιχνεύσει το πώς χθεσινά γεγονότα διαμορφώνουν σημερινά.

Ένας νέος άνδρας, λοιπόν, που θυμάται τη νεανική του ηλικία, τότε που ζούσε σε μια κωμόπολη και που με σκεπτικισμό συμμετείχε στο πολιτικό πάθος του καλοκαιριού του 1981, ενώ παράλληλα ανακάλυπτε το τι σημαίνει έρωτας, φιλία, προδοσία και… οικογενειακά μυστικά. Αυτά τα τελευταία θα τα φέρει στην επιφάνεια η άφιξη ενός ηλικιωμένου εξόριστου –ο Τσέχος παππούς θα είναι– που εκπροσωπεί τη γενιά των ανταρτών, ενώ ο γιος του και πατέρας του νεαρού είναι ο εκπρόσωπος της συμπιεσμένης ενδιάμεσης γενιάς, αυτής που σχεδόν συνθηκολόγησε, αυτής που στην ουσία είχε ξεχάσει να μιλά, να αφηγείται.

Με αυτό, λοιπόν, το εύρημα, η Ασημένια Σαράφη βρίσκει την ευκαιρία και τα σαράντα χρόνια να περιγράψει, αλλά και κυρίως να στήσει μπροστά στον αναγνώστη της μια ενδιαφέρουσα ομάδα ηρώων που ο καθένας τους έχει κερδίσει το ενδιαφέρον της, έχει σκύψει από πάνω του, τον κρίνει και τον δικαιολογεί. Τελικά τον ερμηνεύει. Ερμηνεύει εποχές και ανθρώπους. Και μέσα από αυτούς αποφασίζει.

Αλλά όλα αυτά είναι προβολές με αφετηρία του παρόν μου και δεν υφίστανται στο παρελθόν μου.

Ακριβώς αυτό είναι το στίγμα που διαπερνά όλο το βιβλίο και που, κατά τη γνώμη μου, το κάνει ιδιαιτέρως και βαθιά πολιτικό.

Το παρελθόν υπάρχει μόνο ως μνήμη. Είναι το παρόν που σχηματίζει την επόμενη μέρα. Από εκεί και πέρα κάθε τι είναι άθροισμα μικρών αποφάσεων, τυχαίων γεγονότων και εν τέλει ουσιαστικών όσο και στιγμιαίων επιλογών του κάθε ανθρώπου. Να το περιγράψω διαφορετικά – το κάθε λεπτό γίνεται ιστορία. Και ο καθένας μας τοποθετεί τη μικρή του ιστορία μέσα στο κάδρο της Ιστορίας των πολλών.

Όλες οι αποκαλύψεις δεν είναι παρά ψήγματα και διαστρεβλώσεις της μιας απόλυτης αλήθειας, η οποία δεν υπήρξε ακέραια παρά μόνο κατά την ανεπανάληπτη στιγμή διαδραμάτισης των γεγονότων: η κάθε αφήγησή τους στο εξής δεν θα είναι παρά μια επαναληπτική παραπλάνηση.as sarafi22

Αναφέρθηκα πιο πάνω στο ότι η Ασημένια Σαράφη γράφει μια καθαρή πολιτικοποιημένη λογοτεχνία. Νομίζω πως έχω δίκιο.

Ασημένια Σαράφη: «Ο παππούς δεν θα ψηφίσει φέτος» (diastixo.gr)


17.6.22

Θεόδωρος Γρηγοριάδης "Η νοσταλγία της απώλειας"

 



Θεωρώ τον Θεόδωρο Γρηγοριάδης ως ένα από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς μας.

Με τα δεκαοκτώ έως σήμερα βιβλία του (κυρίως μυθιστορήματα, αλλά και διηγήματα όπως και θεατρικούς μονολόγους) έχει πλέον με σαφήνεια χαράξει τη δική του πορεία στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Το κεντρικό χαρακτηριστικό που τον διακρίνει είναι οι συχνά τολμηρές, μα πάντα αποτελεσματικά διεισδυτικές προσεγγίσεις του σε ανθρώπους που ζουν ή δίπλα μας ή και κάποτε  στην ‘πίσω αυλή του σπιτιού μας’. Και ακόμα οι με έντονο κοινωνικό περιεχόμενο περιγραφές τόπων και πόλεων , ακόμα και συνοικιών.

Ο Γρηγοριάδης χαρτογραφεί τόπους και τύπους. Και η χαρτογράφησή του αυτή συνοδεύεται από βαθείς συλλογισμούς και απροσδόκητους φωτισμούς.

