17.3.18

Τέσσερα καλά βιβλία για παιδιά και νέους



 Τέσσερα πανέμορφα σε μορφή, και ουσιαστικά ως προ το περιεχόμενό τους βιβλία -για παιδιά, για εφήβους, για κάθε ηλικίας αναγνώστη- έφτασαν στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες κι έτσι όπως έχουμε πλέον εισέλθει στην περίοδο όπου πολλές εκδηλώσεις και αφιερώματα γύρω από τα βιβλία θα γίνονται στα σχολεία, σκέφτηκα να μοιραστώ και με άλλους αναγνώστες βιβλίων αυτής της κατηγορίας, τη χαρά μου  και την ικανοποίησή μου από το διάβασμά τους.
                                         ********************
Και ξεκινώ με το «Η μικρή πολύχρωμη γιαγιά μου» της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.
Οι ολόφρεσκες (τόσο ανοιξιάτικα τα χρώματά τους!) εικόνες είναι της Ελίζας  Βαβούρη.
Η Πέτροβιτς είναι μια συγγραφέας που όλοι αναγνωρίζουμε ως μία από τις σημαντικότερες παρουσίες της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους, ως ένα τα τέσσερα, πέντε μεγάλα ονόματα της παιδικής λογοτεχνίας που άνθισε στα μεταπολιτευτικά μας χρόνια και που συνεχίζει να δίνει καλά κείμενα μέχρι τις μέρες μας.
Κι αν με τα εφηβικά της μυθιστορήματα έχει περιγράψει σχεδόν όλες τις καίριες ιστορικές περιόδους της νεώτερης ιστορίας, με τα εικονογραφημένα βιβλία της για μικρότερης ηλικίας αναγνώστες έχει χαρίσει σελίδες όπου άλλοτε η φαντασία  κι άλλοτε ο ρεαλισμός περιγράφουν συναισθήματα, ιδέες και σχέσεις.
Μια σχέση πρωταγωνιστεί κα σε αυτό το πρόσφατο βιβλίο της που έχει εκδοθεί από τον πατρινό εκδοτικό οίκο «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη» και έχει εικονογραφηθεί με ολόφρεσκες εικόνες από την Ελίζα Βαβούρη.
Οι  καθημερινές στιγμές μιας γιαγιάς και μιας εγγονής αποτελούν τον άξονα της αφήγησης.
Οι δυο πρωταγωνίστριες συναγωνίζονται με νεανική ευρηματικότητα στο να ανακαλύπτουν τρόπους για να γεφυρώνουν ηλικίες και να αμφισβητούν διαχωρισμούς.
Δυο – γιατί το δύο είναι πιο όμορφο από το ένα- φιλενάδες αχώριστες, με τη μια να δίνει το κέφι της και με την άλλη να προσφέρει την εφευρετικότητά της.
                                        **********************
Αλλά και η Μαρία Παπαγιάννη το ίδιο φαίνεται πως πιστεύει –πως, δηλαδή, το δύο είναι πιο όμορφο από το ένα- κι έτσι ζήτησε τη συντροφιά της Έφης Λαδά και μαζί φτιάξανε ένα πανέμορφο βιβλίο –το «Τουλάχιστον δύο»- που έχει την σφραγίδα της συνέπειας των Εκδόσεων Πατάκη.
Πανέμορφο, αληθινά, βιβλίο που δείχνει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο το πως πρέπει να συνεργάζονται οι λέξεις με τα χρώματα και το πως τα χρώματα να υπηρετούν τις λέξεις. Τόσο η Παπαγιάννη όσο και η Λαδά είναι γνωστές για τον ποιητικό τρόπο που τους αρέσει να εκφράζονται.
Εδώ απολαμβάνουμε μια χαμηλόφωνη εξιστόρηση της πορείας του μικρού φεγγαριού στις γειτονιές της γης όπου και αναζητά μια συντροφιά. Κι όταν η μοναξιά θα το κουράσει, όταν ακόμα και θα τον φοβίσει, τότε μια πυγολαμπίδα θα σταθεί δίπλα του και να που το ένα φως γίνονται δύο και τότε ο φόβος εξαφανίζεται, αλλά βρίσκεται και ο τρόπος επιστροφής του μικρού φεγγαριού στην δική του γειτονιά.
Εκεί που η θάλασσα ενώνεται με τον ουρανό –διαχρονική διπλή σχέση- το φεγγαράκι θα ανακαλύψει το πως οι φόβοι του θα εξαφανιστούν.
Γιατί στη ζωή πάντα το δύο είναι πιο ουσιαστικό από το ένα
                                              ***********************
Μα και στη Γη το ένα στην ουσία δεν υπάρχει. Αναζητά συνέχεια να συνομιλήσει με κάποιο άλλο ένα –να γίνουν δύο και τρία και να γίνουν ο κόσμος όλος.
Ένας κόσμος όπου τα όνειρα διεκδικούν την ενσάρκωσή τους και η αλήθεια θέλει να ντυθεί με τα σχήματα των ονείρων.
Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη –από τις σχετικά νεώτερες φωνές της λογοτεχνίας εκείνης που αρνείται να την περιορίσουν με ενδείξεις του τύπου ‘για παιδιά’ ή ‘για νέους’ – αποφάσισε να δώσει στο φως της δημοσιότητας την καταγραφή μια σειράς ονειρικών εμπειριών ενός κοριτσιού που διαμόρφωσαν την ενήλικη  ψυχοσύνθεση της.
Μέσα στο κλίμα ενός καλοκαιριού σε κάποιο νησί, με τη θάλασσα να στέλνει το αλάτι της και ένα ηφαίστειο να αφήνει να ξεφεύγουν από τα σπλάχνα του τα βογκητά του πάθους του, η Φραγκεσκάκη αφήνεται να γίνει το χαρτί όπου πάνω του θα χαραχτούν πλάσματα από άλλη διάσταση –νεράιδες ή όντα από άλλους πλανήτες.
Η εφηβεία ξυπνά μαζί με τη Φύση, οι φυλετική ταυτότητα αναγνωρίζεται από τον τρόπο που την περιγράφει άλλοτε το νερό κι άλλοτε η λάβα.
«Στο Ηφαίστειο» - Κείμενο εσωτερικών ανασκαφών, αλλά και περίτεχνων περιγραφών του φυσικού περιβάλλοντος.  Που βέβαια είχε την τύχη –τη μεγάλη τύχη- να το συνοδεύουν πίνακες ζωγραφικής  εμπνευσμένοι από τις δικές του εσωτερικές ανάσες. Η Μαρία Μπαχά υπογράφει όλες εκείνες τις εικόνες που αναζητούν και τελικά συλλαμβάνουν τους εφηβικούς παλμούς ενός κοριτσιού καθώς αντιμετωπίζει την ενηλικίωση.
Κι όλα αυτά μέσα σε αιγαιοπελαγίτικα απομεσήμερα.
Η έκδοση –από τις πλέον υψηλού αισθητικού επιπέδου- διαθέτει τόλμη στη σύνθεση του εξωφύλλου και ακόμα την αξιοπιστία των Εκδόσεων Καλειδοσκόπιου.
                                ************************

Το τέταρτο βιβλίο αυτού του σημειώματος  μπορεί να μην έχει την εντυπωσιακή μορφή των άλλων τριών, αλλά μας αναπτύσσει κι αυτό ένα ιδιαιτέρως ουσιαστικό θέμα.
Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Τ΄ άλλο μισό του κόσμου» που το έγραψε η Τούλα Τίγκα και κυκλοφορεί  κι αυτό από τις Εκδόσεις Πατάκη, στη σειρά Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους.
Αυτού του είδους τα λογοτεχνικά κείμενα δεν έχουν αποκτήσει την προσοχή που θα τους άξιζε εκ μέρους των αναγνωστών στους οποίους απευθύνονται.
Την εφηβεία είναι δύσκολο να τη διαχειριστεί ένα κοινωνικό status που αποφεύγει από την μια την αμφισβήτησή του και  από την άλλη διακρίνεται από μια συντηρητικότητα.
Την ίδια στιγμή και οι ίδιοι οι έφηβοι έχουν εγκλωβιστεί σε μια κατά μεγάλο βαθμό στείρα αναζήτηση συγκεκριμένων γνώσεων και έτσι δεν μαθαίνουν να αγαπούν τους ελεύθερους δρόμους που η λογοτεχνία συνήθως προτείνει.
Κι όμως υπάρχουν πολύ αξιόλογα κείμενα που φωτίζουν τις στιγμές μετάβασης από την εφηβεία στη νεανικότητα και παράλληλα είναι κείμενα ολοζώντανα καθώς διαθέτουν αληθινούς νέους και νέες ως ήρωές των αφηγουμένων ιστοριών τους.
Η Τούλα Τίγκα είναι μια από τις πλέον αξιόλογες και συνεπείς παρουσίες στο χώρο αυτό της λογοτεχνίας μας. Τα νεανικά της μυθιστορήματα έχουν διακριθεί για τη γνησιότητα των ψυχολογικών τους επισημάνσεων και για την ευθύτητα με την οποία καταγράφουν τα προβλήματα των νέων.
Το είδος αυτό της συγγραφής απαιτεί τόλμη  την ίδια στιγμή που χρειάζεται και σύνεση. Η Τίγκα και σε αυτό το τελευταίο της μυθιστόρημα αποδεικνύει πως γνωρίζει να κρατά ισορροπίες. Επιλέγει ένα από θέματα που ακόμα σε ένα μεγάλο ποσοστό είναι κοινωνικό ταμπού –το αυτοπροσδιορισμό της φυλετικής ταυτότητας και μάλιστα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη- και το διαχειρίζεται με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία. Και πέρα από τη ολότελα σύγχρονης άποψης λύση που καταθέτει, παίρνει και το ρίσκο να χρησιμοποιήσει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (ο ήρωάς της είναι ένας έφηβος). Και το θεωρώ ρίσκο κάτι τέτοιο γιατί είναι αληθινά παρακινδυνευμένο να μπορέσεις να κρατήσεις από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα όλη εκείνη τη δομή μιας προφορικής  αφήγησης ενός νεαρού αγοριού. Η Τούλα Τίγκα το πέτυχε. Κι έτσι μας πρόσφερε ένα δυνατό, σύγχρονό, καθαρόαιμο μυθιστόρημα για νέους.

Πρώτη ανάρτηση :  https://iporta.gr/%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%AD%CE%BF/


Συνέντευξη με την Πόλυ Χατζημάρκου "Στο Κόκκινο" της Ρόδου

«Γράφοντας, αλλά και διαβάζοντας, κάνεις μια πολιτική πράξη»

Ο αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων, Μάνος Κοντολέων, μιλάει Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7 και την Πόλυ Χατζημάρκου με αφορμή την παρουσίαση των δύο νέων βιβλίων του στη Ρόδο: «Νομίζω ότι κάθε συγγραφέας, μια ή δυο εμμονές τις υπηρετεί. Στην ουσία, γράφει το ίδιο ξανά και ξανά είτε αλλάζει τα πρόσωπα είτε τις εποχές. Σε όλα τα βιβλία που έχω γράψει τόσα χρόνια, εκείνο που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον «Άλλον» και το κατά πόσο έχουμε στα χέρια μας τη δυνατότητα να ορίσουμε το αύριο».
 15 Μαρτίου 2018 18:05:42
- Στα δύο νέα σας βιβλία ("Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης" και "Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα" σε εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη), έχετε επιλέξει δύο εμβληματικές φυσιογνωμίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ποιοι ήταν λόγοι τους επιλέξατε; 

«Ο Γαργαντούας και ο Δον Κιχώτης είναι δύο μυθιστορηματικοί ήρωες που έχουν διαπεράσει τους αιώνες και φθάνουν ως τις μέρες μας. Σκέφτηκα ότι αυτοί οι ήρωες αξίζει να παραμένουν ζωντανοί. Είναι μεγάλη η χαρά για έναν συγγραφέα του σήμερα να τους «συναντά», να προσδοκεί να συνδιαλλαγεί μαζί τους, να τους παρουσιάσει στα γραπτά του φέρνοντάς τους κοντά στις σημερινές συνθήκες –συνθήκες μέσα από τις οποίες ένας νεαρός αναγνώστης θέλει να γνωρίσει πρόσωπα και κείμενα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας-.

Τα δύο μυθιστορήματα γράφτηκαν για να σχολιάσουν ή να καυτηριάσουν συνθήκες που επικρατούσαν στην εποχή τους. Ενώ οι συνθήκες αυτές έχουν αλλάξει, τα δύο κεντρικά πρόσωπα παραμένουν ζωντανά για κάποιο λόγο που ξεφεύγει από τις συνθήκες που τα δημιούργησαν. Ποιοι είναι οι λόγοι; Αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω καθώς έγραφα τα δύο βιβλία. Ακολουθούσα τα πατήματα των πρωτοτύπων αλλά προσαρμοσμένα στον τρόπο με τον οποίο διαβάζει ο σύγχρονος άνθρωπος, και μάλιστα ο νέος. Κυρίως, θέλησα να βάλω το δικό μου αποτύπωμα καθώς δημιούργησα δύο αφηγητές που λένε –άρα και χαρακτηρίζουν- τις ιστορίες δημιουργώντας τις σύγχρονες διασκευές. Προς Θεού, δεν θεωρώ τον εαυτό μου εφάμιλλο του Ραμπελαί και του Θερβάντες! Απλώς, σαν «μαθητής» τους που αγάπησε τους ήρωές τους, θέλησα να τους φέρω κοντύτερα στους σημερινούς αναγνώστες για να τους αγαπήσουν και εκείνοι».