Ως τεχνική αφήγησης επιλέγει μια όπου, η χωρίς τερτίπια δόμησή της, αφήνει ελεύθερο το πεδίο στις φράσεις να παρασύρουν τον αναγνώστη. Με άλλα λόγια ο Γρηγοριάδης δεν θέλει να εντυπωσιάσει με τη γραφή του, αλλά να προσφέρει στον αναγνώστη του μια ποικιλία θέσεων όρασης γεγονότων και ανθρώπων.

Στο τελευταίο του βιβλία -μια συλλογή διηγήσεων- αυτή η συγγραφική του στάση ολοκληρώνεται απόλυτα καθώς πλέον αφηγητής και δημιουργός ταυτίζονται και οι εμπειρίες της ζωής τους προσφέρονται στον αναγνώστη χωρίς το όποιο προσωπείο της κατασκευασμένης μυθοπλασίας.

Μα κι έτσι αποδεικνύεται πως ο Γρηγοριάδης δεν χρησιμοποιεί μόνο συγγραφικά τον τρόπο ενός πολυπρισματικού φωτισμού, αλλά και ο ίδιος καταφεύγει σε αυτόν αφενός για να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του και αφετέρου αυτήν την πείρα να την μεταφέρει στις μυθοπλασίες του.

Μα και κάτι ακόμα αποδεικνύει αυτή η συλλογή. Αναφέρομαι στην ενδιαφέρουσα τεχνική με την οποία ο Γρηγοριάδης μετατρέπει το πλέον ασήμαντο ή και συντομότατο συμβάν στη ζωή του, σε ένα αφήγημα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ παράλληλα καταγράφει μια ιδεολογική πορεία ζωής.

Οι διηγήσεις του βιβλίου έχουν χωριστεί σε τρεις ενότητες και ένα επίλογο. Ο ίδιος ο συγγραφέας μας ενημερώνει πως όλα σχεδόν τα κείμενα γραφτήκανε κατά τη διάρκεια του διετούς εγκλεισμού λόγω covid, αλλά δεν έχουν να κάνουν με αυτόν, παρά μόνον το κείμενο του επίλογου.

Οι τρεις ενότητες έχουν να κάνουν με τρεις κύκλους της ζωής του ίδιου του συγγραφέα.

Στον πρώτο κύκλο ο Γρηγοριάδης ως νεοδιορισμένος καθηγητής αγγλικών, υπηρετεί σε μακρινά  χωριά και κωμοπόλεις των βόρειων συνόρων. Και στα μέρη αυτά ο ευαίσθητος καθηγητής που μέσα του κρύβει τον εκκολαπτόμενο συγγραφέα θα παρακολουθεί τους γύρω του ανθρώπους -κυρίως τους μαθητές και τις μαθήτριες του.

Στον δεύτερο κύκλο, είναι πλέον συνεργάτης μια δημοτικής βιβλιοθήκης, αλλά και αναγνωρισμένος συγγραφέας. Με το ίδιο πάθος αναζητά να κατανοήσει τον κόσμο των απλών ανθρώπων την ώρα που προσπαθεί να τους μυήσει στη διαχρονική λογοτεχνία, ενώ συνεχίζει να προκαλεί, λες, νέες εμπειρίες που θα του χαρίσουν και νέες εμπνεύσεις.

Στον τρίτο κύκλο, μόνιμα πλέον εγκαταστημένος την Αθήνα, δεν απαρνιέται τα πάθη των ανθρώπων και τα αναζητά σε μέρη όπου συχνάζουν οι μετανάστες, αλλά και σε γειτονιές αστικές μα και υποβαθμισμένες*  σε γυναίκες και άντρες που κάθονται σε καφενεία πνιγμένα στον καπνό ή στα σκαλιά παλιών και μικρών μονοκατοικιών.

Σχεδόν όλα τα πρόσωπα που μαζί τους ασχολήθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του, αργότερα και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα τα συναντήσουμε στα έργα του. Στην ουσία, δηλαδή, η συλλογή «Η νοσταλγία της απώλειας» ‘μαρτυρά’ πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έχει ολοκληρωτικά ταυτίσει την καθημερινότητά του με τη συγγραφική του έμπνευση.

Ξεκίνησα αυτό το σημείωμα αναφέροντας πως θεωρώ τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη ως  ένα από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς μας.

Οι διηγήσεις αυτής της συλλογής -ως πηγή έμπνευσης και ως τεχνική αφήγησης- νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψή μου

 (580 λέξεις)



«Η νοσταλγία της απώλειας» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (κριτική) (bookpress.gr)