-       Πώς άραγε ο Γαργαντούαςκαι ο Δον Κιχώτης «συνομιλούν» με τη σημερινή εποχή; 

«Ο Γαργαντούας είναι ένας καλοκάγαθος γίγαντας, όλα τα κάνει στο ‘υπέρ’. Γλεντάει, τρώει πολύ, χαίρεται πολύ τη ζωή αλλά συγχρόνως με ένα έντονο τρόπο υπερασπίζεται το δίκαιο και φωτίζει τις αδικίες που μπορεί να συμβαίνουν και σήμερα καθώς και τον τρόπο που τις αντιμετωπίζουμε. Συγχρόνως έχει χιούμορ και μας προκαλεί να γελάμε και να χαιρόμαστε καθώς τον προσεγγίζουμε και «μιλάμε» μαζί του. Ο Δον Κιχώτης, από την άλλη, φαίνεται να είναι ανόητος και φαντασμένος, αλλά τελικώς δεν είναι έτσι. Είναι ένας χαρακτήρας που αποφασίζει να πει ότι ‘εγώ θα συνεχίσω να πιστεύω ότι αυτό που ονειρεύτηκα, μπορεί να γίνει πραγματικότητα’. Κι αν ακόμα δε μπορεί να γίνει, το ότι προσπάθησε να το μετατρέψει σε πραγματικότητα, έχει σημασία και αξία. Κι όταν στους άλλους δίνεις τη δυνατότητα να ονειρευτούν ένα καλύτερο αύριο και μια καλύτερη εικόνα του εαυτού τους, τους κάνεις πιο ευτυχισμένους. Αυτό κάνει ο Δον Κιχώτης: προσφέρει στους άλλους το όνειρο, την ευτυχία να πιστεύουν ότι είναι καλύτεροι. Ότι μπορούν να γίνουν καλύτεροι απ’ αυτό με το οποίο η καθημερινότητα τους ορίζει και τους πιέζει».

-  Έχετε ένα, κατά κάποιο τρόπο, επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στο έργο σας, πατώντας πάνω σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη διαχείριση του «εγώ» και την αποδοχή του «άλλου»… 

«Νομίζω ότι κάθε συγγραφέας, μια ή δυο εμμονές τις υπηρετεί. Γράφει το ίδιο ξανά και ξανά είτε αλλάζει τα πρόσωπα είτε τις εποχές. Σε όλα τα βιβλία που έχω γράψει τόσα χρόνια, εκείνο που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι αυτό που είπατε. Η ταυτότητα, η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον «Άλλον» και το κατά πόσο έχουμε στα χέρια μας τη δυνατότητα να ορίσουμε το αύριο. Ο άνθρωπος απέναντι στη μοίρα και τον εαυτό του, ο άνθρωπος δίπλα στους άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι σαφέστατα μια πολιτική θέση, έτσι το βλέπω. Γενικά πιστεύω ότι κάθε μορφή τέχνης είναι πολιτική. Και όταν γράφεις, αλλά και όταν διαβάζεις, κάνεις μια πολιτική πράξη».

-  Γράφετε μυθιστορήματα με τον τρόπο cross-over, δηλαδή εκείνο τον τρόπο που «διατρέχει» ηλικίες και λογοτεχνικά είδη...

«Ποτέ δεν πίστεψα στις «ταμπέλες». Το κείμενο υπάρχει. Δεν πάει αυτό να συναντήσει τον αναγνώστη, φορώντας ρούχα παιδικά ή μεγαλίστικα. Υπάρχει. Και είναι ο αναγνώστης που, ανάλογα με τις ανάγκες του, τις δυνατότητες και τις διαθέσεις του, θα το συναντήσει.  Υπάρχουν κλασικά κείμενα παιδικής λογοτεχνίας –ας θυμηθούμε τον Άντερσεν ή τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ-, τα οποία μπορεί κανείς να διαβάσει είτε είναι 5, 15 ή 55 χρονών. Ανάλογα με τις δυνατότητες που η κάθε ηλικία του δίνει –αλλά και η συναισθηματική του φόρτιση- μπορεί να τα ξαναδιαβάσει με ένα διαφορετικό τρόπο. Ασφαλώς έναν αναγνώστη που είναι μικρότερης ηλικίας και δεν έχει ακόμα γνωρίσει/κατοχυρώσει κάποιες προσλαμβάνουσες, δεν τον αγγίζει ένα κείμενο που δεν «ακουμπά» πάνω του. Μπορεί όμως το ίδιο να μην αγγίξει ακόμα και έναν αναγνώστη μεγαλύτερης ηλικίας που δεν έχει κάνει την πορεία για να φτάσει σε εκείνη τη μορφή σκέψης. Ποτέ δεν ξέρει κανείς πώς λειτουργεί μέσα μας η ανάγνωση ενός κειμένου. Αυτό που φαίνεται να μην έχουμε καταλάβει, τελικά μετά από χρόνια, κάποια στιγμή, μπορεί να το βρούμε μπροστά μας.

Παράδειγμα, σε ένα σχολείο της Ρόδου η δασκάλα μου λέει: «Ξέρετε, συνειδητοποίησα πολλά χρόνια μετά, ότι, από την ανάγνωση του μυθιστορήματος σας, είχα συνδέσει τη γεύση του πικραμύγδαλου με μια συγκεκριμένη σειρά συναισθημάτων». Συμβαίνει σε όλους μας αυτό. Δεν ξέρουμε πότε θα βγει στην επιφάνεια αυτό που διαβάζουμε. Και πόσες φορές έχει λειτουργήσει υπόγεια, χωρίς να το καταλάβουμε! Γιατί λοιπόν να υπάρχουν τέτοιου είδους διαχωρισμοί; Το έργο τέχνης, γενικότερα, δεν είναι βιομηχανική κατασκευή. Δεν είναι small ή XL ρούχο, δεν είναι ένα ζευγάρι παπούτσια νο.23 που θα φορεθεί από έναν άνθρωπο».

-       Η προσέγγιση των παιδιών μέσα από τη λογοτεχνία χρειάζεται κατανόηση του κόσμου τους, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εσείς «βουτήξατε» σ’ αυτό τον κόσμο και αναρωτιέμαι ποια είναι τα «μαθήματα» που πήρατε από αυτή τη βουτιά ετών; 

«Θα απαντούσα με μία φράση: ενήλικη παιδικότητα. Η παιδικότητα είναι, ως τρόπος σκέψης και αντίδρασης στον κόσμο, μία αξία. Και δεν εννοώ τον μπεμπεκισμό ή την αμάθεια. Εννοώ το ξάφνιασμα. Τη διάθεση να κατανοήσεις, να αλλάξεις κάτι. Ακόμα και τον φόβο. Το να κρατάει κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, αυτή την αίσθηση της μονίμου συνδιαλλαγής με τον περιβάλλοντα κόσμο αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο, την ονομάζω ενήλικη παιδικότητα. Και είναι πολύ βασική και για κάποιον που θέλει να γράφει αλλά και για κάποιον που θέλει να ζει με έναν δημιουργικό τρόπο την καθημερινότητα.

Μία από τις φράσεις που με χαρακτηρίζουν είναι η εξής: όταν είμαι χαρούμενος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να επαναστατήσω γράφω για εφήβους, όταν είμαι φοβισμένος ή τρομαγμένος γράφω για ενήλικες. Τα τελευταία χρόνια είναι λογικό να είμαι φοβισμένος. Και ενώ από τη μια ζητάω το στήριγμα αυτής της ενήλικης παιδικότητας – το κέφι ενός παιδιού και την επαναστατικότητα ενός εφήβου-, από την άλλη ο τρόμος του ενήλικα έρχεται συχνότερα και με κάνει να γράφω βιβλία για πιο μεγάλους αναγνώστες. Για μένα η γραφή είναι τρόπος ζωής. Ζω γιατί γράφω και γράφω γιατί ζω. Είναι λογικό οι περίοδοι της ζωής μου να καταγράφονται μέσα από τα είδη λογοτεχνίας που έχω γράψει, καθώς και από τον τρόπο που τα έχω γράψει. Πάντα όμως διαχειρίζομαι τα ίδια θέματα που αναφέραμε».

-  Εικονογράφηση: η δύναμη της εικόνας δίπλα στο κείμενο. Έχετε συνεργαστεί με εξαιρετικούς εικονογράφους. Τώρα συναντάτε ξανά τον «δικό μας» Βαγγέλη Παυλίδη.

«Με τον Βαγγέλη Παυλίδη είχαμε ξανασυνεργαστεί σε ένα παλαιότερο και αγαπημένο βιβλίο μου, «Τα φαντάσματα της Σοφίτας». Για τα δυο νέα βιβλία μου, κουβεντιάζοντας και με τους ανθρώπους από τις εκδόσεις Πατάκη, δεν είχαμε άλλον στο μυαλό μας παρά τον Βαγγέλη. Είναι ο μοναδικός έλληνας εικονογράφος που θα μπορούσε να περιγράψει με τα μολύβια του αυτές τις δύο προσωπικότητες. Σε όλη την πορεία που έχει κάνει και ως γελοιογράφος, έχει μια εκρηκτικότητα την οποία διακρίνω και στους δυο χαρακτήρες -τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους-, τον Δον Κιχώτη και τον Γαργαντούα. Και ήταν καταπληκτικός ο τρόπος που αντιμετώπισε τους δυο ήρωες και τα γεγονότα που περιγράφονται».

-  Μιλήσατε για τον "τρόμο και φόβο" του ενήλικα. Πώς αισθάνεστε ότι πάνε τα πράγματα, ιδιαίτερα στον εκδοτικό χώρο; 

«Ζούμε σε μια ανακατεμένη περίοδο απ’ όλες τις πλευρές. Η όποια τάξη πραγμάτων υπήρχε, έχει καταστραφεί. Υπάρχει ένας κοχλασμός, ανακατεύονται τα πάντα: οι σκέψεις, οι αξίες, οι οικονομίες, τα συναισθήματα, οι ιδέες, οι ζωές. Λογικό είναι να ανακατεύεται και η τέχνη η οποία προσπαθεί να τα περιγράψει, ιδιαίτερα η λογοτεχνία. Σαφέστατα υπάρχουν έντονες διαφορές από την περίοδο που ξεκίνησα να γράφω, μετά την Μεταπολίτευση, όπου τα πράγματα είχαν μια αισιοδοξία.
Ζητούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο και  μας έλεγαν ότι μπορούμε να το κάνουμε. Πλέον βλέπω ότι ο κόσμος όχι απλώς δεν άλλαξε, αλλά γυρίζει προς τα πίσω, έχουμε χάσει τον βηματισμό μας. Αν είμαι αισιόδοξος; Πιστεύω ότι η ζωή συνεχίζεται, διαφορετικά δεν θα είχε νόημα και να γράφουμε. Η πράξη της συγγραφής όπως και η πράξη της ανάγνωσης είναι δυο αισιόδοξες πράξεις. Η δημιουργία είναι πάντα στραμμένη προς το αύριο. Είμαι όμως προβληματισμένος για το πόσο γρήγορα αυτό το αύριο θα ξαναβρεί το βηματισμό του και ο άνθρωπος θα είναι το κέντρο όλων των αποφάσεων που ο ίδιος παίρνει...»

AKOYΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΕΔΩ 

https://www.mixcloud.com/Kokkino_Rhodes/o-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CF%81%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85_14-3-18/



Info της εκδήλωσης:
Ο ΔΟΠΑΡ του Δήμου Ρόδου, το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου και οι Εκδόσεις Πατάκη, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος «Βιβλιοπεριπέτειες», παρουσιάζουν την Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018, στις 19.30, στη Νέα Πτέρυγα του Νεστοριδείου Μελάθρου, τα βιβλία "Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης" και "Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα" του Μάνου Κοντολέων σε εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη.
Ομιλητές: Πέτρος Σπανός, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου – Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου
Δημήτρης Κόκκινος, ΕΔΙΠ Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου
Τζίνα Δαβιλά, Δημοσιογράφος
Αποσπάσματα από τα βιβλία θα διαβάσουν παιδιά της Ε΄ τάξης των Εκπαιδευτηρίων «Ροδίων Παιδεία». Στο χώρο της εκδήλωσης θα υπάρχει έκθεση με τις εικόνες από την εικονογράφηση των βιβλίων.

4.3.18

Φιλαράκια στο ...Litterature




Γράφει ο Κώστας Στοφόρος

Από τους αγαπημένους συγγραφείς ο Μάνος Κοντολέων, με βιβλία που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα της παιδικής, νεανικής και ενήλικης λογοτεχνίας, αν και συχνά αποδεικνύονται αυτοί οι διαχωρισμοί απολύτως ανακριβείς. Γιατί, τι να πεις για ένα βιβλίο όπως τα «Φιλαράκια» που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός με εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά; Όπως γράφεται, απευθύνεται σε αναγνώστες από 7 ετών, αλλά πραγματικά αξίζει να το διαβάσουμε όλοι μας. Είναι ένα μυθιστόρημα σε τρία κεφάλαια, όπου δένονται με αρμονικό τρόπο βιβλία που κυκλοφόρησαν παλιότερα και εστιάζουν στη σχέση παππού και εγγονού. Ο μικρός Μάνος και ο παππούς Μάνος. Και δεν είναι μόνο το όνομα κοινό με τον συγγραφέα. Ο παππούς γράφει ιστορίες που διαβάζει πρώτος ο εγγονός, ο οποίος συχνά διαλέγει και τους τίτλους. Να λοιπόν ένα κόκκινο καραβάκι κι ένα κόκκινο ποδήλατο, όπου με έξοχο τρόπο, με λεπτές παρατηρήσεις, με ευαισθησία μοναδική, ο Μάνος Κοντολέων μιλά για πολλά πράγματα που όλοι τα βρίσκουμε μπροστά μας. Ως παιδιά ή ως γονείς. Η ζήλια, η προσκόλληση μας σε αντικείμενα, η τάση μας να θεωρούμε τα πράγματα «δικά μας». Όμως η προσέγγιση του συγγραφέα διαφοροποιεί το βιβλίο αυτό από άλλα αντίστοιχα, με μια σπάνια ενσυναίσθηση και σε βάθος κατανόηση του κόσμου των παιδιών. Η εικόνα με το μικρό καραβάκι στο δέντρο, που το παιδί κρεμά με θλίψη, είναι από τις πολύ δυνατές στιγμές της λογοτεχνίας μας… Και αν θα αρκούσε αυτή η ιστορία, ο συγγραφέας συνεχίζει να μας ταξιδεύει στον κόσμο των παιδιών, πηγαίνοντάς μας στο νησί της Ροδιάς. Για να περάσουμε ένα ξεχωριστό καλοκαίρι με την παρέα δεκατεσσάρων παιδιών που φιλοξενούνται εκεί. Παιδιά ορφανά, προσφυγόπουλα… Όλα μαζί. Και η ιστορία μιας γυναίκας που αποφάσισε να μείνει στο νησί της, να μεγαλώσει το δικό της παιδί ενώ ο άντρας της είχε χαθεί στον πόλεμο, να αγκαλιάσει και άλλα παιδιά. Να δώσει μάχες. Να φυτεύει μια ροδιά για κάθε παιδί κι εκείνα να γίνουν τα «Σποράκια της Ροδιάς». Και ο μικρός Μάνος, με τη διακριτική καθοδήγηση του παππού του θα ανακύψει όλη αυτή την ομορφιά της προσφοράς. Οι σελίδες είναι γεμάτες καλοκαίρι, θάλασσα και μυρωδιές, άμμο, παιχνίδια, παραμύθια, γεύσεις… Όλα τόσο ζωντανά, που διαβάζεις και θα ‘θελες να είσαι κι εσύ σε αυτή την  παρέα. Τα διδάγματα της ζωής μπορεί να είναι τόσο διασκεδαστικά… «Αχ, τι όμορφη που είναι η ζωή!» λέει το κλαδί που γελάει, σε μια ακόμη από τις γοητευτικές ιστορίες που μιλούν για τον κύκλο της ζωής… Δυστυχώς έρχεται και ο χειμώνας. Και σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο που το διάβαζα με έναν κόμπο στο λαιμό (ο καθένας θυμάται εκείνη την ώρα τις δικές του απώλειες), ο παππούς είναι άρρωστος. Αλλά συνεχίζει να δίνει τα μικρά του μαθήματα στον εγγονό του τον Μάνο. Με τόση τρυφερότητα και διακριτικότητα. Με πραγματική ευγένεια ψυχής. Έχει το νου ακόμη και σε όσα συμβαίνουν στο σχολείο και του γράφει για την «καρδιά ενός μαρουλιού»… Και βεβαίως ακολουθεί το τέλος. Αλλά με μια γαλήνη. Με λουλούδια στο περβάζι κι ένα αστέρι στον ουρανό. Κι ένα παιχνίδι -κρυφτό- που δεν τελειώνει ακόμη κι όταν φεύγει ο παππούς… Πόσα και πόσα συναισθήματα κατάφερε ο Μάνος Κοντολέων να χωρέσει σ’ αυτό το βιβλίο… Θα σας πρότεινα όχι μόνο να το χαρίσετε στα παιδιά σας, όχι μόνο να το διαβάσετε οι ίδιοι, αλλά και να το μοιραστείτε με γιαγιάδες και παππούδες. Είναι ένα δώρο για όλους μας.

https://www.literature.gr/vivlia-monadika-grafei-o-kostas-stoforos/

1.3.18

Φιλαράκια στο Think Free




Η Έλενα Αρτζανίδου στο:


2/2/2018

«Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», σας θυμίζει κάτι; Ή το άλλο, «Στο νησί της ροδιάς» και το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα»!

Σωστά, είναι τίτλοι βιβλίων μόνο, που ο δημιουργός τους, αποφάσισε να τα φέρει κοντά και να φροντίσει να δεθούν με περίτεχνη τεχνική και να συστηθούν ξανά με τον τίτλο, «Φιλαράκια».

Ο Μάνος Κοντολέων, τολμηρός και ευφάνταστος, αποφασίζει με αυτή τη δουλειά του να δώσει σε τρία βιβλία που έχουν καιρό πριν κυκλοφορήσει, διαβαστεί και αγαπηθεί, μια νέα αναγνωστική, λογοτεχνική υπόσταση και το πετυχαίνει.

Κεντρική ιδέα στο μεγάλο κουβάρι που ξετυλίγεται ρυθμικά «Ο νέος και ο παλιός». Οι δυο τους συμβολίζουν την ζωή, την εξέλιξη, τις αξίες και είναι το μέλλον.

Ο νέος, ο εγγονός Μάνος, με τις ανασφάλειες, τις ζήλιες του διεκδικεί τον χώρο του, τα πράγματά του, την ζωή του. Ο μεγάλος, ο Μάνος, που είναι και συγγραφέας στην ιστορία είναι εκεί, με την ηρεμία, την εμπειρία της ζωής να τον οδηγήσει, να τον ακούσει, να του δείξει και να βρει τη δύναμη όταν φτάσει η ώρα να τον αποχαιρετήσει με ένα μοναδικό τρόπο χωρίς ποτέ του να ξεχαστεί.

Μια ιστορία συγκινητική, τρυφερή και λυτρωτική.

Η αφηγηματική  τεχνική, οι διάλογοι, τα τοπία και ο χώρος δράσης  μαζί με την φωνή της αφήγησης προκαλούν τον αναγνώστη να ρουφήξει την ιστορία που γεννά συναισθήματα άλλοτε ζήλιας, άλλοτε χαράς, άλλοτε ντροπής, άλλοτε πίκρας αλλά πάντα με πολλή αγάπη.

Ο μικρός Μάνος είναι αυτός που ζηλεύει το νέο μέλος που πρόκειται να γεννηθεί. Είναι αυτός που δε θέλει να μοιραστεί το κόκκινο καράβι με άλλους, είναι αυτός που δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να περάσει τον χρόνο των διακοπών του δίχως τη μαμά και τον μπαμπά παρέα αλλά με τον παππού και τη γιαγιά και τέλος να ωριμάσει για να αποδεχτεί τον αποχαιρετισμό του πιο αγαπημένου προσώπου , του παππού Μάνου.

Ο παππούς Μάνος, με τη σειρά του είναι αυτός που πιάνει το χέρι του από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον κόσμο και τον οδηγεί αβίαστα. Ο εγγονός κρατά αυτό το έμπειρο χέρι και σιγά σιγά μπορεί να κατανοήσει, μπορεί να αντιληφθεί τη δύναμη και την αξία της μοιρασιάς και τέλος όταν θα φτάνει η ώρα του αποχωρισμού του μεγάλου από τον μικρό Μάνο, ο εγγονός πονά, αλλά είναι προετοιμασμένος και μπορεί να δεχτεί αυτό το αντίο που όμως είναι ένα αντίο όπου οι μυρωδιές, οι λέξεις, οι ιστορίες θα μένουν ριζωμένες γύρω του, μέσα του, παντού.

Πραγματικά τρία βιβλία σε ένα, με μια διαφορετική ανάγνωση που καθηλώνουν και γεννούν ανάμεικτα συναισθήματα, εικόνες και σκηνές που εντάσσουν τον αναγνώστη και τον κάνουν συνοδοιπόρο σε αυτό το ταξίδι ζωής και αξιών του Μάνου, μικρού και μεγάλου. Με τον παφλασμό της θάλασσας και το θρόισμα της ροδιάς να συντροφεύει τον αναγνώστη και τέλος με τη μυρωδιά του κίτρινου τριαντάφυλλου που θα είναι εκεί και θα θυμίζει τον υπέροχο παππού.

Κλείνοντας ο Μάνος Κοντολέων, για μια ακόμη φορά καθηλωτικός και τολμηρός, καθώς αποφασίζει να  αποχαιρετήσει τον εγγονό ευφάνταστα μέσα από μικρές ιστορίες που κρύβουν ζωή, δύναμη εξέλιξη.

…Τέλειωσε την ιστορία του που έλεγε ο μεγάλος Μάνος. Η φωνή του είχε γίνει πια ακόμη πιο σιγανή. Μιλούσε ακόμα πιο αργά. Λέξη τη λέξη. Μα το χαμόγελο εκεί…Στα χείλη του πάνω ζωγραφισμένο. Και η ματιά του πάντα πάνω στο πρόσωπό του μικρού Μάνου.

«Σου άρεσε αγόρι μου, αυτή  τελευταία ιστορία μου;» είπε.

Ο μικρός Μάνος έπιασε μέσα στην παλάμη του τα δάχτυλα του παππού του. «Φιλαράκι…η πιο όμορφη που έχεις γράψει!…Η πιο όμορφη!» είπε και έσκυψε κι αγκάλιασε τον γέροντα και τον φίλησε στο κούτελο…

Δεν είναι μόνο αυτή η ωραιότερη ιστορία του Μάνου Κοντολέων, απλά είναι τόσο δυνατή,  τόσο λυτρωτική τόσο προχωρημένη που, παρόλο που δε συνηθίζεται μέσα από τέτοια στήλη, σου στέλνω Μάνο το δικό μου φιλί, σκουπίζω το δάκρυ και ανοίγω την αγκάλη μου.

Το εξώφυλλο αισιόδοξο από την Μυρτώ Δεληβοριά.

28.2.18

Ο Δον Κιχώτης στο Elniplex




 Γράφει ο Απόστολος Πάππος στο http://www.elniplex.com



Τον έπιασαν πολλοί τεχνίτες στον κόσμο τον Δον Κιχώτη του Μιγκέλ Θερβάντες. Τον σεργιάνισαν σε βιβλιοπωλεία, σε θέατρα και σινεμά, σε στούντιο κινουμένων σχεδίων και ηχογραφήσεις, σε χορούς και όπερες, σε κόμιξ. Οι εικονογραφημένες διασκευές του δε για μικρά παιδιά  πρέπει να συνιστούν παγκόσμιο ρεκόρ. Τον Δον Κιχώτη τον αντάμωσαν όλες οι τέχνες, όχι πάντοτε με προσοχή και σύνεση.

Ο Θερβάντες τον έγραψε λένε οι μελετητές πρωτίστως για να σατιρίσει την ακμάζουσα ιπποσύνη της Ισπανίας του 16ου αιώνα. Βέβαια, ο έχων ελάχιστη αναγνώριση στην εποχή του μάστορας Μιγκέλ, δημιούργησε με την δύναμη των ευφυών διαλόγων του, το σπαρταριστό χιούμορ  και τους αυθεντικούς συμβολισμούς, κάτι πολύ περισσότερο από μια σάτιρα της φορεμένης ιπποσύνης της εποχής.

Έχουμε και στην Ελλάδα τεχνίτες. Ο Μάνος Κοντολέων είναι «πιστοποιημένος» της γλώσσας. Η φροντίδα που χαρίζει στα γραπτά του, η προσοχή με την οποία παλεύει τις λέξεις του, η ζωντάνια με την οποία ντύνει τις εικόνες του, κάνουν την εμφάνισή τους σε όλα του τα γραπτά, σε όποιο ηλικιακό κοινό κι αν απευθύνεται.

Με τον εμβληματικό ιππότη και την αποδεδειγμένη διαχρονικότητά του, ο Κοντολέων δεν πάει να γράψει μια ακόμα διασκευή πάνω σε μια πεπατημένη. Αλλάζοντας ήδη τον τίτλο, σηματοδοτεί ότι ο σκοπός του ήταν –ή έγινε μελετώντας το- να μεταπλάσει το πλούσιο υλικό του Θερβάντες, όχι απλά ανασκευάζοντας τη βασική δομή και τις επιλογές του Ισπανού συγγραφέα, αλλά αναδύοντας εκ του ιπποτικού βυθού μια φρέσκια αντίληψη για τον Δον Κιχώτη. Το δικαιολογώ: ο Δον Κιχώτης του Μ. Κοντολέων είναι ένας Δον Κιχώτης των ιδεών, της εσωτερικότητας, των ψυχολογικών ελατηρίων. Πλάι στον ρομαντισμό, την αγνότητα και τις διαστάσεις της αληθινής ζωής, ο συγγραφέας τοποθετεί και μεταθέτει το κέντρο βάρους από τα γεγονότα και τη δράση στη σκέψη και το κίνητρο.

Το κλασικό, όχι απλά ως επαναπροσδιορισμός των θεμελιωδών αξιών, αφού αυτές ούτως ή άλλως ως διαχρονικές και οικουμενικές δεν αλλάζουν και δεν αποσύρονται, αλλά ως αναζωπύρωσή τους στο σύγχρονο αποψιλωμένο δάσος από τη σπίθα των λέξεων. Με ωραίο ρυθμό, την παραστατική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του σκύλου του Δον Κιχώτη, Τριστάνο, και τις ιδέες του ήρωα αμετάβλητες, ο Μ. Κοντολέων καλεί, με σεβασμό στο πρωτότυπο, κάθε παιδί από 9 ετών να διαβάσει τον Δον Κιχώτη και να ζήσει όπως εκείνος… Μια αυθεντική προτροπή ελευθερίας.

Θέλει αρετή και τόλμη να πιάσεις τους κλασικούς. Ο Μ. Κοντολέων τις έχει.

Η εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη με τα αγαπημένα του κόμικ, ασπρόμαυρα σκίτσα ξεκουράζει το βλέμμα και εμπλουτίζει τις έτσι κι αλλιώς πολλές εικόνες του κειμένου.

«Όποιος πιστεύει στο όνειρο που γίνεται ζωή και όποιος αγαπά τη ζωή που ξέρει να ονειρεύεται, αυτός δεν ξεγελιέται μήτε και ο ίδιος κοροϊδεύει τον εαυτό του».


Πρώτη δημοσίευση: http://www.elniplex.com/%CE%B6%CE%AE%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%BF-%CE%B4%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B9%CF%87%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

25.2.18

Σκέψεις για το βιβλίο «Φιλαράκια»



Σκέψεις για το νέο βιβλίο «Φιλαράκια» του Μάνου Κοντολέων


Τα «φιλαράκια», ένα βιβλίο, μια παρακαταθήκη, ένα «δώρο» στην τρίτη ηλικία. Η σχέση του παιδιού με τον παππού του, μία αξία μοναδική. Ιστορίες που παρουσιάζουν τον κύκλο της ζωής, μιας ζωής με πολλούς ομόκεντρους εντός της.
Μετά την έκδοση του αγαπημένου μου «Μανόλο και Μανολίτο» εκδόθηκε το «Νησί της Ροδιάς». Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να διαβάσω τη συνέχεια του «Μανόλο και Μανολίτο», τότε… μετά την ανάγνωσή του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου κατάλαβα ότι ήταν μία ακόμη ιστορία, μία εκδοχή αυτής της σχέσης, του παππού και του εγγονού.
Τα «φιλαράκια ενέχουν τρία παλαιότερα βιβλία του Μάνου Κοντολέων, τρεις ιστορίες (αν θέλουμε να τις ονομάσουμε έτσι) οι οποίες επανεμφανίζονται πιο ώριμες, διαφορετικές. Κάποια λόγια που ο συγγραφέας θέλει να ξαναπεί στο φιλαράκι του. Μπορεί να είναι και πιο αγαπημένες….
Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συνθέτει όλες μαζί σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μόνο ο Κοντολέων μπορεί να γράψει. Οι ιστορίες ζωντανεύουν μέσα από την εξιστόρηση του παππού στον εγγονό σαν να ξεκινά ένα έργο κλασσικής μουσικής που έχει διάφορα μέρη. Το «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συντονίζει, δίνει το ρυθμό πότε Crescendo πότε Diminuendo. Το «κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», δεν προδίδει εξαρχής τα επίκαιρα ζητήματα που θίγει, Το «Νησί της ροδιάς» δημιουργεί ένα ντιμινουέντο στη σύνθεση, διακοπές στο νησί μαζί με τον παππού, τι άλλο να αναζητήσει ένα παιδί. Ο Μάνος Κοντολέων έχει το χάρισμα να γράφει λογοτεχνικά έργα που κεντρίζουν την καρδιά του αναγνώστη. Όπως η άρπα ή το βιολοντσέλο είναι αυτά που μαγεύουν τους ακροατές με την ερμηνεία τους στο μουσικό έργο, έτσι και εδώ οι ήρωες του λογοτεχνικού έργου…. τα φιλαράκια, ένας παππούς και ένα παιδί. Οι τελευταίες σελίδες του έργου και η συγγραφή της ιστορίας του παππού από τον εγγονό είναι αυτές που με άγγιξαν περισσότερο. Δεν θα ξεχάσω τα βουρκωμένα μάτια μίας μαθήτριάς μου όταν διάβασα ένα απόσπασμα στην τάξη μου από τα «Φιλαράκια».
Οι ιστορίες που κάποτε εκδόθηκαν υπάρχουν, παραμένουν όπως τις ήξεραν οι αναγνώστες, όπως και τα έργα κλασσικής μουσικής. Αν όμως τα ερμηνεύσει και πάλι μια ορχήστρα δείχνουν την αριστουργηματική τους αξία. Εδώ ο συγγραφέας ξαναπαίρνει στα χέρια του ένα, ένα παλαιότερα «παιδιά» του όπως συνηθίζει να τα ονομάζει και θέλει να τα «ερμηνεύσει» ξανά.
Πρόσφατα ένας μαθητής μου διάβασε το «Μανόλο Μανολίτο και Μανουήλ», όταν τον ρώτησα πως του φάνηκε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε υπέροχο. Τα μάτια του έδειχναν την τέρψη από την ανάγνωση….
Τα «Φιλαράκια» ένα ακόμη βιβλίο, ένα ακόμη ταξίδι. Σας ευχαριστούμε!
Βασιλική Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός
Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών

17.2.18

Ο "Γουργούρης" της Τασούλας Επτακοίλη


Τασούλα Επτακοίλη
«Ο Γουργούρης»
Εικονογράφηση: Τόμεκ Γιοβάνης
Εκδόσεις Πατάκη

   

Όταν –εκεί κάπου στα δεκατέσσερα μου χρόνια- αποφάσιζα πως μεγαλώνοντας θα ήθελα να γίνω συγγραφέας, δεν μπορούσα να φανταστώ πως μετά από δεκαπέντε χρόνια, τα πρώτα μου βιβλία που θα κυκλοφορούσαν θα ανήκαν στο είδος της λογοτεχνίας για παιδιά.
Οι λόγοι που με έφεραν να θελήσω να εκφραστώ  -στις πρώτες μου επίσημες, τρόπον τινά, συγγραφικές εμφανίσεις- με αυτό το είδος του κειμένου, είχαν να κάνουν τόσο με την ένταξή μου στο χώρο των πολιτικοποιημένων ενηλίκων όσο και με την απόκτηση της ιδιότητας του γονιού.
Το να είμαι πολίτης ενεργός στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και παράλληλα πατέρας δυο παιδιών, σήμαινε για μένα μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ανίχνευση των δυνατοτήτων μου, αλλά και μια εξίσου ερεθιστική ανακάλυψη των πυρηνικών συνθηκών που καθόριζαν αυτούς τους δυο ρόλους.
Η λογοτεχνία για παιδιά –ως τρόπος συγγραφικής έκφρασης-  ποτέ δεν μου ζήτησε να διαφοροποιήσω το εφηβικό μου εκείνο όνειρο. Συγγραφέας ήθελα να γίνω και συγγραφέας έγινα. Κι αν τα πρώτα μου βιβλία δεν ήταν μήτε κάποιο μυθιστόρημα, μήτε μια συλλογή διηγημάτων ή ένα θεατρικό έργο, αλλά παραμύθια που μιλούσαν για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, την υπεράσπιση της ατομικής αξιοπρέπειας και στην υποστήριξη των βασικών αρχών μιας οικολογικής συνείδησης, για μένα παρέμεναν  καταθέσεις συγγραφικών οραματισμών και  επιβεβαιώσεις νεανικών ονείρων.
Εκείνα τα χρόνια γινότανε μια προσπάθεια να καθιερωθεί ο όρος «Λογοτεχνία και για παιδιά» -κι αυτό όχι μόνο από εμένα, αλλά και από μια ομάδα συνομήλικων, λίγο – πολύ, συγγραφέων που πολύ γρήγορα θεωρήθηκε πως ανανέωνε τη μορφή και το περιεχόμενο της λογοτεχνίας αυτού του είδους.
Μα στην ουσία δεν ήταν τόσο θέμα ονομασίας, όσο περιεχομένου. Θεωρούσαμε, και με τα έργα μας το υποστηρίζαμε, πως το να χρησιμοποιείς ένα τρόπο για να μιλήσεις σε ένα παιδί  και να του αφηγηθείς την αλήθεια της προσωπικής σου ιστορίας και εφικτός ήταν, αλλά και κυρίως  πρόσφερε τη δυνατότητα το κείμενο που θα έγραφες να έχει μια πλατιά αναγνώριση από αναγνώστες ποικίλων ηλικιών, αλλά –ακόμα πιο ουσιαστικό αυτό- να φτάνει μέχρι την ουσία του κεντρικού θέματος και γι αυτό να την περιγράφει με απλότητα. Ό,τι περισσότερο απλά λέγεται, τόσο και πιο κοντά στην αρχική πρωτογενή του κατάσταση βρίσκεται.
 Αυτό είναι το μάθημα των λαϊκών παραμυθιών και των παλαιών μύθων και αξίζει να το δούμε να ανανεώνεται μέσα στα έργα επώνυμων δημιουργών.
Διατήρησα αυτήν την θέση –όπως και οι περισσότεροι που εκείνη την εποχή την υποστηρίζαμε-  και στα επόμενα κείμενά μου, και σε αυτά που θα τα έβλεπα να εκδίδονται σε εκδοτικές σειρές που θα τις κάλυπτε η ένδειξη «ελληνική λογοτεχνία»
Η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζεις το θέμα –εννοώ την ίδια τη σύλληψή του.  Αυτή τη θέση εννοώ.
Όχι μόνο  -και καθόλου υποχρεωτικά-  η απλότητα στη γλώσσα. Σ΄ αυτή, μάλιστα, μπορείς και να της παραχωρείς  το δικαίωμα να αναζητά ένα πιο πλούσιο, ακόμα και εξεζητημένο λεξιλόγιο, μια σύνταξη κάπως ανατρεπτική. Ουσία και περιεχόμενο όμως δε θα πρέπει να χάνουν την αμεσότητά τους.
Και στη συνέχεια είναι πια ευθύνη του αναγνώστη να μπορεί να αναγνωρίζει την γνησιότητα μιας ουσιαστικής  συγγραφικής κατάθεσης ακόμα και σε ένα –φαινομενικά- απλό παραμύθι, σε μια –εκ πρώτης όψεως- απλή εξιστόρηση.
Κοντεύουν να περάσουν σαράντα χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκα στη  λογοτεχνία του τόπου μου και αυτές τις βασικές θέσεις μου δεν τις έχω εγκαταλείψει.
Ασφαλώς και δέχτηκα –όπως και όσοι τα ίδια μ΄ εμένα συνέχισαν να υποστηρίζουν- τον έπαινο ενός μεγάλου –του μεγαλύτερου, στην ουσία- μέρους του συνειδητοποιημένου αναγνωστικού κοινού.
Ασφαλώς και δέχτηκα – όπως και όσοι τα ίδια μ΄ έμενα συνέχισαν να υποστηρίζουν- την μερική ή ολική σκωπτική ματιά μιας ομάδας αναγνωστών που δεν θέλουν να αναγνωρίσουν την αξία της Παιδικότητας ως στάση ζωής και ερμηνεία της.
Αλλά όταν κάτι το πιστεύεις,  ο πρώτος κριτής είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και επίσης είσαι και ο πρώτος που σπεύδει να χαιρετήσει την παρουσία νέων φωνών στο χώρο  που εσύ κυκλοφόρησες και κυκλοφορείς πάντα.
Με μια τέτοια , λοιπόν, διάθεση διάβασα το βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη «Ο Γουργουρής»
Η Επτακοίλη είναι γνωστή ως δημοσιογράφος. Μόλις πριν από ένα περίπου χρόνο είχε κυκλοφορήσει ένα πεζογράφημα με τον τίτλο «Το άλλο μου ολόκληρο.
Ένα πεζογράφημα  -καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων μετά από μια μεγάλη προσωπική της απώλεια.  H αγάπη δύο ανθρώπων, η κοινή πορεία τους επί δύο και πλέον δεκαετίες, η δυσκολία ενός τόσο επώδυνου αποχωρισμού, ο δύσβατος δρόμος προς την αποδοχή.
Κείμενο σπαραχτικό μέσα στην αμεσότητά του. Δίχως περιττές λογοτεχνικές εξάρσεις. Κατευθείαν στο στόχο κατευθυνότανε η γραφή.
Και μετά από ένα χρόνο, να που η Τασούλα Επτακοίλη επανέρχεται στο ίδιο θέμα, αλλά αυτή τη φορά με δυο διαφορετικής υφής προσεγγίσεις.
Τώρα ο πόνος του αποχωρισμού έχει πάρει τις διαστάσεις που μια ζωή πλέον θα κρατήσει –την αποδοχής της θνητότητας των όντων. Και παράλληλα αυτός ο ίδιος ο πόνος, αποφασίζει να προσφέρει χώρο ύπαρξης και σε μια χαρά. Αναφέρομαι στη χαρά της συνέχειας. Η πιο σωστά στην υποστήριξη της θέσης – Ό,τι κάτι δημιουργήθηκε, πάντα επιστρέφει.
Μια απλά ανθρώπινη, μα και βαθιά φιλοσοφημένη άποψη που η Επτακοίλη  -πόσο σοφή η επιλογή της!- την κάνει μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί και από παιδιά.
Ο γάτος Γουργουρής  στα βαθιά του γεράματα αναπολεί τις όμορφες στιγμές που έζησε μέσα στην τριμελή οικογένεια και έτσι πλήρης ημερών και συναισθημάτων κλείνει τα μάτια σε ύπνο που για πάντα θα διαρκέσει.
Τις ίδιες περίπου μέρες, σε κάποιο χωριό, θα γεννηθεί ένα σκυλάκι που θα έχει ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Τόσο ιδιόμορφα που θα αναγκαστεί να αναζητήσει άλλο χώρο για να επιβιώσει. Και θα είναι μέσα στην οικογένεια του Γουργουρή που θα βρει την ζεστασιά και την φροντίδα.
Το κενό της αγάπης καλύφθηκε. Η ζωή που έφυγε δίνει το δικαίωμα να υπάρξει μια άλλη.
Αυτοί που μάθανε  να προσφέρουν την αγάπη, πάντα θα πέφτουν πάνω σε κάποιο πλάσμα που θα την έχει ανάγκη.
Τόσο ουσιαστικό, το απλά γραμμένο. Τρυφερά.
Δακρύζεις και χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος και μπορείς να αισθάνεσαι το τι σημαίνει δάκρυ.
Χαμογελάς και αναστενάζεις με ανακούφιση γιατί κάποιος σου υπενθύμισε πως μήτε ότι αγάπησες θα ξεχαστεί, μήτε και για ότι σε κάνει να χαίρεσαι πρέπει να αισθάνεσαι ενοχές.
Μια σχεδόν διπλή ιστορία … και για παιδιά.
Μια απόδειξη πως οι τεχνικές αφήγησης που συνθέτουν το είδος της παιδικής  λογοτεχνίας  πάντα μπορούν να ενεργοποιούν εκείνους που θέλουν να μιλήσουν για το διαχρονικά βαθύ με τρόπο διαχρονικής απλότητας.

ΥΓ Να σημειώσω και την εικονογράφηση. Μαυρόασπρη, με χιουμοριστική διάθεση  υποβοηθά το κείμενο να δείξει τον αυθορμητισμό του.

Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/paidika/9152-gourgouris